Δημοκρατία ν. Mάρκου Κυπριανού κ.α., Αρ. υπόθεσης: 4904/2012, 2/8/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2013:3 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. Θ. Θωμά, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 4904/2012 Δημοκρατία -v-
- Mάρκου Κυπριανού
- Κώστα Παπακώστα
- Σάββα Αργυρού
- Ανδρέα Νικολάου
- Χαράλαμπου Χαραλάμπους
- Ανδρέα Λοΐζίδη Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 2 Αυγούστου, 2013 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα Χ. Κυθραιώτου και κα Ε. Φράγκου (ασκούμενη δικηγόρο) Για τους Κατηγορούμενους 2, 4 και 5: κ. Ε. Ευσταθίου και κα Α. Ματθαίου Για τον Κατηγορούμενο 6: κ. Θ. Κορφιώτης και κ. Γ. Χ΄΄Παρασκευάς Κατηγορούμενοι 4, 5 και 6 παρόντες Κατηγορούμενος 2 απών ΠΟΙΝΗ Οι αγορεύσεις για μετριασμό της ποινής έχουν επεκταθεί και σε ζητήματα τα οποία συζητήθηκαν και αποφασίστηκαν στο προηγούμενο στάδιο. Εμείς θα περιοριστούμε κατά ανάγκη σε εκείνους τους παράγοντες που είναι τώρα σχετικοί, ενεργώντας επί τη βάσει των ευρημάτων όπως διατυπώθηκαν στην απόφαση. Η δέουσα εφαρμογή του νόμου για το συμφέρον της κοινωνίας αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα τον οποίο θα πρέπει να έχει υπόψη του το Δικαστήριο στην επιλογή του είδους της ποινής και στην επιμέτρηση της έκτασης της. Από την άλλη, το πρόσωπο του κατηγορουμένου και ιδιαίτερα η ηλικία, ο τρόπος ζωής και η αντίληψη του περί κοινωνικής ευθύνης επίσης είναι σχετικοί παράγοντες. Τα Δικαστήρια λαμβάνουν υπόψη ένα ευρύ φάσμα παραγόντων που συχνά αντικρούονται μεταξύ τους. Πρόκειται για διεργασία στην οποία τα Δικαστήρια διατηρούν κατ' εξοχήν διακριτική ευχέρεια, έχοντας ταυτόχρονα υποχρέωση να επιδεικνύουν τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή.[1] Η εξισορρόπηση είναι έργο λεπτό και δύσκολο. Στην παρούσα υπόθεση, λόγω της φύσης του αδικήματος αλλά και λόγω των ιδιαιτεροτήτων της, υπόθεσης η δυσκολία λαμβάνει ιδιαίτερες διαστάσεις. Η αναντιστοιχία μεταξύ ηθικής υπαιτιότητας και αποτελέσματος Αρχίζουμε από τη γενική διαπίστωση ότι, όπως έχει υποδειχθεί από το Αγγλικό Εφετείο στις υποθέσεις R v. Barker [2003] 2 Cr. App. R. (S.)22, και R v. Johnson [2009] 2 Cr. App.R. (S.)28, η επιβολή ποινής σε τέτοιες περιπτώσεις είναι πολύ δύσκολο έργο και όντως αυτό είναι που βιώσαμε έντονα, εφόσον υπάρχει αναντιστοιχία (mismatch) μεταξύ της ηθικής υπαιτιότητας (που συνίσταται σε αμέλεια και/ή απερισκεψία και πάντως όχι σε πρόθεση) και του αποτελέσματος, που είναι η απώλεια ανθρώπινης ζωής ή, ακόμα χειρότερα, ανθρώπινων ζωών. Στην υπόθεση R v. Kite [1996] 2 Cr. App. R. (S.) 295, το Εφετείο υπέδειξε ότι η εξισορρόπηση πρέπει να γίνει μεταξύ δύο άκρως αντιρρόπων καταστάσεων. Αφενός, είναι οι ζωές που χάνονται προκαλώντας τεράστια θλίψη και πόνο σε γονείς και συγγενείς. Όπως παρατηρήθηκε, πολύ συχνά και πολύ φυσιολογικά οι οικογένειες νέων ανθρώπων που χάνουν τη ζωή τους, πιστεύουν ότι καμιά ποινή δεν μπορεί να είναι επαρκώς σοβαρή ενόψει του κακού που τους έτυχε. Από την άλλη, τιμωρείται ένας άνθρωπος ο οποίος δεν είχε εγκληματική πρόθεση και που ο ίδιος, ενόψει τούτου, μπορεί να δυσκολεύεται, όπως ελέχθη, να αντιληφθεί γιατί θα πρέπει να σταλεί στη φυλακή. Το αποτέλεσμα μέσα από αυτή την εξισορρόπηση θα πρέπει πάντως, αναπόφευκτα να είναι μια ουσιαστική ποινή ενόψει του τραγικού αποτελέσματος. Οι επιβαρυντικοί κατά τη νομολογία παράγοντες Κατά τα άλλα, όπως αναγνωρίζει η αγγλική νομολογία η διαμόρφωση γενικών αρχών δεν είναι ευχερής και το μέτρο της ποινής συναρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα γεγονότα της υπόθεσης. Πάντως στην υπόθεση Johnson (ανωτέρω), έχουν αναγνωρισθεί επιβαρυντικοί παράγοντες ως ακολούθως: (α) οι πολλαπλοί θάνατοι (β) η μακρά και εσκεμμένη επικίνδυνη συμπεριφορά (γ) η επίγνωση σοβαρού κινδύνου ζωής ή πραγματικά σοβαρής βλάβης (δ) η παραγνώριση προειδοποιήσεων για το ότι η συμπεριφορά του κατηγορούμενου είναι επικίνδυνη ή δυνητικά επικίνδυνη και (ε) η επιδίωξη οικονομικού οφέλους από τέτοια συμπεριφορά Η μειωμένη σημασία της ειδικής αποτροπής Άλλη ιδιαιτερότητα σ' αυτής της φύσεως τις υποθέσεις έγκειται στο εξής: Ένας από τους βασικούς σκοπούς της ποινής είναι η επιδίωξη να αναμορφωθεί ο κατηγορούμενος και να αποτραπεί από παρόμοιες συμπεριφορές στο μέλλον (ειδική αποτροπή). Σε περιπτώσεις όμως όπως η παρούσα, δεν υπάρχει ανάγκη για ειδική αποτροπή. Οι κατηγορούμενοι δεν είναι εγκληματικά ή παράνομα στοιχεία που θα πρέπει να τιμωρηθούν με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην επαναλάβουν την ίδια συμπεριφορά ή ώστε να αναμορφωθούν. Αυτό σημαίνει ότι η ποινή δεν χρειάζεται να είναι αποτρεπτική με αναφορά στο πρόσωπο των κατηγορουμένων. Η σημασία έγκειται περισσότερο στην ανάγκη για γενική αποτροπή. Όμως και πάλι είναι ορθό να έχουμε κατά νου, ότι η ανάγκη για γενική αποτροπή δεν θα πρέπει να οδηγήσει σε μεταχείριση των κατηγορουμένων τέτοια ώστε να μετατραπούν σε απλά αντικείμενα προς παραδειγματισμό. Το μέτρο της ποινής θα πρέπει να παραμείνει σε συνάρτηση με το βαθμό υπαιτιότητας αφενός και το αποτέλεσμα αφετέρου, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών επιβαρυντικών ή ελαφρυντικών παραγόντων. Ο βαθμός υπαιτιότητας Ως προς τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων και το βαθμό υπαιτιότητας, δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε τις διαπιστώσεις και τα ευρήματα του Δικαστηρίου στα οποία και παραπέμπουμε. Αρκεί τώρα να καταγράψουμε ότι μεγαλύτερος ήταν ο βαθμός υπαιτιότητας του κατηγορούμενου 2, του οποίου άλλωστε η συμπεριφορά έχει καταταχθεί στην έννοια της ανθρωποκτονίας εκ παραλείψεως. Είχε, ως Υπουργός Άμυνας, την ευθύνη αλλά και εξουσίες για το φορτίο. Παρά το ότι είχε επίγνωση ενός πραγματικού κινδύνου ζωής παρά τις ανησυχίες που κατά καιρούς εξέφραζε, δεν μερίμνησε ώστε να ληφθεί οποιοδήποτε αποτελεσματικό μέτρο και στο τέλος περιέπεσε σε πλήρη αδράνεια αφήνοντας τα πράγματα στην τύχη τους. Οι παραλείψεις του επεκτείνονταν στο χρόνο ενώ η επίγνωση του κινδύνου κατέστη αδιαμφισβήτητη και οι προειδοποιήσεις ήταν σαφείς. Το αποτέλεσμα ήταν ο θάνατος 13 ανθρώπων. Αυτά συνιστούν σοβαρούς επιβαρυντικούς παράγοντες. Την ίδια στιγμή όμως συντρέχουν σοβαροί ελαφρυντικοί παράγοντες, τόσο σε σχέση με τις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος, όσο και σε σχέση με τις περιστάσεις του κατηγορουμένου στις οποίες έχει αναφερθεί εκτενώς ο ευπαίδευτος δικηγόρος του. Για τους κατηγορούμενους 4, 5 και 6 η διαπίστωση ήταν ότι η ευθύνη τους δεν ήταν πρωτογενής υπό την έννοια ότι δημιούργησαν ή διατηρούσαν οι ίδιοι την επικινδυνότητα, αλλά έγκειται στο ότι παρέλειψαν να χειριστούν ως όφειλαν την επικίνδυνη κατάσταση. Σε αντίθεση με τον κατηγορούμενο 2 δεν είχαν ευθύνη για τη φύλαξη του φορτίου, δεν είχαν μακρά εμπλοκή με το πρόβλημα και δεν είχαν προηγούμενη ενημέρωση. Ειδικότερα οι κατηγορούμενοι 5 και 6 στο τέλος ενήργησαν με τέτοιο τρόπο ώστε να μην μπορεί να τους αποδοθεί αδιαφορία μέχρι τέλους. Αυτά είχαν ληφθεί υπόψη, ώστε οι παραλείψεις τους να καταταχθούν στο χαμηλότερο επίπεδο ευθύνης, όπως τούτο προσδιορίζεται από το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα. Συνεπώς, αυτά τα δεδομένα δεν μπορούν να λειτουργήσουν εκ νέου ως μετριαστικοί παράγοντες, εφόσον ήδη έχουν ληφθεί υπόψη προς όφελος τους. Ειδικότερα ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 6, εισηγήθηκε ότι στα πλαίσια του άρθρου 210 ΠΚ η ανάγκη για αποτρεπτικές και άρα αυστηρότερες ποινές υπάρχει στις περιπτώσεις τροχαίων θανατηφόρων ατυχημάτων οι οποίες χαρακτηρίζονται από επίδειξη εγωιστικής συμπεριφοράς. Σε αντιδιαστολή με περιπτώσεις όπου το κύριο χαρακτηριστικό της αμέλειας είναι η στιγμιαία αβλεψία ή απροσεξία. Όμως η διαπίστωση του Δικαστηρίου ήταν ότι οι παραλείψεις των κατηγορουμένων 4, 5 και 6 δεν συνιστούσαν απλώς απροσεξία. Οι κατηγορούμενοι 4, 5 και 6 είχαν αντίληψη ενός πραγματικού κινδύνου θανάτου και παρά ταύτα παρέλειψαν να ενεργήσουν ως όφειλαν. Είναι υπό το φως αυτής της διαπίστωσης που θα πρέπει να τιμωρηθούν, χωρίς όμως τούτο να σημαίνει ότι δεν θα πρέπει να λάβουμε υπόψη το ρόλο των κατηγορουμένων 4, 5 και 6 σε συνάρτηση με το γενικότερο πλαίσιο υπό την έννοια που θα εξηγήσουμε κατωτέρω. Εισηγήθηκε περαιτέρω ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 6 ότι αυτός σε όλα τα στάδια της εμπλοκής του βρισκόταν υπό τη καθοδήγηση και την ευθύνη των ανωτέρων του οι οποίοι δεν του έδωσαν οποιαδήποτε διαταγή ή οδηγία. Αυτό είναι ορθό, όμως ο ίδιος είχε την άμεση ευθύνη των ανδρών της ΕΜΑΚ και έχοντας σαφή αντίληψη του κινδύνου θανάτου και διατηρώντας ιδιαίτερες σχέσεις εγγύτητας μαζί τους, είχε αυτοτελή υποχρέωση να μην τελέσει τις παραλείψεις για τις οποίες βρέθηκε ένοχος, ανεξάρτητα από τη στάση των προϊσταμένων του. Ένα άλλο ζήτημα που ήγειρε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 6 είναι ότι αυτός είχε ενεργήσει με νομική πλάνη ως προς την ερμηνεία του άρθρου 51
(3)του περί Αστυνομίας Νόμου. Η διαπίστωση μας ήταν πως η τήρηση απόστασης ασφαλείας ήταν ολοφάνερα η μοναδική επιλογή και ότι δεν επρόκειτο για περίπτωση επιχειρησιακής απόφασης μεταξύ περισσοτέρων επιλογών. Υπό τέτοιες περιστάσεις, όπως προκύπτει σαφώς από την απόφαση, η παράλειψη δεν είχε να κάνει με ερμηνεία του άρθρου 51
(3)ώστε σήμερα να τίθεται ζήτημα νομικής πλάνης. Οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις Δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε τα όσα με πληρότητα έχουν αναφέρει οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορουμένων. Οι προσωπικές και οικογενειακές τους περιστάσεις περιγράφτηκαν και σε εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας. Όπως σημειώσαμε και κατά τη διάρκεια της διαδικασίας οι εκθέσεις αυτές επεκτείνονται πέραν του σκοπού για τον οποίο ετοιμάζονται τέτοιες εκθέσεις, φαινόμενο δυστυχώς σύνηθες. Θα περιοριστούμε σε όσα είναι σχετικά. Σε σχέση με τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις των κατηγορουμένων σημειώνουμε τα ακόλουθα: Ο 2ος κατηγορούμενος Ως προς την ιστορία του ανδρός αρκεί να πούμε ότι αναγνωρίζουμε την ιστορία και την προσφορά του, όπως την παρέθεσε ο ευπαίδευτος συνήγορος του. Ο κατηγορούμενος 2, δεν είναι απλώς πρόσωπο με λευκό ποινικό μητρώο, αλλά πρόσωπο που προσέφερε στην πατρίδα του σε δύσκολα χρόνια. Ξεκινώντας από τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, συμμετείχε στις μάχες της Ομορφίτας το 1964 και αργότερα στον αγώνα εναντίον της παράνομης δράσης της ΕΟΚΑ Β΄ και εναντίον του πραξικοπήματος. Όταν, τέλος, πραγματοποιήθηκε η εισβολή πολέμησε εναντίον των Τούρκων εισβολέων. Όπως ανέφερε ο δικηγόρος του, «ο Κώστας Παπακώστας ανάλωσε τη ζωή του προσφέροντας με ικανότητα αλλά και αφοσίωση, πίστη και αυταπάρνηση και γενναιότητα τις υπηρεσίες του στην πατρίδα και την κοινωνία». Συμφωνούμε ότι η προσφορά του αυτή θα πρέπει τώρα να του πιστωθεί. Ως προς τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, αναφέρουμε ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 74 ετών, έγγαμος. Απέκτησε τρία παιδιά εκ των οποίων η Φλωρίνα Παπακώστα, αστυνομικός, θυσιάστηκε στο καθήκον της το 1996 σε ηλικία 24 ετών όταν παρασύρθηκε από διερχόμενο όχημα ενώ προσπαθούσε να παράσχει βοήθεια σε αυτοκινητιστικό ατύχημα. Μετά την τραγική απώλεια της θυγατέρας του, ο κατηγορούμενος 2, σ' αυτή πλέον την ηλικία και με σημαντικά προβλήματα υγείας βρέθηκε να αντιμετωπίζει και τη σημερινή τραγική, ιδιαίτερα για ένα τέτοιο άνθρωπο, εξέλιξη. Τα άλλα δύο του παιδιά έχουν τις δικές τους οικογένειες. Η κατάσταση της υγείας του είναι όντως σοβαρή. Πάσχει από σημαντικά προβλήματα υγείας μεταξύ των οποίων αρτηριακή υπέρταση, υπερτασική καρδιοπάθεια, περιφερική αγγειοπάθεια, χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, μετρίου βαθμού στένωση και ανεπάρκεια της αορτικής βαλβίδας και χρόνιο διαχωρισμό της κατιούσας αορτής (τύπου Β) με συνοδό παρουσία τοιχωματικών εξελκώσεων και ενδοτοιχωματικού αιματώματος αυτής, ενώ υπήρξε και παρατεταμένη νοσηλεία λόγω οξέως διαχωρισμού της κατιούσας αορτής (τύπου Β) κατάσταση που επιπλέχθηκε με αναπνευστική ανεπάρκεια και οδήγησε τον ασθενή σε παρατεταμένη νοσηλεία στη μονάδα εντατικής θεραπείας του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας το 2010 (βλ. ιατρικό πιστοποιητικό δρος Χρίστου Π. Χρίστου Επεμβατικού Καρδιολόγου ημερ. 18.7.2013). Στις 8.11.2010, σύμφωνα με ιατρική βεβαίωση ημερομηνίας 29.11.2010 του Διευθυντή Χειρουργικής Κλινικής Καρδίας-Αγγείων και Θώρακος δρος Γ. Καουτζάνη, ο κατηγορούμενος 2 μεταφέρθηκε επειγόντως στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας μετά από εντονότατο διαξιφιστικό πόνο οπότε διαπιστώθηκε οξύς διαχωρισμός της κατιούσας θωρακικής αορτής με ενδοτοιχωματικό θρόμβο. Εισήχθηκε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας και αντιμετωπίστηκε με συντηρητική αγωγή με κύριο στόχο τη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης και την αντιμετώπιση του πόνου. Στις 11.11.2010 κρίθηκε αναγκαία η διασωλήνωση και η τοποθέτηση του σε αναπνευστήρα λόγω αναπνευστικής δυσχέρειας. Στις 15.11.2010 έγινε σταδιακή αποδιασωλήνωση του από τον αναπνευστήρα χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Οι αξονικές τομογραφίες έδειξαν σημεία ακτινολογικής βελτίωσης της διαχωριστικής αορτής και του ενδοτοιχωματικού θρόμβου. Στις 22.11.2010 εξήλθε της μονάδας εντατικής θεραπείας και μεταφέρθηκε στη Χειρουργική Κλινική Καρδίας, Αγγείων και Θώρακα για συνέχιση της θεραπείας και για φυσιοθεραπεία. Στις 23.11.2010 έδειξε περαιτέρω βελτίωση της ακτινολογικής εικόνας του διαχωρισμού και ελάττωση του μεγέθους του ενδοτοιχωματικού θρόμβου. Κινητοποιήθηκε πολύ ικανοποιητικά και η αρτηριακή πίεση ρυθμίστηκε σε φυσιολογικά επίπεδα. Εξήλθε του νοσοκομείου στις 26.11.
- Στις 19.3.2013 και ενόσω η ακροαματική διαδικασία ήταν σε εξέλιξη στο στάδιο της αντεξέτασης του, ο κατηγορούμενος 2 εισήχθη επειγόντως στο American Medical Centre με υπέρταση και πόνο στο στήθος. Λόγω του ιστορικού του κρατήθηκε για περαιτέρω εξετάσεις. Ο θεράπων ιατρός του εισηγήθηκε την παραμονή του κατ' οίκον και την αποφυγή οποιασδήποτε δραστηριότητας μέχρι τις 2.4.
- Ειδικότερα, συμβούλευσε την αποφυγή οποιασδήποτε αγχωτικής κατάστασης που θα μπορούσε να αυξήσει την πίεση του αίματος και τους καρδιακούς παλμούς, καθόσον τέτοιες αλλαγές θα μπορούσαν να αυξήσουν τον κίνδυνο ρήξης του ανευρύσματος και να θέσουν τη ζωή του σε κίνδυνο (βλ. ιατρικά πιστοποιητικά δρος Χρίστου Χρίστου, καρδιολόγου, ημερομηνίας 19.3.2013 και 26.3.2013). Σημειώνουμε ότι με αυτά τα δεδομένα είχαμε αναβάλει για περίοδο μερικών ημερών την ακρόαση. Έχουν κατατεθεί και άλλα πιστοποιητικά τα οποία αναφέρονται στην περίοδο μετά την καταδίκη του. Στις 19.7.2013, το ιατροσυμβούλιο[2] αφού μελέτησε το ιστορικό του κατηγορούμενου αποφάσισε ότι οποιαδήποτε σωματική ή ψυχική ένταση δυνατό να δημιουργήσει καταστάσεις που θα θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την υγεία και τη ζωή του. Ως εκ τούτου, συνεστήθη όπως η εμφάνιση του ενώπιον του Δικαστηρίου στις 24.7.2013, που η υπόθεση ήταν ορισμένη για αγορεύσεις προς μετριασμό της ποινής αποφευχθεί, όπως και έγινε. Το ιατροσυμβούλιο στη σχετική του απόφαση[3] αναφέρεται σε εκθέσεις του δρος Καουτζάνη, του δρος Χρίστου, του δρος Ζαβρού και του δρος Μαϊμάρη. Οι εκθέσεις αυτές έχουν κατατεθεί ενώπιον μας. Ο δρ Καουτζάνης στη δική του έκθεση ημερομηνίας 17.7.2013 αναφέρει ότι μετά την έξοδο του από το Χειρουργικό Τμήμα Καρδίας-Αγγείων-Θώρακα, ο κατηγορούμενος 2 παρουσίασε προοδευτική επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας και παρακολουθείται από νεφρολόγο. Επίσης παρουσιάζει υψηλή αρτηριακή υπέρταση. Στις 9.7.2013, την ημέρα της καταδίκης, μεταφέρθηκε στο Αρεταίειο Νοσοκομείο με υψηλή αρτηριακή πίεση και έντονο οπισθοστερνικό πόνο. Αποφασίστηκε η εισαγωγή του στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου νοσηλεύεται στο Χειρουργικό Τμήμα Καρδίας-Αγγείων-Θώρακος. Ενόψει του βεβαρημένου της υγείας του, ο δρ Καουτζάνης διατύπωσε την άποψη ότι τυχόν κράτηση του σε φυλακή θα επιδεινώσει τη κατάσταση του με απρόβλεπτες συνέπειες. Στο ιατρικό πιστοποιητικό του δρος Χρίστου ημερομηνίας 18.7.2013, έχουμε ήδη αναφερθεί. Αφού καταγράφει το ιστορικό, καταλήγει λέγοντας ότι εξαιτίας των πολλαπλών και σοβαρών προβλημάτων υγείας και της παρούσας κατάστασης, αλλά κυρίως λόγω του χρόνιου διαχωρισμού και των πολλών εξελκώσεων της αορτής, ο κατηγορούμενος 2 πρέπει να αποφεύγει οποιαδήποτε κατάσταση που μπορεί να του προκαλέσει συναισθηματική φόρτιση και κατά συνέπεια άνοδο της αρτηριακής πίεσης με συνοδό ταχυπαλμία, κάτι που θα μπορούσε να επιδεινώσει την κατάσταση του και να θέσει τη ζωή του σε κίνδυνο. Η ενδεχόμενη οξεία άνοδος της αρτηριακής πίεσης, συνεπεία τέτοιων καταστάσεων, μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο ρήξης της αορτής, συμβάν δυνητικά θανατηφόρο. Ο δρ Μαϊμάρης, Διευθυντής της Χειρουργικής Κλινικής Καρδίας-Θώρακα-Αγγείων του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας όπου νοσηλεύεται ο κατηγορούμενος 2 αναφέρει σε πιστοποιητικό του ημερομηνίας 17.7.2013, ότι στις 9.7.2013, μετά από την απόφαση του Δικαστηρίου η οποία επέδρασε αρνητικά στη γενική του κατάσταση, αυτός εισήχθη επειγόντως στο Γ.Ν.Λ. με οξύ πόνο οπισθοστερνικά και υψηλή αρτηριακή πίεση. Υπάρχει πάντα αυξημένος κίνδυνος ρήξης του διαχωριστικού ανευρύσματος. Λόγω του διαχωριστικού ανευρύσματος της αορτής, η κράτηση στις φυλακές θα επιδεινώσει σοβαρά τη κατάσταση του. Τέλος, ο δρ Μιχάλης Ζαβρός, Διευθυντής της Νεφρολογικής Κλινικής του Γ.Ν.Λ. αφού αναφέρεται στα όσα και οι υπόλοιποι συνάδελφοι του αναφέρουν, αναφέρεται επιπρόσθετα και στη συνεπακόλουθο επιδείνωση της χρόνιας νεφρικής νόσου σταδίου 4 από την οποία ο κατηγορούμενος 2 πάσχει. Σύμφωνα με την νεφρολογική πρόγνωση αναμένεται σύντομα να οδηγηθεί σε τελικό στάδιο χρόνιας νεφρικής ανεπάρκειας που θα απαιτήσει αντιμετώπιση με τεχνητό νεφρό τρείς φορές εβδομαδιαίως από τέσσερις ώρες κάθε φορά. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του, ανέφερε ότι αν του επιβληθεί στερητική της ελευθερίας ποινή, οποιασδήποτε διάρκειας, ουσιαστικά θα ισοδυναμεί με καταδίκη του σε θάνατο ή ισόβια φυλάκιση. Ανέφερε επίσης, ότι ο κατηγορούμενος 2 βρίσκεται συνεχώς υπό εντατική θεραπεία διασωληνωμένος. Τα ιατρικά πιστοποιητικά όμως, δεν αναφέρουν ότι είναι διασωληνωμένος. Η σχετική αναφορά καλύπτει την περίοδο μεταξύ 11.11.2010 και 15.11.
- Ζητήσαμε διευκρίνιση, οπότε τελικά ο ευπαίδευτος συνήγορος του προέβη σε σχετική διευκρινιστική διόρθωση, λέγοντας ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν είναι σήμερα διασωληνωμένος. Δεν νοσηλεύεται στην Εντατική, τυγχάνει όμως συνεχούς θεραπείας και ελέγχου της πιέσεως του λόγω του κινδύνου ρήξης της αορτής συνεπεία υψηλής υπέρτασης. Ο 4ος κατηγορούμενος Ο κατηγορούμενος 4 είναι ηλικίας 60 ετών, έγγαμος και πατέρας τριών παιδιών που έχουν τις δικές τους οικογένειες. Πρόσφατα διαγνώσθηκε ότι η εγγονή του ηλικίας 2 ετών παρουσιάζει νοητική στέρηση. Έχει την ευθύνη συντήρησης των ηλικιωμένων γονέων του. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του αναφέρθηκε με λεπτομέρεια για τη σταδιοδρομία του και το έργο που επετέλεσε στην Πυροσβεστική Υπηρεσία όλα αυτά τα χρόνια. Ο 5ος κατηγορούμενος Ο κατηγορούμενος 5 είναι ηλικίας 57 ετών και έχει δύο γιούς ηλικίας 32 και 30 ετών από πρώτο γάμο και μια θυγατέρα 17 ετών από δεύτερο γάμο. Συνεχίζει να βοηθά και να συμπαραστέκεται στα ενήλικα παιδιά του και έχει στενή συναισθηματική σχέση με την ανήλικη κόρη του. Είναι προστάτης των δύο υπέργηρων γονέων του. Ο κ. Ευσταθίου αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στη μακρά υπηρεσία του κατηγορούμενου τονίζοντας το γεγονός ότι το 2007, όταν η Ελλάδα ζήτησε τη βοήθεια της Κύπρου για πολύ σοβαρές πυρκαγιές, ο 5ος κατηγορούμενος επελέγη ως ο επικεφαλής της αποστολής των πυροσβεστών που μετέβηκαν στην Ελλάδα για βοήθεια. Επέδειξε ηρωϊσμό και τιμήθηκε από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας και τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η υγεία του κατηγορούμενου 5 είναι κλονισμένη. Το 2008 κατά την προσπάθεια κατάσβεσης πυρκαγιάς τραυματίστηκε σοβαρά και υπέστη εγκαύματα με αποτέλεσμα να υποστεί δύο πολύ οδυνηρές χειρουργικές επεμβάσεις και εν τέλει να παραμείνει ανάπηρος στο δεξί του χέρι από τον ώμο και κάτω. Περιπλέον, πάσχει από σακχαρώδη διαβήτη, έχει υψηλή πίεση και χοληστερόλη και από την ημερομηνία της έκρηξης υπέστη μετατραυματικό στρες και έκτοτε τυγχάνει ψυχολογικής και ψυχιατρικής θεραπείας και υποστήριξης. Ο 6ος κατηγορούμενος Ο κατηγορούμενος 6 είναι ηλικίας 55 ετών νυμφευμένος με τρία παιδιά. Ο πρώτος του γιός είναι ηλικίας 32 ετών, είναι έγγαμος με παιδί. Τα άλλα του δύο παιδιά είναι άγαμοι και διαμένουν στην πατρική τους οικία. Ο δεύτερος του γιος ο Νικόλας είναι 28 ετών και ο τρίτος ο Παναγιώτης είναι 25 ετών. Ο Νικόλας παρουσίασε νεανικό διαβήτη και είναι ινσουλινοεξαρτώμενος. Σε νεαρή ηλικία χρειάστηκε μεταμόσχευση νεφρού και ο πατέρας του τού παραχώρησε τον ένα του νεφρό. Μετά από εννέα χρόνια ο νεφρός αποβλήθηκε και έγινε δεύτερη μεταμόσχευση από ξένο δότη. Ο Νικόλας διαμένει με τους γονείς του καθότι, λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει, χρειάζεται την καθημερινή τους φροντίδα. Ο μικρότερος του γιός είναι επίσης ινσουλινοεξαρτώμενος λόγω νεανικού διαβήτη. Μένει και αυτός με τους γονείς του χρήζοντας επίσης καθημερινής φροντίδας. Περιπλέον, εξαρτώμενος του κατηγορούμενου 6 είναι και ο ηλικίας 86 ετών πατέρας του ο οποίος αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας. Παρά τις δυσκολίες και τα σοβαρά προβλήματα υγείας που τους έτυχαν, η οικογένεια κατάφερε να ανταπεξέλθει και είναι ενωμένη, πλην όμως συνεχώς ανησυχούν για την πορεία της κατάστασης της υγείας των παιδιών τους. Θα δώσουμε τη δέουσα βαρύτητα στις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις των κατηγορουμένων, στον προηγούμενο τους βίο που όχι μόνο είναι ακηλίδωτος αλλά και που χαρακτηρίζεται από προσφορά στα κοινά, με όλως ιδιαίτερη τη μακρά προσφορά του κατηγορούμενου 2 προς την πατρίδα και τα κοινά. Το ζήτημα της υγείας και της ηλικίας του κατηγορούμενου 2 Η κατάσταση της υγείας του κατηγορούμενου 2 σε συνδυασμό με την ηλικία του επιβάλλουν περαιτέρω σοβαρό προβληματισμό. Η προχωρημένη ηλικία είναι παράγοντας που μπορεί να λειτουργήσει μετριαστικά. Στην υπόθεση R v. Price [2010] 2 Cr. App.R. (S) 44, CA, λέχθηκε ότι ενώ τα ζητήματα του προσδόκιμου ορίου ζωής ή της επιδείνωσης της υγείας είναι συνήθως ζητήματα των διοικητικών αρχών, τούτο δεν σημαίνει ότι τα Δικαστήρια αγνοούν τις επιπτώσεις της ποινής επί της κακής υγείας ενός ηλικιωμένου προσώπου. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Principles of Sentencing D.A.Thomas, 2η έκδοση, ο παράγοντας της ηλικίας έχει σημασία όταν ο κατηγορούμενος είναι πέραν των 60 ετών και ιδιαίτερα όταν συνδυάζεται με τον περαιτέρω ελαφρυντικό παράγοντα του καλού χαρακτήρα. Αναφέρονται περαιτέρω τα εξής: «Recognition of age as a mitigating factor does not mean that imprisonment should never be imposed on elderly offenders, and the Court has upheld sentences of imprisonment on men in their seventies. It is however a long-established principle that a sentence should normally be shortened so as to avoid the possibility that the offender will not live to be released». Σε σχέση ειδικότερα με την κακή κατάσταση της υγείας ενός κατηγορούμενου βασική είναι η απόφαση του αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση R v. Bernard [1997] 1 Cr. App. R.(S) 135, στην οποία διατυπώθηκε η αρχή ότι το γεγονός πως ένας κατηγορούμενος λόγω της κατάστασης της υγείας του έχει μειωμένο προσδόκιμο όριο ζωής δεν είναι, γενικώς ομιλούντες, λόγος που επηρεάζει την ποινή και πως μια σοβαρή ιατρική κατάσταση, έστω κι αν υπάρχει δυσχέρεια αντιμετώπισης της στη φυλακή, δεν δημιουργεί αυτομάτως δικαίωμα στον κατηγορούμενο για ποινή χαμηλότερη από την κατά τα άλλα αρμόζουσα. Όπως ελέχθη στην Bernard, ο κίνδυνος να επηρεασθεί το προσδόκιμο όριο ζωής ή η δυσχέρεια των αρχών των φυλακών να αντιμετωπίσουν ικανοποιητικά ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας κρατουμένου, θέτει στο προσκήνιο το ενδεχόμενο απονομής χάριτος.[4] Παράλληλα όμως, αναγνωρίσθηκε στην ίδια απόφαση, ότι μια σοβαρή κατάσταση υγείας παρέχει την ευχέρεια στο Δικαστήριο, όχι επί τη βάσει κάποιας γενικής αρχής αλλά ως πράξη ευσπλαχνίας (act of mercy) να επιβάλει χαμηλότερη ποινή από την κατά τα άλλα αρμόζουσα. Η αντιμετώπιση θα μπορούσε να ήταν διαφορετική μόνο εάν σε μια εξαιρετικά σπάνια περίπτωση η επιβολή ποινής φυλάκισης θα συνιστούσε ipso facto παράβαση του Άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που απαγορεύει απάνθρωπη μεταχείριση ή ακόμα και του Άρθρου 2 που προστατεύει την ανθρώπινη ζωή.[5] Κατά τα άλλα όμως, η κατάσταση της υγείας ενός κατηγορούμενου είναι σχετική μόνο αναφορικά με την έκταση της ποινής σύμφωνα με τις αρχές που καθιερώθηκαν στην R v. Bernard, η οποία και υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο Κύπρου στις υποθέσεις Khalife v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ.315, Σοφοκλέους v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 144, όπου ελέχθη ότι «Αν, λόγω κάποιας σωματικής ανικανότητας ή ασθένειας, η φυλάκιση θα προκαλέσει σε ένα αδικοπραγούντα ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού, αυτό επενεργεί σαν ελαφρυντικός παράγοντας». Στα ίδια πλαίσια είναι και δύο άλλες υποθέσεις που αναφέρονται στη κυπριακή νομολογία και στις οποίες παρέπεμψε ο κ. Ευσταθίου.[6] Πιο πρόσφατα στην R. v. Hall [2013] Crim.L.R. 426, CA, με αναφορά στην Bernard επαναλήφθηκε ότι σε περίπτωση σοβαρών αδικημάτων πρόσωπα με σοβαρή ασθένεια και/ή σοβαρή ανικανότητα μπορούν να τιμωρηθούν με φυλάκιση. Παράλληλα, επιβεβαιώθηκε η ευχέρεια κάποιας μείωσης στην ποινή, εφόσον οι δυσμενείς συνέπειες της φυλάκισης σε τέτοια πρόσωπα είναι μεγαλύτερες σε σχέση με το μέσο κρατούμενο, οπότε η μείωση στην ποινή λειτουργεί ως παράγοντας που αμβλύνει τη διαφορά. Είναι δεδομένο ότι ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας και ότι υπάρχει κίνδυνος, σε περίπτωση φυλάκισης του, να επηρεαστεί το προσδόκιμο όριο ζωής ή να επιβαρυνθεί περαιτέρω η κατάσταση της υγείας του, σε περίπτωση που προχωρήσει στο τελευταίο στάδιο νεφροπάθειας. Σε τέτοια περίπτωση, ο περιορισμός του στις φυλακές θα είναι ιδιαίτερα επαχθής. Έχοντας όμως υπόψη το σύνολο των ιατρικών πιστοποιητικών που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, παρά τη σοβαρότητα της περίπτωσης, δεν προκύπτει ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης θα συνιστούσε άνευ ετέρου απάνθρωπη μεταχείριση ή άλλως πως θα παραβίαζε ipso facto τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα του κατηγορουμένου. Η αρμόζουσα ποινή είναι ποινή φυλάκισης. Η κατάσταση της υγείας του ενέχει κινδύνους και σε ότι αφορά την ηλικία του έχουμε επίγνωση ότι επιβολή ποινής φυλάκισης θα μπορούσε να οδηγήσει στο ανεπιθύμητο αποτέλεσμα στο οποίο αναφερθήκαμε ανωτέρω με παραπομπή στο Principles of Sentencing D.A.Thomas. Όμως, από την άλλη, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε τη σοβαρότητα του αδικήματος, τους επιβαρυντικούς παράγοντες και ιδιαίτερα τις τραγικές συνέπειες. Στην προσπάθεια μας να εξισορροπήσουμε τις αντίρροπες αυτές καταστάσεις, θα λάβουμε υπόψη την κατάσταση της υγείας και την ηλικία του κατηγορούμενου 2, σε συνδυασμό πάντα με τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες ώστε να μειωθεί η περίοδος της ποινής υπό την έννοια που εξηγείται στην υπόθεση Bernard. Κατά τα άλλα και ιδιαίτερα σε περίπτωση επιδείνωσης της υγείας του, η έννομη τάξη και το Σύνταγμα παρέχουν τις αναγκαίες ασφαλιστικές δικλείδες. Το ζήτημα της εξωδικαστηριακής τιμωρίας Κληθήκαμε να λάβουμε υπόψη τις επιπτώσεις που θα είχε η επιβολή ποινής φυλάκισης στην επαγγελματική σταδιοδρομία των κατηγορουμένων 4, 5 και 6. Ο κ. Ευσταθίου, ανέφερε ότι η καταδίκη τους θα έχει επιπτώσεις για την παραμονή τους στο Πυροσβεστικό Σώμα και έτσι θα υποστούν μια παράλληλη εξωδικαστηριακή τιμωρία. Ο κ. Κορφιώτης μας ενημέρωσε ότι εναντίον του κατηγορούμενου 6 έχει ήδη ασκηθεί πειθαρχική δίωξη και η επιβολή άμεσης φυλάκισης θα συνεπάγεται ενδεχομένως, κατά τη κρίση της αρμόδιας επιτροπής, οριστικό τερματισμό της εργασίας του και απώλεια όλων των ωφελημάτων αφυπηρέτησης. Παρέπεμψε σε νομολογία σύμφωνα με την οποία, η επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων ή η πιθανότητα πειθαρχικής δίωξης, αποτελούν παράγοντες μετριαστικούς της ποινής. Εισηγήθηκε με αναφορά στις υποθέσεις Yeates v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 320 και Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575, ότι η σημασία των πειθαρχικών ποινών και οι συνέπειες τους είναι εντονότερες σε περιπτώσεις όπου οι κατηγορούμενοι είναι μέλη των σωμάτων ασφαλείας. Παρέπεμψε επίσης στα όσα αναφέρονται στο εν λόγω σύγγραμμα Sentencing in Cyprus σελ. 64-
- Ως προς το ζήτημα αυτό, οι αποφάσεις καταδεικνύουν ότι εάν το αδίκημα διαπράττεται στα πλαίσια της εργασίας του κατηγορούμενου και θα μπορούσε να θεωρηθεί ως κατάχρηση εμπιστοσύνης, ως λ.χ. η κλοπή, η απώλεια της εργασίας δεν λαμβάνεται υπόψη.[7] Εάν όμως το αδίκημα είναι άσχετο με την άσκηση της εργασίας του κατηγορούμενου, τότε η απώλεια της σταδιοδρομίας είναι παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη. Εν προκειμένω, οι κατηγορούμενοι 4, 5 και 6 καταδικάστηκαν για παραλείψεις που επέδειξαν στα πλαίσια των καθηκόντων τους. Παρά ταύτα, η συμπεριφορά τους δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως κατάχρηση εμπιστοσύνης. Θα λάβουμε υπόψη στον ανάλογο βαθμό, το ενδεχόμενο να υποστούν και άλλες συνέπειες πέραν της ποινής. Το ζήτημα της άνισης μεταχείρισης Η υπεράσπιση όλων των κατηγορουμένων έδωσε ιδιαίτερη σημασία στην εισήγηση ότι, δεν βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα πρόσωπα που θα μπορούσαν να έχουν ευθύνη για το τραγικό αποτέλεσμα της 11ης Ιουλίου
- Ο κ. Ευσταθίου εισηγήθηκε ότι υπάρχουν και άλλα πρόσωπα τα οποία συμμετείχαν σε ενέργειες που είχαν ως αποτέλεσμα να διαπραχθεί το έγκλημα και δεν βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο, είπε, έχει επισημάνει στην απόφαση του τις ενέργειες και παραλείψεις άλλων προσώπων που θα έπρεπε να βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου για να διαφωτισθεί πλήρως η αλήθεια, να γίνει ορθή κατανομή ευθυνών και για να διαπιστωθεί ο βαθμός υπαιτιότητας ενός εκάστου από τους συμμετέχοντες στη διάπραξη του εγκλήματος. Περαιτέρω, ο κ. Ευσταθίου αναφέρθηκε στο ρόλο των Μπισμπίκα, Σοφιανίδη και Γεωργιάδη σε σχέση με τον τρόπο στοίβαξης των εμπορευματοκιβωτίων για τον οποίο διαπιστώσαμε ότι είχε αιτιώδη σχέση με τη τραγική κατάληξη και ότι παραβίαζε κατάφορα τη σχετική πάγια διαταγή. Ο κ. Ευσταθίου, χαρακτήρισε τον Μπισμπίκα ως τον κατεξοχήν υπαίτιο της εγκληματικής στοίβαξης του φορτίου και κατά συνέπεια ως τον κύριο συντελεστή της έκρηξης. Ούτε αυτός, ούτε ο Σοφιανίδης, που παρέδωσε το σχεδιάγραμμα για τον τρόπο αποθήκευσης στον Γεωργιάδη, διώχθηκαν ποινικώς. Όπως, ούτε και ο Γεωργιάδης, ο οποίος σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου ήταν εκείνος που τοποθέτησε τα εμπορευματοκιβώτια με τον απαράδεκτο, ως άνω, τρόπο. Ο κ. Ευσταθίου αναφέρθηκε και στο ρόλο του μετέπειτα Α/ΓΕΕΦ Τσαλικίδη. Εισηγήθηκε ότι κυρίαρχο και ουσιώδη ρόλο για την τραγική εξέλιξη είχαν συγκεκριμένοι ανώτεροι αξιωματούχοι των οποίων ο βαθμός υπαιτιότητας ήταν πολύ μεγαλύτερος από την υπαιτιότητα των κατηγορουμένων και ειδικότερα των κατηγορουμένων 4 και
- Πάντα κατά τον κ. Ευσταθίου, η μη παρουσίαση τους στο Δικαστήριο δημιούργησε ένα αφόρητο αίσθημα αδικίας, όχι μόνο στους κατηγορούμενους αλλά και στο σύνολο της κυπριακής κοινωνίας, εφόσον δεν παρουσιάστηκαν για να λογοδοτήσουν εκείνοι που είχαν κύρια υπαιτιότητα, οι πραγματικοί συντελεστές της καταστροφής, αλλά αντ' αυτών παρουσιάστηκαν ο κατηγορούμενος 2 και τρείς πυροσβέστες. Παρέπεμψε σχετικώς στην υπόθεση Κάττου κ.α. v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ.
- Ο κ. Ευσταθίου επεξέτεινε την εισήγηση του σε τέτοιο βαθμό, ώστε τελικά να εισηγηθεί πως οι κατηγορούμενοι, των οποίων η συμμετοχή στη διάπραξη των αδικημάτων είναι ήσσονος σημασίας ή και μηδαμινής, όπως το έθεσε, κατέστησαν εξιλαστήρια θύματα για να αποφύγουν τις ευθύνες τους όλοι οι πραγματικοί ένοχοι. Διατύπωσε τον προβληματισμό κατά πόσο έγινε απόπειρα για ποδηγέτηση της δικαστικής εξουσίας με προσχηματικούς τρόπους, ώστε να παραπλανηθούν οι συγγενείς των θυμάτων και η κοινή γνώμη γενικότερα. Την ίδια σκοπιμότητα απέδωσε και στις εφέσεις οι οποίες έχουν εν τω μεταξύ ασκηθεί από τον Γενικό Εισαγγελέα. Η κα Ευθυβούλου αντέδρασε έντονα στις παραπάνω κατηγορίες, αναφερόμενη στην ανάγκη για σεβασμό προς το θεσμό του Γενικού Εισαγγελέα. Πέραν τούτου, αν και δέχθηκε τις αρχές της νομολογίας όπως διατυπώθηκαν στην υπόθεση Κάττου, εισηγήθηκε ότι η όποια εμπλοκή Μπισμπίκα, Σοφιανίδη και Γεωργιάδη δεν θα μπορούσε να τους καταστήσει συναυτουργούς στα αδικήματα των άρθρων 205 ή
- Υπέδειξε ότι η σχετική νομολογία αναφέρεται σε περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται αυθαίρετη διαφοροποίηση μεταξύ συνεργών, ενώ εν προκειμένω δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να εμπλέκει άλλα πρόσωπα ως συνεργούς στα συγκεκριμένα αδικήματα για τα οποία οι κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν. Δεν συμφωνούμε με την ευρεία διάσταση που έδωσε στο ζήτημα ο κ. Ευσταθίου. Ως Δικαστήριο, δεν μπορούμε να δεχθούμε τέτοια εισήγηση με τόσο σοβαρά υπονοούμενα και αιχμές σε επίπεδο υπονοιών και χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία. Περιοριζόμαστε στο τεκμήριο περί διάφορης μεταχείρισης, που σε τέτοιες περιπτώσεις προκύπτει εξ αντικειμένου, όπως εξηγήθηκε από το Δικαστή Πική στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Λοΐζου 2 Α.Α.Δ. 371, στην οποία θα αναφερθούμε κατωτέρω. Αλλ' ούτε και με τη στενή προσέγγιση που εισηγήθηκε η κα Ευθυβούλου, συμφωνούμε. Δεν θεωρούμε ότι η αποτίμηση των συνεπειών της άσκησης των εξουσιών του Γενικού Εισαγγελέα για σκοπούς μετριασμού της ποινής, σε περίπτωση όπου διαπιστώνεται άνιση μεταχείριση, περιορίζεται μόνο σε περιπτώσεις συνεργών στο συγκεκριμένο αδίκημα. Από τη νομολογία που θα παραθέσουμε κατωτέρω, προκύπτει ότι το ζήτημα είναι ευρύτερο και ανακύπτει όποτε οι περιστάσεις είναι τέτοιες ώστε να δημιουργείται αίσθημα αδικίας στο κατηγορούμενο, αλλά και έναντι της κοινής περί δικαίου αντίληψης. Καθοριστική στη διαμόρφωση της νομολογίας επί του θέματος αυτού, ήταν η συνεισφορά του Δικαστή Γ. Μ. Πική,[8] που συνόψισε τις σχετικές αρχές στην υπόθεση Λοΐζου. Στην υπόθεση εκείνη, η δίωξη δύο εκ των κατηγορουμένων (5 και 6) διακόπηκε, επειδή ο μεν κατηγορούμενος 6 κλήθηκε ως μάρτυρας κατηγορίας ενώ για τον κατηγορούμενο 5 κρίθηκε ότι η μαρτυρία δεν ήταν επαρκής, λόγοι που δεν είχαν τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: «Το Άρθρο 28 του Συντάγματος, κατοχυρώνει την ισονομία και την ισοπολιτεία ως θεμελιώδες δικαίωμα του ατόμου. Η παράγραφος 1 του Άρθρο 28, ορίζει: «Πάντες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, της διοικήσεως και της δικαιοσύνης και δικαιούνται να τύχωσι ίσης προστασίας και μεταχειρίσεως.» Η παράγραφος 2, του Άρθρου 28 ρητά απαγορεύει κάθε μορφή διάκρισης. Η εφαρμογή του Άρθρου 28, όπως και κάθε άλλου άρθρου του Συντάγματος, που εγγυάται τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες του ανθρώπου συναρτάται με τις διατάξεις του Άρθρου 35 του Συντάγματος που καθιστά τη διασφάλιση και αποτελεσματική εφαρμογή τους υποχρέωση των νομοθετικών, εκτελεστικών και δικαστικών αρχών μέσα στα όρια των αρμοδιοτήτων τους. Καθολικός πρέπει να είναι ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και καθολική η μέριμνα για τη διασφάλισή τους. Η ίση μεταχείριση των παραβατών βαρύνει εξίσου όλες τις αρχές της Δημοκρατίας. Η αρχή της ισότητας επιβάλλει τη χωρίς διάκριση και χωρίς εξαίρεση, προσαγωγή των παραβατών ενώπιον της Δικαιοσύνης. Η μεταχείριση και η τιμωρία των παραβατών αποτελεί πτυχή της δικαστικής λειτουργίας και αποκλειστική ευθύνη των δικαστικών αρχών. (Βλ. μεταξύ άλλων, Δημοκρατία ν. Σαμψών
(1991)1 Α.Α.Δ. 858· Δημητράκης Χατζησάββα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1134.) Το Σύνταγμα παρέχει δικαίωμα στο Γενικό Εισαγγελέα να διακόπτει ποινική δίωξη (nolle prosequi). Ιστορική αναδρομή στην προέλευση του δικαιώματος μας οδηγεί στο Αγγλικό δίκαιο όπου ανάλογο δικαίωμα παρέχεται στο Γενικό Εισαγγελέα. Το ίδιο δικαίωμα παρεχόταν στο Γενικό Εισαγγελέα στην Κύπρο βάσει του ισχύοντος δικαίου πριν την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας. (Βλ. Άρθρο 154.1 του Κεφ. 155.) Στην Αγγλία, το δικαίωμα του Γενικού Εισαγγελέα να αναστέλλει ή ανακόπτει ποινική δίωξη, έχει ως αντικείμενο την παροχή εξουσίας σ' αυτόν να αναστέλλει ποινική δίωξη όπου η διεξαγωγή της είναι αδύνατη. Τέτοια αδυναμία υφίσταται, (α) όταν ο κατηγορούμενος είναι αδύνατο να εντοπισθεί, και (β) όπου ο κατηγορούμενος λόγω διαπιστωμένης μόνιμης πνευματικής ανικανότητας, δεν είναι σε θέση να υπερασπίσει τον εαυτό του. (R. v. Rowlands 17 Q.B. 671.) Στην Police v. Athienitis
(1983)2 C.L.R. 194 (απόφαση πλειοψηφίας), κρίθηκε ότι η απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα να διακόψει ποινική δίωξη δεν ελέγχεται δικαστικά· ούτε χωρεί περιορισμός του τρόπου άσκησής της. Αφετέρου στην Charilaos Xenophontos v. The Republic (Minister of Interior) 2R.S.C.C. 89, αποφασίστηκε ότι η άσκηση της εξουσίας του Γενικού Εισαγγελέα να προβαίνει ή μή σε ποινική δίωξη, εκφεύγει του πλαισίου της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου κάτω από το Άρθρο 146 του Συντάγματος λόγω της συνάφειας της (εξουσίας) με τη δικαστική ποινική διαδικασία. Σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναγνωρίστηκε ότι η αναστολή ποινικής δίωξης άπτεται του τρόπου μεταχείρισης των παραβατών και κατά συνέπεια λαμβάνεται υπόψη στον καθορισμό της τιμωρίας των ατόμων οι οποίοι συγκατηγορούνται με τα άτομα των οποίων η δίωξη αναστέλλεται. Η νομολογία επί του θέματος αναλύεται και οι αρχές που προκύπτουν από αυτή εξηγούνται στην πρόσφατη απόφασή μας στη Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ.
- Στην ίδια απόφαση υπογραμμίζεται ότι, «Η αρχή της ισότητας, όπως καθιερώνεται στο Άρθρο 28 του Συντάγματος είναι καθολική. Η ισονομία και ισοπολιτεία αποτελούν την πεμπτουσία της Δικαιοσύνης.» Η επιλεκτική μεταχείριση των παραβατών αποδυναμώνει το δίκαιο και καταστρατηγεί το κράτος δικαίου. Προϋπόθεση για την καταχώρηση του κατηγορητηρίου αποτελεί η έγκρισή του από το Δικαστήριο (Άρθρο 43, Κεφ. 155.) Η έναρξη της ποινικής δίωξης υποδηλώνει ότι οι διωκτικές αρχές κατέχουν στοιχεία τα οποία δικαιολογούν την προσαγωγή του κατηγορουμένου ενώπιον της Δικαιοσύνης. Εφόσον η κατηγορούσα Αρχή μεταβάλλει τη θέση της αναφορικά με την αποδεικτική αξία της μαρτυρίας την οποία κατέχει ή έρχονται σε φως νέα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία ανατρέπουν το βάθρο της κατηγορίας, η ενδεδειγμένη οδός για την εγκατάλειψη της ποινικής δίωξης είναι εκείνη η οποία διαγράφεται από το Άρθρο 91 του Κεφ.
- Γνώμονα για την παροχή της άδειας του Δικαστηρίου για την απόσυρση της κατηγορίας, αποτελεί η διαπίστωση αδυναμίας απόδειξης της υπόθεσης. Εφόσον το Δικαστήριο εγκρίνει την απόσυρση της κατηγορίας διακρίνεται η θέση του κατηγορουμένου ο οποίος απαλλάσσεται από τη θέση των συγκατηγορουμένων του. Το Άρθρο 91 του Κεφ. 155, όπως και όλες οι προϊσχύουσες διατάξεις της Ποινικής Δικονομίας τυγχάνουν εφαρμογής, εναρμονιζόμενες προς το Σύνταγμα, περιλαμβανομένης της αρχής της ισότητας. Εφόσον δεν ακολουθείται αυτή η οδός, ανακύπτει τεκμήριο, για τη διάφορη μεταχείριση του κατηγορουμένου του οποίου αναστέλλεται η δίωξη σε σύγκριση προς τους συγκατηγορουμένους του. Ανατρέπεται η αρχή της ισοπολιτείας. Είναι προς αποκατάσταση της ανισοσκέλειας στη μεταχείριση των παραβατών, που λαμβάνεται υπόψη η αναστολή της ποινικής δίωξης κατηγορουμένων στον καθορισμό της τιμωρίας των συγκατηγορουμένων τους. Και στην προκείμενη περίπτωση δημιουργείται τεκμήριο διάφορης, σε σύγκριση με τους συγκατηγορουμένους τους, μεταχείρισης των κατηγορουμένων 5 και
- Η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να μείνει ουδέτερη μπροστά στη χρήση διάφορου μέτρου στη μεταχείριση των παραβατών. Το Άρθρο 35 του Συντάγματος δεν το επιτρέπει. όπως δεν το επιτρέπει η φύση της δικαστικής αποστολής συνυφασμένη κατά πάντα χρόνο με την ισότητα. Δεν διαγράφει βέβαια το έγκλημα των καταδικασθέντων ούτε αφίσταται του καθήκοντος να τους τιμωρήσει για το αδίκημα το οποίο διέπραξαν. Μπορεί να μειώσει την ποινή των καταδικασθέντων στο βαθμό που να μετριάζει το αίσθημα αδικίας το οποίο προκαλεί η διάφορη μεταχείριση των παραβατών. Με τον τρόπο αυτό μετριάζεται αφενός η ανισότητα στη μεταχείριση των παραβατών και αφετέρου η Δικαιοσύνη εκπληρώνει, στο βαθμό που της παρέχεται η δυνατότητα, το καθήκον το οποίον επιβάλλει το Άρθρο 35 του Συντάγματος, που δεσμεύει τις Δικαστικές όπως και τις άλλες αρχές (νομοθετική και εκτελεστική) να διασφαλίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα περιλαμβανομένου του δικαιώματος της ισότητας (Άρθρο 28 του Συντάγματος)». Στην υπόθεση Δημητρίου (ανωτ.), ο ίδιος Δικαστής, αφού σημείωσε ότι η αρχή της ίσης μεταχείρισης των παραβατών έχει βαθιές ρίζες στο δίκαιο αποτελώντας μέρος του σκληρού πυρήνα της Δικαιοσύνης, κατέληξε ως εξής: «Η αρχή της ισότητας, όπως καθιερώνεται στο Άρθρο 28 του Συντάγματος, είναι καθολική. Η ισονομία και η ισοπολιτεία αποτελούν την πεμπτουσία της Δικαιοσύνης. Η ισότητα καθιερώνεται ως ανθρώπινο δικαίωμα και τυγχάνει , όπως αναγνωρίζει η νομολογία, καθολικής εφαρμογής - (βλ. Police v. Georghiades
(1983)2 C.L.R. 33). Η ισότητα αποτελεί έκφραση της Δικαιοσύνης - εκτείνεται σε όλο το εύρος της πολιτειακής λειτουργίας. Το Άρθρο 35 του Συντάγματος ορίζει ότι αποτελεί καθήκον όλων των εξουσιών της Πολιτείας, της Νομοθετικής, της Εκτελεστικής και της Δικαστικής, η διασφάλιση και αποτελεσματική εφαρμογή των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου, μέσα στα όρια της αρμοδιότητας της κάθε εξουσίας. Τα μέσα, τα οποία παρέχονται στο Δικαστήριο προς αντιμετώπιση της άνισης μεταχείρισης των παραβατών από τις διωχτικές αρχές, είναι περιορισμένα. Η θεώρηση του παράγοντα αυτού, ως μετριαστικού της ποινής εκείνων που διώκονται δεν επιφέρει την εξίσωση. Μετριάζει, όπως έχουμε τονίσει, τα αισθήματα αδικίας που προκαλεί η άνιση μεταχείριση και συντηρεί το αίσθημα δικαιοσύνης μεταξύ του κοινού, Και, στο μέτρο που της παρέχεται η ευχέρεια, η Δικαιοσύνη μεριμνά, με τα μέσα που έχει στη διάθεση της, για τη διασφάλιση της ισοπολιτείας, θεμελιώδους αρχής του Συντάγματος και αναπαλλοτρίωτου δικαιώματος του ανθρώπου. Έτσι εκπληρώνει, στο μέτρο που είναι δυνατό, το καθήκον που επιβάλλει το Άρθρο 35 του Συντάγματος». Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Νικήτα v. Δημοκρατίας, (Ποιν. Έφεση αρ. 165/2012), ημερ. 20.3.2012, το Ανώτατο Δικαστήριο επιβεβαίωσε τη διάσταση που λαμβάνει η αρχή της ισότητας σε περιπτώσεις μη δίωξης συνεργού ή διακοπής δίωξης συγκατηγορουμένου. Σε εκείνη την υπόθεση ο Γενικός Εισαγγελέας είχε διακόψει κατηγορίες εναντίον δύο κατηγορουμένων και ο νυν Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Δ. Χατζηχαμπής σημείωσε σχετικώς τα εξής: «Στην προκειμένη περίπτωση ο Γενικός Εισαγγελέας, ως είχε δικαίωμα, διέκοψε τις κατηγορίες κατά των Κατηγορουμένων 1 και 4 και, ως είχε δικαίωμα, δεν έδωσε λόγους για την ενέργειά του. Η έλλειψη λόγων όμως αφήνει τα πράγματα εκεί που ήσαν, δηλαδή ότι πρόσωπα για τα οποία εθεωρήθη ότι υπήρχε επαρκής υπόθεση εναντίον τους ώστε να κατηγορήθησαν έχουν τώρα απαλλαγεί. Το Δικαστήριο, δεν μπορεί να κάνει εικασίες ως προς τους λόγους της διακοπής των κατηγοριών ώστε να κρίνει αν αυτή εδικαιολογείτο και έτσι να μην μπορεί να τίθεται θέμα αντίληψης του μέσου πολίτη για ευνοϊκή μεταχείριση, οπότε η διακοπή δεν θα επενεργούσε ως μετριαστικός παράγοντας (ίδε Γενικός Εισαγγελέας v. Σατανά κ.α.
(1996)2 ΑΑΔ 257, όπου η απόσυρση των κατηγοριών οφείλετο στην αδυναμία ανεύρεσης των συγκατηγορουμένων ως εκ της διαφυγής τους στο εξωτερικό παρά τις προσπάθειες ανεύρεσης τους που καθυστέρησαν και την εκδίκαση της υπόθεσης». Όπως προαναφέραμε, από τα παραπάνω προκύπτει, ότι το κριτήριο δεν είναι το κατά πόσο ένα άλλο πρόσωπο θα μπορούσε να κατηγορηθεί για το ίδιο αδίκημα, αλλά το κατά πόσο ένα άλλο πρόσωπο θα μπορούσε να κατηγορηθεί στα πλαίσια της επίδικης ιστορίας με τέτοιο τρόπο ώστε αν δεν κατηγορηθεί να δημιουργείται αίσθημα αδικίας σε όσους κατηγορήθηκαν, αλλά και η εντύπωση στο μέσο πολίτη για αυθαιρέτως διαφορετική μεταχείριση. Η διαφορά αυτή ως προς τον Γεωργιάδη και τον Τσαλικίδη, εν πάση περιπτώσει θεωρητική μόνο σημασία έχει, εφόσον και οι δύο είχαν στο αρχικό στάδιο κατηγορηθεί όπως και οι νυν κατηγορούμενοι. Ο ρόλος τους στην επίδικη ιστορία έχει καταγραφεί στην απόφαση και δεν χρειάζεται επανάληψη. Για τον Γεωργιάδη γίνεται αντιληπτό, αν και δεν δηλώθηκε ρητώς προς το Δικαστήριο, ότι η μη συνέχιση της δίωξης εναντίον του έγινε προς το σκοπό να κληθεί ως μάρτυρας κατηγορίας. Αυτή όμως ήταν και η περίπτωση της υπόθεσης Λοΐζου (ανωτέρω) όπως και της υπόθεσης Χαρίτου v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ.
- Τελικά το Δικαστήριο δεν στηρίχθηκε στη μαρτυρία Γεωργιάδη την οποία θεώρησε επισφαλή, αλλά σε μαρτυρία πολλών άλλων μαρτύρων η οποία και εκάλυπτε τη μαρτυρία Γεωργιάδη στο μεγαλύτερο της βαθμό. Όπως υποδείξαμε και στο στάδιο της απόφασης, το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να κρίνει ενέργειες και αποφάσεις ως προς τις οποίες αποκλειστικής κατά το Σύνταγμα αρμοδιότητας κέκτηται ο Γενικός Εισαγγελέας. Εκείνο όμως το οποίο οφείλουμε να πράξουμε είναι να αποτιμήσουμε εξ αντικειμένου, την άσκηση της εξουσίας του Γενικού Εισαγγελέα στα πλαίσια των υποχρεώσεων μας. Για το Τσαλικίδη δηλώθηκε από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής ότι «ενώ καταχωρήθηκε υπόθεση εναντίον του κυρίου Τσαλικκίδη και βρισκόταν στο εξωτερικό που είναι η συνήθης διαμονή του και ενώ επιδόθηκε δεόντως και εκδόθηκε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης από τις κυπριακές αρχές, οι ελλαδικές αρχές αρνήθηκαν να τον αφήσουν προς εκδίκαση ενώπιον της κυπριακής δικαιοσύνης γιατί έχουν ξεκινήσει οι ελλαδικές αρχές διαδικασία για τα ίδια γεγονότα ώστε να εκδικαστεί η υπόθεση ενώπιον των ελλαδικών στρατιωτικών δικαστηρίων στην ουσία». Η κα Ευθυβούλου μας παρέπεμψε σε πρόνοια η οποία έχει ενσωματωθεί στις νομοθεσίες των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης,[9] σύμφωνα με την οποία οι δικαστικές αρχές της Ελλάδας είχαν την ευχέρεια να αρνηθούν την εκτέλεση του εντάλματος, ενόψει του ότι ασκήθηκε δίωξη εναντίον του Τσαλικίδη στην Ελλάδα για την ίδια αξιόποινη πράξη. Η Κυπριακή Δημοκρατία, συνέχισε η κα Ευθυβούλου, θα μπορούσε να επιμείνει στην εκτέλεση του εντάλματος με το να αποταθεί πλέον σε διεθνή fora, όπως το έθεσε. Κάτι όμως που δεν έγινε. Προκύπτει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία, μετά την άρνηση της Ελλάδας, επέλεξε να μην επιμένει στην εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος, ζήτημα το οποίο και πάλιν εκφεύγει των αρμοδιοτήτων του Δικαστηρίου. Το εξ αντικειμένου όμως αποτέλεσμα ήταν ότι ο Τσαλικίδης, για τον οποίο η κατηγορούσα αρχή είχε κρίνει ότι θα έπρεπε να κατηγορηθεί, δεν αντιμετώπισε τελικά την κυπριακή Δικαιοσύνη. Η ενημέρωση που δόθηκε από την κα Ευθυβούλου προς το Δικαστήριο για την εξέλιξη της δίωξης Τσαλικίδη στην Ελλάδα ήταν ότι είχε επικοινωνήσει μαζί της ο στρατιωτικός εισαγγελέας και ζήτησε όλο το μαρτυρικό υλικό που έχει συλλεχθεί από τις αστυνομικές αρχές σε σχέση με τον Τσαλικίδη. Ακολούθησε σχετικό αίτημα μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης το οποίο ενεκρίθη από τον Γενικό Εισαγγελέα και παρέμεινε το κατά πόσο θα έρχονταν ανακριτές εξ Ελλάδος για να παραλάβουν το υλικό. Μέχρι σήμερα δεν έχει παραληφθεί το υλικό και πολύ περισσότερο γίνεται αντιληπτό ότι δεν έχει προχωρήσει η δίωξη. Δεν γνωρίζουμε κατά πόσο η δίωξη του στην Ελλάδα τελικά θα προχωρήσει και πότε. Σημειώνουμε όμως, ότι έχουν παρέλθει δύο χρόνια από το επίδικο συμβάν και ότι δεν φαίνεται να έγιναν καν οι διαδικαστικές προεργασίες για συγκέντρωση του μαρτυρικού υλικού. Υπ' αυτές τις περιστάσεις, το γεγονός ότι ο Τσαλικίδης δεν βρέθηκε κατηγορούμενος μαζί με τα πρόσωπα που σήμερα θα τιμωρηθούν θεωρούμε ότι στοιχειοθετεί, ούτως ή άλλως, διαφορετική μεταχείριση και δημιουργεί αίσθημα αδικίας στους κατηγορούμενους και την κοινωνία. Η κατάληξη αυτή θέτει και ένα ευρύτερο θέμα το οποίο θεωρούμε υποχρέωση μας να θέσουμε ώστε να εξεταστεί κατά τη κρίση των αρμοδίων. Ο εκάστοτε Αρχηγός της Εθνικής Φρουράς έχει υπό την εξουσία και την ευθύνη του χιλιάδες νέους της Κύπρου. Η ασφάλεια των εθνοφρουρών και γενικά του προσωπικού της Εθνικής Φρουράς, αλλά και όσων θα μπορούσαν να υποστούν βλάβες ή ζημιές από ενέργειες της Εθνικής Φρουράς, βρίσκεται πρωτίστως στα χέρια του Αρχηγού της Δύναμης. Θα πρέπει να προβληματίσει το κατά πόσο ο Αρχηγός του στρατού της χώρας μπορεί, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, να μην υπόκειται τελικά στα Δικαστήρια της χώρας. Για τους Μπισμπίκα και Σοφιανίδη η θέση της κατηγορούσας αρχής ήταν πως κατά το χρόνο που διατάχθηκε η τοποθέτηση του φορτίου δεν υπήρχε η επικίνδυνη κατάσταση που τελικά οδήγησε στην τραγωδία και συνεπώς δεν θα μπορούσαν να κατηγορηθούν για τα αδικήματα του άρθρου 205 ή του άρθρου
- Έχουμε ήδη τοποθετηθεί επί αυτού. Πέραν τούτου, παραμένει ως γεγονός που προκύπτει ευθέως από την επίσημη και κατηγορηματική θέση της κυπριακής Πολιτείας, όπως αυτή εκφράστηκε από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ότι ο τότε Α/ΓΕΕΦ Μπισμπίκας παραβίασε τις πάγιες διαταγές του ΓΕΕΦ σε σχέση με τη φύλαξη πυρομαχικών και μάλιστα σε σχέση με ένα τεράστιο φορτίο πυρίτιδας με τρόπο ώστε, αν μη τι άλλο, να τίθεται ζήτημα σε σχέση με το αδίκημα του άρθρου 236 (η) του Ποινικού Κώδικα[10] και σε σχέση με τον Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα. Ανεξάρτητα από τη νομοτεχνική κατάταξη της ενέργειας, αυτή ήταν ένας από τους βασικότερους κρίκους της αλυσίδας που οδήγησαν στην καταστροφή. Αυτή είναι η ορθή διάσταση του πράγματος και όχι το γεγονός ότι στο αρχικό εκείνο στάδιο δεν υπήρχε η επικίνδυνη κατάσταση στο βαθμό που υπήρχε στη συνέχεια και στο τέλος. Όπως δε, αναφέραμε και στην απόφαση μας, με το να μην ζητηθεί από τον Μπισμπίκα να λογοδοτήσει δεν μπόρεσαν να αποκαλυφθούν οι περιστάσεις υπό τις οποίες έδωσε την μοιραία, όπως κατέληξε, διαταγή. Μια διαταγή που έθεσε το επικίνδυνο υπόβαθρο επί του οποίου διαδραματίστηκαν στη συνέχεια όλα τα υπόλοιπα απαράδεκτα. Αυτή η σημαντική πτυχή, έμεινε τελικά στο σκοτάδι. Από πλευράς στρατιωτικής ηγεσίας διώχθηκε μόνο ο κατηγορούμενος 3 για τον οποίο όμως η διαπίστωση του Δικαστηρίου ήταν ότι δεν αποδείχθηκε ότι είχε καθήκον ενεργείας ή ότι, εν πάση περιπτώσει, είχε εξουσία να δώσει διαταγές σε σχέση με το φορτίο από τη στιγμή που αυτό τοποθετήθηκε με τον τρόπο που τοποθετήθηκε με διαταγή του προηγούμενου Αρχηγού ΓΕΕΦ και εν γνώσει του μετέπειτα Αρχηγού ΓΕΕΦ. Αυτοί όμως τελικά δεν κατηγορήθηκαν όπως ούτε και ο Γεωργιάδης. Μεγαλύτερη σημασία κρίνουμε ότι έχει το ζήτημα αυτό σε σχέση με τους κατηγορούμενους 4, 5 και 6 οι οποίοι ενεπλάκησαν στο τέλος, όχι ως έχοντες ευθύνη για το φορτίο, αλλά λόγω της αμέλειας τους να χειριστούν μια κατάσταση την οποία άλλοι δημιούργησαν, οι οποίοι δεν είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο κ. Κορφιώτης διεύρυνε το ζήτημα λέγοντας ότι θα έπρεπε να κατηγορηθούν οι αρμόδιοι του Τελωνείου, του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας, η ηγεσία της αστυνομίας και οι Επιθεωρητές Εκρηκτικών Υλών. Τέτοια ευρύτατη προσέγγιση δεν θεωρούμε ότι βρίσκει έρεισμα στα γεγονότα. Όμως, κατά τα άλλα, το εξ αντικειμένου αποτέλεσμα είναι ότι, ενώ το φορτίο είχε φυλαχθεί σε στρατόπεδο της Εθνικής Φρουράς κατά άκρως επικίνδυνο τρόπο με διαταγή της ηγεσίας της Εθνικής Φρουράς, να πρέπει σήμερα να επιβάλουμε ποινή στον πολιτικό προϊστάμενο της στρατιωτικής ηγεσίας - που είναι απούσα - και στους ηγήτορες της Πυροσβεστικής για την αποτυχία τους να χειριστούν την επικίνδυνη κατάσταση που άλλοι δημιούργησαν και διατηρούσαν. Δεν μπορούμε παρά να λάβουμε υπόψη τα παραπάνω, στην προσπάθεια μας να μετριαστεί η ανισότητα στην μεταχείριση των εμπλεκομένων, αλλά και να εκπληρώσουμε, στο βαθμό που μας παρέχεται η δυνατότητα, το καθήκον που μας επιβάλλει το άρθρο 35 του Συντάγματος για διασφάλιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων περιλαμβανομένου του μέτρου του δικαιώματος της ισότητας. Η Δικαιοσύνη δεν απονέμεται μόνο με την επιβολή ποινών. Η Θέμις δεν κρατά μόνο σπαθί, αλλά και ζυγό. Ο ζυγός συμβολίζει, αφενός την ισότητα ως διαχρονική αξία και αφετέρου την ανάγκη τα πράγματα να εξισορροπούνται, ώστε να αποδίδεται, όσο το επιτρέπουν τα ανθρώπινα, δικαιοσύνη, μια έννοια πολύ πιο σύνθετη από την ανταπόδοση και μόνο του κακού που ο δράστης προκάλεσε. Το γενικότερο πλαίσιο Τόσο ο κ. Ευσταθίου, όσο και ο κ. Κορφιώτης αναφέρθηκαν στο ρόλο που είχε ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Ο κ. Ευσταθίου διευκρίνισε πως δεν ήταν η εισήγηση του ότι θα έπρεπε να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο οποίος είχε αναλάβει την ευθύνη της εκφόρτωσης και παραμονής του φορτίου στη Κύπρο, για να λογοδοτήσει. Γίνεται αντιληπτό ότι η θέση του κ. Ευσταθίου είναι ότι θα υπήρχε κώλυμα προς τούτο ως της εκ του Συντάγματος ασυλίας του Προέδρου της Δημοκρατίας. Αυτή ήταν και η θέση του κ. Κορφιώτη ο οποίος δεν έθεσε το ζήτημα επί τη βάσει παράλειψης δίωξης, αλλά εισηγούμενος ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας ο ρόλος του τότε Προέδρου. Παρέπεμψε στις σχετικές διαπιστώσεις στο ΜΕΡΟΣ ΣΤ της απόφασης. Θα πρέπει όντως να λάβουμε υπόψη ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν ενεργούσε ως ιδιώτης ή μεμονωμένα. Ενεργούσε ως μέλος της Κυβέρνησης στα πολιτικά πλαίσια και στο πολιτικό κλίμα το οποίο έχουμε περιγράψει στο ΜΕΡΟΣ ΣΤ της απόφασης μας. Υπενθυμίζουμε ειδικότερα ότι, ενώ στην αρχή η Κυπριακή Δημοκρατία διαμήνυσε προς τα Ηνωμένα Έθνη ότι δεν είχε τη δυνατότητα να φυλάξει τέτοιες ποσότητες τέτοιου φορτίου, όταν της υποδείχθηκε να διερευνήσει τη δυνατότητα συνεργασίας με άλλες χώρες ακολούθησε, χωρίς να γνωρίζουμε το λόγο, η διαβεβαίωση περί του αντιθέτου. Παρά τη διαβεβαίωση εκείνη, το φορτίο τοποθετήθηκε, χωρίς συμμετοχή του κατηγορούμενου 2, κατά παράβαση κάθε κανόνα ασφαλείας και αφέθηκε, εν τέλει, στη τύχη του. Στις 3.9.2010, ο ίδιος ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας έλαβε γνώση ότι στρατιωτικοί ήθελαν την καταστροφή του φορτίου «λόγω των κάποιων κινδύνων που υπάρχουν με τις ψηλές θερμοκρασίες που αναπτύσσονται μέσα στα εμπορευματοκιβώτια το καλοκαίρι» και ότι η Εθνική Φρουρά ήταν σε θέση να καταστρέψει το φορτίο. Υπήρχε τότε και κάποια ένδειξη για αλλαγή στη στάση του Ιράν. Παρά ταύτα, τα πράγματα αφέθηκαν ως είχαν μέχρι το επόμενο, το τρίτο και μοιραίο καλοκαίρι. Όπως διαπιστώσαμε στην απόφαση μας, οι περιβάλλουσες αυτές περιστάσεις δεν αναιρούν τη διαπίστωση ότι ο κατηγορούμενος 2 είχε τον έλεγχο του φορτίου. Ούτε δεχόμαστε τη θέση που προέβαλε η υπεράσπιση του στο τέλος, στο στάδιο της αγόρευσης για μετριασμό της ποινής, ότι το αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης ήταν να μην ήταν σε θέση ο κατηγορούμενος 2 να ενεργήσει κατά τον τρόπο τον οποίο αυτός επιθυμούσε. Το ζήτημα της νοητικής του στάσης και της ευχέρειας που είχε να ενεργήσει το έχουμε καλύψει με την απόφαση μας. Είναι γεγονός ότι το όλο κλίμα ήταν «αποτρεπτικό οποιασδήποτε αποτελεσματικής πρωτοβουλίας», όπως σημειώσαμε στην απόφαση μας, αναφερόμενοι στη διαχείριση της τελικής τύχης του φορτίου. Ήταν ένα κλίμα παραπομπής του προβλήματος στις ελληνικές καλένδες το οποίο συνάδει με την εξ αρχής στάση της Κυπριακής Δημοκρατίας όπως την περιέγραψε ο τότε διευθυντής του Διπλωματικού Γραφείου του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας, ότι δηλαδή «από την αρχή που μας είπαν οι Αμερικανοί υπάρχει αυτό το φορτίο και έχετε αυτές τις ευθύνες, δεν το θέλαμε. Αυτό ήταν το πνεύμα. Δεν το θέλαμε». Παράλληλα, η επίσημη πολιτική, όπως εκφράστηκε από τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας προς τον τότε Πρόεδρο της Συρίας, ήταν το φορτίο να παραμείνει φυλαγμένο στην Κύπρο μέχρις ότου να καταστεί δυνατή η επιστροφή του στη Συρία ή το Ιράν. Είναι σε αυτά τα πλαίσια που βρισκόταν ο κατηγορούμενος
- Από την άλλη όμως, η διατήρηση του φορτίου στην Κύπρο για «πολιτικούς λόγους» δεν συνεπαγόταν τη φύλαξη του με τον τρόπο που έγινε. Πέραν τούτου, δεν ήταν ένα κλίμα όπου όλα λειτουργούσαν με επάρκεια και ικανότητα στο οποίο ξεχώρισε ως μαύρο πρόβατο η αμέλεια του κατηγορούμενου 2 ή των κατηγορουμένων 4, 5 και
- Αντίθετα, η διαπίστωση μας ήταν ότι επρόκειτο για μια καθολική, απαράδεκτη και εξοργιστική δυσλειτουργία του πολιτικού και διοικητικού συστήματος. Οι κατηγορούμενοι ήταν μέρος αυτού του συστήματος. Δεν μπορούμε όμως να διαγράψουμε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν ένα σημαντικό μέρος εφόσον ήταν ο Υπουργός Άμυνας και ότι ο ρόλος των κατηγορουμένων 4, 5 και 6 δεν ήταν επουσιώδης στον τομέα που τους αφορούσε και για τον οποίο τους έχει αποδοθεί ευθύνη. Η ανάγκη για αλλαγή νοοτροπίας Η διαπίστωση για καθολική δυσλειτουργία του πολιτικού και διοικητικού συστήματος, καταδεικνύει ότι οποιαδήποτε ποινή και αν επιβάλουμε σήμερα, θα είναι χωρίς ουσιαστική σημασία, εάν όσοι έχουν ευθύνη για τις ζωές των παιδιών μας σε στρατόπεδα ή αλλού και γενικά των συνανθρώπων μας, συνεχίσουν με την ίδια νοοτροπία. Ποιά ήταν τα κυρίαρχα στοιχεία στο χειρισμό της υπόθεσης του Μαρί από το κράτος; Πρώτον: Η λήψη αποφάσεων κατά παράβαση της αρχής της νομιμότητας. Αναφερόμαστε στην απόφαση για τοποθέτηση του φορτίου κατά παράβαση των πάγιων διαταγών και του ποινικού νόμου. Δεύτερον: Η λήψη αποφάσεων κατά παράβαση της κοινής λογικής. Αναφερόμαστε τόσο στην απόφαση για τοποθέτηση του φορτίου με τον τρόπο που τοποθετήθηκε, όσο και στην απόφαση να τοποθετηθεί το φορτίο δίπλα από τον κύριο ηλεκτροπαραγωγό σταθμό της χώρας. Τρίτον: Η μη συζήτηση του θέματος στο θεσμικό του πλαίσιο με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, να μην υπάρχουν στοιχεία και δεδομένα ώστε να υπάρχει δυνατότητα ελέγχου υπό την έννοια της δημόσιας λογοδοσίας (public accountability). Έτσι, σήμερα συνεχίζουμε να μην γνωρίζουμε το πλαίσιο εντός του οποίου λήφθηκαν οι εν λόγω αποφάσεις. Τέταρτον: Η νοοτροπία της αναβλητικότητας και της μη ανάληψης ευθύνης. Σε μια υπόθεση εκατοντάδων τόνων πυρίτιδας σε ένα στρατόπεδο με ορατούς τους κινδύνους για την ανθρώπινη ζωή, εκείνοι που είχαν υπό την εξουσία και την ευθύνη τους τους στρατιώτες και γενικά τα πρόσωπα που θα μπορούσαν να κινδυνεύσουν και εκείνοι που θα μπορούσαν να βοηθήσουν ώστε να ληφθούν αποφάσεις ή μέτρα, αναλώνονταν σε άκαρπες γραφειοκρατικές διεργασίες, σε καθυστερήσεις και αναβολές, χωρίς ποτέ στην πραγματικότητα να λαμβάνεται κανένα μέτρο. Πέμπτον: Η παράλειψη να ληφθούν υπόψη οι προειδοποιήσεις και η εθελοτυφλία μπροστά στο πρόβλημα, έστω και αν αυτό αναδείχθηκε και κοινοποιήθηκε ευρέως μέσα από την έκθεση της Γενικής Ελέγκτριας. Προς τί οι ελεγκτικοί μηχανισμοί εάν στην πραγματικότητα δεν λαμβάνονται υπόψη; Έκτο και πιο σημαντικό: Το γεγονός ότι όλοι μιλούσαν ή ελάμβαναν υπόψη τους «πολιτικούς λόγους», χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ό,τι θα έπρεπε να είναι το πρωταρχικό: Η προστασία της ανθρώπινης ζωής. Αν είναι να τιμωρηθούν οι κατηγορούμενοι, αλλά όσοι έχουν εξουσία να συνεχίσουν με την ίδια νοοτροπία, τότε άδικη και η τιμωρία, άδικη και η θυσία 13 ανθρώπων. Όλα αυτά θα αποκτήσουν νόημα, μόνο εάν κυριαρχήσει μια νέα αντίληψη που θα θέτει τη νομιμότητα πάνω απ' όλα και που θα θέτει τον πραγματικό σεβασμό προς τη ζωή στο επίκεντρο της σκέψης και των ενεργειών όσων ασκούν εξουσία. Διαφορετικά, το στρεβλό σύστημα θα προχωρήσει ακάθεκτο προς την επόμενη τραγωδία. Τα πλαίσια των ποινών Στην Αγγλία, μετά το 2003 τα Δικαστήρια αποδίδουν μεγαλύτερη σημασία στο γεγονός της απώλειας ανθρώπινης ζωής ενόψει των προνοιών του άρθρου 143
(1)του Criminal Justice Act του 2003 σύμφωνα με τις οποίες «In considering the seriousness of any offence, the court must consider the offender's culpability in committing the offence and any harm which the offence caused, was intended to cause or might foreseeably have caused».[11] Παρόμοια προσέγγιση πρέπει να ακολουθήσουμε και εμείς εφόσον στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για θέμα νομοθετικής ρύθμισης, αλλά για μια αρχή γενικής εφαρμογής. Στην ποινή, ως άνω, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο βαθμός ευθύνης, αλλά και το αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του κατηγορούμενου. Όταν το αποτέλεσμα αυτό είναι ο θάνατος πολλών ανθρώπων τούτο αποτελεί, ως άνω, επιβαρυντικό παράγοντα. Κατά τα άλλα, λόγω της ευρύτητας του αδικήματος της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας, οι ποινές στην Αγγλία ποικίλουν σε ένα αντιστοίχως ευρύτατο πλαίσιο. Ενδεικτικά αναφέρουμε λ.χ. ότι στην υπόθεση R v. Kite (ανωτέρω) όπου η αμέλεια του κατηγορούμενου στοίχισε τη ζωή σε τέσσερα παιδιά η ποινή φυλάκισης μειώθηκε από τρία σε δύο χρόνια. Στην υπόθεση Barker (ανωτέρω) όπου η αμέλεια του κατηγορούμενου στοίχισε τη ζωή σε τρία παιδιά, η ποινή φυλάκισης μειώθηκε από πέντε σε τρία χρόνια. Η υπόθεση R v. Wacker [2003] 1 Cr.App.R.(S)92, ήταν η χειρότερη περίπτωση όλων. Ο κατηγορούμενος επεχείρησε να μεταφέρει με φορτηγό στην Αγγλία 58 παράνομους μετανάστες κρυμμένους σε εμπορευματοκιβώτιο. Παρέλειψε να θέσει σε λειτουργία τον εξαερισμό με αποτέλεσμα το θάνατο τους. Η περίπτωση ήταν τόσο σοβαρή, όχι μόνο από πλευράς αποτελέσματος αλλά και από πλευράς υπαιτιότητας, ώστε το Δικαστήριο να τη χαρακτηρίσει ως αποτελούσα ξεχωριστή κατηγορία από μόνη της. Επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 14 ετών. Στην υπόθεση R v. Winter and Winter [2011] 1 Cr. App.R.(S) 78, οι κατηγορούμενοι οι οποίοι είχαν αποθηκευμένα πυροτεχνήματα σε μεταλλικό εμπορευματοκιβώτιο παρέλειψαν να προειδοποιήσουν για τους κινδύνους το προσωπικό της Πυροσβεστικής που ανταποκρίθηκε σε κλήση για πυρκαγιά με συνέπειες το θάνατο δύο εργαζομένων στη Πυροσβεστική. Μάλιστα ο ένας εκ των κατηγορουμένων, διευθυντής της ιδιοκτήτριας εταιρείας, παρεπλάνησε τους πυροσβέστες σε σχέση με το περιεχόμενο του εμπορευματοκιβωτίου με σκοπό να προχωρήσουν στη κατάσβεση της πυρκαγιάς για να σωθεί η περιουσία του, ενώ γνώριζε τον κίνδυνο μαζικής έκρηξης. Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του ότι οι κατηγορούμενοι, ο διευθυντής και ο γιός του, έδειξαν έμπρακτη μεταμέλεια με την παραδοχή και ότι η επιχείρηση τους για την οποία εργάστηκαν σκληρά για χρόνια καταστράφηκε. Όμως, λαμβάνοντας υπόψη το εύρημα περί υποκειμενικής αμέλειας (recklessness) ως επίσης και την επιβαρυντική σε σοβαρό βαθμό συμπεριφορά του διευθυντή, επέβαλε ποινές φυλάκισης 7 και 5 χρόνια αντίστοιχα. Η πρόνοια του νόμου στο άρθρο 205 ΠΚ περί ευχέρειας επιβολής ισόβιας ποινής φυλάκισης είναι ενδεικτική της σοβαρότητας του αδικήματος. Οι ποινές όμως που επιβάλλονται ακόμα και σε ανθρωποκτονίες με παράνομη πράξη, κυμαίνονται βεβαίως σε χαμηλότερα πλαίσια. Τούτο ισχύει, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις ανθρωποκτονίας από παράλειψη λόγω του ότι η υπαιτιότητα έγκειται σε απερισκεψία και όχι σε πρόθεση. Στις περιπτώσεις του άρθρου 210 ΠΚ τα πλαίσια είναι εκ του νόμου πιο περιορισμένα εφόσον ως μέγιστη ποινή προβλέπεται η ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών. Οι ποινές Εν προκειμένω, σε ότι αφορά τον κατηγορούμενο 2 ο βαθμός ευθύνης και το τραγικό αποτέλεσμα με πολλαπλούς θανάτους όπως και οι άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες θα μπορούσαν να θέσουν την περίπτωση σε ένα επίπεδο ποινής οκτώ και πλέον ετών. Όμως, λαμβάνοντας υπόψη τους σοβαρούς μετριαστικούς παράγοντες, περιλαμβανομένης της ανάγκης να αποκατασταθεί κατά το δυνατό κάποιο μέτρο ισότητας, αλλά και της ανάγκης να μειωθεί η ποινή ως μέτρο ευσπλαχνίας ενόψει της κατάστασης της υγείας του κατηγορουμένου σε συνδυασμό με την ηλικία του, θα περιορίσουμε την ποινή φυλάκισης σε περίοδο πέντε ετών. Αναμένεται από τις αρμόδιες διοικητικές αρχές ότι θα λάβουν οποιοδήποτε μέτρο χρειάζεται για την αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος
- Σε ότι αφορά τους κατηγορούμενους 4, 5 και 6 αν και υπάρχουν διαφορές μεταξύ τους οι οποίες προκύπτουν από όσα έχουμε ανωτέρω αναφέρει, κρίνουμε ότι οι διαφορές εξισορροπούνται ώστε να μπορούν να τύχουν ομοιόμορφης μεταχείρισης, εφόσον οι παραλείψεις τους έχουν ουσιαστικά τον ίδιο χαρακτήρα. Αναγνωρίζουμε και μάλιστα ιδιαιτέρως ως προς αυτούς, την ανάγκη η ποινή να μειωθεί για σκοπούς άμβλυνσης και πάλι του αισθήματος αδικίας που προκαλείται. Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των μετριαστικών παραγόντων, κρίνουμε ότι μπορούμε να μειώσουμε την ποινή από ό,τι θα ήταν το κατά τα άλλα αρμόζον μέτρο, με τέτοιο τρόπο ώστε να τους επιβληθεί ποινή φυλάκισης για περίοδο δύο ετών. Έχει τεθεί θέμα από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου 6 για αναστολή εκτέλεσης της ποινής. Ως εκ του ορίου των ποινών που έχουν επιβληθεί, τέτοιο ζήτημα μπορεί να εξεταστεί μόνο σε σχέση με τους κατηγορούμενους 4, 5 και
- Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι ευρύτατη όπως έχει προσφάτως επιβεβαιωθεί στην υπόθεση Αργυρίδης κ.α. v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. αρ. 64-69/2013, ημερ. 21.6.
- Υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια της εξέτασης του θέματος της αναστολής δεν περιορίζεται στη σοβαρότητα των αδικημάτων και ότι το αποτρεπτικό της ποινής αφορά το είδος και το ύψος της ποινής που επιβάλλεται. Το ερώτημα κάθε φορά είναι, δοθείσας της επιβληθείσας ποινής, κατά πόσο η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή υπό το φως του συνόλου των περιστατικών της υπόθεσης και των προσωπικών δεδομένου κάθε κατηγορούμενου. Εν προκειμένω, δεν διαπιστώνουμε περιστάσεις που θα δικαιολογούσαν αναστολή εκτέλεσης. Αντίθετα, τέτοια μεταχείριση θα απέληγε σε υποβάθμιση της σημασίας που πρέπει να αποδοθεί στη σοβαρότητα των παραλείψεων των κατηγορουμένων και στη σοβαρότητα των συνεπειών που είχαν οι παραλείψεις αυτές. Όπως υποδεικνύεται από τη νομολογία (βλ. Wacker, ανωτ.) οι ποινές αφορώσες την ίδια συμπεριφορά θα πρέπει να είναι συντρέχουσες. Σε ότι αφορά ειδικότερα τον κατηγορούμενο 2 δεν θα επιβληθούν ποινές στις κατηγορίες που στηρίζονται στο άρθρο 210 ΠΚ. Υπό το φώς όλων των ανωτέρω επιβάλλονται ποινές ως ακολούθως: Στον κατηγορούμενο 2 επιβάλλεται ποινή φυλάκισης πέντε χρόνων σε κάθε μια κατηγορία από τις κατηγορίες 14 -
- Οι ποινές να συντρέχουν. Στις κατηγορίες 118 - 130 δεν επιβάλλεται ποινή. Στον κατηγορούμενο 4 στις κατηγορίες 144 - 156 επιβάλλεται ποινή φυλάκισης δύο ετών. Οι ποινές να συντρέχουν. Στον κατηγορούμενο 5 στις κατηγορίες 157 - 169 και 170 - 182 επιβάλλεται ποινή φυλάκισης δύο ετών. Οι ποινές να συντρέχουν. Στον κατηγορούμενο 6 στις κατηγορίες 183 - 195 και 196 - 208 επιβάλλεται ποινή φυλάκισης δύο ετών. Οι ποινές να συντρέχουν. Τα έξοδα να πληρωθούν από τη Δημοκρατία. (Για τα τεκμήρια έχουν ήδη δοθεί οδηγίες στις 24.7.2013) (Υπ.) ...................................... Τ.Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ...................................... Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ...................................... Θ. Θωμά, Ε.Δ. [1] G.M.Pikis Sentencing in Cyprus, Second Edition, σελ. 2, 5-8 [2] Αποτελούμενο από τους δρα Πέτρο Μάτσα, Εκτελεστικό Ιατρικό Διευθυντή Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας (Πρόεδρο), δρα Ευαγόρα Νικολαΐδη, Διευθυντή Καρδιολογικής Κλινικής Γ.Ν.Λ., δρα Μιχάλη Μαϊμάρη, Διευθυντή Χειρουργικής Κλινικής Καρδίας-Αγγείων και Θώρακα Γ.Ν.Λ., δρα Μιχάλη Ζαβρό, Διευθυντή Νεφρολογικής Κλινικής Γ.Ν.Λ. και δρα Χρíστο Μπέκα, Αγγειουχειρουργό στο Γ.Ν.Λ (Μέλη) [3] Έγγραφο «Β» που κατατέθηκε στις 24.7.2013 [4] Μάλιστα στην υπόθεση R v. Pathe (Peter Michael) [1997] C.L.Y. 1657 (C.A), όπου ο καταδικασθείς ήταν κάποιας ηλικίας και είχε σοβαρό πρόβλημα υγείας, ελέχθη ότι υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης εκείνης, η ορθή διαδικασία ήταν η αίτηση για χάρη αντί η έφεση [5] R v. Qazi and Majid Hussain [2011] 2 Cr. App. R.(S)8 [6] R. v. Leatherbarrow [1992] 13 Cr. App. R.(S) 632, R. v. Green [1992] 13 Cr. App. R.(S)613 [7] Barrick
(1985)7 Cr.App.Rep.(S) 142, Σουτζιής v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 424 [8] Βλ. μεταξύ άλλων, Georghios K. Georghiou and Others v. The Republic
(1986)2 C.L.R. 109, Χρύσανθος Αντωνίου Κάττου και άλλος v. Της Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 498 (ανωτέρω), Ιάκωβος Χριστοδούλου Δημητρίου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 141, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Αιμίλιου Λοΐζου
(2000)2 Α.Α.Δ. 371 [9] Άρθρο 14 του περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμος του 2004 (133(Ι)/2004) [10] Απερίσκεπτες και αμελείς πράξεις σε σχέση με την κατοχή εκρηκτικής ύλης [11] R v. Wood (Clive) [2009] EWCA Crim 651, [2010] 1 Cr. App.R.(S)2 και Attorney General's Reference (Nos 60, 62 and 63 of 2009), Re [2009] EWCA Crim 2693 [2010] 2 Cr.App.R.(S)46 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο