HAKAM QASEM HUSSEIN BADAR ν. ΙΑΚΩΒΟΥ ΗΛΙΑ, Αρ. Υπόθεσης: 1265/08, 7/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:B51 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1265/08 HAKAM QASEM HUSSEIN BADAR Ενάγοντας και ΙΑΚΩΒΟΥ ΗΛΙΑ Εναγόμενος Ημερομηνία: 07 Οκτωβρίου, 2013 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα Μ. Μικελλίδου (για να ακούσει απόφαση κ. Ιωάννου) Για Εναγόμενο: κ. Χ. Πουτζιουρής (για να ακούσει απόφαση κα. Πάτσαλλου) Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας με την αγωγή του αξιώνει το ποσό των €15.000- ως ποσό το οποίο ο Ενάγοντας πλήρωσε προς όφελος και για λογαριασμό του Εναγόμενου κατά παράβαση της συμφωνίας ημερομηνίας 01/09/06 ή/και ως αξία των αντικειμένων που ο Εναγόμενος οικειοποιήθηκε ή/και ως αποζημιώσεις. Επίσης αξιώνει το ποσό των €18.425- ως ποσό το οποίο είχε καταβληθεί για ενοίκια, ρεύμα και νερό χωρίς νόμιμο αντάλλαγμα και χωρίς νόμιμη αιτία ενώ επιπρόσθετα αξιώνει το ποσό των €50.000- ως απολεσθέντα ή/ και αναμενόμενα εισοδήματα ή/και ως κέρδη ή/ και ως αποζημιώσεις. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης ο Ενάγοντας ήταν ο διαχειριστής ή και ο νόμιμος χρήστης ή και ο κάτοχος του υποστατικού, στην οδό Πιαλέ Πασιά στην Λάρνακα, με την επωνυμία «ΜΙΝΟΣ», το οποίο στη συνέχεια μετονομάστηκε «BLUE LAGOON". Ο Εναγόμενος ήταν ο νόμιμος δικαιούχος του συγκεκριμένου υποστατικού. Ο Εναγόμενος είχε παραχωρήσει στον Ενάγοντα με γραπτή και προφορική συμφωνία το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης και/ή διαχείρισης και/ή εκμετάλλευσης του εστιατορίου για την περίοδο από 01/09/06 μέχρι την 01/09/
- Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του Ενάγοντα κατά την παραλαβή του εστιατορίου αυτό βρισκόταν σε πολύ κακή κατάσταση και δεν μπορούσε να λειτουργήσει, σύμφωνα με τους σχετικούς Νόμους, χωρίς να γίνουν οι αναγκαίες εργασίες για την επιδιόρθωση και την επαναφορά του σε καλή και λειτουργήσει κατάσταση. Ήταν ρητός ή/και εξυπακουόμενος όρος, της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, ότι ο Εναγόμενος είχε υποχρέωση να παραδώσει στον Ενάγοντα το εστιατόριο με όλες τις προβλεπόμενες και απαραίτητες άδειες του και ότι ο Ενάγοντας θα υποχρεούτο να εξασφαλίσει, με δικά του έξοδα και ευθύνη, την ανανέωση ή/και την έκδοση αδειών έτσι ώστε να υπάρχει συμμόρφωση με τους εκάστοτε ισχύοντες Νόμους και Κανονισμούς. Ο Ενάγοντας είχε υποχρέωση να καταβάλει προς τον Εναγόμενο το ποσό των €1.196,02- μηνιαίως το οποίο θα ήταν πληρωτέο την 01/09/06 και εφεξής την πρώτη ημέρα εκάστου επόμενου μήνα. Ο Ενάγοντας θα κατέβαλλε το ποσό των €1196,02- μηνιαίως, κάθε πρώτη μέρα εκάστου μηνός, ως νόμιμο αντάλλαγμα ή/και διαχειριστικό τέλος για την εκμετάλλευση του εστιατορίου και ως εγγύηση το ποσό των €3.588,06- για την πιστή τήρηση των όρων της επίδικης συμφωνίας. Με την μη καταβολή του νομίμου ανταλλάγματος ή/και του διαχειριστικού τέλους ο Εναγόμενος είχε το δικαίωμα να αναλάβει την ελεύθερη κατοχή του εστιατορίου χωρίς ειδοποίηση. Ο Εναγόμενος είχε απαιτήσει, επιπρόσθετα από το ποσό των €1.196,02-, το ποσό των €170- μηνιαίως για τους 24 μήνες της ενοικίασης το οποίο αντιπροσώπευε το διαχειριστικό τέλος για την συμφωνηθείσα περίοδο. Ο Ενάγοντας είχε καταβάλει στον Εναγόμενο το συνολικό ποσό των €18.452,82-, το οποίο αντιπροσώπευε €4.100,64- ως διαχειριστικό τέλος, €3.588- ως η συμφωνηθείσα εγγύηση και €10.764,18- διαχειριστικό τέλος για τους μήνες Σεπτέμβριο του 2006 μέχρι και τον Μάιο του
- Σύμφωνα με τους καταγραφέντες ισχυρισμούς του Ενάγοντα παρά τις παραστάσεις και τις διαβεβαιώσεις του Εναγόμενου, ότι το εστιατόριο διέθετε όλες τις προβλεπόμενες άδειες για την λειτουργία του, αυτό δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα με αποτέλεσμα ο Ενάγοντας να υποχρεωθεί να επωμισθεί όλα τα έξοδα για την εξασφάλιση των αναγκαίων αδειών για τη νόμιμη λειτουργία του εστιατορίου. Η διαδικασία για εξασφάλιση των ενδεδειγμένων αδειών διάρκεσε μέχρι τις 14/06/07 και σε αυτή την περίοδο ο Ενάγοντας δεν μπορούσε να το λειτουργήσει. Ο Ενάγοντας για την καλύτερη και ορθότερη εξυπηρέτηση των πελατών του εστιατορίου είχε αγοράσει διάφορα αντικείμενα αξίας €26.
- Παράλληλα είχε αναγκαστεί να ξοδέψει, σε τροποποιήσεις στο εστιατόριο, το ποσό των €9.263- για να διασφαλίσει την άδεια λειτουργίας από τον ΚΟΤ και πιστοποιητικό HACCAP. Ενώ είχαν εκδοθεί οι σχετικές άδειες του εστιατορίου και θα μπορούσε ο Ενάγοντας να λειτουργήσει νόμιμα το εστιατόριο ο Εναγόμενος κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας και χωρίς το δικαίωμα και χωρίς να δώσει οποιαδήποτε προειδοποίηση στον Ενάγοντα στις 20/08/07 είχε αλλάξει τις κλειδαριές του εστιατορίου και είχε εκδιώξει παράνομα τον Ενάγοντα από την κατοχή και την χρήση του, ενώ είχε αποξενώσει και είχε οικειοποιηθεί αντικείμενα τα οποία βρίσκονταν εντός του εστιατορίου και ανήκαν στον Ενάγοντα. Παρά τις διαμαρτυρίες και παραστάσεις του Ενάγοντα προς τον Εναγόμενο ο Εναγόμενος μέχρι και σήμερα αρνείται να επιστρέψει την κατοχή και χρήση του εστιατορίου στον Ενάγοντα και εκμεταλλεύτηκε και αξιοποίησε τα αντικείμενα και τα έξοδα στα οποία προέβη ο Ενάγοντας γι΄ αυτό ο Ενάγοντας έχει υποστεί ζημιές ύψους €83.425-. Διαζευκτικά ισχυρίζεται, ο Ενάγοντας, ότι τη συγκεκριμένη ζημιά την υπέστη λόγω του δόλου ή/και της απάτης ή/και των ψευδών παραστάσεων στις οποίες ο Εναγόμενος είχε προβεί κατά τη σύναψη της συγκεκριμένης συμφωνίας με σκοπό να καταδολιεύσει τον Ενάγοντα και να αποσπάσει από αυτόν χρήματα. Ως λεπτομέρειες του δόλου ή/και της απάτης ή/και των ψευδών παραστάσεων του Εναγομένου κατέγραψε τα ακόλουθα: Ο Εναγόμενος είχε επιβεβαιώσει τον Ενάγοντα ότι το εστιατόριο είχε όλες τις άδειες λειτουργίας ενώ αυτό δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, είχε αποκρύψει από τον Ενάγοντα το γεγονός ότι το εστιατόριο δεν διέθετε τις αναγκαίες άδειες λειτουργίας με σκοπό να τον καταδολιεύσει, είχε παραστήσει στον Ενάγοντα, με σκοπό να τον πείσει να συνάψει την επίδικη συμφωνία και να του καταβάλει τα συμφωνηθέντα ποσά, ότι το εστιατόριο διέθετε τις αναγκαίες άδειες, είχε αποσπάσει από τον Ενάγοντα χρηματικά ποσά με αντάλλαγμα την χρήση ή/και την εκμετάλλευση του εστιατορίου εν γνώσει του ότι η συγκεκριμένη εκμετάλλευση δεν θα μπορούσε να γίνει νόμιμα από τον Ενάγοντα αφού δεν υπήρχαν οι αναγκαίες άδειες. Προβάλλεται επίσης διαζευκτικά ότι το ποσό των €83.425- ο Ενάγοντας το είχε καταβάλει στον Εναγόμενο αχρεωστήτως και/ή χωρίς νόμιμη αιτία και/ή χωρίς νόμιμο αντάλλαγμα ή/και για αιτία που δεν επακολούθησε. Είναι ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι τα λογικά αναμενόμενα κέρδη από την λειτουργία του εστιατορίου θα ανέρχονταν στο ποσό των €2.562,90- μηνιαίως. Ο Εναγόμενος στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του αρνείται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα και ισχυρίζεται ότι αυτός που παραβίασε ουσιώδεις όρους του συμφωνητικού εγγράφου διαχειρίσεως του συγκεκριμένου υποστατικού ήταν ο Ενάγοντας. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο ο Ενάγοντας εμποδίζεται να ισχυρίζεται ότι η κατάσταση του υποστατικού ήταν κακή αφού το παρέλαβε χωρίς να διαμαρτυρηθεί και χωρίς να αξιώσει από τον Εναγόμενο οποιαδήποτε αλλαγή. Ο Εναγόμενος υποστηρίζει ότι το εστιατόριο διατηρούσε άδεια λειτουργίας ως εστιατόριο και ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση να προβεί σε αλλαγές ή/και εργασίες για να δημιουργήσει νέες συνθήκες ή/και άλλα δεδομένα σε σχέση με το εστιατόριο. Ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση για αλλαγές τις οποίες ο Ενάγοντας είχε επιφέρει στο εστιατόριο με δική του πρωτοβουλία. Ο Ενάγοντας, είναι η θέση του Εναγόμενου, δεν κατείχε οποιοδήποτε δικαίωμα να προβαίνει σε δομικές μετατροπές και/ή προσθήκες και/ή ανακαινίσεις στο χώρο του εστιατορίου χωρίς την προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση του Εναγόμενου, την οποία ουδέποτε έδωσε. Ήταν η θέση του Εναγόμενου ότι δυνάμει των όρων της μεταξύ τους συμφωνίας ο Ενάγοντας όφειλε να καταβάλει στον Εναγόμενο το ποσό των Λ.Κ.2.100- ως εγγύηση για την πιστή τήρηση όλων των όρων της συμφωνίας. Η συγκεκριμένη εγγύηση λόγω της συμπεριφοράς του Ενάγοντα και της μη τήρησης εκ μέρους του των όρων της συμφωνίας κατασχέθηκε. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι οι άδειες υπήρχαν και ο Ενάγοντας γνώριζε πλήρως τα γεγονότα σε σχέση με τις συγκεκριμένες άδειες και ουδέποτε είχε παραπονεθεί. Επιπρόσθετα με βάση τους όρους της συμφωνίας νόμιμος κάτοχος του συγκεκριμένου εστιατορίου ήταν ο Εναγόμενος και ο Ενάγοντας δεν έφερε οποιαδήποτε ευθύνη έναντι των αρχών. Ήταν ο ισχυρισμός του Εναγόμενου ότι ο Ενάγοντας λειτουργούσε κανονικά και καθημερινά το εν λόγω εστιατόριο και ουδέποτε ενόχλησε ή/και ενημέρωσε τον Εναγόμενο ότι για την περίοδο Σεπτέμβριο 2006 μέχρι και Ιούνιο 2007 δεν λειτουργούσε ή/και δεν μπορούσε να λειτουργήσει το υποστατικό. Η πλήρης ευθύνη για όλα τα έξοδα λειτουργίας του εστιατορίου ή/και τα έξοδα για τις σχετικές άδειες ή/και τα τέλη και οι φόροι που αφορούσαν την λειτουργία του εστιατορίου καθώς και η λήψη των σχετικών αδειών βάραινε τον Ενάγοντα. Ο Ενάγοντας είχε παραβιάσει ουσιώδης όρους της συμφωνίας αφού δεν κατέβαλε το συμφωνηθέν διαχειριστικό τέλος για τους μήνες Ιούνιο 2007 μέχρι Σεπτέμβριο του 2007, το σύνολο του οποίου ανερχόταν στις €4.785-. Ο Εναγόμενος απέστειλε στις 20/09/07 επιστολή τερματισμού της συμφωνίας διαχείρισης, μέσω των δικηγόρων, πληροφορώντας τον Ενάγοντα ότι καθυστερούσε το συνολικό ποσό των €4.885- ενώ επιπρόσθετα χρωστούσε το ποσό των €2.390- ως χρέη ή/και λογαριασμούς. Ανταλλάχθηκε αλληλογραφία μεταξύ των δικηγόρων και ο Εναγόμενος μετά τον τερματισμό της συμφωνίας δέχθηκε πιέσεις από τρίτα πρόσωπα σε σχέση με χρέη που είχε δημιουργήσει ο Ενάγοντας κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο υποστατικό. Ισχυρίζεται ότι αποκλειστικός υπαίτιος για την παράβαση της συμφωνίας ήταν ο Ενάγοντας και αρνείται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα περί δόλου ή/και απάτης ή/και ψευδών παραστάσεων. Ο Εναγόμενος ανταπαιτεί, από τον Ενάγοντα, το ποσό των €4.785- ως δεδουλευμένα τέλη για τη διαχείριση του υπό αναφορά εστιατορίου για τους μήνες Ιούνιο με Σεπτέμβριο του 2007, το ποσό των €2.390- ως αποζημιώσεις σε σχέση με χρέη ή/και απλήρωτους λογαριασμούς του εστιατορίου που ο Εναγόμενος αναγκάστηκε να καταβάλει και €14.352,25- ως αποζημιώσεις για το υπόλοιπο του συμβολαίου λόγω της παραβίασης των ουσιωδών όρων από τον Ενάγοντα. Πρώτος έδωσε μαρτυρία ο Ενάγοντας, Hakam Qasem Hussein Badar, Μ.Ε.
- Σύμφωνα με την μαρτυρία του έψαχνε για ένα εστιατόριο και είχε δει διαφημιστική πινακίδα έξω από το εστιατόριο «ΜΙΝΟΣ», στην οδό Πιαλέ Πασιά 8 και μαζί με τον φίλο του, Πανίκο Εγγλέζο, είχαν τηλεφωνήσει για να δουν κατά πόσο ενοικιάζεται. Μετά από διαπραγματεύσεις το ενοικίασε και το ονόμασε «BLUE LAGOΟN». Ο Εναγόμενος αρχικά ζητούσε ως ενοίκιο Λ.Κ.900- αλλά κατέληξαν στο ποσό των Λ.Κ.800- με την καταβολή, ως προκαταβολής, του ενοικίου τριών μηνών. Του είχε παραχωρηθεί, αχρεωστείτος, περίοδος ενός μηνός για τις ανακαινίσεις ενώ του είχε αναφερθεί, από τον Εναγόμενο, ότι όλες οι άδειες ήταν συμπληρωμένες και δεν θα χρειαζόταν οτιδήποτε άλλο. Στη συνέχεια ο Εναγόμενος του είχε αναφέρει ότι στο συμβόλαιο θα καταγραφόταν ως ενοίκιο το ποσό των Λ.Κ.700- και τις υπόλοιπες Λ.Κ.100- τις ήθελε ως εφάπαξ προκαταβολή για τους 24 μήνες της ενοικίασης όρο με τον οποίο ο ίδιος είχε συμφωνήσει. Στις 10/08/2006 που είχε παραλάβει τα κλειδιά του εστιατορίου είχε δώσει στον Εναγόμενο Λ.Κ.200- και είχε συμφωνήσει να του καταβάλει Λ.Κ. 2.400- συν τους τρεις μήνες του ενοικίου ως προκαταβολή. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 το συμβόλαιο ενοικίασης. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι δεν πήρε οποιαδήποτε απόδειξη για το ποσό των Λ.Κ.2.400- ή για τους τρεις μήνες που είχε πληρώσει ως προκαταβολή. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι του είχε αναφερθεί ότι απόδειξη συνιστούσε το ίδιο το συμβόλαιο γιατί αναφερόταν στην καταβολή των ενοικίων των τριών μηνών ως προκαταβολή. Για τα υπόλοιπα είχαν συμφωνήσει μεταξύ τους ότι ο Εναγόμενος δεν θα εξέδιδε οποιαδήποτε απόδειξη. Τα ποσά όμως είχαν καταβληθεί στην παρουσία της συζύγου του και του Πανίκου Εγγλέζου, ο οποίος είχε αρχίσει τις διαβουλεύσεις σε σχέση με το εστιατόριο. Σε σχέση με την άδεια ήταν ο ισχυρισμός του ότι ο Εναγόμενος του είχε παραδώσει μία άδεια από το Δημαρχείο, η οποία έλεγε πως μπορούσε το υποστατικό να λειτουργήσει ως εστιατόριο. Όταν όμως ο ίδιος επισκέφθηκε το Δημαρχείο του αναφέρθηκε ότι δεν ήταν έγκυρη η άδεια και ότι το εστιατόριο θα έπρεπε να επιθεωρηθεί εκ νέου γιατί δεν ήταν σε καλή κατάσταση και ότι θα έπρεπε να εγκριθεί με βάση τις προϋποθέσεις του νέου Νόμου και του HACCAP. Μετά από επιθεώρηση, από τον κ. Κόκκινο, το Σεπτέμβριο, του είχε αναφερθεί ότι δεν θα μπορούσε να του παραχωρηθεί πιστοποιητικό υγείας εκτός και αν έκαμνε κάποιες εργασίες στο υποστατικό όπως να άλλαζε καρέκλες και πολυθρόνες, να επιδιόρθωνε την εγκατάσταση του ηλεκτρισμού και να επιδιόρθωνε τα τραπεζάκια. Ήταν η θέση του ότι το υποστατικό έπρεπε να μπογιατιστεί, να αγοραστούν καινούργια πιάτα και εξοπλισμός για το μαγείρεμα. Υποστήριξε ότι ο ίδιος δεν είχε χρησιμοποιήσει τα πράγματα που καταγράφονται στο Παράρτημα του Τεκμηρίου 1 γιατί ήταν σε επικίνδυνη κατάσταση. Σε σχέση με το πιστοποιητικό υγείας είχαν καταγραφεί, από τον κ. Κόκκινο, έντεκα υποδείξεις τις οποίες έπρεπε να ικανοποιήσει για να εκδοθεί το πιστοποιητικό υγείας. Σύμφωνα με τα όσα του είχαν λεχθεί από τον κ. Κόκκινο τα συγκεκριμένα έξοδα, για έκδοση του πιστοποιητικού υγείας, όφειλε να τα επωμισθεί ο ιδιοκτήτης του υποστατικού. Όμως ο Εναγόμενος αρνήθηκε να ακούσει και του είχε αναφέρει ότι μπορούσε να φύγει όμως ο ίδιος μετά από όλα τα χρήματα που είχε πληρώσει, των οποίων την επιστροφή είχε ζητήσει, αποφάσισε να προχωρήσει. Το μόνο που είχε δεχθεί ο Εναγόμενος ήταν να συνεισφέρει το ποσό των Λ.Κ.1500- για την αγορά καινούργιας ψησταριάς. Θα αφαιρείτο από το ενοίκιο το ποσό των Λ.Κ.500- για κάθε μήνα. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 2, το δελτίο επιθεώρησης και υποστήριξε ότι είχε αρχίσει να συμμορφώνεται με τις υποδείξεις του αρμόδιου τμήματος. Χρειάστηκε 1 - 1 ½ μήνα για να συμμορφωθεί και σε όλο αυτό το διάστημα το εστιατόριο ήταν κλειστό. Λόγω του ότι ήταν καινούργιος, ο νόμος, τα πιο πολλά εστιατόρια θα έπρεπε να προβούν σε διάφορες ενέργειες για να λάβουν πιστοποιητικό HACCAP. Ο ίδιος παρόλο που είχε ολοκληρώσει τις εισηγηθείσες εργασίες περίμενε την σειρά του για να επιθεωρηθεί το υποστατικό από τον κ. Κόκκινο. Όμως όταν ολοκλήρωσε όλες τις εργασίες που του είχαν υποδειχθεί από τον κ. Κόκκινο, τον Δεκέμβριο, είχε ανοίξει την καφετερία και ξεκίνησε να λειτουργεί. Η καφετερία εκτεινόταν στα 20 τ.