← Κύπρος

G Ioannou Emporiki Ltd ν. MG Pluming Merchants Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4834/11, 10/5/2013

G Ioannou Emporiki Ltd ν. MG Pluming Merchants Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4834/11, 10/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:B21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4834/11 Μεταξύ: G. Ioannou Emporiki Ltd ν.

  1. M.G. Pluming Merchants Ltd
  2. Μαρίας Γεωργίου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 10 Μαϊου, 2013 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Φούλιας Για τους Κατηγορουμένους: κ. Τσαρδελής Κατηγορουμένη 2 παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν την κατηγορία της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρύσματος κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(1)και
(20)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως ετροποποιήθη υπό του Νόμου 186/86 και 36
(1)/97. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως αυτές τροποποιήθηκαν οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι κατά ή περί την 10/9/10 εξέδωσαν την επιταγή της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Ακανθούς υπ' αριθμό 23886343, ημερομηνίας 30/09/10 για €57.292,08 προς την εταιρεία G. Ioannou Emporiki Ltd, η οποία αφού ενεφανίσθη εις την Τράπεζα εντός ευλόγου χρόνου από της ημερομηνίας κατά την οποία κατέστη πληρωτέα δεν εξοφλήθη λόγω μη διαθεσίμου κεφαλαίου και ο εκδότης της παρέλειψε να την εξοφλήσει εντός 15 ημερών αφ' ότου έλαβε γνώσιν του γεγονότος τούτου. Οι κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν και δεύτερη κατηγορία κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, κατηγορία η οποία όμως αποσύρθηκε με αποτέλεσμα την απαλλαγή των κατηγορουμένων 1 και
  1. Για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατάθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου δύο μάρτυρες και μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης η κατηγορούμενη 2 κατάθεσε από την θέση του εξεταζόμενου μάρτυρα. Κατατέθηκαν επίσης και πέντε τεκμήρια. Δηλώθηκαν τέλος ως παραδεκτά γεγονότα τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο ότι η επίδικη επιταγή παρουσιάστηκε στις 30/9/10 και στις 11/2/11 στην Ελληνική Τράπεζα, υποκατάστημα της λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ για να κατατεθεί σε λογαριασμό της παραπονουμένης εταιρείας, καθώς επίσης ότι η κατηγορουμένη 1 εταιρεία έχει συσταθεί σύμφωνα με τον Περί Εταιρειών Νόμο και ότι διευθυντής της είναι η κατηγορουμένη
  2. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι πλείστα των γεγονότων που τέθηκαν από πλευράς κατηγορούσας αρχής δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς υπεράσπισης. Το ζήτημα το οποίο τέθηκε προς τον διευθυντή της παραπονουμένης εταιρείας Γεώργιο Ιωάννου ΜΚ1 είναι όχι το κατά πόσο η επιταγή τεκμήριο 3 υπογράφηκε από την κατηγορουμένη 2 ως διευθύντρια της κατηγορουμένης 1 εταιρείας αλλά το αν η εν λόγω επιταγή υπογράφηκε από την κατηγορουμένη 2 στην παρουσία του ΜΚ1 και δόθηκε την ίδια στιγμή σε αυτόν. Το ζήτημα αυτό έχει σχέση με την απόδειξη της υπόθεσης από πλευράς κατηγορούσας αρχής εναντίον της κατηγορουμένης
  3. ΄Ηταν η θέση του ΜΚ1 ότι η κατηγορουμένη 1 εταιρεία εξέδωσε την επιταγή τεκμήριο 3 την οποία υπέγραψε η κατηγορουμένη 2 και του την παρέδωσε και την οποία επιταγή ο ίδιος παρέλαβε και εξέδωσε την απόδειξη πληρωμής. Για το ποσό της επιταγής είχε προηγηθεί παραγγελία της κατηγορουμένης 1 εταιρείας για εμπορεύματα και είχε εκδοθεί προτιμολόγιο. Τα εμπορεύματα παραδόθηκαν στις 2/9/10 και παρά το γεγονός ότι συμφώνησαν η επιταγή να εκδοθεί αυθημερόν με την παράδοση των εμπορευμάτων εν τούτοις το τεκμήριο 3 δόθηκε από την κατηγορούμενη 2 στις 10/9/10 στο κατάστημα της κατηγορουμένης 1 εταιρείας. Ως έχει προαναφερθεί η θέση της υπεράσπισης ήταν ότι η επιταγή τεκμήριο 3 παραδόθηκε από τον σύζυγο της κατηγορουμένης 2 ο οποίος ήταν ουσιαστικά το άτομο το οποίο χειρίστηκε την παραγγελία με την παραπονουμένη εταιρεία χωρίς η κατηγορουμένη 2 να γνωρίζει τι έκανε ο σύζυγος της και χωρίς να της δίνει λογαριασμό αφού τα θέματα που σχετίζονταν με την εταιρεία, το κατάστημα και γενικότερα με την επιχείρηση τα χειριζόταν ο σύζυγος της. Η θέση αυτή αναφέρεται στην γραπτή δήλωση της κατηγορουμένης 2 η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο
  4. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι πλην του ζητήματος της υπογραφής και παράδοσης ή όχι της επιταγής από την κατηγορουμένη 2 στον ΜΚ1 η κατηγορουμένη 2 δεν αντεξετάστηκε σε σχέση με τις αναφορές της ότι η ίδια δεν γνώριζε τα της εταιρείας και ότι ο σύζυγος της της ζητούσε και του υπέγραφε αρκετές επιταγές για να έχει διαθέσιμες όποτε χρειαστεί και δεν γνώριζε για ποιον ήταν αλλά ούτε και ρωτήθηκε για την αναφορά της ότι τις επιταγές τις συμπλήρωνε ο σύζυγος της ανάλογα αφού κρατούσε ο ίδιος τις επιταγές και υπήρχαν πάντοτε υπογραμμένες επιταγές τις οποίες χρησιμοποιούσε. Αξιολογώντας τώρα την όλη παρουσία τόσο του ΜΚ1 όσο και της κατηγορουμένης 2 κατάληξη μου είναι ότι η κατηγορουμένη 2 δεν υπέγραψε την επίδικη επιταγή τεκμήριο 3 στην παρουσία του ΜΚ1 ούτε και την παρέδωσε η ίδια σ' αυτόν. Η επιταγή τεκμήριο 3 είχε υπογραφεί από την κατηγορουμένη 2 σε άγνωστο για το Δικαστήριο χρόνο και παραδόθηκε από τον σύζυγο της στον διευθυντή της παραπονουμένης εταιρείας ΜΚ
  5. Τα όσα ο ΜΚ1 ανέφερε δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν το Δικαστήριο στην κατάληξη αυτή. Καταρχάς δεδομένο είναι ότι η επιταγή δόθηκε για εμπορεύματα τα οποία παρήγγειλε η κατηγορουμένη 1 εταιρεία. Για την εν λόγω παραγγελία εκδόθηκε τόσο προτιμολόγιο όσο και τιμολόγιο αλλά και απόδειξη, τα οποία όμως δεν κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Το προτιμολόγιο ως ο ΜΚ1 ανέφερε είχε υπογραφεί στις 13/5/
  6. Είχε επίσης αναφέρει ο ΜΚ1 ότι τα εμπορεύματα παραδόθηκαν από τον ίδιο απευθείας στο πελάτη καθ' ότι ο τελευταίος δεν είχε μεταφορικό μέσο. Η παράδοση ως ο ΜΚ1 και πάλι ανέφερε έγινε στις 2/9/
  7. Ήταν η θέση του ότι το τιμολόγιο εκδίδεται με την παράδοση των εμπορευμάτων και στην προκειμένη περίπτωση το τιμολόγιο παραδόθηκε με την παράδοση των εμπορευμάτων. Ανέφερε επίσης ο ΜΚ1 ότι παρόλο που η συμφωνία τους ήταν με την παράδοση των εμπορευμάτων θα εκδιδόταν αυθημερόν και η επιταγή, εν τούτοις η επιταγή δόθηκε στις 10/9/10 με ημερομηνία πληρωμής την 30/9/
  8. Είπε επίσης ότι ο ίδιος παρέλαβε την επιταγή και έκδωσε την απόδειξη πληρωμής. Τα εν λόγω έγγραφα όμως ως έχω προαναφέρει δεν κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Εφόσον η απόδειξη πληρωμής εκδόθηκε με την παραλαβή της επιταγής η οποία ως η θέση της κατηγορούσας αρχής αλλά και οι λεπτομέρειες αδικήματος αναφέρουν εκδόθηκε στις 10/9/10 τότε το λογικό είναι ότι και η απόδειξη πληρωμής θα έφερε την ίδια ημερομηνία. Περαιτέρω και σε σχέση με το τιμολόγιο ο ΜΚ1 αναιρώντας το γεγονός ότι με την παράδοση των εμπορευμάτων που ήταν στις 2/9/10 εκδόθηκε και το τιμολόγιο είπε σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του ότι το τιμολόγιο ήταν ημερομηνίας 10/9/
  9. Το ότι ήταν εμφανής η προσπάθεια του ΜΚ1 να πείσει για την εκδοχή του ότι δηλαδή η επιταγή υπογράφηκε στην παρουσία του και παραδόθηκε από την ίδια την κατηγορουμένη 2, φαίνεται και από το γεγονός ότι η κατάρτιση της παραγγελίας καθόλη την διάρκεια μέχρι και την περάτωση της ήταν με τον σύζυγο της κατηγορουμένης 2, εν τούτοις ο ίδιος πήγαινε στο κατάστημα της κατηγορουμένης 1 εταιρείας για να παραλάβει την επιταγή που θα έπρεπε να είναι εκεί η κατηγορουμένη 2 για να την υπογράψει. Τέλος τα όσα η κατηγορουμένη 2 αναφέρει περί της μη ανάμιξης της στην εταιρεία παρά μόνο στο ελάχιστο και ότι σε σχέση με παραγγελίες, εισπράξεις και πληρωμές της εταιρείας τα χειριζόταν ο σύζυγος της, ο οποίος είχε υπογραμμένες επιταγές τις οποίες συμπλήρωνε ανάλογα, κλονίζουν τα όσα ο ΜΚ1 προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο. Τα πιο πάνω, πέραν του γεγονότος ότι επιβεβαιώνουν την θέση της κατηγορούμενης 2 ότι δεν είναι η ίδια που παρέδωσε την επίδικη επιταγή τεκμήριο 3 αλλά την είχε στην κατοχή του ο σύζυγος της, η οποία επιταγή ήταν υπογραμμένη από προηγουμένως χωρίς η ίδια να γνωρίζει πότε συμπληρώθηκε, έχουν και σχέση με την απόδειξη της ποινικής ευθύνης της από την πλευρά της κατηγορούσας αρχής ζήτημα στο οποίο θα αναφερθώ κατωτέρω. Αναφορικά με την μαρτυρία της ΜΚ2 τα όσα ανέφερε γίνονται δεκτά στην ολότητα τους αφού ανέφερε τα όσα γνώριζε σε σχέση με τα καθήκοντα της και την επίδικη επιταγή τεκμήριο 3 και τα οποία παρέμειναν αναντίλεκτα αφού δεν αντεξετάστηκε. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω καταλήγω στα κάτωθι ευρήματα: Τόσο η παραπονουμένη εταιρεία όσο και η κατηγορουμένη 1 εταιρεία είναι εταιρείες δεόντως εγγεγραμμένες. Η κατηγορουμένη 2 είναι διευθύντρια της κατηγορουμένης 1 εταιρείας. Η κατηγορουμένη 2 ως διευθύντρια της κατηγορουμένης 1 εταιρείας υπέγραψε την επιταγή της ΣΠΕ Ακανθούς με αριθμό 23886343 με ημερομηνία 30/9/10 και για το ποσό των €57.292,08 προς όφελος της παραπονουμένης εταιρείας η οποία παραδόθηκε από τον σύζυγο της κατηγορουμένης 2 στον διευθυντή της παραπονουμένης εταιρείας που ήταν το αντίτιμο για αγορά εμπορευμάτων. Κατατέθηκε για πληρωμή στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε και επιστράφηκε απλήρωτη λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων στον λογαριασμό της κατηγορουμένης 1 εταιρείας. Η εν λόγω επιταγή παραμένει απλήρωτη μέχρι σήμερα. Ως έχει προαναφερθεί οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν την κατηγορία της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ως αυτά προκύπτουν από το εν λόγω άρθρο είναι τα ακόλουθα: (α) Η έκδοση επιταγής. (β) Η παρουσίαση της επιταγής στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. (γ) Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. (δ) Η μη εξόφληση της επιταγής η οποία να οφείλεται είτε στην έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της είτε στο ότι ο τραπεζικός του λογαριασμός ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της και (ε) Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Εξετάζοντας τώρα αν η κατηγορούσα αρχή έχει πετύχει να αποδείξει το αδίκημα που οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, θεωρώ ότι θα πρέπει να γίνει διαχωρισμός σε σχέση με τους δύο κατηγορουμένους έχοντας υπόψη ότι η κατηγορουμένη 2 διώκεται με βάση το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα. Σε σχέση με την κατηγορουμένη 1 και λαμβανομένων των ευρημάτων που το Δικαστήριο έχει καταλήξει, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της εναντίον της κατηγορουμένης 1 εταιρείας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορουμένη 1 εταιρεία εξέδωσε την επιταγή της ΣΠΕ Ακανθούς με αριθμό 23886343 με ημερομηνία 30/09/10 για το ποσό των €57.292,08 προς όφελος της παραπονουμένης εταιρείας και η οποία επιταγή αφού παρουσιάστηκε για πληρωμή στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε ήτοι για πρώτη φορά στις 5/10/10 οπόταν και επιστράφηκε με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά - Μη επαρκή υπόλοιπα» και για δεύτερη φορά στις 14/2/11 οπόταν και επιστράφηκε απλήρωτη με την ένδειξη «Αποταθείτε στον εκδότη - Ακάλυπτη επιταγή» παρέμεινε απλήρωτη μέχρι και σήμερα. Η κατηγορουμένη 2 τώρα κατηγορείται για παροχή συνδρομής στην διάπραξη του πιο πάνω αδικήματος. Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261 αναφέρθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό όμως δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχθούν ως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, ως αυτουργοί, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Τα ίδια φυσικά ισχύουν και για άλλους αξιωματούχους της εταιρείας οι οποίοι είναι εξουσιοδοτημένοι να υπογράφουν επιταγές για την εταιρεία. Στις περιπτώσεις λοιπόν αυτές πρέπει να αποδειχθεί η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση (β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) η οποία αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για το συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Στην παρούσα περίπτωση αδιαμφισβήτητο γεγονός είναι ότι η κατηγορουμένη 2 υπέγραψε εκ μέρους της κατηγορουμένης 1 την επίδικη επιταγή. Υπάρχει άλλωστε και η παραδοχή της στην γραπτή δήλωση της τεκμήριο
  1. Αυτό όμως από μόνο του δεν είναι αρκετό για να κριθεί ένοχη η εν λόγω κατηγορουμένη. Απαιτείται πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού για στοιχειοθέτηση της ποινικής του ευθύνης. Στην γραπτή δήλωση της η κατηγορουμένη 2 ναι μεν παραδέχεται ότι υπέγραψε την επιταγή τεκμήριο 3 πλην όμως αναφέρει ότι δεν γνώριζε ότι θα δοθεί στο εν λόγω πρόσωπο, ούτε και γνώριζε για την παραγγελία για την οποία εκδόθηκε η επιταγή αλλά ο σύζυγος της είχε πάντα υπογραμμένες επιταγές από την ίδια και έδωσε μια από αυτές στον διευθυντή της παραπονουμένης εταιρείας αφου πρώτα συμπλήρωσε το ποσό, την ημερομηνία και το όνομα της εταιρείας του ΜΚ
  2. Τα πιο πάνω, πέραν της θέσεως ότι η επιταγή υπογράφηκε στην παρουσία του ΜΚ1 δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς κατηγορούσας αρχής κατά το στάδιο της αντεξέτασης της κατηγορουμένης
  3. Το Δικαστήριο όμως δεν έχει κάνει δεκτή την θέση της κατηγορούσας αρχής ότι η επιταγή υπογράφηκε στην παρουσία του ΜΚ1 και δόθηκε αυτοπροσώπως σ' αυτόν από την κατηγορουμένη
  4. Η απουσία όμως των εν λόγω δεδομένων δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν το Δικαστήριο στην κατάληξη της έλλειψης ανάλογης πρόθεσης από πλευράς κατηγορουμένης
  5. Η ίδια δεν γνώριζε για την συναλλαγή, ούτε το ποσό αλλά ούτε και την ημερομηνία έκδοσης της επιταγής. Το μόνο που υπάρχει είναι η υπογραφή της επί του τεκμηρίου
  6. Η υπογραφή όμως δεν στοιχειοθετεί και την υποκειμενική υπόσταση της διάπραξης του αδικήματος. Στην υπόθεση Militos Trading Limited v. Αθηνάς Μαλέκκου, Ποιν. ΄Εφ. 150/09 ημερ. 15/10/12 το Πρωτόδικο Δικαστήριο είχε αποφασίσει ότι εφόσον ο χρόνος υπογραφής της επιταγής είναι άγνωστος είναι αδύνατο να αξιολογηθούν άλλα γεγονότα ή δείγματα συμπεριφοράς για να πείσουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας πως η εφεσίβλητη γνώριζε τα ουσιώδη γεγονότα και άρα είχε την ανάλογη πρόθεση, γεγονός το οποίο είχε γίνει δεκτό και από το Ανώτατο Δικαστήριο αφού απέρριψε την έφεση αναφέροντας ότι ελλείψει μαρτυρίας για το χρόνο της υπογραφής δεν αποδεικνύεται και η πρόθεση της εφεσίβλητης. Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον της κατηγορουμένης 1 εταιρείας ενώ απέτυχε σε σχέση με την κατηγορουμένη
  7. Ως εκ τούτου, βρίσκω ένοχη την κατηγορουμένη 1 στην κατηγορία που αντιμετωπίζει, ενώ η κατηγορουμένη 2 αθωώνεται και απαλλάττεται. (Υπ.) ......................... Λ. Μουγής, Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.