Δημοκρατίας ν. Levent Eminoglou, Αρ. Υπ.: 641/13, 16/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2013:10 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ/ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Χρ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπ.: 641/13 Μεταξύ: Δημοκρατίας v. Levent Eminoglou Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 16.10.13. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Ν. Δημητρίου Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Π. Λοΐζου Κατηγορούμενος: Παρών [Ο διερμηνέας κ. Ιμπραχήμ Αζίζ είναι παρών και δίδει τη σχετική διαβεβαίωση ότι θα μεταφράζει πιστά και αληθινά από τα ελληνικά στα τούρκικα και αντιστρόφως όσον καλύτερα μπορεί]. Π Ο Ι Ν Η (Μετά από Διάλειμμα) Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος μετά από παραδοχή του στις κατηγορίες της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, ήτοι 2.654,5 γραμμαρίων κάνναβης, κατά παράβαση του άρθρου 6
(2)του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε («Ν29/77») (βλ. κατηγορία 6) και κατοχής της εν λόγω ποσότητας με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, κατά παράβαση του άρθρου 6
(3)του Ν29/77 (βλ. κατηγορία 7). Σύμφωνα με τα γεγονότα, ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν κάτοικος Λευκωσίας και ηλικίας 52 ετών. Γεννήθηκε στις 27.4.61 στη Δρομολαξιά. Την 9.1.13 η Υπηρεσία Καταπολέμησης Ναρκωτικών, αξιολογώντας πληροφορία, εντόπισε στην οροφή κατοικίας στη Λάρνακα πλαστικό κουβά ο οποίος περιείχε την επίδικη ποσότητα ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης από την οποία εξήχθη η ρητίνη. Με έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και του Αρχηγού Αστυνομίας αποφασίστηκε η αντικατάσταση των ναρκωτικών με ομοιώματα. Την ίδια μέρα ο χώρος τέθηκε υπό τη διακριτική παρακολούθηση μελών της ΥΚΑΝ. Την 14.1.13 και ώρα 06:15 ο κατηγορούμενος έγινε αντιληπτός κατά την είσοδο του στην κατοικία. Χρησιμοποίησε κλίμακα και ανέβηκε στην οροφή της κατοικίας. Παρέλαβε τον κουβά με τα ομοιώματα των ναρκωτικών και εξήλθε κατευθυνόμενος προς το αυτοκίνητο του. Αμέσως αστυνομικός της ΥΚΑΝ Λάρνακας, ο οποίος παρακολούθησε το χώρο, πλησίασε τον κατηγορούμενο και αφού του αποκάλυψε την ιδιότητα του και τον ανέκρινε παραδέχθηκε ότι η ουσία που είχε στην κατοχή του ήταν κάνναβη. Ο αστυνομικός παρέλαβε τον κουβά με τα ομοιώματα των ναρκωτικών. Ακολούθως ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λάρνακας όπου ανακρινόμενος περαιτέρω, προέβη σε γραπτή ομολογία στην οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι τον είχε στείλει κάποιο τρίτο πρόσωπο να παραλάβει τα ναρκωτικά και να τα μεταφέρει σε συγκεκριμένο πρόσωπο στη Λευκωσία το οποίο στο μεταξύ θα του κατονομαζόταν. Για σκοπούς επιβολής ποινής λαμβάνεται υπόψη (μετά από αίτημα του κατηγορουμένου και συναίνεση της Κατηγορούσας Αρχής), η ποινική υπόθεση 23181/12 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ως το Τεκμήριο 1, η οποία αφορά σε κατηγορία κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, δηλαδή 3 γραμμαρίων ηρωίνης κατά την 26.8.12 στον Άγιο Παύλο της Επαρχίας Λευκωσίας (βλ. κατηγορία 1), κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, δηλαδή 0.5 γραμμαρίων κάνναβης στις 26.8.12 στον ίδιο τόπο και χώρο όπως στην πρώτη κατηγορία (βλ. κατηγορία 2) και κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, δηλαδή 1.7856 γραμμαρίων ηρωίνης στις 24.5.13 στη Λευκωσία (βλ. κατηγορία 3). Σύμφωνα με τα γεγονότα, στις 26.8.12 και μεταξύ των ωρών 18:05-18:35 αστυνομικοί της ΥΚΑΝ Λευκωσίας ερεύνησαν με δικαστικό ένταλμα έρευνας την οικία του κατηγορούμενου στην οδό Αγίου Παύλου 88 στον Άγιο Δομέτιο Λευκωσία. Στις 18:05 ο κατηγορούμενος εντοπίστηκε στην αυλή της οικίας του προσπαθώντας να εισέλθει στο αυτοκίνητο του το οποίο έφερε τουρκοκυπριακούς αριθμούς εγγραφής (ΚΖ137), οπόταν και ανεκόπη για έρευνα από μέλη της ΥΚΑΝ. Τον πληροφόρησαν για το λόγο της παρουσίας τους εκεί, επιδεικνύοντας του το σχετικό ένταλμα έρευνας. Με την έναρξη της έρευνας και περί ώρα 18:05, ο κατηγορούμενος έβγαλε από την αριστερή τσέπη του παντελονιού του 5 νάιλον σακουλάκια τα οποία περιείχαν ηρωίνη και τα παρέδωσε σε αστυνομικό της ΥΚΑΝ ο οποίος τα παρέλαβε ως τεκμήρια. Ο εν λόγω αστυνομικός πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για το αυτόφωρο αδίκημα που διέπραξε και αφού του επέστησε την προσοχή στο νόμο, αυτός απάντησε «είμαι χρήστης εν για δική μου χρήση». Αμέσως ο αστυνομικός τον συνέλαβε και αφού του επέστησε ξανά την προσοχή στο νόμο ο κατηγορούμενος απάντησε «εν έχω τίποτε άλλο». Ακολούθως και περί ώρα 18:25, οι αστυνομικοί της ΥΚΑΝ ερεύνησαν την οικία του κατηγορούμενου στην παρουσία του, εντοπίζοντας πάνω σε τραπεζάκι στο υπνοδωμάτιο του, ένα νάιλον σακουλάκι που περιείχε ξηρή κάνναβη. Ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε από αστυνομικό της ΥΚΑΝ για το αδίκημα που διέπραττε και αφού του επεστήθηκε η προσοχή στο νόμο απάντησε «εν παλιό». Ο δικηγόρος του κατηγορούμενου αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής - και αναγνωρίζοντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων - επικεντρώθηκε, μεταξύ άλλων, στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, στην παραδοχή του πελάτη του ενώπιον του Δικαστηρίου μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και τη διεξαγωγή δίκης εντός δίκης σε σχέση με τη θεληματικότητα της γραπτής του ομολογίας προς την Αστυνομία, στις οικογενειακές και προσωπικές του περιστάσεις (όπως αυτές διατυπώνονται και στο περιεχόμενο έκθεσης κοινωνικής έρευνας του Γραφείου Ευημερίας την οποία και υιοθέτησε, υπό την αίρεση μέρους αυτής που είναι άσχετο με τον κατηγορούμενο, όπως είχαμε την ευκαιρία να υποδείξουμε στο δικηγόρο), στη μεταμέλεια και απολογία του, στην ηλικία του, στο γεγονός ότι είναι χρήστης ναρκωτικών, στα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει (υποφέρει από άσθμα), στη συνεργασία του με την Αστυνομία, στο γεγονός ότι διέπραξε τα αδικήματα (με σκοπό να εξασφαλίσει τη δόση του) παρασυρόμενος από πρόσωπα που μπορούσαν ως εκ τούτου να ασκήσουν επιρροή πάνω του, στο ότι δεν απεκόμισε οικονομικό όφελος από την εγκληματική του συμπεριφορά και στο γεγονός ότι απουσιάζουν παράγοντες που συνήθως καθιστούν την κατάταξη των αδικημάτων αυτών ως ακόμη σοβαρότερων από ό,τι είναι, όπως η συμμετοχή σε οργανωμένες εγκληματικές ομάδες και άλλους όπως αυτοί παρατίθενται στο άρθρο 30
(4)του Ν29/77 αναλογικώς εφαρμοζόμενου, στο ότι δεν ήταν ο εγκέφαλος της υπόθεσης αλλά ο απλός χρήστης και μεταφορέας των ναρκωτικών, στη γραπτή του ομολογία προς την Αστυνομία, στη σπίλωση του ονόματος του και στο λευκό του ποινικό μητρώο. Λάβαμε υπόψη κάθε τι στο οποίο έγινε αναφορά ενώπιον μας, ιχνηλατώντας ταυτοχρόνως κάθε πτυχή της αγόρευσης του συνηγόρου του κατηγορουμένου, η οποία μάλιστα μας δόθηκε και γραπτώς. Η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων αναδεικνύεται με ενάργεια από τις ανώτατες προβλεπόμενες ποινές της ισοβίου φυλάκισης (ή και προστίμου) για την κατηγορία 7 και της οκταετούς φυλάκισης (ή και προστίμου) για την κατηγορία 6. Τα αδικήματα αυτά κατατάσσονται ως σοβαρά ενόψει των ευρύτερων κοινωνικών και άλλων συνεπόμενων που επιφέρουν στον κοινωνικό ιστό. Αυτή η σοβαρότητα, μαζί με τη μεγάλη συχνότητα διάπραξης τους σε συνδυασμό και με την κοινωνική απαξία που τα χαρακτηρίζει, καλούν στην επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Βεβαίως, ακόμη και εντός των πλαισίων αυτών, το δικαστικό καθήκον για εξατομίκευση της ποινής ουδόλως μειώνεται ή ατονεί, αφού, βάσει πάγιας και εμπεδωμένης νομολογίας, ακόμη και στα σοβαρότερα των αδικημάτων (στα οποία δεν προβλέπεται η επιβολή αναγκαστικής ποινής), το δικαστήριο καθηκόντως και προσηκόντως είναι που οφείλει - και έτσι πράξαμε και εμείς - να προσεγγίζει την κάθε περίπτωση στη βάση των δικών της γεγονότων και τον καθένα κατηγορούμενο αναλόγως των περιστάσεων του. Τούτο όμως, ταυτοχρόνως, δε σημαίνει ότι το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής θα πρέπει να υπερακοντίζει και το έτερο δικαστικό καθήκον επιβολής της αρμόζουσας ποινής που η νομοθεσία προβλέπει και η νομολογία καθορίζει. Επιβάλλεται, επομένως, προσεκτική και μικροσκοπική στάθμιση των πραγμάτων στην κάθε περίπτωση, κάτι που θεωρούμε ότι πράξαμε και εδώ. Αναφορικώς με την αναγκαιότητα για αποτρεπτική αντιμετώπιση ατόμων που εμπλέκονται στη διάπραξη αδικημάτων σχετιζόμενων με τα ναρκωτικά, αρκούμαστε στο να υιοθετήσουμε και να επαναλάβουμε εμφαντικώς όλα όσα προσφάτως διατύπωσε το Ανώτατο Δικαστήριο σε σχέση με την πτυχή αυτή στην Κλεομένης ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 29/12, ημ. 20.5.13, διά του Πασχαλίδη, Δ., και τα οποία εφαρμόζονται, θεωρούμε, σε όλες τις περιπτώσεις αδικημάτων που αφορούν στα ναρκωτικά: «Αν και πιστεύουμε ότι επαναλαμβάνουμε εαυτούς και τα τετριμμένα, κρίνουμε σκόπιμο να υπενθυμίσουμε την κατ' επανάληψη επισήμανση της νομολογίας μας «πως τα ναρκωτικά έχουν εξελιχθεί σε μάστιγα και καρκίνωμα της κοινωνίας μας, πληγές οι οποίες δυστυχώς, όπως διαπιστώνουμε από τη συχνότητα των υποθέσεων που έρχονται ενώπιον των δικαστηρίων, όχι μόνο δεν φαίνεται να υποχωρούν, αλλά επιδεινώνονται ραγδαία. Και στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι παραβάτες είναι πρόσωπα νεαρής ηλικίας. Είναι πραγματικά λυπηρό, οδυνηρό και τραγικό να διαπιστώνουμε πως η απώλεια ζωών, νέων κυρίως ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και πως η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών και καθιστά την αυστηρή μεταχείριση των παραβατών επιτακτική». (Βλ. Παντελής Λαζάρου κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 172/2009 και 178/2009, ημερομηνίας 21/12/2010 και την εκεί σχετική νομολογία που η απόφαση παραπέμπει).» Σε σχέση με τη νομολογία στην οποία μας παρέπεμψε ο κ. Λοΐζου - και την οποία μελετήσαμε πολύ προσεκτικά, όπως και άλλη σχετική βεβαίως - θα πρέπει να σημειώσουμε ότι καμιά από τις προβληθείσες αυθεντίες δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως πανομοιότυπη ή έστω παρόμοια με την παρούσα, αφού η κάθε μια από αυτές διακρίνεται, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, επί ουσιαστικών πτυχών, όπως οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις των κατηγορουμένων και η έκταση της συνεργασίας τους με τις ανακριτικές αρχές. Αντί περαιτέρω σχολίων παραπέμπουμε στη Μιχαήλ ν Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123, 130-131, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, διά του Νικήτα Δ., σημείωσε τα ακόλουθα σχετικά: «Οι προηγούμενες υποθέσεις δεν παρέχουν πάντοτε ασφαλή καθοδήγηση. Ο λόγος γι αυτό είναι ότι, παρόλο που μπορεί να παρουσιάζουν ένα ή περισσότερα κοινά χαρακτηριστικά εντούτοις, συχνά, δεν υπάρχει η ταυτοσημία στο βαθμό που θα ήταν σωστό να προοιωνίζεται η ίδια ποινή για κατοπινές υποθέσεις. Η μεγαλύτερη ίσως χρησιμότητα του δικαστικού προηγούμενου στον τομέα αυτό έγκειται στον εντοπισμό των περιστάσεων που θεωρήθηκαν ως ελαφρυντικές ή επιβαρυντικές. Στη Βρετανία επικράτησε η πρακτική να παρέχονται από καιρού εις καιρόν κατευθυντήριες γραμμές σε συμπυκνωμένη μορφή σχετικά με τη φύση και το εύρος των ποινών. Τα σεξουαλικά αδικήματα δεν αποτελούν εξαίρεση: βλ. π.χ. R. ν. Billam [1986] 1 All E.R. 985. Όντως, όπου διαφαίνεται η τάση, πάνω σε στέρεες βάσεις, μπορεί να διαμορφωθεί ένα είδος ταρίφας. Όμως δεν μπορεί να οδηγεί σε αποστέωση της εξουσίας του δικαστηρίου μπροστά στη ζωντανή πραγματικότητα που εμφανίζει κάθε υπόθεση με τις ιδιαιτερότητες της. Αυτό δεν σημαίνει ότι δε θα ισχύσει η διατίμηση, όπου υπάρχουν ουσιαστικές ομοιότητες. Χρειάζεται όμως προσοχή γιατί, παρόλο που τα ανθρώπινα επαναλαμβάνονται, είναι ανιχνεύσιμες διαφορές και λεπτομέρειες που προσδίδουν στο προηγούμενο άλλη, διαφοροποιημένη, διάσταση. Τα λέγουμε αυτά όχι για να μειώσουμε την μεγάλη προσπάθεια του συνηγόρου, να μας ενημερώσει για κάθε τι σχετικό, αλλά για να θέσουμε τις παραμέτρους της χρήσιμης καταφυγής στο προηγούμενο». Λαμβάνουμε υπόψη για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορουμένου όπως αυτές εκτίθενται στην έκθεση κοινωνικής έρευνας (και τον αφορούν), έχοντας τύχει διευκρινίσεων και επισημάνσεων από το δικηγόρο του. Ο κατηγορούμενος είναι τουρκοκύπριος και κατάγεται από τη Δρομολαξιά. Προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια μέτριας κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Ο πατέρας του είναι συνταξιούχος ενώ η μητέρα του έχει αποβιώσει. Είναι ο πέμπτος σε σειρά από τα επτά παιδιά της οικογένειας. Οι σχέσεις του με την οικογένεια του είναι αρμονικές. Μετά την τουρκική εισβολή μετέβη στην Αγγλία με σκοπό να εργαστεί. Εργάστηκε εκεί σε διάφορες εργασίες όπως ελαιοχρωματιστής, υπάλληλος σε στεγνοκαθαριστήριο και εστιατόρια. Σε ηλικία 20 ετών τέλεσε γάμο με κοπέλα τουρκοκυπριακής καταγωγής η οποία ζούσε στην Αγγλία. Χώρισαν έπειτα από 3 χρόνια γάμου. Ο κατηγορούμενος επέστρεψε στην Κύπρο το 1993 διαμένοντας στην κατεχόμενη Κερύνεια. Εργάστηκε με τον πατέρα του σε ταξιδιωτικό πρακτορείο. Το 1999 παντρεύτηκε με κοπέλα τουρκοκυπριακής καταγωγής διαμένοντας μαζί της στα κατεχόμενα. Από το γάμο τους απέκτησαν ένα παιδί που σήμερα είναι ηλικίας 12 ετών. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, την ομολογία του προς τις ανακριτικές αρχές παρότι το εκτόπισμα της, με δεδομένο ότι αυτός συνελήφθη επ΄ αυτοφώρω, είναι μειωμένο (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Μονιάτη
(2000)2 ΑΑΔ 553, 559), την ενώπιον μας παραδοχή έστω και αν δεν ήταν άμεση, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζουμε την υπόδειξη στη Firat v Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 402, 405, ότι σε υποθέσεις ναρκωτικών δεν πρέπει να υπερτιμάται το στοιχείο της παραδοχής αφού οι υποθέσεις αυτές δεν τίθενται στο ίδιο επίπεδο με άλλες περιπτώσεις παράνομης συμπεριφοράς, τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, το γεγονός της εξάρτησης του στα ναρκωτικά, τη μεταμέλεια και απολογία του, το χαμηλό του μορφωτικό επίπεδο, τις επιπτώσεις της καταδίκης και ποινής του στον ίδιο και στην οικογένεια του (μέρος των οποίων είναι και η σπίλωση του ονόματος του) και τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει. Αναφορικά με την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε και δεν ανέμενε να έχει οποιοδήποτε οικονομικό όφελος από την αξιόποινη του συμπεριφορά εγκληματώντας ως μεταφορέα ναρκωτικών μόνον και μόνον για να εξασφαλίσει τη δόση του και ότι ως εκ τούτου αυτό θα πρέπει να προσμετρήσει ως ελαφρυντικό - απορρίπτοντας τη θέση - θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε αυτά που σημείωσε το Εφετείο στην Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 466, 469, διά του Νικολαΐδη, Δ., χωρίς άλλα σχόλια: «Θεωρούμε όμως, ούτως ή άλλως, ότι ο ισχυρισμός είναι άνευ ουσιαστικής σημασίας, γιατί, στο κάτω κάτω, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ελαφρυντικό ο λόγος προώθησης των ναρκωτικών. Είτε τα ναρκωτικά προωθούνται με σκοπό το άμεσο χρηματικό κέρδος, είτε για οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο όφελος, η κατάληξη παραμένει η ίδια. Η διάδοση των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα.» Σε σχέση με τα περί συνεργασίας του κατηγορούμενου με την Αστυνομία, το μόνο που προσμετρούμε υπέρ του είναι το γεγονός της γραπτής ομολογίας που έδωσε προς τους ανακριτές. Οι άλλοι ισχυρισμοί που προτάχθηκαν από τον δικηγόρο του - και που στο τέλος αποσύρθηκαν από ό,τι αντιληφθήκαμε - περί πρόθεσης του να δώσει μαρτυρία εναντίον του πρώην συγκατηγορούμενου του και για τον οποίο η Κατηγορούσα Αρχή σήμερα ανέστειλε την ποινική δίωξη διότι, όπως λέχθηκε χωρίς αμφισβήτηση, η υπόθεση εναντίον του βασιζόταν ολοκληρωτικώς στη μαρτυρία του κατηγορούμενου ο οποίος όμως ήταν απρόθυμος να δώσει μαρτυρία, ουδόλως θα μπορούσαν να σταχυολογηθούν ως ελαφρυντικοί. Ιδιαίτερα μάλιστα αν αναλογιστεί κανείς ότι ο κατηγορούμενος - όπως είχε κάθε δικαίωμα βεβαίως - αμφισβήτησε τη θεληματικότητα της γραπτής του ομολογίας προς την Αστυνομία η οποία εν τέλει έγινε αποδεκτή μετά από τη διεξαγωγή δίκης εντός δίκης. Σε αυτά τα πλαίσια είναι που εντάσσουμε και το γεγονός της αναστολής της ποινικής δίωξης εναντίον του πρώην συγκατηγορούμενου του κατηγορουμένου η οποία, ενόψει όλων αυτών, δε θα μπορούσε ποτέ να αποτελέσει ελαφρυντικό παράγοντα για τον κατηγορούμενο, όπως ορθώς - από ότι και πάλι αντιληφθήκαμε - εννόησε τελικώς ο δικηγόρος υπεράσπισης. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, υπό το πρίσμα που συζητήσαμε, κρίνουμε ότι η μοναδική ενδεικνυόμενη ποινή υπό τις περιστάσεις είναι, αναποφεύκτως, αυτή της φυλάκισης του κατηγορούμενου. Επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο, στην κατηγορία 7 (κατοχή κάνναβης με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα), ποινή φυλάκισης 6 ετών. Δεν επιβάλλεται ποινή στην κατηγορία 6 (κατοχή κάνναβης) δεδομένης της ταύτισης των συστατικών της στοιχείων με εκείνα της κατηγορίας 7 (κατοχή κάνναβης με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα), στην οποία μόλις έχουμε επιβάλει ποινή. Ο χρόνος που ο κατηγορούμενος τέλεσε σε προφυλάκιση στην παρούσα υπόθεση, να συνυπολογιστεί βάσει του άρθρου 117
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Τα ναρκωτικά κατάσχονται. Να καταστραφούν μετά την παρέλευση του χρόνου έφεσης. (Υπ.)................ Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. (Υπ.)................ Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. (Υπ.)................ Χρ. Φιλίππου, Ε.Δ. /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο