ΧΑΡΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε ν. ΒMC (BUSINESS MANAGEMENT CONSULTANTS) LTD κ.α., Υπόθεση αρ.: 6653/2011, 25/9/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:B49 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 6653/2011 Μεταξύ: ΧΑΡΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε και
- ΒMC (BUSINESS MANAGEMENT CONSULTANTS) LTD
- ΜΑΡΙΟY ΕΛΛΗΝΑ Κατηγορουμένων 25 Σεπτεμβρίου,
- Για τους παραπονουμένους, εμφανίζεται η κα. Γ. Καραμαλλή για τους κ.κ. Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για τους κατηγορουμένους αρ. 1 και 2, εμφανίζεται ο κ. Μ. Ναθαναήλ Κατηγορούμενος αρ. 2, παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η (άρθρο 74
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 («οι κατηγορούμενοι» εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) διώκονται για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, ως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια). Πρόκειται για την επιταγή υπ΄ αριθμόν 20143522, ημερ. 05.03.2011, η οποία εξεδόθηκε επί του τραπεζικού οργανισμού «The Cyprus Development Bank Public Company Limited» (« η cdbbank) («η επιταγή»), από τον λογαριασμό υπ΄ αριθμόν 101-01-00002189-01-1 του οποίου δικαιούχος είναι η οντότητα «BMC BUSINESS MANΑGEMENT CONSULTANTS LIMITED» («ο λογαριασμός»). Η επιταγή αφορά στο ποσόν των €100.000. Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 διώκονται ως οι εκδότες της επιταγής, ο δε κατηγορούμενος αρ. 2 διώκεται ως ο συνεργός τους. Και οι δύο αρνούνται ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Εξ αρχής σημειώνεται η υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να καθορίσει, στο κατηγορητήριο, τα ιδιαίτερα πρωτογενή γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν το εκάστοτε επίδικο αδίκημα. Πρόκειται για υποχρέωση αυστηρή, πηγάζουσα από το Σύνταγμα και τη νομολογία, η οποία διασφαλίζει το δικαίωμα του κατηγορουμένου να μην παραπλανηθεί και να μπορέσει να ετοιμάσει την υπεράσπισή του (Δημοκρατία ν. Σπύρου
(2000)2 Α.Α.Δ. 107, 144). Επακόλουθο της υποχρέωσης αυτής αποτελεί η ανάγκη όπως η μαρτυρία που θα προσκομίσει η πλευρά της κατηγορούσας αρχής να συνάδει προς το πλαίσιο των γεγονότων που καθορίζεται στο κατηγορητήριο. Μαρτυρία η οποία βρίσκεται εκτός του πλαισίου αυτού δεν μπορεί να γίνει δεχτή (Σταυρινίδης ν. Δήμου Λεμεσού
(2000)2 Α.Α.Δ. 429, 433). Σημειώνεται, ακόμη, το βάρος της κατηγορούσας αρχής να επικαλεστεί και να στοιχειοθετήσει κάθε επιμέρους συστατικό του επίδικου αδικήματος. Ως προς την ύπαρξη γεγονότων δεν επιτρέπονται υποθέσεις, όσον εύλογες και αν είναι αυτές. Κενά εν σχέσει με την συνδρομή πρωτογενών γεγονότων που στοιχειοθετούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Λοίζου ν. Αστυνομία
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, 365-6). Για να αποδειχθεί η υπόθεση κλήθηκαν και κατέθεσαν η Αποστόλα Χ¨Κυριάκου (Μ.Κ.1), υπάλληλος της «cdbbank», και ο Χάρης Κυριακίδης (Μ.Κ.2), εκπρόσωπος των παραπονουμένων. Επιπλέον της ένορκης προφορικής μαρτυρίας τους, τα πρόσωπα αυτά κατέθεσαν και έγγραφη μαρτυρία. Μεταξύ άλλων κατετέθηκαν επιστολή της «cdbbank» προς τους «BMC BUSINESS MANAGEMENT CONSULTANTS LIMITED», ημερ. 09.09.2013 (τεκμήριο 1), η αίτηση ημερ. 11.01.2010 την οποία υπέβαλαν οι «BMC BUSINESS MANAGEMENT CONSULTANTS LIMITED» προς την «cdbbank» για σκοπούς ανοίγματος λογαριασμού (τεκμήριο 2), η επιταγή (τεκμήριο 4) και καταστάσεις που αφορούν στον λογαριασμό και καλύπτουν την περίοδο από τις 02.03.2011 έως και τις 07.04.2011 καθώς και την περίοδο από τις 22.12.2010 έως και τις 24.12.2010 (τεκμήρια 5 και 6, αντιστοίχως). Ερωτήσεις και υποβολές, οι οποίες ετέθηκαν στους μάρτυρες των παραπονουμένων, ανέδειξαν τις εξής δύο υπερασπίσεις:
(1)Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 δεν υπήρξαν πελάτες της «cdbbank» και ούτε εκδότες της επίδικης επιταγής.
(2)Κατά τον χρόνο έκδοσης της επιταγής υπήρχαν στον λογαριασμό επαρκή υπόλοιπα. Επί των κεντρικών αυτών ζητημάτων η μαρτυρία την οποία παρουσίασε η πλευρά των παραπονουμένων συνοψίζεται ως εξής: Η Αποστόλα Χ¨Κυριάκου (Μ.Κ.1) εδήλωσε πως πελάτες της «cdbbank» είναι η εταιρεία «BMC BUSINESS MANΑGEMENT CONSULTANTS LIMITED», η οποία είναι εγγεγραμμένη στις Σεϋχέλλες και η οποία φέρει αρ. εγγραφής 014348 (τεκμήριο 1) και όχι η οντότητα «BMC (BUSINESS MANΑGEMENT CONSULTANTS) LIMITED». Η εταιρεία «BMC BUSINESS MANΑGEMENT CONSULTANTS LIMITED» υπέβαλε αίτηση στην «cdbbank» για να ανοιχθεί, επ΄ ονόματί της, λογαριασμός (τεκμήριο 2). Η αίτηση ενεκρίθηκε και, πράγματι, ανοίχθηκε ο λογαριασμός υπ΄ αριθμόν 101-01-002189-01-11 (τεκμήριο 1) από τον οποίο εξεδόθηκε η επιταγή (τεκμήριο 4). Η επιταγή ήταν πληρωτέα στις 05.03.
- Πλην όμως, όταν αυτή παρουσιάσθηκε σε τραπεζικό οργανισμό στις 08.03.2011 δεν επληρώθηκε λόγω ανεπαρκών υπολοίπων. Η επιταγή παρουσιάσθηκε, επίσης, στις 15.03.2011 και στις 23.03.2011 και, ομοίως, δεν επληρώθηκε λόγω ανεπαρκών υπολοίπων. Οι τραπεζικές σφραγίδες, οι οποίες ετέθηκαν επί της επιταγής και οι οποίες δηλώνουν πως στις 10.03.2011, στις 17.03.2011 και στις 24.03.2011 ο λογαριασμός δεν διέθετε επαρκή υπόλοιπα συνάδουν με την κατάσταση αυτού που καλύπτει την περίοδο από τις 02.03.2011 έως τις 07.04.2011 (τεκμήριο 5). Η Αποστόλα Χ¨Κυριάκου (Μ.Κ.1) κατέθεσε και δεύτερη κατάσταση του λογαριασμού, η οποία καλύπτει την περίοδο από τις 22.12.2010 έως και τις 24.12.2010 και η οποία δηλώνει πως στις 24.12.2010 αυτός παρουσίαζε πιστωτικό υπόλοιπο ύψους €522.168,08σ (τεκμήριο 6). Ο Χάρης Κυριακίδης (Μ.Κ.2) εδήλωσε πως η επιταγή (τεκμήριο 4) συνεπληρώθηκε και υπεγράφηκε ενώπιόν του από τον κατηγορούμενο αρ. 2 στις 05.01.
- Η επιταγή είναι μεταχρονολογημένη και εξεδόθηκε στα πλαίσια διευθέτησης οικονομικών διαφορών μεταξύ της πελάτιδας του Μάρως Γραμμάτη και των κατηγορουμένων. Υπεβλήθηκε στον Χάρη Κυριακίδη (Μ.Κ.2) πώς οι εκδότες της επιταγής και οι κατηγορούμενοι αρ. 1 δεν ταυτίζονται. Ο μάρτυρας αρνήθηκε την υποβολή και απήντησε πως οι παρενθέσεις στην επωνυμία των κατηγορουμένων αρ. 1 «πιθανότατα να μπήκαν από παραδρομή...... να είναι δακτυλογραφικό λάθος». Τέλος, υπεβλήθηκε στον μάρτυρα πως όταν εξεδίδετο η επιταγή υπήρχαν στον λογαριασμό των εκδοτών επαρκή κεφάλαια. Ο μάρτυρας απήντησε επί λέξει: «δεν μπορώ να ξέρω την ημέρα έκδοσης της επίδικης επιταγής τι κεφάλαια είχε η εταιρεία και αν αυτά ήσαν επαρκή και ικανοποιητικά για την πληρωμή της επιταγής». Μετά το πέρας προσαγωγής μαρτυρίας εκ μέρους των παραπονουμένων, ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων εισηγήθηκε πως δεν στοιχειοθετήθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των πελατών του εφ΄ όσον δεν απεδείχθηκε το κεντρικό ζήτημα της έκδοσης της επίδικης επιταγής από τους κατηγορουμένους αρ.
- Ο κος Ναθαναήλ υπέδειξε πως, σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία, εκδότης της επιταγής είναι η οντότητα «BMC BUSINESS MANΑGEMENT CONSULTANTS LIMITED», η οποία αποτελεί εταιρεία εγγεγραμμένη στις Σεϋχέλλες και φέρει αριθμό εγγραφής
- Όμως, στο κατηγορητήριο παρουσιάζονται, ως κατηγορούμενοι αρ. 1, η οντότητα «BMC (BUSINESS MANΑGEMENT CONSULTANTS) LIMITED», η οποία αποτελεί κυπριακή εταιρεία και φέρει αριθμό εγγραφής
- Η ευπαίδευτη συνήγορος των παραπονουμένων δέχθηκε πως, κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας φάνηκε, πράγματι, πως υφίστανται δύο εταιρείες, η εταιρεία «BMC BUSINESS MANΑGEMENT CONSULTANTS LIMITED», η οποία αποτελεί εταιρεία εγγεγραμμένη στις Σεϋχέλλες και η εταιρεία «BMC (BUSINESS MANΑGEMENT CONSULTANTS) LIMITED», η οποία αποτελεί εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία. Όμως, συνέχισε η κα Καραμαλλή, είναι προφανές πως η προκείμενη υπόθεση αφορά στην εταιρεία «BMC BUSINESS MANEGEMENT CONSULTANTS LIMITED» και πως η συμπερίληψη των παρενθέσεων στην επωνυμία των κατηγορουμένων αρ. 1, ως αυτή καταγράφεται στο κατηγορητήριο, οφείλεται σε τυπογραφικό λάθος. Όσον αφορά την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, για να κριθεί κατά πόσον δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9, 16), σημειώνεται πως αυτή προϋποθέτει τον εντοπισμό των συστατικών στοιχείων του εκάστοτε επίδικου αδικήματος. «Στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, παρέχεται πάντα η δυνατότητα στο Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία, εξ όψεως κρινόμενη (on the face of it), στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Το θέμα διακρίνεται από την αξιοπιστία των μαρτύρων και τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους». (Γιάγκου (Λεμόνα) ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, 385). «...ένας κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία όταν, (Ι). Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή (ΙΙ). Η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει πάνω σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου» (Technotent K. Γ. Γιώργατσος Λτδ ν. Ορφανίδου
(2004)2 Α.Α.Δ. 388, 392). Το βάρος απόδειξης που φέρει η κατηγορούσα αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της διαφέρει από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσης η οποία να δημιουργεί υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Εάν η μαρτυρία που παρουσιάζει η κατηγορούσα αρχή είναι τέτοιας ποιότητας ώστε θα ήταν επισφαλές να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί τη βάσει αυτής και μόνον, τότε η υπόθεση απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία. Όμως, στο τελικό στάδιο, το κριτήριο για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου είναι αυστηρό. Τα εξαχθέντα συμπεράσματα πρέπει να είναι τόσον ισχυρά ώστε η ενοχή να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου (ανωτέρω)). Όσον αφορά στο νομικό πλαίσιο το οποίο εδώ ενδιαφέρει σημειώνεται πως διαπράττει το διαγραφόμενο από το άρθρο 305 Α
(1)του Κεφ. 154 αδίκημα όποιος (α) εκδίδει επιταγή, (β) η οποία, κατά την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέα ή αργότερα, παρουσιάζεται στην τράπεζα επί της οποίας εξεδόθηκε, (γ) δεν εξοφλείται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του εκδότη της είναι κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασής της και (δ) παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίασή της (Ιωάννου ν. Σαμουρίδης
(2000)2 Α.Α.Δ. 299). Το εδ.
(3)του άρθρου 305Α του Κεφ. 154 διευκολύνει την απόδειξη του ισχυρισμού ότι συγκεκριμένη επιταγή δεν τιμήθηκε καθώς και της αιτίας για το γεγονός αυτό (έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων ή κλείσιμο του λογαριασμού ή ανάκληση της επιταγής) καθιερώνοντας μαχητό τεκμήριο για την αλήθεια του περιεχομένου της σχετικής σφραγίδας που τίθεται επί της επιταγής όταν αυτή παρουσιάζεται για εξόφληση. Βεβαίως, το γεγονός ότι ορισμένη επιταγή δεν τιμήθηκε καθώς και ο λόγος για κάτι τέτοιο μπορούν πάντοτε να αποδειχθούν με οιανδήποτε αποδεκτή μαρτυρία (Ιωάννου ν. Ναναίμο Λτδ κ.ά
(2005)2 Α.Α.Δ. 555, 560-1). Η ευθύνη επί τη βάσει του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154 βαραίνει τον εκδότη. Στην περίπτωση επιταγής εταιρείας, εκδότης είναι η ίδια η εταιρεία και όχι ο διευθυντής ή ο σύμβουλος ο οποίος την υπογράφει και ο οποίος θεωρείται, γενικώς, ως ο αντιπρόσωπος της εταιρείας. Το φυσικό αυτό πρόσωπο, το οποίο ενεργεί υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα, δεν υπέχει προσωπικώς αστική ευθύνη. Δεν αποκλείεται, όμως, να υπέχει ποινική ευθύνη ως συνεργός. Κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός (άρθρο 20 του Κεφ. 154). Στην περίπτωση δίωξης συνεργού, ακόμη και για αδίκημα απόλυτης ευθύνης, απαραίτητη προϋπόθεση, για να αποδοθεί σε αυτόν αξιόποινη συμπεριφορά, είναι και η απόδειξη της πρόθεσής του (ένοχη διάθεση - mens rea) σε σχέση τόσον με τη συνέργεια (την παροχή βοήθειας ή συμβουλής ή την παρακίνηση ή την παρότρυνση ή τη διευκόλυνση) όσον και με τις περιστάσεις του αδικήματος. Όσον αφορά σε συνεργό, το νοητικό στοιχείο που θα πρέπει να αποδειχθεί είναι γενικώς στενότερο και πιο απαιτητικό απ΄ ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του (Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, 266 επ, Zenonos General Motors Ltd v. Δημοκρατία,
(2009)2 Α.Α.Δ. 5). Όπως προκύπτει από τον νομοθετικό ορισμό του, το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι αδίκημα βασικής πρόθεσης. Δεν περιλαμβάνεται στον ορισμό του ρητή αναφορά σε ειδική πρόθεση. Απλώς υποδηλώνεται ότι η πρόθεση (mens rea) πρέπει, κατ΄ αρχήν, να συνοδεύει κάθε πτυχή της αξιόποινης συμπεριφοράς (actus reus). Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου ο δράστης γνωρίζει πως η πράξη του είναι ηθικώς μεμπτή. Πρόθεση του δράση να επιφέρει αυτό που η πράξη του επάγεται συντρέχει (α) όταν αυτός επιθυμεί κάτι τέτοιο, ανεξαρτήτως εάν το προβλέπει ή όχι ως πιθανόν και (β) όταν αυτός προβλέπει ότι κάτι τέτοιο πιθανόν να συμβεί, είτε το επιθυμεί είτε όχι. Στις περιπτώσεις αδικημάτων βασικής πρόθεσης, ό,τι απαιτείται να αποδειχθεί είναι να έχει κατά νουν ο δράστης τι θα επιφέρει με τις πράξεις του ή τουλάχιστον την πιθανότητα των επιπτώσεων (Halsbury's, Law of England, fourth edition, reissue, vol. 11
(1), σελ. 18 επ., Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, 270 επ. και Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 367, 371-2). Η συνδρομή των στοιχείων που συνιστούν την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος προκύπτει, ως εξυπακουόμενη, επί τη βάσει των γεγονότων. Στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν αναμένεται άμεση απόδειξη της πρόθεσης. Τα γεγονότα παρέχουν, συχνά, έρεισμα για τα συμπεράσματα ως προς την πρόθεση. Όμως, δεν υπάρχει αμάχητο τεκμήριο για την πρόθεση κάποιου να προκαλέσει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. Είναι απαραίτητη η δικαστική κρίση, η οποία, επί τη βάσει της μαρτυρίας, θα καταλήξει κατά πόσον έτσι σκεφτόταν ο συγκεκριμένος δράστης. Το πώς θα σκεφτόταν ένας λογικός άνθρωπος εάν βρισκόταν στη θέση του δράστη είναι αδιάφορο (Ακκελίδου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), 271). Τέλος, όταν η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο συνέργεια στην έκδοση ακάλυπτης επιταγής συνίσταται στο γεγονός ότι αυτός υπέγραψε την επιταγή, η αξιόποινη συμπεριφορά του συντελείται κατά το χρόνο της υπογραφής. Αυτός ο χρόνος είναι και ο κρίσιμος για να κριθεί η συνδρομή ένοχης πρόθεσης εκ μέρους του συνεργού (Παυλόπουλος v. Skopy Shoe Factory Ltd (ανωτέρω), 268 και απόφαση στην Ποινική Έφεση αρ. 150/2009 Militos Trading Limited v. Αθηνάς Μαλέκου, ημερ. 15.10.2012.). Εν προκειμένω, η εξέταση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, σε συνάρτηση με τα όσα καταγράφονται στο κατηγορητήριο και υπό το πρίσμα του ως άνω νομοθετημένου και νομολογημένου πλαισίου, αποκαλύπτει κενά εν σχέσει με συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος: Κατά πρώτον, αποκαλύπτεται κενό όσον αφορά στην εμπλοκή των κατηγορουμένων αρ. 1 στη διάπραξη του επίδικου αδικήματος. Η διαφορά μεταξύ της επωνυμίας των εκδοτών της επίδικης επιταγής («BMC BUSINESS MANΑGEMENT CONSULTANTS LIMITED») και της επωνυμίας των κατηγορουμένων αρ. 1 («BMC (BUSINESS MANΑGEMENT CONSULTANTS) LIMITED») είναι προφανής. Μάλιστα, τη διαφορά αυτή έχει αποδεχθεί και η πλευρά των παραπονουμένων. Όμως, η ταυτότητα του εκδότη της επιταγής αποτελεί πρωτογενές γεγονός, συστατικό του επίδικου αδικήματος, το οποίο οι παραπονούμενοι οφείλουν να αποδείξουν παρουσιάζοντας επαρκή και θετική μαρτυρία. Η διαφοροποίηση, ως προς το ζήτημα αυτό, μεταξύ των όσων καταγράφονται στο κατηγορητήριο και της προσκομισθείσας μαρτυρίας δημιουργεί κενό ως προς την ύπαρξη πρωτογενούς γεγονότος και καταλήγει μοιραία για την υπόθεση των παραπονουμένων. Οι υποψίες περί παραδρομής στην καταγραφή του ονόματος των κατηγορουμένων αρ. 1 στο κατηγορητήριο δεν διασώζουν την υπόθεση. Δεύτερον, υπάρχει κενό και όσον αφορά στο πιστωτικό υπόλοιπο του λογαριασμού κατά τον ουσιώδη χρόνο. Υπενθυμίζεται πώς ως χρόνος έκδοσης της επιταγής προσδιορίστηκε, από τον Χάρη Κυριακίδη (Μ.Κ.2), η 05.01.2011 και υπενθυμίζεται, περαιτέρω, πως οι παρουσιασθείσες καταστάσεις του λογαριασμού αφορούν μόνον στις περιόδους από τις 02.03.2011 έως και τις 07.04.2011 (τεκμήριο 5) και από τις 22.12.2010 ως και τις 24.12.2010 (τεκμήριο 6). Ουδεμία μαρτυρία παρουσιάσθηκε για την κατάσταση του λογαριασμού στις 05.01.2011. Όμως, ο χρόνος αυτός είναι ο κρίσιμος για να διαπιστωθεί η ύπαρξη πρόθεσης εκ μέρους των κατηγορουμένων. Η έκδοση, εκ μέρους των κατηγορουμένων αρ. 1, της επιταγής και η προς τούτο συνδρομή του κατηγορουμένου αρ. 2 είναι αξιόποινες μόνον εφ΄ όσον αυτοί, κατά τον χρόνο της υπογραφής της επιταγής, δηλαδή στις 05.01.2011, είχαν πρόθεση να επιφέρουν αυτό που οι πράξεις του επάγονται. Εφ΄ όσον δε το υπόλοιπο του λογαριασμού κατά τις 05.01.2011 παραμένει άγνωστο είναι αδύνατον να αξιολογηθούν άλλα γεγονότα ή άλλες συμπεριφορές των κατηγορουμένων ικανά να πείσουν πως οι κατηγορούμενοι εγνώριζαν τα ουσιώδη και, άρα, είχαν πρόθεση. Συναφώς αναφέρεται πως η προσκομισθείσα μαρτυρία για έκδοση της επιταγής με την συνδρομή του κατηγορουμένου αρ. 2 και για την μη εξόφλησή της λόγω ανεπαρκών υπολοίπων δεν αρκεί. Απαιτείται και η παρουσίαση μαρτυρίας για την γνώση και την πρόθεση των κατηγορουμένων κατά τον χρόνο έκδοσής της, δηλαδή κατά τον χρόνο εκδήλωσης της αδικοπραγίας. Εν όψει τούτων, διαπιστώνεται πως δεν στοιχειοθετήθηκαν αφ΄ ενός το συστατικό στοιχείο της έκδοσης της επιταγής από τους κατηγορουμένους αρ. 1, διαμέσου της συνδρομής του αντιπροσώπου τους κατηγορουμένου αρ. 2, και αφ΄ ετέρου το συστατικό στοιχείο της ένοχης πρόθεσης των κατηγορουμένων. Συνεπώς, δεν στοιχειοθετήθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον αυτών. Η υπόθεση απορρίπτεται. Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται από την κατηγορία που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) ............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο