Μιχάλη Σάββα ν. Χαράλαμπου Χατζηβασιλείου, Αρ. Υπ.: 2039/11, 7/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:B30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Υπ.: 2039/11 Μεταξύ: Μιχάλη Σάββα ν. Χαράλαμπου Χατζηβασιλείου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 7 Ιουνίου, 2013 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Κ. Σέργης Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χρ. Γκούντρας Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά ή περί την 23/12/10 εξέδωσε προς όφελος του Χριστόδουλου Πολυκάρπου την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ υπ' αριθμόν 93500130, δια το ποσό των €3300 ημερ. 23/12/10 την οποία εν συνεχεία ο Χριστόδουλος Πολυκάρπου οπισθογράφησε στη Λάρνακα προς όφελος του Μιχάλη Σάββα και αφού παρουσιάστηκε από τον Μιχάλη Σάββα μέσα σε εύλογο χρόνο από την ημερομηνία πληρωμής της ο κατηγορούμενος άνευ ευλόγου αιτίας προκάλεσε τη μη εξόφληση της. Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατάθεσαν δύο μάρτυρες ενώ ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Δηλώθηκαν επίσης ως παραδεκτά γεγονότα τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο το ότι την επίδικη επιταγή την υπέγραψε ο κατηγορούμενος, ότι η επίδικη επιταγή παρουσιάστηκε από τον παραπονούμενο κ. Μιχάλη Σάββα στην Τράπεζα του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Αμμοχώστου Λτδ στις 24/12/10 και κατατέθηκε στον λογαριασμό του 4003444-1 και εν συνεχεία η εν λόγω επιταγή παρουσιάστηκε στην οικεία τράπεζα επί της οποίας εξεδόθη δηλαδή την Τράπεζα Κύπρου για πληρωμή και η οποία επιστράφηκε πίσω απλήρωτη στις 27/12/10 με σφραγίδα επί του σώματος της που αναφέρει «οδηγίες να μην πληρώσουμε την επιταγή». Κατατέθηκε επίσης ως παραδεκτό γεγονός ότι το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αμμοχώστου Λτδ και η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ αποτελούν τράπεζα εν τη εννοία του νόμου. Κατατέθηκαν τέλος και τρία τεκμήρια. Ο παραπονούμενος Μιχάλης Σάββα δημιούργησε γενικά καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις οι οποίες θα κλόνιζαν την αξιοπιστία του. Εν πάση περιπτώσει τα όσα ανέφερε και στο μέτρο που είχε το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του ενόψει και της φύσεως του αδικήματος που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, δεν αμφισβητήθηκαν. Ανέφερε ότι τον κατηγορούμενος δεν τον γνώριζε και τον είδε στο Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Την επιταγή τεκμ. 2 του την παρέδωσε ο Χριστόδουλος Πολυκάρπου μετά που ο ΜΚ1 δάνεισε στον τελευταίο το ποσό των €3300, ποσό το οποίο δόθηκε σε δύο δόσεις, η μία για το ποσό των €2300 και η άλλη για το ποσό των €
- Είπε ότι η επιταγή όταν του δόθηκε ήταν συμπληρωμένη και την οπισθογράφησε ο Πολυκάρπου ο οποίος όμως απεβίωσε. Είπε ότι μετά τον θάνατο του Πολυκάρπου επικοινώνησε με τον εκδότη της επιταγής και του ανέφερε ότι κατείχε την επιταγή έτσι ώστε να συναντηθούν πλην όμως ο κατηγορούμενος αρνήθηκε αναφέροντας του ότι δεν υπήρχε λόγος να συναντηθούν. Του υποβλήθηκε η θέση ότι ο κατηγορούμενος είχε δώσει οδηγίες για ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής τεκμήριο 2 καθότι είχε κλαπεί και ο ΜΚ1 διερωτήθηκε γιατί δεν του το ανέφερε ο κατηγορούμενος. Είπε τέλος ότι δεν γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος σταμάτησε την πληρωμή της επιταγής διότι ο αποβιώσας Πολυκάρπου την πήρε από τον κατηγορούμενο χωρίς ο τελευταίος να το ξέρει. Ο Νίκος Στυλιανίδης ΜΚ2 υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου δημιούργησε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο αφού η μαρτυρία του περιστράφηκε γύρω από τα καθήκοντα του. Αναγνώρισε την επιταγή τεκμήριο 2 και κατάθεσε και αντίγραφο των οδηγιών ανάκλησης πληρωμής επιταγών, τεκμήριο
- Ως έχει προαναφερθεί, ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση επιλογή η οποία αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση μπορεί η επιλογή του αυτή να ληφθεί εναντίον του. Όσον αφορά την βαρύτητα και την αξία της είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι η δήλωση του κατηγορουμένου χωρίς όρκο εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πώς ταιριάζει στην συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν παραμερίζεται ολότελα. Είναι υποχρέωση του Δικαστηρίου να της δώσει την βαρύτητα που της αρμόζει και να την λάβει υπόψη του πριν καταλήξει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της (βλ. R. v. Frost
(1964)64 Cr App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είπε με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο με την αντεξέταση. (Βλ. Vroukos v. Republic
(1973)2 CLR 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 CLR 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως. (Βλ. R. v. Coughlan
(1978)64 Cr. App. R. 11). Ουσιαστικά η θέση του κατηγορουμένου ως φαίνεται στην ανώμοτη δήλωση του είναι σε γενικές γραμμές αυτή που υποβλήθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 ότι δηλαδή ο αποβιώσας Χριστόδουλος Πολυκάρπου του έκλεψε κάποια φύλλα επιταγών τα οποία ο κατηγορούμενος είχε υπογεγραμμένα και τις οποίες επιταγές ο ίδιος ο κατηγορούμενος ανακάλεσε την πληρωμή τους. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω στα κάτωθι ευρήματα: Ο κατηγορούμενος υπέγραψε την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό 93500130 η οποία επιταγή οπισθογραφήθηκε από τον Χριστόδουλο Πολυκάρπου προς όφελος του παραπονουμένου για το ποσό των €3300. Ο Χριστόδουλος Πολυκάρπου απεβίωσε μετά που οπισθογράφησε την επιταγή και σε άγνωστο για το Δικαστήριο χρόνο. Ο κατηγορούμενος στις 3/12/10 έδωσε οδηγίες στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε η επιταγή και ανακάλεσε την πληρωμή της. Ως έχει αναφερθεί πιο πάνω ο κατηγορούμενος κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(2)του Κεφ. 154 από το λεκτικό του οποίου ως αυτό έχει ερμηνευθεί στην Philippa Estates Ltd ν. Γιαννάκη Ρούσου Ποινική Έφεση 94/2005 ημερομηνίας 24.3.06 προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- Η έκδοση επιταγής από τον κατηγορούμενο
- Η πρόκληση μη εξόφλησης της από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Αναφορικά με τα εν λόγω συστατικά στοιχεία σύμφωνα με την μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από την κατηγορούσα αρχή αλλά και από τα παραδεκτά γεγονότα παρέμεινε αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε από τον κατηγορούμενο και στις 3/12/10 ο κατηγορούμενος έδωσε οδηγίες στην Τράπεζα και η πληρωμή της ανακλήθηκε. Ως εκ τούτου κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κατόπιν των ανωτέρω εκείνο που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος έχει κατορθώσει να αποδείξει την υπεράσπιση που παρέχει το εδάφιο 2 του άρθρου 305(Α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Το βάρος απόδειξης υπεράσπισης που δημιουργείται είτε από το Νόμο είτε από το Κοινοδίκαιο έχει ο κατηγορούμενος με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Ζαβός ν. Αστυνομίας
(1963)1 CLR 57, Ταραπουλούζης ν. Έπαρχος Λευκωσίας
(1962)CLR 91, Παπαδόπουλος ν. Δημοκρατίας
(1980)2 CLR 10, Cross on evidence 4η έκδοση σελ. 85-87, Λοΐζου ν. Δημοκρατίας
(1994)2 ΑΑΔ 108, GP Ergatides Motors Ltd v. Αστυνομία και Γεώργιος Εργατίδης ν. Αστυνομία Ποιν. Έφ. 6138 και 6139 αντίστοιχα, ημερ. 19.6.97 και Ν. C. Diamonds Co Ltd και Χρίστου Γεωργίου Ποιν. Έφ. 7105, ημερ. 11.12.01. Το τι συνιστά εύλογη αιτία στα πλαίσια της υπεράσπισης που καθιερώνει το άρθρο 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 έχει ερμηνευθεί στην N.C. Diamonds Co. Ltd ν. Χρίστου Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763. Συγκεκριμένα στην υπόθεση αυτή έγινε αναφορά στην υπόθεση Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374 όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης. Περαιτέρω στην N.C. Diamonds Co. Ltd (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι η ίδια φράση έχει στην αγγλική νομολογία συσχετισθεί και με την έννοια δίκαιη αιτία ενώ σχετικά έγινε αναφορά και στην φράση bona fide (καλή τη πίστη) που στην αγγλική ορολογία θεωρήθηκε ταυτόσημη με τη λέξη "honestly" (ειλικρινά). Με βάση την πιο πάνω ερμηνεία το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστή αναφορικά με την υπεράσπιση του εδ.
(2), ότι δηλ. πρέπει ο κατηγορούμενος να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και επιπρόσθετα ότι η πεποίθησή του αυτή ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις (κάτι που εξετάζεται αντικειμενικά), έγινε μέσα στο πνεύμα των παραπάνω αποφάσεων. Με βάση αυτά το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η ενέργεια του εφεσίβλητου ήταν ειλικρινής και υπαγορεύθηκε από εύλογη αιτία Τέλος στην ίδια υπόθεση κρίθηκε ότι η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδ.
(2), χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις γιατί σε αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχαν περιθώρια επίκλησης της υπεράσπισης που παρέχει το εδ. 2 και θα καθιερωνόταν έτσι η αντίθετη θεωρία, του μη ανακλητού της επιταγής. Έχοντας υπόψη μου τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και παρά το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση που συνεπάγεται στο ότι δεν είχε την ευκαιρία η πλευρά της κατηγορούσας αρχής να τον αντεξετάσει επί των όσων ανάφερε εν τούτοις η υπόλοιπη μαρτυρία δεν μπορεί παρά να οδηγήσει το Δικαστήριο στην κατάληξη ότι ο κατηγορούμενος κατάφερε να αποσείσει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων το βάρος απόδειξης της υπεράσπισης που βαρύνει την πλευρά του. Δεδομένο στην υπό κρίση υπόθεση είναι ότι ο παραπονούμενος δεν γνώριζε κατά τον επίδικο χρόνο τον κατηγορούμενο. Ως ο ΜΚ1 ανέφερε τον κατηγορούμενο τον γνώρισε στο Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Συνεπώς ουδεμία συναλλαγή έγινε μεταξύ των δύο που θα είχε σαν αποτέλεσμα την έκδοση της επίδικης επιταγής, τεκμ. 2 από τον κατηγορούμενο προς όφελος του ΜΚ1. Ούτε και το τεκμ. 2 δόθηκε από τον κατηγορούμενο προσωπικά προς τον παραπονούμενο χωρίς να παραβλέπεται το ότι ο τελευταίος είναι κομιστής της επιταγής. Περαιτέρω το ποσό που αναγράφεται στην επιταγή αποτελεί το ποσό που ως ο ίδιος ο ΜΚ1 ανάφερε, έδωσε δανεικά στον αποβιώσαντα χωρίς όπως προέκυψε από την μαρτυρία να έχει οιανδήποτε σχέση ο κατηγορούμενος. Το γεγονός της μη ανάμιξης του κατηγορουμένου φαίνεται και από τα όσα ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δηλαδή βρήκε το τηλέφωνο του κατηγορουμένου από τον τηλεφωνικό κατάλογο και επικοινώνησε μαζί του. ΄Ενα άλλο σημείο το οποίο θεωρώ ότι έχει μεγάλη σημασία είναι τα όσα ο κατηγορούμενος ανέφερε κατά την ανώμοτη δήλωση του το ότι δηλαδή κατάλαβε ότι ο αποβιώσας του πήρε τις επιταγές και αφού δεν ήξερε ποιες ήταν τότε για όσες επιταγές είχε έξω ανακάλεσε την πληρωμή τους. Το πιο πάνω επιβεβαιώνεται και από το αντίγραφο των οδηγιών ανάκλησης πληρωμής επιταγών τεκμ. 3 όπου φαίνεται ότι στις 3/12/10 ανακάλεσε την πληρωμή έξι συνολικά επιταγών συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης και για τις οποίες το ποσό είναι άγνωστο και ως λόγος ανάκλησης αναφέρεται ότι έχουν απωλεσθεί. Ως εκ τούτου κατάληξη μου είναι ότι με βάση τα πιο πάνω ο κατηγορούμενος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής και η πεποίθηση του αυτή ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις με αποτέλεσμα να έχει αποδείξει την υπεράσπιση που παρέχει το εδάφιο 2 του άρθρου 305Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 στην βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Κατά συνέπεια, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάττεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Σε σχέση με τα έξοδα και με βάση τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση κρίνω ότι ορθότερο είναι η κάθε πλευρά να επιβαρυνθεί τα δικά της έξοδα. (Υπ.) ........................... Λ. Μουγής, Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο