← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Χρήστου Παναγιώτου, Αρ. Υπ.: 2913/13, 8/10/2013

Δημοκρατία ν. Χρήστου Παναγιώτου, Αρ. Υπ.: 2913/13, 8/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2013:9 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ/ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Χρ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπ.: 2913/13 Δημοκρατία -ν- Χρήστου Παναγιώτου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 8.10.13. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κ. Α. Κωνσταντίνου. Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Θ. Θωμάς. Κατηγορούμενος: Παρών. Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος μετά από παραδοχή του στο αδίκημα του βιασμού, κατά παράβαση του άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως έχει τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης, η παραπονούμενη, η οποία είναι ηλικίας 24 ετών και διαμένει στον Κόρνο, μετέβη στις 14.7.12 στo γάμο της φίλης της, Ιωάννας Παναγιώτου, αδελφής του κατηγορούμενου, στα Λειβάδια, και αργότερα στην αίθουσα δεξιώσεων «Κοσμύρια» στην Αραδίππου. Με τον κατηγορούμενο γνωρίζονταν μέσω της Ιωάννας. Έξι χρόνια πριν από το περιστατικό, υπήρχε μεταξύ κατηγορούμενου και παραπονούμενης κάποιο φλερτ. Η παραπονούμενη, ενώ βρισκόταν στην αίθουσα δεξιώσεων, έλαβε μήνυμα στο κινητό της από τον κατηγορούμενο για να βγει έξω από την αίθουσα για να μιλήσουν. Αντιλήφθηκε ότι τη φλέρταρε. Συναντήθηκαν έξω, περίπου στις 00:30, και ο κατηγορούμενος της είπε να πάνε βόλτα με το αυτοκίνητό του. Αποδέχθηκε. Μετά τη βόλτα, κατέληξαν έξω από την οικία του. Την προέτρεψε να κατέβει με πρόφαση ότι θα παραλάμβανε κάτι από την οικία του και θα έφευγαν. Η παραπονούμενη, η οποία είχε ξαναπάει στη συγκεκριμένη οικία, αποδέχθηκε. Μετά που εισήλθε στην οικία παρέμεινε στην κουζίνα ενώ ο κατηγορούμενος κατευθύνθηκε στο δωμάτιο του. Αργότερα, τη φώναξε για να πάει και αυτή στο δωμάτιο με σκοπό να της δείξει κάτι. Όπερ και εγένετο. Εισερχόμενη στο δωμάτιο αντιλήφθηκε τον κατηγορούμενο να κάθεται σε διπλό κρεβάτι που βρισκόταν εκεί. Όταν την κάλεσε να πάει δίπλα του, η παραπονούμενη αρνήθηκε. Τότε ήταν που τραβώντας της από τα μπράτσα την κάθισε κοντά του. Την έσπρωξε στο κρεβάτι, έπεσε από πάνω της και προσπαθούσε να τη φιλήσει στο στόμα ενώ αυτή αντιδρούσε γυρνώντας το κεφάλι της δεξιά και αριστερά για να τον αποφύγει. Του έλεγε ότι δεν επιθυμούσε να έρθει σε συνουσία μαζί του και του ζητούσε να τη μεταφέρει πίσω στην αίθουσα δεξιώσεων. Ο κατηγορούμενος συνέχισε να την πιέζει. Την ακινητοποίησε, κρατώντας της τα χέρια ενώ έβγαζε το παντελόνι του και το εσώρουχό του. Την προέτρεψε να βγάλει κι αυτή τα ρούχα της αλλά η παραπονούμενη αρνήθηκε. Ο κατηγορούμενος της έβγαλε τότε με τη βία το φόρεμα, το μεσοφόρι και τα εσώρουχά της. Η παραπονούμενη προσπαθούσε να αντισταθεί κλαίγοντας και σπρώχνοντας ταυτοχρόνως τον κατηγορούμενο, αλλά λόγω μιας αδυναμίας της στη δεξιά πλευρά της μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη σε ηλικία 9 ετών - περί της οποίας γνώριζε ο κατηγορούμενος - δεν είχε πολλές δυνάμεις για να τον απωθήσει. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν ο κατηγορούμενος να την βιάσει τόσον κολπικώς όσον και πρωκτικώς. Όταν εκσπερμάτωσε μέσα της και σταμάτησε να ασκεί βία στην παραπονούμενη, αυτή τον έσπρωξε και σηκώθηκε από το κρεβάτι. Αφού ντύθηκαν, μπήκαν στο αυτοκίνητο και ο κατηγορούμενος τη μετέφερε στην αίθουσα δεξιώσεων και έφυγε. Αμέσως η παραπονούμενη τηλεφώνησε στη μητέρα της κλαίγοντας και παρακαλώντας την να μεταβεί στο σημείο που βρισκόταν, όπου και ακολούθως την ενημέρωσε για το βιασμό της. Μετέβη μαζί με τη μητέρα της στο Τμήμα Α΄ Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας για εξετάσεις. Εκεί, η παραπονούμενη ανέφερε σε γυναίκα αστυνομικό ότι βιάσθηκε από τον κατηγορούμενο. Μετά που η αστυνομικός ενημέρωσε το ΤΑΕ Λάρνακας, κατέφθασαν επί τόπου δύο άλλοι αστυνομικοί οι οποίοι συνάντησαν την παραπονούμενη διαπιστώνοντας συνάμα ότι βρισκόταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Ο κατηγορούμενος συνελήφθη και αφού πληροφορήθηκε για το λόγο της σύλληψης του, ανέφερε «ένα γλύψιμο της έκαμα». Λίγα λεπτά αργότερα προέβη σε γραπτή θεληματική κατάθεση όπου και παραδέχθηκε ενοχή. Ο δικηγόρος υπεράσπισης αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής - και παραπέμποντας σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου - επικεντρώθηκε, μεταξύ άλλων, στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, στην άμεση παραδοχή του κατηγορούμενου στο δικαστήριο, στην άμεση γραπτή του ομολογία προς τις ανακριτικές αρχές, στις οικογενειακές και προσωπικές του περιστάσεις, στην κατάσταση ευφορίας στην οποία περιήλθε ως εκ της κατανάλωσης οινοπνευματωδών ποτών πριν από το αδίκημα, στο νεαρό της ηλικίας του, στα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει (όπως αυτά περιγράφονται στην ιατρική έκθεση-Τεκμήριο Β) και στο χαμηλό μορφωτικό του επίπεδο. Ο κατηγορούμενος είναι άνεργος και διαμένει στα Λειβάδια με τους γονείς και δύο από τα τέσσερα αδέλφια του σε ιδιόκτητη οικία η οποία ανήκει στη μητέρα του. Προέρχεται από πολύτεκνη οικογένεια χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Φοίτησε μέχρι την Α΄ τάξη Γυμνασίου διακόπτοντας αυτοβούλως τη φοίτηση του. Συμπλήρωσε κανονικά τη στρατιωτική του θητεία σε τάγμα πεζικού. Μετά την απόλυση του από την Εθνική Φρουρά εργοδοτήθηκε για περίοδο δύο μηνών σε υπεραγορά και αργότερα για περίοδο οκτώ μηνών στο Κοινοτικό Συμβούλιο Λειβαδιών από όπου απολύθηκε μετά τη λήξη του συμβολαίου του. Ως αποτέλεσμα τούτων, ενεγράφη ως άνεργος στο Γραφείο Εξευρέσεως Εργασίας λαμβάνοντας ανεργιακό επίδομα. Ιχνηλατήσαμε κάθε τι το οποίο αναφέρθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή και τον δικηγόρο Υπεράσπισης, λαμβάνοντας επιπροσθέτως υπόψη, προς όφελος του κατηγορούμενου, το περιεχόμενο της έκθεσης κοινωνικής έρευνας που συντάχθηκε για τους παρόντες σκοπούς και την οποία υιοθέτησε ο κ. Θωμάς. Το περιεχόμενο της το συνοψίσαμε σε μεγάλο βαθμό πιο πάνω χωρίς να παραγνωρίζουμε και το υπόλοιπο. Η σοβαρότητα του επίδικου αδικήματος αναδεικνύεται με ενάργεια από την προβλεπόμενη ποινή της ισοβίου φυλάκισης. Το αδίκημα αυτό μειώνει, ως εκ της φύσεως του, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, εμπερικλείοντας ταυτοχρόνως πολλαπλούς και αυτονόητους κινδύνους για το θύμα, ιδιαίτερα όταν, όπως στην παρούσα περίπτωση, ο θύτης εκσπερματώνει εντός του θύματος χωρίς τη λήψη προφυλακτικών μέτρων. Τούτη λοιπόν η σοβαρότητα του εγκλήματος του βιασμού, μαζί με την ανησυχητική συχνότητα διάπραξης του, σε συνδυασμό και με την κοινωνική απαξία που το χαρακτηρίζει, καλεί αναποδράστως στην επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Βεβαίως, όποια και να είναι η σοβαρότητα του αδικήματος και η ανάγκη για αποτρεπτική αντιμετώπιση εκείνων που το διαπράττουν, το δικαστικό καθήκον για εξατομίκευση της ποινής ουδόλως αμβλύνεται ή ατονεί, και τούτο βάσει της πάγιας και εμπεδωμένης αρχής ότι, ακόμη και στα σοβαρότερα των αδικημάτων στα οποία δεν προβλέπεται η επιβολή αναγκαστικής ποινής, το Δικαστήριο καθηκόντως και προσηκόντως είναι που οφείλει - και έτσι πράξαμε κι εμείς - να προσεγγίζει την κάθε περίπτωση στη βάση των δικών της γεγονότων και τον καθένα κατηγορούμενο αναλόγως των περιστάσεων του. Τούτο, δε σημαίνει ωστόσο ότι το καθήκον για εξατομίκευση θα πρέπει να υπερακοντίζει το έτερο δικαστικό καθήκον για επιβολή της αρμόζουσας ποινής, που η νομοθεσία προβλέπει και η νομολογία προσδιορίζει. Επιβάλλεται επομένως προσεκτική και μικροσκοπική στάθμιση των πραγμάτων στην κάθε περίπτωση. Τούτο έγινε και εδώ. Προσμετρούμε για σκοπούς μετριασμού της ποινής τις οικογενειακές και προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, την κατάσταση ευφορίας στην οποία βρισκόταν μετά την κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών - παρότι εξακολουθούσε να γνωρίζει καλώς τι είναι που έπραττε κατά τους κρίσιμους χρόνους και πώς έπρεπε να τροχιοδρομήσει τα πράγματα για να ικανοποιήσει τις σεξουαλικές του ορέξεις - την άμεση του παραδοχή στο Δικαστήριο, γεγονός που εκ των πραγμάτων απέτρεψε την αναγκαιότητα παρουσίασης της παραπονούμενης ως μάρτυρος και την αναβίωση από αυτήν των κακών, για να πούμε το λιγότερο, στιγμών που έζησε κατά το βιασμό της, την άμεση του ομολογία προς την Αστυνομία, το νεαρό της ηλικίας του (τα Δικαστήρια είναι με αισθαντικότητα που προσεγγίζουν πάντοτε κατηγορούμενους νεαρής ηλικίας, ακόμη και στα χειρότερα των εγκλημάτων), τα οικονομικά και ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει, τη μειωμένη του αντίληψη περί της σοβαρότητας του θέματος, το χαμηλό μορφωτικό και κοινωνικό του επίπεδο, την ανώριμη προσωπικότητα του, τις επιπτώσεις της καταδίκης και ποινής του στον ίδιον και στην οικογένεια του αλλά και στη θεραπεία στην οποία υποβάλλεται εδώ και ενάμισι περίπου χρόνο και πριν από τη διάπραξη του αδικήματος για την αντιμετώπιση μιας γενικευμένης αγχώδους διαταραχής την οποία παρουσιάζει (με τη θεραπεία να περιορίζεται σε διάφορες συνεντεύξεις με νευρολόγο-ψυχίατρο), καθώς και την έμπρακτη μεταμέλεια και απολογία του. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη ότι ο κατηγορούμενος δε βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες παρόμοιας μορφής με το επίδικο έγκλημα. Είναι γεγονός ότι διευκρινίστηκε από τον κ. Θωμά ότι στις 8.11.10 ο κατηγορούμενος τέθηκε υπό κηδεμονία από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας για περίοδο δύο χρόνων, με όρους κοινοτικής εργασίας 80 ωρών για αδίκημα αμελούς οδήγησης και ότι εντάχθηκε στο πρόγραμμα και ολοκλήρωσε με επιτυχία τα επιβληθέντα. Θα χειριστούμε εν προκειμένω τον κατηγορούμενο ως άτομο λευκού ποινικού μητρώου μια και το αδίκημα στο οποίο έγινε αναφορά από το δικηγόρο του δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με εκείνο του βιασμού. Ούτε και θεωρούμε ότι ενδείκνυται εδώ να προσεγγίσουμε την προηγούμενη αυτή καταδίκη ως ενδεικτική της ευρύτερης στάσης του κατηγορούμενου έναντι των νόμων της Πολιτείας, καίτοι διαπράχθηκε ενώ τελούσε υπό κηδεμονία. Δε μπορούμε να παραγνωρίσουμε ότι ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε σωματική βία εναντίον της νεαρής παραπονούμενης ώστε να δυνηθεί να πετύχει τους άνομους του σκοπούς, γνωρίζοντας περί της σωματικής αδυναμίας που αυτή αντιμετώπιζε μετά από το εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη όταν ήταν μικρή, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να αντισταθεί με αμυντική επάρκεια στις επιδιώξεις του. Δε μπορούμε επίσης να αγνοήσουμε ότι ο κατηγορούμενος βίασε την παραπονούμενη τόσον κατά φύσιν όσον και παρά φύσιν, εκσπερματώνοντας μάλιστα μέσα της και δημιουργώντας εκ των πραγμάτων αυτονόητους κινδύνους για την υγεία της. Την εξευτέλισε, ασχέτως αν την γνώριζε από προηγουμένως λόγω και κάποιου φλερτ που αναπτύχθηκε μεταξύ τους παλαιότερα. Τούτο το γεγονός, δεν του παρείχε οποιοδήποτε δικαίωμα επί της παραπονούμενης ούτε και ασφαλώς θα μπορούσε ποτέ να γίνει αποδεκτό ως δικαιολογία για την απαράδεκτη του συμπεριφορά. Το ότι η παραπονούμενη ένιωσε σε κάποια στιγμή στην αίθουσα δεξιώσεων ότι ο κατηγορούμενος τη φλέρταρε και ότι, παρά ταύτα, επέλεξε να μεταβεί μαζί του για βόλτα και ακολούθως στην οικία του - με την πρόφαση ότι αυτός θα παραλάμβανε δήθεν κάτι από εκεί και θα έφευγαν - δε συνιστά ελαφρυντικό στοιχείο. Ουδέποτε η παραπονούμενη έπραξε οτιδήποτε που θα μπορούσε να οδηγήσει ευλόγως τον κατηγορούμενο στο να πιστεύει ότι αυτή θα αποδεχόταν τη συνουσία. Απεναντίας. Η παραπονούμενη όταν ο κατηγορούμενος πήγε στο δωμάτιο του, παρέμεινε στην κουζίνα και δεν τον ακολούθησε αυτοβούλως. Εισήλθε στο δωμάτιο μετά από προτροπή του κατηγορούμενου χωρίς ποτέ να υποψιάζεται αυτά που έμελλε να πάθει. Όπως όμως και να έχουν τα πράγματα, ο κατηγορούμενος όφειλε να σταματήσει αμέσως μετά την εκδήλωση της πρώτης αντίθεσης και αντίστασης της παραπονούμενης στις επιβουλές του. Δεν το έπραξε. Τουναντίον, εκμεταλλεύτηκε το υπέρτερο της σωματικής του δύναμης και την εξανάγκασε - με τον τρόπο που περιγράψαμε - να υποκύψει μαχόμενη στις σεξουαλικές του πράξεις. Σε σχέση με τη νομολογία στην οποία μας παρέπεμψε ο δικηγόρος του κατηγορούμενου - και την οποία μελετήσαμε πολύ προσεκτικά, όπως και άλλη σχετική ασφαλώς - θα πρέπει να σημειώσουμε ότι καμιά από τις προταχθείσες αυθεντίες δε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως πανομοιότυπη ή έστω παρόμοια με την παρούσα, σε βαθμό τουλάχιστον ιδιαίτερα καθοδηγητικό για το Δικαστήριο, αφού η κάθε μια από αυτές διακρίνεται, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, επί ουσιαστικών πτυχών, όπως οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων και οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις των κατηγορουμένων. Θα πρέπει δε να σημειώσουμε ότι μια από τις αποφάσεις στις οποίες μας παρέπεμψε ο συνήγορος, η Kolarski v Δημοκρατίας

(1997)2 ΑΑΔ 205, δεν αφορούσε, τελικώς, σε απόφαση επί της ποινής αλλά μόνο της καταδίκης, ανεξαρτήτως του ότι αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασης ότι η πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή ήταν η τετραετής φυλάκιση του κατηγορούμενου. Αντί περαιτέρω σχολίων, παραπέμπουμε στη Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, διά του Νικήτα Δ., σημείωσε τα ακόλουθα σχετικά: «Οι προηγούμενες υποθέσεις δεν παρέχουν πάντοτε ασφαλή καθοδήγηση. Ο λόγος γι αυτό είναι ότι, παρόλο που μπορεί να παρουσιάζουν ένα ή περισσότερα κοινά χαρακτηριστικά εντούτοις, συχνά, δεν υπάρχει η ταυτοσημία στο βαθμό που θα ήταν σωστό να προοιωνίζεται η ίδια ποινή για κατοπινές υποθέσεις. Η μεγαλύτερη ίσως χρησιμότητα του δικαστικού προηγούμενου στον τομέα αυτό έγκειται στον εντοπισμό των περιστάσεων που θεωρήθηκαν ως ελαφρυντικές ή επιβαρυντικές. Στη Βρετανία επικράτησε η πρακτική να παρέχονται από καιρού εις καιρόν κατευθυντήριες γραμμές σε συμπυκνωμένη μορφή σχετικά με τη φύση και το εύρος των ποινών. Τα σεξουαλικά αδικήματα δεν αποτελούν εξαίρεση: βλ. π.χ. R. ν. Billam [1986] 1 All E.R. 985. Όντως, όπου διαφαίνεται η τάση, πάνω σε στέρεες βάσεις, μπορεί να διαμορφωθεί ένα είδος ταρίφας. Όμως δεν μπορεί να οδηγεί σε αποστέωση της εξουσίας του δικαστηρίου μπροστά στη ζωντανή πραγματικότητα που εμφανίζει κάθε υπόθεση με τις ιδιαιτερότητες της. Αυτό δεν σημαίνει ότι δε θα ισχύσει η διατίμηση, όπου υπάρχουν ουσιαστικές ομοιότητες. Χρειάζεται όμως προσοχή γιατί, παρόλο που τα ανθρώπινα επαναλαμβάνονται, είναι ανιχνεύσιμες διαφορές και λεπτομέρειες που προσδίδουν στο προηγούμενο άλλη, διαφοροποιημένη, διάσταση. Τα λέγουμε αυτά όχι για να μειώσουμε την μεγάλη προσπάθεια του συνηγόρου, να μας ενημερώσει για κάθε τι σχετικό, αλλά για να θέσουμε τις παραμέτρους της χρήσιμης καταφυγής στο προηγούμενο». Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, καταλήγουμε ότι αντικειμενικώς ιδωμένων των πραγμάτων, η μοναδική ενδεικνυόμενη ποινή υπό τις περιστάσεις είναι, αναποφεύκτως, αυτή της φυλάκισης του κατηγορούμενου. Επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 4 ετών. Ο χρόνος που ο κατηγορούμενος τέλεσε σε προφυλάκιση στην παρούσα υπόθεση, να συνυπολογιστεί βάσει του άρθρου 117
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. (Υπ.)................ Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. (Υπ.)................ Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. (Υπ.)................ Χρ. Φιλίππου, Ε.Δ. /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.