← Κύπρος

Christakis C Michael Enterprises Ltd ν. Γιαννάκης Οικονομίδης κ.α., Αρ. Υπ.: 3595/12, 18/6/2013

Christakis C Michael Enterprises Ltd ν. Γιαννάκης Οικονομίδης κ.α., Αρ. Υπ.: 3595/12, 18/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:B35 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Υπ.: 3595/12 Μεταξύ: Christakis C. Michael Enterprises Ltd ν.

  1. Γιαννάκης Οικονομίδης
  2. Burtsava Katrina Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 18 Ιουνίου, 2013 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Τιμοθέου Για τους Κατηγορούμενους: κ. Ζαμπάς με κα Γιαννάτσου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής ο συνήγορος των κατηγορουμένων εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σύμφωνα με το Άρθρο 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι δεν θα πρέπει να κληθούν σε απολογία. Αντίθετη ήταν η θέση της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής η οποία εισηγήθηκε ότι με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία οι κατηγορούμενοι πρέπει να κληθούν να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Τα όσα ανέφεραν και οι δύο πλευρές για υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους έχουν καταγραφεί, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν στην παρούσα απόφαση. Οι παράμετροι, οι οποίες καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Περαιτέρω στην υπόθεση Γεν. Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87 αναφέρθηκε πως: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 στην παρούσα περίπτωση αντιμετωπίζουν πέντε κατηγορίες για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Παρά το γεγονός ότι στην έκθεση αδικήματος όλων των κατηγοριών περιλαμβάνονται τόσο το εδάφιο 1 όσο και το εδάφιο 2 του άρθρου 305Α εντούτοις η υπόθεση προωθήθηκε έχοντας ως βάση το εδάφιο 2 της εν λόγω διάταξης που προβλέπει για την ανάκληση πληρωμής επιταγής χωρίς εύλογη αιτία. Εν πάση περιπτώσει και οι λεπτομέρειες των αδικημάτων κάθε κατηγορίας παραπέμπουν στο εν λόγω εδάφιο και με βάση αυτές τις λεπτομέρειες οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι στις 30/11/11, 7/12/11, 14/12/11, 21/12/11 και 28/12/11 εξέδωσαν τις επιταγές της MARFIN LAIKI BANK με αριθμούς 07357698, 07357722, 07357734, 07954117 και 07954118 δια το ποσό των €6121,62, €6057,86, €6132,72, €6168,49 και €6151,35 αντίστοιχα προς όφελος της παραπονούμενης εταιρείας και όταν η τελευταία τις παρουσίασε για πληρωμή επεστράφηκαν απλήρωτες επειδή η πληρωμή ανακλήθηκε από τον εκδότη. Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσα αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τρεις μάρτυρες και κατατέθηκαν και έντεκα τεκμήρια. Διεξήλθα με προσοχή την μαρτυρία που έχει δοθεί από την πλευρά της κατηγορούσας αρχής και θα επικεντρωθώ μόνο στα σημεία της μαρτυρίας που σχετίζονται με την απόδειξη ενός ή περισσοτέρων από τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Οι κατηγορούμενοι ως έχει προαναφερθεί κατηγορούνται για την διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(2)του Κεφ. 154 από το λεκτικό του οποίου ως αυτό έχει ερμηνευθεί στην Philippa Estates Ltd v. Γιαννάκη Ρούσου, Ποινική ΄Εφεση 94/2005 ημερομηνίας 24.3.2006 προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
  1. Η έκδοση επιταγής
  2. Η πρόκληση μη εξόφλησης της από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Πριν προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσον έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν το πρώτο ζήτημα που θεωρώ ότι χρήζει εξέτασης είναι αυτό σε σχέση με το όνομα της κατηγορούμενης
  3. Στο κατηγορητήριο αναγράφεται ως Burtsava Katrina. Η ΜΚ3 καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου και αναφερόμενη στην δεύτερη κατηγορούμενη ανάφερε το όνομα της ως Burtsava Katsiaryna και κατάθεσε και αντίγραφο κάρτας υπογραφών τεκμ. 11 που φαίνεται το εν λόγω όνομα. Αν και το επίθετο είναι το ίδιο εν τούτοις το μικρό όνομα είναι εντελώς διαφορετικό με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατό να γίνει δεκτό ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο. Δεν έχει τεθεί εν πάση περιπτώσει ούτε και μαρτυρία η οποία να ταυτοποιά την κατηγορουμένη 2 με το όνομα Burtsava Katsiaryna. Φυσικά αν όντως η κατηγορουμένη 2 είναι η Burtsava Katsiaryna τότε και χωρίς να αποφαίνομαι ποια θα ήταν η κατάληξη θα δημιουργείτο άλλο ζήτημα αφού το κατηγορητήριο την αναφέρει ως Burtsava Katrina. Ενόψει τούτου η υπόθεση σε σχέση με την κατηγορουμένη 2 δεν μπορεί να έχει επιτυχία. Πέραν των ανωτέρω όμως η υπόθεση δεν θα είχε επιτυχία και για τους δύο κατηγορούμενους λόγω αποτυχίας αποδείξεως ακόμα και σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας του συστατικού στοιχείου της ανάκλησης της πληρωμής των επιταγών από τον εκδότη της. Δεδομένο είναι ότι ο λογαριασμός από τον οποίο εκδόθηκαν οι επιταγές είναι κοινός. Οι ΜΚ1 και 2 δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν ποιος ανακάλεσε την πληρωμή των επίδικων επιταγών. Η ΜΚ3 ενώπιον του Δικαστηρίου ανάφερε ότι η ανάκληση της πληρωμής έγινε μέσω τηλετράπεζας και μετά από έλεγχο που η ίδια έκανε, πρόσβαση στο λογαριασμό είχε ο κατηγορούμενος 1 αλλά η ίδια δεν γνώριζε αν ήταν αυτός που προέβηκε στην πράξη ανάκλησης. Αντεξεταζόμενη ανάφερε ότι υπάρχουν δύο κωδικοί πρόσβασης για την χρήση της τηλετράπεζας και ότι αν κάποιος άλλος γνώριζε τους κωδικούς θα μπορούσε να ανακαλέσει. Δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν οι κωδικοί παραλήφθησαν από τους δικαιούχους του λογαριασμού ούτε και γνώριζε αν κάποιο τρίτο άτομο είχε πρόσβαση τους κωδικούς την συγκεκριμένη στιγμή για να προβεί στην ανάκληση της πληρωμής των επιταγών. Ανέφερε όμως ότι η Burtsava Katsiaryna δεν είχε πρόσβαση στους κωδικούς. Με βάση τα πιο πάνω, κατάληξη του Δικαστηρίου είναι ότι δεν τέθηκε επαρκής μαρτυρία ακόμα και στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως υπόθεσης για το ποιο ήταν το πρόσωπο το οποίο έχει προβεί στην ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών έχοντας υπόψη μου και το ζήτημα του ονόματος της κατηγορουμένης 2 αλλά και το περιεχόμενο του τεκμ.
  4. Περαιτέρω, ένα άλλο σημείο που οδηγεί το Δικαστήριο στην κατάληξη αυτή είναι και το ότι η ΜΚ3 ανέφερε ότι οι επιταγές είναι υπογραμμένες από την Burtsava Katsiaryna και πρόσβαση στον λογαριασμό είχε ο κατηγορούμενος 1 χωρίς όμως να γνωρίζει ποιος προέβηκε στην εν λόγω ανάκληση. Ουσιαστικά δηλαδή ενόψει των πιο πάνω δεδομένων η μαρτυρία που έχει τεθεί δεν καταδεικνύει και δεν είναι ικανή να καταδείξει ακόμα και σε αυτό το στάδιο ποιο ήταν το πρόσωπο το οποίο με πράξη του προκάλεσε την μη εξόφληση των επιταγών οι οποίες επιταγές εκδόθηκαν από αυτό. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η κλήση των κατηγορουμένων σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ΄ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Συναφώς κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Ως εκ τούτου και ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 οι οποίο αθωώνονται και απαλλάσσονται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) ............................ Λ. Μουγής, Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.