μ. ενώ το εστιατόριο είχε έκταση περίπου 200 τ.μ. Ήταν η θέση του ότι το υποστατικό είχε ελεγχθεί τελικά τον Μάιο και όλους αυτούς τους μήνες δεν είχε λειτουργήσει. Τον Μάιο δε του είχε αναφερθεί ότι θα έπρεπε να συμμορφωθεί με άλλες τέσσερεις υποδείξεις και ότι θα επέστρεφαν ξανά για να επιθεωρήσουν το εστιατόριο. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 3, το δελτίο επιθεώρησης. Όταν ολοκλήρωσε τις εργασίες που του είχαν υποδείξει επιθεωρήθηκε εκ νέου του εστιατόριο, στις 14/06/07 και εκδόθηκε το σχετικό πιστοποιητικό, το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Όμως από τον Σεπτέμβριο του 2006 μέχρι τον Ιούνιο του 2007 ο ίδιος δεν μπορούσε να λειτουργήσει το συγκεκριμένο εστιατόριο. Λειτούργησε την καφετερία από τον Δεκέμβριο μέχρι τον Ιούλιο. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του ο Εναγόμενος επισκεπτόταν συχνά το εστιατόριο και μιλούσαν για τα προβλήματα που υπήρχαν λόγω του ότι δεν υπήρχε το HACCAP. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 5, τη βεβαίωση της Υγειονομικής Υπηρεσίας. Παρά το γεγονός ότι η άδεια λειτουργίας είχε εκδοθεί στις 15/06/07 ο Εναγόμενος τον πίεζε για το ενοίκιο. Ο ίδιος του είχε ζητήσει να κάνει υπομονή γιατί είχε ξοδέψει πολλά λεφτά και είχε λάβει και δάνειο από Τράπεζα για να ετοιμάσει το εστιατόριο έτσι ώστε να μπορεί να το λειτουργήσει. Εν πάση περιπτώσει αναζητούσε και συνέταιρο γιατί ο ίδιος δεν είχε πλέον τη δύναμη να συνεχίσει μόνος του. Δεν του επέτρεψε όμως ο Εναγόμενος να έχει συνέταιρο χωρίς τη δική του έγκριση. Ο Κυριάκος Χριστοδούλου που είχε ενδιαφερθεί να γίνει συναίτερός του του είχε δώσει Λ.Κ.4,000- και είχε πληρώσει στον Εναγόμενο τις Λ.Κ.2,000- που του χρωστούσε ως ενοίκια. Εξήγησε ότι ο ίδιος είχε αρχίσει με ένα κεφάλαιο της τάξεως των €18.000- τα οποία κατείχε πλην όμως αναγκάστηκε να ζητήσει δάνειο από τη Συνεργατική και στη συνέχεια η σύζυγος του αιτήθηκε δανείου για να μπορέσει να τον βοηθήσει. Λόγω ακριβώς των εξόδων τα οποία είχε κάνει για τις ανακαινίσεις και για την πληρωμή των υπαλλήλων του και ενόψει του ότι οι εισπράξεις ήταν πολύ λίγες, περί το τέλος Ιουλίου, του έκοψαν το ρεύμα. Λόγω της διακοπής του ρεύματος τα κατεψυγμένα ψάρια, τα κρέατα καθώς και όλα τα αναγκαία πράγματα για τη λειτουργία του εστιατορίου είχε αναγκαστεί να τα πετάξει γιατί δεν λειτουργούσε το εστιατόριο. Λειτουργούσε μόνο η καφετερία. Εκτός αυτού είχε αντιμετωπίσει απαιτήσεις των εταιρειών, από τις οποίες είχε αγοράσει τα αναγκαία και απαραίτητα προϊόντα για να λειτουργήσει το εστιατόριο, όπως φαγώσιμα, ποτά και αντικείμενα εστιατορίου και δεν μπορούσε να τα πληρώσει. Τα φαγώσιμα είχε αναγκαστεί να τα πετάξει γιατί είχαν λήξει λόγω του ότι δεν είχε ανοίξει το εστιατόριο. Στο μεταξύ ο Εναγόμενος τον πίεζε για την καταβολή ενοικίων τα οποία ο ίδιος δεν είχε τη δυνατότητα να καταβάλει. Ο ίδιος πλέον δεν ήταν σε θέση να ανοίξει το εστιατόριο γιατί δεν είχε την οικονομική ευχέρεια. Έψαχνε για συνεταίρο και πήγαινε κάθε μέρα και έβαζε πάγο στα ψυγεία για να διατηρήσει το φαγητό. Στις 21/08/07 όταν είχε επισκεφτεί το εστιατόριο είχε βρει την κλειδωνιά του εστιατορίου αλλαγμένη καθώς και όλες τις πόρτες για τις οποίες είχε κλειδιά επίσης αλλαγμένες. Επικοινωνώντας με τον Εναγόμενο του είχε αναφέρει ότι οι κλειδωνιές είχαν αλλαχθεί από τους υιούς του οι οποίοι ήταν θυμωμένοι λόγω του ότι η ΑΗΚ θα του έκοβε το ρεύμα στο σπίτι του λόγω του ότι ο ίδιος δεν είχε πληρώσει το ρεύμα του εστιατορίου. Επιπρόσθετα ο Εναγόμενος τον πίεζε για το ενοίκιο του Ιουνίου, Ιουλίου και Αυγούστου διαφορετικά δεν θα του επέτρεπε να εισέλθει στο εστιατόριο. Ενόψει του ότι δεν μπορούσε να μπει στο εστιατόριο δεν είχε παραλάβει τα δικά του αντικείμενα τα οποία είχε αγοράσει σε σχέση με τη λειτουργία του εστιατορίου. Ακολούθησε επιστολή από τον δικηγόρο του Εναγόμενου ημερομηνίας 20/09/07 με την οποία είχε τερματιστεί το συμβόλαιο. Η συγκεκριμένη επιστολή κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ο ίδιος είχε παραλάβει την επιστολή μετά από μερικές μέρες και την είχε δώσει στην δικηγόρο του για να απαντηθεί. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 7, την απαντητική επιστολή. Ερωτηθείς παραδέχθηκε ότι όσον αφορά την ανακαίνιση του υποστατικού ήταν υπεύθυνος για όλα τα έξοδα και ήταν δική του επιλογή να εργαστεί έτσι ώστε να θέσει σε λειτουργία το εστιατόριο. Όμως δεν ήταν υπεύθυνος να αλλάξει τα παράθυρα ή να ξανακτίσει το εστιατόριο. Το Δημαρχείο του είχε ζητήσει να αλλάξει τον προσανατολισμό των παραθύρων και να προβεί και σε άλλες επιδιορθώσεις. Δεν ήταν, κατά την άποψη του, υπεύθυνος να χτίζει τοίχους, να συνδέει ζεστό νερό, να αφαιρεί ξύλινες κατασκευές ή άλλα έπιπλα της κουζίνας και να τοποθετεί πόρτες αλουμινίου. Δεν ήταν προετοιμασμένος για όλα αυτά. Επιπρόσθετα ήταν ο ισχυρισμός του ότι στο συμβόλαιο καταγράφετο ότι οποιαδήποτε άδεια θα ήταν ευθύνη του Εναγόμενου οπόταν και το HACCAP. Αν ο Εναγόμενος είχε την απαιτούμενη άδεια το Δημαρχείο δεν θα επιθεωρούσε το υποστατικό και δεν θα απαιτούσε τη διενέργεια όλων αυτών των εργασιών. Όμως ο Εναγόμενος δεν του παρέδωσε κανένα πιστοποιητικό παρά το γεγονός ότι ο ίδιος παραπονείτο κάθε φορά που τον έβλεπε. Παραδέχθηκε επίσης ότι είχε καθυστερήσει να πληρώσει το ενοίκιο για 2½ μήνες όμως υποστήριξε ότι ο Εναγόμενος ήταν υπέρ καλυμμένος από τα ποσά που του είχε δώσει γι΄ αυτούς τους μήνες και εν πάση περιπτώσει έβλεπε πόσα ξοδεύονταν στο συγκεκριμένο εστιατόριο. Επέμενε στη θέση του ότι ο ίδιος δεν θα βρισκόταν σε αυτή τη δεινή κατάσταση αν το εστιατόριο είχε άδεια. Ο ίδιος είχε υποστεί ζημιά λόγω του ότι δεν είχε άδεια για να λειτουργήσει το εστιατόριο και μετά που είχε ξοδέψει όλα αυτά τα λεφτά βρέθηκε να λειτουργεί καφετερία αντί εστιατόριο. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 8, δέσμη εγγράφων προς απόδειξη των ισχυρισμών του ότι είχε αγοράσει πάρα πολλά προϊόντα για να μπορέσει να λειτουργήσει το εστιατόριο, τα οποία αντικείμενα είχε αφήσει στο εστιατόριο. Αρχικά ο Εναγόμενος είχε συμφωνήσει να του τα επιστρέψει ενώ στην συνέχεια είχε αλλάξει γνώμη. Ως Τεκμήριο 9 κατέθεσε διάφορες αποδείξεις πληρωμής του νερού και του ηλεκτρισμού. Αξίωσε όπως του καταβληθεί η αξία των εμπορευμάτων που είχε αφήσει στο εστιατόριο καθώς και όλο το ενοίκιο που είχε καταβάλει, στον Εναγόμενο, τους εννέα μήνες που ο ίδιος είχε στην κατοχή του το υποστατικό. Επιπρόσθετα ζητά αποζημίωση για περίοδο δύο χρόνων, δηλαδή της διάρκειας του συμβολαίου, ενόψει του ότι σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του θα είχε κέρδος Λ.Κ.1.500- μηνιαίως, αφού στην καφετερία υπήρχε κίνηση. Ο Εναγόμενος είχε τερματίσει το συμβόλαιο με λανθασμένο τρόπο και δεν του είχε αφήσει την ευκαιρία να το λειτουργήσει. Ένιωσε ότι ο Εναγόμενος τον είχε χρησιμοποιήσει. Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι είχε υπογράψει τη συμφωνία του Τεκμηρίου 1 και ότι συμφωνούσε με το περιεχόμενο της. Υποστήριξε ότι ο ίδιος είχε ενοικιάσει το εστιατόριο και δεν γνώριζε τι σήμαινε η λέξη «διαχειριστής». Παραδέχθηκε όμως στη συνέχεια ότι ενοικίαζε το εστιατόριο με τον τίτλο του διαχειριστή. Συμφώνησε ότι είχε πληρώσει τα ποσά που καταγράφονταν στο Τεκμήριο 8, τις αποδείξεις ενοικίου, ενώ επίσης συμφώνησε ότι ο Εναγόμενος είχε καταβάλει ένα μέρος της αξίας του πάγκου από stainless steel το οποίο είχε εγκατασταθεί στο εστιατόριο. Για πέντε μήνες ο ίδιος θα αφαιρούσε από το ενοίκιο Λ.Κ.500- για να καλυφθεί η συνεισφορά του Εναγόμενου στην κατασκευή του πάγκου. Συμφώνησε ότι έπρεπε για τους εννέα μήνες που κρατούσε το υποστατικό να καταβάλει το συνολικό ποσό των Λ.Κ.6.300- πλην του ποσού των Λ.Κ1.500- δηλαδή στο σύνολο Λ.Κ.4.800-. Παραδέχθηκε ότι οι αποδείξεις αφορούσαν το ποσό των Λ.Κ. 3.300-. Ήταν η θέση του ότι τις υπόλοιπες αποδείξεις τις είχε αφήσει στο εστιατόριο και ότι τις συγκεκριμένες απλά έτυχε να τις έχει στο σπίτι του. Σε σχέση με τις αποδείξεις που αφορούσαν εργασίες που είχαν γίνει στο εστιατόριο καθώς και άλλες πληρωμές που έκανε ήταν η θέση του ότι τις είχε αφήσει στο εστιατόριο. Ερωτηθείς γιατί δεν ακύρωσε τη συμφωνία ισχυρίστηκε ότι ενόψει της προκαταβολής που είχε δώσει και του γεγονότος ότι είχε ξεκινήσει την ανακαίνιση και είχε αγοράσει πολλά πράγματα είχε αποφασίσει να συνεχίσει το συμβόλαιο. Ακολούθως είχε επισκεφθεί το εστιατόριο ο κ. Κόκκινος από το Δημαρχείο και του είχε γράψει τι έπρεπε να διεκπεραιώσει για να εκδοθεί η άδεια. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι ο κ. Κόκκινος του είχε αναφέρει ότι υπεύθυνος για όλα αυτά ήταν ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου. Όταν αντιλήφθηκε ότι θα χρειαζόταν περισσότερο χρόνο καθώς και λεφτά ζήτησε από τον Εναγόμενο όπως διακόψει το συμβόλαιο και του επιστρέψει την προκαταβολή και τα τρία ενοίκια. Όταν αρνήθηκε ο ίδιος αποδέχθηκε τη συνεισφορά του Εναγόμενου, Λ.Κ.1.500-, για την κατασκευή του πάγκου από stainless steel. Το γεγονός αυτό είχε γίνει στις αρχές Νοεμβρίου του
- Παραδέχθηκε ότι είχε μπει στο εστιατόριο στις 10/08/06 και ότι είχε αρχίσει να καταβάλλει ενοίκιο την 01/09/
- Ο Εναγόμενος επισκεπτόταν κάθε μέρα το εστιατόριο και του είχε παραδώσει ένα χαρτί από το Δημαρχείο με το οποίο όπως του είχε αναφέρει δικαιούτο να λειτουργήσει το εστιατόριο. Παραδέχθηκε ότι για τον Ιούνιο δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε ενοίκιο. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι ο ίδιος είχε αρχίσει να παραγγέλλει τρόφιμα, ποτά καθώς και κατεψυγμένα προϊόντα τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του 2006, πριν ακόμα μάθει ότι δεν δικαιούτο να λειτουργήσει το εστιατόριο. Ήταν η θέση του ότι σύμφωνα με τον κ. Ιάκωβο με την άδεια που του είχε δείξει θα μπορούσε να λειτουργήσει το εστιατόριο και ήταν μετά που ο ίδιος είχε μεταβεί στο Δημαρχείο, όπου του ανέφεραν ότι θα έπρεπε να ελεγχθεί το εστιατόριο είτε απευθυνόταν ο ίδιος για την έκδοση του πιστοποιητικού HACCAP είτε όχι. Όμως ήταν η θέση του ότι δεν θα μπορούσε να λάβει το πιστοποιητικό υγείας χωρίς το HACCAP. Όταν ερωτήθηκε γιατί δεν είχε επιστρέψει τα πράγματα που είχε αγοράσει, όταν είχε μάθει ότι δεν μπορούσε να λειτουργήσει το εστιατόριο, ήταν η θέση του ότι αυτό δεν θα ήταν αρκετό γιατί ο Εναγόμενος δεν του επέστρεφε την προκαταβολή. Ισχυρίστηκε ότι λόγω υπαιτιότητας του Εναγόμενου αρκετά από τα τρόφιμα που είχε αγοράσει είχαν λήξει και τα είχε πετάξει ενώ τα υπόλοιπα τα είχε χρησιμοποιήσει στην καφετερία. Ζητούσε από τον Εναγόμενο όπως του πληρώσει την αξία αυτών των τροφίμων γιατί εκείνος ήταν που έφταιγε που δεν μπορούσαν να καταναλωθούν. Στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι είχε ρωτήσει ένα φίλο του που εργαζόταν στην ΛΟΕΛ και αυτός του είχε αναφέρει ότι θα μπορούσε να επιστρέψει τα αναψυκτικά και τα αλκοολούχα ποτά αλλά όχι τα υπόλοιπα και ο ίδιος είχε υποθέσει ότι ίσχυαν τα ίδια και για τους υπόλοιπους προμηθευτές. Επέμενε ότι ο ίδιος δεν είχε πρόθεση να φύγει από το εστιατόριο γιατί δεν ήταν λύση και ότι επέμενε να του πληρώσει ο Εναγόμενος αυτά που είχε αγοράσει γιατί εκείνος έφταιγε που δεν μπορούσε να λειτουργήσει το εστιατόριο. Όταν του υποβλήθηκε ότι τα φαγώσιμα που είχε αγοράσει είχαν χαλάσει γιατί είχε κοπεί το ρεύμα αρχικά συμφώνησε αλλά στην συνέχεια ισχυρίστηκε ότι τα πράγματα αυτά είχαν πεταχτεί ενωρίτερα γιατί κόντευε η ημερομηνία λήξης τους. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ο ηλεκτρισμός είχε κοπεί στις 04/07/07 και ισχυρίστηκε ότι αυτό που θυμόταν ήταν ότι έπρεπε να πληρώσει τον ηλεκτρισμό πριν τις 02/08/
- Στη συνέχεια παραδέχθηκε ότι πιθανόν να μην είχε πληρώσει ούτε τον προηγούμενο λογαριασμό της ΑΗΚ. Επέμενε ότι ακόμα και αν είχαν κόψει το ρεύμα, στις 12/07/07, το είχαν επανασυνδέσει την ίδια ημέρα ή και την επόμενη. Σε σχέση με τη καφετερία ισχυρίστηκε ότι είχε λειτουργήσει τον Δεκέμβριο του 2006 και είχε κέρδη Λ.Κ.500- τον μήνα. Είχε εργοδοτήσει από τον Οκτώβριο του 2006 δύο γκαρσόνες στις οποίες κατέβαλε Λ.Κ.400- ενώ στο μεταξύ περίμενε τους ανθρώπους του Δημαρχείου να επισκεφθούν το εστιατόριο, να το επιθεωρήσουν έτσι ώστε να του δώσουν άδεια για να το ανοίξει. Ισχυρίστηκε ότι είχε κάμει τρία δάνεια ο ίδιος και η σύζυγος του ύψους Λ.Κ.17.000- από τη Συνεργατική για να πληρώσουν τα έξοδα για τις αλλαγές σε σχέση με το HACCAP καθώς και τους μισθούς και το ενοίκιο. Παραδέχθηκε ότι χρωστούσε στον Εναγόμενο τα ενοίκια για τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο και μέρος του Αυγούστου. Ήταν η θέση του ότι ο Εναγόμενος δεν είχε κλειδιά του εστιατορίου και ότι ο ίδιος είχε αλλάξει τις κλειδωνιές μόλις είχε αναλάβει το εστιατόριο, τον Αύγουστο του 2006, χωρίς να του έχει δώσει αντικλείδι. Αρνήθηκε ότι ο Εναγόμενος του τηλεφωνούσε μετά που του είχαν αποκόψει το ρεύμα για να του αναφέρει ότι υπήρχε δυσοσμία. Υποστήριξε ότι αρχικά ο ίδιος πήγαινε στο εστιατόριο και τοποθετούσε πάγο στα ψυγεία. Στη συνέχεια ο ίδιος είχε πετάξει τα φαγώσιμα γιατί δεν μπορούσε να πληρώσει την ΑΗΚ. Οπόταν την τελευταία μέρα που ο ίδιος ήταν στο εστιατόριο, στις 19/08/07, δεν υπήρχαν φαγητά στα ψυγεία και κατά συνέπεια δεν υπήρχε δυσοσμία οποιασδήποτε φύσης. Υποστήριξε ότι διαπίστωσε την αλλαγή στις κλειδαριές το πρωί της 19/08/07 και αρνήθηκε ότι οι κλειδαριές είχαν αλλαχθείς τις 07/08/
- Αμέσως μετά, στις 21/08/07, ο ίδιος είχε επισκεφτεί την Αστυνομία για να καταγγείλει το γεγονός, όπως τον είχε συμβουλέψει η δικηγόρος του. Σε σχέση με τα προϊόντα που είχε αγοράσει ο ίδιος από την εταιρεία «Bassykal» ήταν η θέση του ότι χρωστούσε λεφτά στον κ. Καλογήρου, διευθυντή της «Bassykal», όμως αρνήθηκε ότι είχε στείλει, τον κ. Καλογήρου, στον Εναγόμενο για να πάρει πίσω τα πράγματα που του είχε πωλήσει. Αυτό, ήταν η θέση του, είχε συμφωνηθεί όταν είχαν βρεθεί στον δικηγόρο όπου αποφασίστηκε να του επιστρέψει ο Εναγόμενος τα πράγματα που είχε ο ίδιος αγοράσει και είχε τοποθετήσει στο εστιατόριο. Όμως ο Εναγόμενος άλλαξε γνώμη και έστειλε στον κ. Καλογήρου μόνο μερικά από τα προϊόντα που θα επέστρεφε με την προϋπόθεση ο ίδιος να υπέγραφε ένα έγγραφο στο οποίο να δήλωνε ότι δεν είχε οποιοιδήποτε άλλο παράπονο. Σε σχέση με την τοποθέτηση του πάγκου από stainless steel ήταν η θέση του ότι χρωστούσε στην εταιρεία που του τον είχε κατασκευάσει. Στη συνέχεια παραδέχθηκε ότι είχε αφαιρέσει από το ενοίκιο ένα ποσό της τάξεως των Λ.Κ.1.500- για τον συγκεκριμένο πάγκο, τον οποίο είχε αποπληρώσει μετά που η κατασκευάστρια εταιρεία του είχε κινήσει αγωγή. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι η καφετέρια δεν ξαναλειτούργησε μετά την αποκοπή του ρεύματος. Επίσης παραδέχθηκε ότι λάμβανε τηλεφωνήματα από τον Εναγόμενο σε σχέση με την καθυστέρηση στην καταβολή του ενοικίου καθώς και γιατί η ΑΗΚ θα του απέκοβε το ρεύμα στο σπίτι του λόγω της μη πληρωμής του ρεύματος του εστιατορίου γιατί ο λογαριασμός ήταν στο όνομα του Εναγόμενου. Υποστήριξε εμφαντικά ότι είχε αφήσει μέσα στο εστιατόριο τα μαχαιροπήρουνα, τα ποτήρια, stainless steel αντικείμενα, δύο τηλέφωνα, μία μηχανή φαξ καθώς και άλλες οικιακές συσκευές, τα ξηρά φαγώσιμα, τα αλκοολούχα ποτά και τα αναψυκτικά. Ο ίδιος καθόρισε την αξία των αντικειμένων αυτών στο ποσό των Λ.Κ.15.000- και προώθησε την θέση ότι είχε συμφωνήσει να του επιστραφούν τα κινητά αντικείμενα και να αφήσει στο εστιατόριο τα εφαρμοσμένα αντικείμενα. Όμως αντί αυτού ο Εναγόμενος του είχε στείλει ένα έγγραφο και είχε βάλει μόνο ένα μικρό μέρος των αντικειμένων που είχε συμφωνήσει και είχε θέσει όρο να υπογράψει ότι δεν είχε οποιοδήποτε παράπονο, πράγμα που ο ίδιος αρνήθηκε. Ακολούθησε, τον Φεβρουάριο ή Μάρτιο του 2008, η επιστολή του δικηγόρου. Αρνήθηκε ότι του είχε τηλεφωνήσει ο Εναγόμενος για να πάει να παραλάβει τα αντικείμενα που είχαν συμφωνήσει. Αρνήθηκε ότι ο ίδιος είχε στείλει τον κ. Καλογήρου για να παραλάβει τα αντικείμενα από το σπίτι του Εναγόμενου. Ήταν η θέση του ότι τα αντικείμενα που ο Εναγόμενος ήθελε να επιστρέψει στην εταιρεία «Bassykal» δεν ήταν καν αρκετά για να καλύψουν την οικονομική υποχρέωση που ο ίδιος είχε στην «Bassykal» που ήταν ύψους Λ.Κ.3,000-. Παραδέχθηκε ότι του είχε τηλεφωνήσει ο κ. Καλογήρου, της «Bassykal», και του είπε ότι υπήρχε μια λίστα των αντικειμένων που ο Εναγόμενος ήθελε να επιστρέψει, τα οποία δεν ήταν αρκετά για να καλύψουν την οικονομική του υποχρέωση. Επειδή ήταν ένα μικρό μέρος, η λίστα, των όσων είχαν συμφωνήσει δεν τον ενδιέφερε να πάρει πίσω τα πράγματα. Παράλληλα παραδέχθηκε ότι δεν είχε λίστα των αντικειμένων που είχε αφήσει στο εστιατόριο αλλά μπορούσε να γνωρίζει τι είχε αφήσει από τις αποδείξεις. Όταν του υποβλήθηκε ότι ο ίδιος χρωστούσε στον Εναγόμενο το υπόλοιπο της συμφωνίας, δηλαδή διαχειριστικό τέλος από 01/09/07 μέχρι τη λήξη του, παραδέχθηκε ότι πράγματι χρωστούσε τα λεφτά αυτά αλλά ισχυρίστηκε ότι το ζήτημα που αφορούσε την αλλαγή των κλειδωνιών και που του είχε απαγορεύσει να πάρει τα πράγματα του διακόπτοντας το συμβόλαιο δεν ήταν σωστό. Όταν του υποδείχθηκε η παράγραφος 18, του Τεκμηρίου 1, ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε ότι ο Εναγόμενος μπορούσε να πάρει ελεύθερη κατοχή χωρίς να τον ειδοποιήσει όμως αναγνώρισε ότι είχε υπογράψει το συγκεκριμένο συμβόλαιο και συμφωνούσε με τους όρους του. Δεύτερος έδωσε μαρτυρία ο Πανίκος Εγγλέζος, Μ.Ε.2, φίλος του Ενάγοντα από το
- Ήταν η θέση του ότι γνώριζε τον Εναγόμενο και είχε συζητήσει μαζί του πριν ενοικιάσει το εστιατόριο ο Ενάγοντας, ο οποίος του είχε ζητήσει να τον συνοδεύσει σε συνάντηση που θα είχε με τον ιδιοκτήτη του εστιατορίου. Σε σχέση με την ενοικίαση του εστιατορίου ο ίδιος διατηρούσε κάποιες επιφυλάξει γιατί είχε ακούσει ότι ήταν υπό Τουρκοκυπριακή διοίκηση όμως ο Εναγόμενος του είχε αναφέρει ότι δεν υπήρχε πρόβλημα. Ακολούθησε ένα πρόχειρο συμβόλαιο, το οποίο ο Ενάγοντας του έδωσε για να διαβάσει και για να συμβουλευτεί την αδελφή του που είναι δικηγόρος. Υπήρχαν δύο με τρία σημεία που έπρεπε να τύχουν διαπραγμάτευσης από τον Ενάγοντα, τα οποία όμως δεν είχαν γίνει αποδεκτά από τον Εναγόμενο. Το συγκεκριμένο συμβόλαιο υπογράφτηκε και ο ίδιος υπέγραψε ως μάρτυρας. Είχε γίνει συζήτηση για ένα ποσό της τάξης των Λ.Κ.100-, το οποίο ο ιδιοκτήτης ζητούσε να μην συμπεριληφθεί στο συμβόλαιο. Το ποσό αυτό είχε δοθεί σε μετρητά. Ο ίδιος είχε δει το συμβόλαιο να υπογράφεται και την επιταγή. Στη συνέχεια ο Ενάγοντας του ζητούσε να τον βοηθήσει σε σχέση με τη λειτουργία του εστιατορίου δηλαδή, του ζητούσε να τον βοηθήσει για την άδεια ποτού και τις άδειες λειτουργίας από τον ΚΟΤ. Ο ίδιος είχε κάποια πείρα λόγω του ότι ασχολείτο και με άλλο εστιατόριο. Είχε διαπιστωθεί πρόβλημα στο θέμα του HACCAP, γιατί δεν μπορούσε να εκδοθεί άδεια λειτουργίας εάν δεν εκπληρώνονταν οι παρατηρήσεις του Δημαρχείου Λάρνακας. Ο Ενάγοντας είχε αναλάβει να φτιάξει το εστιατόριο έτσι ώστε να είναι σε λειτουργήσιμη κατάσταση. Ο ίδιος για μήνες έβλεπε εργάτες εκεί να φτιάχνουν πάγκους και να συναρμολογούν stainless steel κουζίνα. Όμως το υποστατικό λειτούργησε μετά από αρκετό καιρό όχι ως εστιατόριο αλλά ως καφετέρια. Από ότι γνώριζε ο Ενάγοντας δεν είχε πάρει την άδεια HACCAP. Του είχε τηλεφωνήσει, ο Ενάγοντας, το καλοκαίρι αναφέροντας του ότι δεν μπορούσε να εισέλθει στο εστιατόριο. Τότε προσπάθησε και ο ίδιος να επικοινωνήσει με τον ιδιοκτήτη όμως δεν τα κατάφερε. Συμβούλεψε τον Ενάγοντα να επισκεφθεί την Αστυνομία. Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι ήταν πράγματι μάρτυρας στην υπογραφή της συμφωνίας κατά την οποία ήταν παρούσα η σύζυγος του Ενάγοντα, ο Ενάγοντας και ο Εναγόμενος. Πρώτα είχε υπογράψει ο Εναγόμενος και μετά οι υπόλοιποι. Επίσης παραδέχθηκε ότι η συγκεκριμένη συμφωνία είχε ελεγχθεί από δικηγόρο, την αδελφή του, η οποία είχε επισημάνει δυο σημεία για διαπραγμάτευση τα οποία ο ίδιος δεν θυμόταν. Υποστήριξε ότι είχε δοθεί επιταγή για την καταβολή των απαιτούμενων από τον Εναγόμενο ποσών και ότι στο Δικαστήριο είχε έρθει για να βοηθήσει τον φίλο του. Κατέληξε ότι ο ίδιος είχε αντίρρηση για την καταβολή των Λ.Κ.100- σε μετρητά, τις οποίες ήταν η θέση του είχε καταβάλει σε μετρητά ο Ενάγοντας. Τελευταία έδωσε μαρτυρία η Ειρούλα Κυριάκου Badat, Μ.Ε.3, σύζυγος του Ενάγοντα. Ήταν η θέση της ότι είχε γνωρίσει τον Εναγόμενο το 2006 όταν είχαν συνάψει ένα συμβόλαιο για την ενοικίαση του εστιατορίου του στην οδό Πιαλέ Πασιά. Ο σύζυγος της ήθελε να ξεκινήσει εστιατόριο στη Λάρνακα και το καλοκαίρι του 2006, τον Ιούλιο, είχαν αρχίσει να ψάχνουν. Είχαν δει στο εστιατόριο «ΜΙΝΟΣ» πινακίδα ότι προσφερόταν προς ενοικίαση και με τη μεσολάβηση του φίλου του συζύγου της, του Πανίκου Εγγλέζου, είχε διευθετηθεί συνάντηση. Κατά την υπογραφή του συμβολαίου παρόντες ήταν ο Πανίκος Εγγλέζος, η ίδια, ο σύζυγος της και ο Εναγόμενος. Το συμβόλαιο είχε υπογραφτεί στις 10/08/06 και την ίδια ημέρα είχαν καταβληθεί ως εγγύηση Λ.Κ.2.100- καθώς και το ποσό των Λ.Κ.2.400- το οποίο ο κ. Ιάκωβος είχε ζητήσει και αντιστοιχούσε στις Λ.Κ.100- για κάθε μήνα της διάρκειας του συμβολαίου πλέον τέσσερεις μήνες. Υπέδειξε την υπογραφή της στο Τεκμήριο
- Υποστήριξε ότι δεν είχε γίνει οποιαδήποτε άλλη συμφωνία τη συγκεκριμένη ημέρα που είχε υπογραφτεί το συμβόλαιο και δεν είχαν δοθεί οποιαδήποτε άλλα ποσά. Επιπρόσθετα ισχυρίστηκε ότι η ίδια ήταν ενήμερη για όλες τις ενέργειες του συζύγου της σε σχέση με το εστιατόριο. Εξήγησε ότι ο σύζυγος της είχε φέρει συνεργείο να καθαρίσει το εστιατόριο γιατί ήταν χάλια ενώ υπήρχαν και άχρηστα αντικείμενα τα οποία πετάχτηκαν. Στις αρχές Σεπτεμβρίου είχαν αρχίσει την ανακαίνιση. Είχαν μπογιατίσει το εστιατόριο, είχαν αλλάξει τις ταπετσαρίες των καρεκλών και είχαν αρχίσει να ψάχνουν για να αγοράσουν εξοπλισμό του εστιατορίου, δηλαδή πιάτα, μαχαιροπήρουνα και μικροσυσκευές. Είχαν χρειαστεί 1½ με 2 μήνες. Ήταν πρόθεση τους να λειτουργήσει το εστιατόριο περί τα τέλη Οκτωβρίου αρχές Νοεμβρίου. Όταν ολοκληρώθηκε η ανακαίνιση ο σύζυγος της είχε επισκεφτεί το Δημαρχείο σε σχέση με την άδεια λειτουργίας του εστιατορίου. Είχε στα χέρια του ένα πιστοποιητικό που του είχε παραχωρήσει ο κ. Ιάκωβος. Στο Δημαρχείο του είχαν αναφέρει ότι δεν ίσχυε το συγκεκριμένο πιστοποιητικό και ότι θα έπρεπε να διενεργηθεί νέος έλεγχος. Την 01/11/06 ο κ. Κόκκινος, από το Δημαρχείο, προέβη σε έλεγχο και τους παρέδωσε ένα έντυπο με έντεκα σημεία τα οποία έπρεπε να γίνουν για παραχωρηθεί η άδεια. Μεταξύ αυτών ήταν η εγκατάσταση stainless steel πάγκου στην κουζίνα καθώς και ντουλαπιών. Επίσης οι δύο ξύλινες πόρτες της κουζίνας έπρεπε να αντικατασταθούν με αλουμίνιο, στη μία τουαλέτα έπρεπε να ανοιχθεί παράθυρο προς τα έξω και έπρεπε τόσο οι τουαλέτες καθώς και τα ντους να ενωθούν με ζεστό νερό ενώ η κυρίως πόρτα έπρεπε να ανοίγει προς τα έξω για λόγους ασφάλειας. Οι ίδιοι είχαν ξοδέψει αρκετά λεφτά στην ανακαίνιση για αυτό και ο σύζυγος της είχε ειδοποιήσει τον κ. Ιάκωβο για τις απαιτήσεις του Δημαρχείου, οι οποίες σύμφωνα με την ίδια ήταν δική του ευθύνη. Λόγω της άρνησης του να βοηθήσει ο σύζυγος της είχε προτείνει στον Εναγόμενο να του επιστρέψει το εστιατόριο και αυτός με τη σειρά του να τους επιστρέψει τις Λ.Κ.2.400- που του είχαν καταβάλει. Επειδή αρνήθηκε και λόγω του ότι οι ίδιοι είχαν ξοδέψει πολλά λεφτά στο εστιατόριο είχαν αναγκαστεί να προχωρήσουν με δάνειο και υποθήκευση του σπιτιού τους. Επικοινώνησαν με αρμόδια συνεργεία και οι συγκεκριμένες αλλαγές ολοκληρώθηκαν τον Ιανουάριο του
- Στο μεταξύ ο κ. Ιάκωβος είχε δεχθεί να συνεισφέρει το ποσό των Λ.Κ.1.500- που αφορούσε το μισό της αξίας του φουγάρου και των stainless steel εφαρμογών που είχε εκτελέσει η εταιρεία «Vinox». Παρά την ολοκλήρωση των εργασιών το Δημαρχείο είχε καθυστερήσει να επισκεφθεί το υποστατικό για έλεγχο γιατί έπρεπε να περιμένουν τη σειρά τους. Τελικά το εστιατόριο δεν λειτούργησε λόγω του ότι δεν υπήρχαν οι απαραίτητες άδειες. Στις 20/08/07 ο κ. Ιάκωβος είχε σπάσει τις κλειδαριές του εστιατορίου και στη συνέχεια τις άλλαξε για να μην μπορούν να μπουν μέσα στο εστιατόριο. Μόλις είχαν διαπιστώσει, στις 20/08/07, το απόγευμα, τι είχε συμβεί τηλεφώνησαν του δικηγόρου τους, η οποία τους συμβούλεψε να συμβουλευτούν την Αστυνομία πράγμα το οποίο έπραξαν και στην Αστυνομία τους αναφέρθηκε ότι η υπόθεση αυτή ήταν αστική και έπρεπε να δοθεί σε δικηγόρο όπως και έγινε. Έκτοτε, δηλαδή από τις 20/08/07, δεν ξαναμπήκαν στο εστιατόριο. Σε σχέση με τα δικά τους αντικείμενα, που υπήρχαν στο εστιατόριο, ισχυρίστηκε ότι είχαν προβεί σε ενέργειες για να τα μαζέψουν. Είχε γίνει μία συνάντηση στο γραφείο του δικηγόρου του Εναγόμενου, τον Νοέμβριο του 2007, κατά την οποία είχε ζητηθεί από τον Εναγόμενο να τους επιτρέψει να πάρουν τα δικά τους αντικείμενα καθώς επίσης και να επιτρέψει στις εταιρείες που είχαν διενεργήσει εργασίες ή είχαν παραδώσει αντικείμενα να τα παραλάβουν, η εταιρεία «VINOX» και η εταιρεία «BASSYKAL» είχαν δηλώσει πρόθυμες, έτσι ώστε να τακτοποιηθούν οι λογαριασμοί που εκκρεμούσαν. Αρχικά ο Εναγόμενος δέχθηκε και στη συνέχεια αρνήθηκε και σηκώθηκε και έφυγε από τη συνάντηση. Μετά από λίγες μέρες ο διευθυντής της εταιρείας που τους είχε προμηθεύσει κάποιο από τον εξοπλισμό τους είχε τηλεφωνήσει και τους είχε αναφέρει ότι ο κ. Ιάκωβος του είχε δώσει μία λίστα με αντικείμενα, στην οποία είχε καταγραφεί μόνο το 1/6 των αντικειμένων που είχαν αγοραστεί και του είχε δηλώσει ότι ήταν πρόθυμος να του τα επιστρέψει με τον όρο να υπογράψουν οι ίδιοι ότι δεν είχαν οποιαδήποτε άλλη απαίτηση. Απέρριψαν την εισήγηση να πάρουν τα αντικείμενα και να μην έχουν άλλη απαίτηση. Αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε ότι η ίδια εργάζεται σε τουριστικό γραφείο όμως ήταν η θέση της ότι γνώριζε πολύ καλά τι είχε συμφωνηθεί από το σύζυγο της σε σχέση με τη συμφωνία. Ήταν ο ισχυρισμός της ότι κανένας δεν ήταν παρών όταν αλλάχθηκαν οι κλειδωνιές. Οι γείτονες τους είχαν αναφέρει ότι ο Εναγόμενος μαζί με κάποιον άλλο, τον οποίο η ίδια δεν γνώριζε, τις είχαν κόψει. Ερωτηθείσα υπεστήριξε ότι η συμφωνία που είχε καταρτιστεί ήταν συμφωνία ενοικίασης αφού δεν θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε άλλο γιατί κάθε μήνα κατέβαλλαν ενοίκιο. Ισχυρίστηκε ότι το ποσό των Λ.Κ.2.100- το οποίο καταγράφεται στο συμβόλαιο είχε καταβληθεί και όταν είχε ζητηθεί απόδειξη ο Εναγόμενος τους είχε αναφέρει ότι το συμβόλαιο ισχύει και ως απόδειξη. Παραδέχθηκε ότι κάθε φορά που Εναγόμενος λάμβανε ενοίκιο τους εξέδιδε απόδειξη. Ερωτηθείσα ισχυρίστηκε ότι δεν θυμόταν κατά πόσο στις αποδείξεις καταγραφόταν η λέξη «ποσοστό». Ερωτηθείσα υποστήριξε ότι είχε αγοραστεί αρκετός εξοπλισμός, τρόφιμα καθώς και αλκοολούχα ποτά και λόγω του ότι οι προμηθευτές δεν τους γνώριζαν στην αρχή δεν τους τα παρέδιδαν με πίστωση. Σε σχέση με το συμβόλαιο ισχυρίστηκε ότι το ενοίκιο ανερχόταν στις Λ.Κ.700- παρά το γεγονός ότι αναφερόταν ως διαχειριστικό τέλος. Παραδέχθηκε ότι το συγκεκριμένο συμβόλαιο ο σύζυγος της το είχε πάρει στο σπίτι και το είχε επίσης δώσει στον Πανίκο Εγγλέζο για να το δείξει στην αδελφή του, η οποία είναι δικηγόρος. Η δικηγόρος τους είχε αναφέρει ότι υπήρχαν δύο με τρία σημεία που έπρεπε να ελεγχθούν και ο σύζυγος της είχε ζητήσει από τον κ. Ιάκωβο να δουν τα συγκεκριμένα σημεία πλην όμως δεν άλλαξε οτιδήποτε στο συμβόλαιο. Ήταν βέβαιη ότι τα λεφτά είχαν δοθεί σε μετρητά αφού δεν υπήρχε, στις 10/08/06, λογαριασμός στην τράπεζα ή βιβλιάριο επιταγών. Ο λογαριασμός είχε ανοιχθεί τον Σεπτέμβριο όταν είχε εγκριθεί το δάνειο. Αρνήθηκε την υποβολή ότι είχαν δοθεί μεταχρονολογημένες επιταγές για την καταβολή του ενοικίου. Ήταν η θέση της ότι ο κ. Ιάκωβος είχε δείξει στο σύζυγο της ένα χαρτί, το οποίο είχε χαρακτηρίσει ως άδεια. Όταν έμαθαν ότι το συγκεκριμένο χαρτί δεν ήταν άδεια οι ίδιοι ήθελαν να τερματίσουν τη συμφωνία αλλά ο Εναγόμενος δεν επέστρεφε τα λεφτά που του είχαν δώσει και γι΄ αυτό τελικά έμειναν στο εστιατόριο λόγω της επένδυσης που είχαν κάνει. Παραδέχθηκε ότι χρωστούσαν τα ενοίκια του Ιουνίου και του Ιουλίου και μέρος του Αυγούστου όμως ο Εναγόμενος ήταν καλυμμένος γιατί είχε στα χέρια του την εγγύηση. Παραδέχθηκε ότι υπήρξε διακοπή ηλεκτρισμού, προς το τέλος του Ιουλίου, γιατί υπήρχαν απλήρωτοι λογαριασμοί. Τα τρόφιμα που είχαν στα ψυγεία, μετά τη διακοπή του ηλεκτρισμού, είχαν καταλήξει στο σκουπιδοτενεκέ. Επέμενε στη θέση της ότι οι ίδιοι είχαν ετοιμαστεί για να λειτουργήσουν το εστιατόριο τέλος Οκτωβρίου αρχές Νοεμβρίου του 2006 και εξαιτίας του HACCAP, το οποίο ο κ. Ιάκωβος τους είχε πει ότι είχε ενώ στην πραγματικότητα δεν το κατείχε, δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν. Παραδέχθηκε όμως ότι η συγκεκριμένη νομοθεσία για το HACCAP είχε αρχίσει να εφαρμόζεται αμέσως πριν την ενοικίαση του εστιατορίου από τους ίδιους. Ήταν περαιτέρω η θέση της ότι οι ίδιοι είχαν απολέσει πολλά λεφτά και το ποσό είχε ξεπεράσει τις Λ.Κ.40.000-. Τα λεφτά αυτά είχαν προέλθει από τον κουνιάδο της, ο οποίος είχε στείλει ένα ποσό για το ξεκίνημα και είχαν γίνει και δάνεια ύψους περί Λ.Κ.17.000-. Είχαν πληρωθεί μισθοί σε προσωπικό που είχε προσληφθεί το Σεπτέμβριο για το ξεκίνημα και είχαν πληρωθεί λεφτά σε αγωγές που ακολούθησαν για ποσά τα οποία όφειλαν οι ίδιοι σε σχέση με την αγορά εξοπλισμού. Αναφορικά με το περιεχόμενο του εστιατορίου ήταν η θέση της ότι ο υπάλληλος της εταιρείας «Bassykal» είχε πάει στο εστιατόριο και τους είχε αναφέρει ότι ο καινούργιος ιδιοκτήτης είχε αγοράσει από τον κ. Ιάκωβο το περιεχόμενο του εστιατορίου. Η ίδια δεν γνώριζε πού βρίσκονταν τα αντικείμενα που οι ίδιοι είχαν αγοράσει. Παραδέχθηκε ότι της είχε τηλεφωνήσει η σύζυγος του Εναγόμενου ζητώντας της την επιστροφή των κλειδιών του εστιατορίου. Η ίδια της ανέφερε ότι επιθυμούσαν να κρατήσουν το εστιατόριο γιατί είχαν κάμει κάποιες ενέργειες να βρουν τα λεφτά έτσι ώστε να πληρώσουν τα καθυστερημένα ενοίκια και να επανασυνδέσουν τον ηλεκτρισμό γιατί είχαν επενδύσει πάρα πολλά λεφτά. Ισχυρίστηκε ότι απλά ζητούσαν χρόνο. Για την Υπεράσπιση μαρτυρία δόθηκε από τον Εναγόμενο, Ιάκωβο Ηλία, ο οποίος αναγνώρισε το συμφωνητικό έγγραφο που είχε υπογράψει με τον Ενάγοντα ως Τεκμήριο
- Υποστήριξε ότι ήταν συμφωνητικό έγγραφο για την διαχείριση του εστιατορίου και δεν ήταν ενοικίαση. Ως μάρτυρες των υπογραφών ήταν γνωστοί του Ενάγοντα. Ισχυρίστηκε ότι ο δικηγόρος του είχε στείλει στον Ενάγοντα επιστολή τερματισμού της συγκεκριμένης συμφωνίας και κατέθεσε την επιστολή καθώς και το επιδοτήριο της ως Τεκμήριο
- Επίσης κατέθεσε, ως Τεκμήριο 11, την εν ισχύει πολεοδομική άδεια για το εστιατόριο. Κατέθεσε τις σχετικές άδειες δηλαδή την βεβαίωση από τον ΚΟΤ, τις άδειες πωλήσεως οινοπνευματωδών ποτών και τις άδειες λειτουργίας του εστιατορίου «ΜΙΝΟΣ» για τα έτη 2006 με 2007 ως Τεκμήρια 12 μέχρι
- Επίσης κατέθεσε τις βεβαιώσεις της ΑΗΚ, τον λογαριασμό της ΑΗΚ, την απόδειξη πληρωμής του ηλεκτρικού ρεύματος, την απόδειξη πληρωμής του ρολογιού του ηλεκτρικού ρεύματος ως Τεκμήρια 18 μέχρι
- Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος είχε πληρώσει τους λογαριασμούς που αφορούσαν ρεύμα του εστιατορίου το οποίο είχε καταναλωθεί από τον Ενάγοντα. Είχε επίσης πληρώσει τον λογαριασμό του νερού που είχε καταναλωθεί από τον Ενάγοντα και κατέθεσε το σχετικό λογαριασμό νερού ως Τεκμήριο
- Την απόδειξη για την αλλαγή τις κλειδωνιάς του εστιατορίου την κατέθεσε ως Τεκμήριο 25 και ισχυρίστηκε ότι είχε αλλάξει την κλειδωνιά στις 07/08/
- Ήταν η θέση του ότι είχε αναγκαστεί να αλλάξει τις κλειδωνιές του εστιατορίου λόγω του ότι του είχαν τηλεφωνήσει οι γείτονες και του είχαν αναφέρει ότι υπήρχε δυσοσμία στο εστιατόριο. Μετά παρέλευση 15 ημέρων, από την ημέρα αλλαγής της κλειδωνιάς, ο Ενάγοντας είχε επικοινωνήσει μαζί του και του είχε εξηγήσει τι είχε συμβεί. Είχαν σημφωνήσει να συναντηθούν για να δουν τι θα γινόταν. Την επόμενη μέρα μετά το τηλεφώνημα ο ίδιος είχε μεταβεί στο εστιατόριο όπου και περίμενε τον Ενάγοντα χωρίς όμως ο Ενάγοντας να εμφανιστεί. Ακολούθησε συνάντηση στο γραφείο του δικηγόρου του όπου ο Ενάγοντας εμφανίστηκε με τη δικηγόρο του. Σε εκείνη τη συνάντηση ο ίδιος είχε δηλώσει ότι είχε τοποθετήσει όλα τα αντικείμενα που ανήκαν στον Ενάγοντα σε κιβώτια και τα είχε τοποθετήσει στην αυλή του σπιτιού του και του είχε αναφέρει ότι μπορούσε να τα παραλάβει. Αντί να τα παραλάβει ο ίδιος ο Ενάγοντας είχε στείλει τον διευθυντής «Bassykal», τον κ. Καλογήρου, για να τα παραλάβει. Όταν του τα υπέδειξε ο κ. Καλογήρου αρνήθηκε να τα παραλάβει γιατί ήταν χρησιμοποιημένα. Εξήγησε ότι ο Ενάγοντας καθυστερούσε να καταβάλει τα συμφωνηθέντα και σήμερα του οφείλει τα ενοίκια του Ιουνίου, Ιουλίου και Αυγούστου και το υπόλοιπο του συμφωνητικού εγγράφου, δηλαδή το διαχειριστικό τέλος από 01/09/07 μέχρι 30/08/08 καθώς και το ρεύμα που είχε αποπληρώσει στην ΑΗΚ. Κατέληξε ότι δεν υπήρξε άλλη συμφωνία εκτός από αυτή που φαίνεται στο Τεκμήριο
- Ο Ενάγοντας δεν είχε επικοινωνήσει ξανά μαζί του, μετά την επιστολή του δικηγόρου του και τα πράγματα του συνεχίζουν να παραμένουν στην αποθήκη του σπιτιού του στα Λειβάδια και μπορεί να τα παραλάβει όποτε επιθυμεί. Ήταν η θέση του ότι το συγκεκριμένο εστιατόριο είχε λειτουργήσει από την 01/09/07 και ο ίδιος το είχε επισκεφθεί αρκετές φορές. Εκεί έβρισκε μία ξένη κοπέλα καθώς και δύο αλλοδαπούς στην κουζίνα. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι είχε στο εστιατόριο μία πινακίδα ότι αυτό ήταν διαθέσιμο για διαχείριση. Η συγκεκριμένη πινακίδα ήταν από αυτές που ετοιμάζουν στο τυπογραφείο και δεν έγραφε ότι ενοικιάζεται αλλά έγγραφε ότι ήταν διαθέσιμο για διαχείριση. Ο Ενάγοντας τον είχε επισκεφθεί με τον κ. Εγγλέζο και τη σύζυγο του για να συζητήσουν τους όρους της διαχείρισης. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 8 αναγνώρισε τις αποδείξεις που ο ίδιος είχε εκδώσει για την καταβολή του διαχειριστικού τέλους. Ο ίδιος έπαιρνε ένα ποσοστό της τάξεως των Λ.Κ.700- ως διαχειριστικό τέλος. Το συγκεκριμένο συμβόλαιο είχε ετοιμαστεί από τον δικηγόρο του, είχε δοθεί στον Ενάγοντα και είχε υπογραφτεί στο εστιατόριο. Ο ίδιος το είχε υπογράψει στο σπίτι του πριν το δώσει στον Ενάγοντα. Παραδέχθηκε ότι του είχε πει, ο Ενάγοντας, ότι υπήρχαν κάποια σημεία με τα οποία δεν συμφωνούσε και ο ίδιος του είχε αναφέρει ότι δεν θα άλλαζε κανένα όρο στο έγγραφο και ότι αν υπήρχε κάτι με το οποίο δεν συμφωνούσε να του επέστρεφαν τα έγγραφα και δεν υπήρχε πρόβλημα. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι ο ίδιος εξέδιδε όλες τις απαιτούμενες άδειες για το εστιατόριο «ΜΙΝΟΣ» για όλες τις χρονιές. Επέμενε στη θέση του ότι ο ίδιος επισκεπτόταν το συγκεκριμένο εστιατόριο δύο φορές την εβδομάδα αφού είχε λειτουργήσει την 01/09/
- Είχε διαπιστώσει ότι την 01/09/06 υπήρχαν πελάτες και στο μπαρ. Παραδέχθηκε ότι η αρχική συμφωνία είχε γίνει στις 10/08/06 και παρόλο που η ενοικίαση θα άρχιζε από 01/09 ο ίδιος είχε παραδώσει κλειδιά στον Ενάγοντα από τις 10/
- Σε σχέση με τις αλλαγές υποστήριξε ότι είχαν γίνει μικροαλλαγές. Αρνήθηκε ότι είχε ενημερωθεί από τον Ενάγοντα σε σχέση με το πρόβλημα που είχε προκύψει λόγω της έλλειψης πιστοποιητικού HACCAP. Εξήγησε ότι το HACCAP δεν είναι άδεια και αφορά την υγιεινή της διατροφής των πελατών. Το εστιατόριο μπορούσε να λειτουργήσει με την άδεια οινοπνευματωδών ποτών, την άδεια λειτουργίας, την άδεια του ΚΟΤ και την πολεοδομική άδεια. Όλες αυτές οι άδειες υπήρχαν. Για τη συγκεκριμένη χρονιά η άδεια είχε εκδοθεί και ήταν αυτή που κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Σε σχέση με τα λεφτά ανέφερε ότι τον Νοέμβριο ο Ενάγοντας τον ενημέρωσε ότι έπρεπε να αλλάξει το ξύλινο πάγκο και να τον αντικαταστήσει με stainless steel. Επειδή ο ίδιος τον λυπήθηκε, λόγω του ότι γνώριζε ότι αδυνατούσε να πληρώσει, δέχθηκε να συνεισφέρει το ποσό των Λ.Κ. 1.500-, το οποίο ο Ενάγοντας θα αφαιρούσε από το ενοίκιο. Κατά την άποψη του ο Ενάγοντας του οφείλει το υπόλοιπο του διαχειριστικού τέλους, δηλαδή διαχειριστικό τέλος για τον Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο καθώς και το υπόλοιπο του συμφωνητικού εγγράφου. Εξήγησε ότι η εγγύηση, η οποία του είχε καταβληθεί, αφορούσε τυχόν ζημιές ή και παραλείψεις από τον Ενάγοντα και δεν καλύπτονταν οποιαδήποτε ενοίκια από το ποσό των Λ.Κ. 2.100- της εγγύησης. Επέμενε στη θέση του ότι ο λόγος που ο ίδιος είχε αλλάξει τις κλειδωνιές ήταν η δυσοσμία. Υποστήριξε ότι το ρεύμα ήταν κομμένο από τις 12/07/07 μέχρι τις 24/10/07, όταν πληρώθηκε από τον ίδιο. Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος είχε ενοικιάσει εκ νέου το εστιατόριο μετά τα Χριστούγεννα του
- Σε σχέση με τα αντικείμενα, τα οποία ανήκουν στον Ενάγοντα, ήταν η θέση του ότι ο διευθυντής της «Bassykal» όταν του τα υπέδειξε αρνήθηκε να τα παραλάβει γατί ήταν χρησιμοποιημένα. Τότε τα μετέφερε στο σπίτι του και τα έθεσε στη διάθεση του Ενάγοντα. Αρνήθηκε ότι υπήρχαν οποιαδήποτε αλκοολούχα ποτά και ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν μόνο παγωμένα φαγητά τα οποία είχαν βρωμίσει και γι΄ αυτό τα είχε πετάξει. Σε σχέση με την ξηρή τροφή ήταν η θέση του ότι είχε φαγωθεί από ποντικούς και για αυτό είχε πεταχτεί. Κατέληξε, ότι ο ίδιος είχε δει την περιουσία του να καταστρέφεται γι΄ αυτό και είχε τερματίσει τη συγκεκριμένη συμφωνία με επιστολή του δικηγόρου του και όχι παράνομα. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του Ενάγοντα ο κ. Πουτζιουρής περιόρισε την αξίωση του Εναγόμενου στο ποσό των Λ.Κ.2.100- αναφορικά με το αιτητικό Α της Ανταπαίτησης και σε σχέση με το αιτητικό Β της Ανταπαίτησης περιόρισε την αξίωση στους λογαριασμούς της ΑΗΚ όπως φαίνονται στα Τεκμήρια 20 μέχρι και
- ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης Πολ. Εφ. 26/08 ημερ. 11/03/11: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) [1]λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson onEvidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)» Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή και τους δυο μάρτυρες ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή το κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχω επίσης θέσει ενώπιόν μου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, έχει υποδειχθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Ο Ενάγοντας από την αρχή της μαρτυρίας του τήρησε μια εχθρική στάση. Από την μια συμφώνησε με τις θέσεις της Υπεράσπισης, δηλαδή ότι υπέγραψε την συμφωνία διαχείρισης του εστιατορίου «ΜΙΝΟΣ», Τεκμήριο 1, και ότι συμφωνούσε με το περιεχόμενό της, το οποίο είχε διαβαστεί από τον φίλο του Πανίκο Εγγλέζο και ελεγχθεί και από δικηγόρο, την αδελφή του Πανίκου Εγγλέζου. Επίσης παραδέχθηκε ότι όφειλε στον Εναγόμενο το ποσό των Λ.Κ.2,100- και ότι δεν είχε πληρώσει τους δυο λογαριασμούς του ρεύματος καθώς και του νερού. Έχοντας προβεί σε όλες αυτές τις παραδοχές όμως προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι για τις απώλειες του έφταιγε ο Εναγόμενος. Εν τη ρύμη του λόγου όμως παραδέχθηκε ότι είχε επιθεωρήσει το εστιατόριο και είχε δει ότι δεν ήταν σε καλή κατάσταση και ότι ήθελε ανακαίνιση, το κόστος της οποίας θα επιβαρυνόταν και ότι ο λόγος που έπρεπε να επιθεωρηθεί, από το Δημαρχείο, το εστιατόριο ήταν η εφαρμογή του νέου νόμου σε σχέση με το HACCAP. Όμως παρά τις παραδοχές του αυτές επέμενε ότι για όλα έφταιγε ο Εναγόμενος ο οποίος του είχε δείξει μια άδεια η οποία δεν ίσχυε. Σημειώνεται ότι ο ισχυρισμός του αυτός καταρρίφθηκε από το Τεκμήριο 16, το οποίο αφορούσε την άδεια λειτουργίας του εστιατορίου «ΜΙΝΟΣ» για το έτος
- Προφανώς είχε λησμονήσει ότι είχε αναφέρει ότι ο ίδιος είχε ξεκινήσει την ανακαίνιση αμέσως μόλις είχε παραλάβει το εστιατόριο. Οπόταν πως έφταιγε ο Εναγόμενος για εργασίες τις οποίες ο ίδιος οικειοθελώς είχε ξεκινήσει είναι ένα εύλογο ερώτημα. Όπως εύλογα μπορεί να αναρωτηθεί κάποιος γιατί υπέγραψε το συμβόλαιο βλέποντας την «κακή» κατά τον ίδιο κατάσταση του εστιατορίου αφού το κεφάλαιο που είχε ήταν περιορισμένο. Σημειώνεται η αντιφατική θέση του κ. Εγγλέζου, Μ.Ε.2, ότι ο Ενάγοντας είχε αναλάβει να φτιάξει το εστιατόριο έτσι ώστε να είναι σε λειτουργήσιμη κατάσταση. Όσο αφορά τα ποσά που είχε δώσει στον Εναγόμενο στο μυαλό του επικρατούσε σύγχυση. Παραδέχθηκε ότι είχαν καταλήξει σε συμφωνία στις Λ.Κ.800- μηνιαίως και ότι οι Λ.Κ.100- δεν θα συμπεριλαμβάνονταν στο συμβόλαιο. Αρχικά ανέφερε ότι στις 10/08/06 που είχε παραλάβει τα κλειδιά είχε δώσει στον Εναγόμενο Λ.Κ. 200- πλέον τα ενοίκια τριών μηνών Λ.Κ.2400-. Ακολούθως ανέφερε ότι είχε δώσει σε μετρητά το ποσό των Λ.Κ. 2100- ως ενοίκια τριών μηνών και Λ.Κ.2400- επιπλέον, Λ.Κ. 100- για κάθε μήνα του συμβολαίου και δεν είχε πάρει απόδειξη γιατί καταγράφονταν στο συμβόλαιο αλλά και γιατί είχαν δοθεί ενώπιον του Πανίκου Εγγλέζου και της συζύγου του. Η θέση του περί της πληρωμής σε μετρητά, της προκαταβολής καθώς και των ενοικίων, καταρρίφθηκε από τον Πανίκο Εγγλέζο, Μ.Ε.2, ο οποίος επέμενε ότι είχε δει την επιταγή που είχε δοθεί για να ανατραπεί εκ νέου η θέση αυτή από την κα Badat, Μ.Ε.3, η οποία ανέφερε ότι την δεδομένη στιγμή δεν υπήρχε τραπεζικός λογαριασμός και ότι τα λεφτά είχαν δοθεί σε μετρητά. Δεν ήταν ειλικρινής και ανέφερε ότι η καφετέρια είχε λειτουργήσει μόνο για λίγο καιρό ενώ στην συνέχεια ανέφερε ότι λειτούργησε μέχρι τον Ιούλιο που του είχαν αποκόψει το ρεύμα. Ισχυρίστηκε ότι δεν είχε πολύ πελατεία, όμως είχε εργοδοτήσει δυο γκαρσόνες και όχι μια από τον Σεπτέμβριο πριν καν ετοιμάσει τον χώρο. Επέρριψε την ευθύνη για την καταστροφή των παγωμένων τροφίμων που είχε αγοράσει στον Εναγόμενο προφανώς ξεχνώντας τι είχε ο ίδιος αναφέρει. Αρχικά ανέφερε ότι τα είχε αγοράσει τον Σεπτέμβριο και είχαν λήξει λόγω του ότι δεν μπορούσε να τα χρησιμοποιήσει λόγω του ότι δεν είχε ανοίξει το εστιατόριο ενώ στην συνέχεια κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι είχε χρησιμοποιήσει τα τρόφιμα στην καφετέρια όταν λειτουργούσε. Η κα Badat, Μ.Ε.3, όμως ανέφερε ότι τα τρόφιμα είχαν καταλήξει στα σκουπίδια λόγω της διακοπής του ρεύματος. Ήταν ο Ενάγοντας που δεν είχε πληρώσει το λογαριασμό του ρεύματος και η μη πληρωμή του είχε οδηγήσει στην αποκοπή του και συνεπακόλουθα στην καταστροφή των παγωμένων τροφίμων. Μπορούσε να επιστρέψει τα ποτά αλλά δεν το έπραξε, δεν εξήγησε τον λόγο. Προφανώς ξεχνώντας ισχυρίστηκε ότι το ρεύμα είχε αποκοπεί στις 12/07/07 και είχε επανασυνδεθεί την επόμενη μέρα. Η μνήμη του ήταν επιλεκτική. Άλλαζε τους ισχυρισμούς του συνεχώς με αποτέλεσμα να υποπίπτει σε αντιφάσεις αλλά να είναι σε αντίφαση η μαρτυρία του με την μαρτυρία των άλλων δυο μαρτύρων, του Μ.Ε.2 και της Μ.Ε.
- Και εξηγώ: Αρχικά ισχυρίστηκε ότι δεν του είχε δοθεί απόδειξη για το ποσό των £2400- και των £2100- για να ισχυριστεί στην συνέχεια ότι είχε συμφωνήσει ο ίδιος με τον Εναγόμενο να μην του δώσει οποιαδήποτε απόδειξη. Ισχυρίστηκε ότι του είχε αναφερθεί από το Δημαρχείο ότι η άδεια λειτουργίας που του είχε δώσει ο Εναγόμενος δεν ήταν σε ισχύ γιατί έπρεπε να εκδοθεί νέα άδεια βάση του νέου Νόμου καθώς επίσης και ότι ήταν καινούργιος ο Νόμος για το HACCAP και τα πιο πολλά εστιατόρια δεν είχαν μέχρι τότε αιτηθεί για άδεια με βάση το νέο Νόμο αλλά για όλα έφταιγε ο Εναγόμενος. Είχε ξεκινήσει ανακαινίσεις από μόνος του, τον Αύγουστο 2006, δυο και πλέον μήνες πριν την επίσκεψη του επιθεωρητή από το Δημαρχείο, την 01/11/06 σύμφωνα με το Τεκμήριο 2, αλλά για όλα τα έξοδα έφταιγε ο Εναγόμενος. Η θέση του Ενάγοντα βρίθει αντιφάσεων και αντιβαίνει της λογικής και δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή ως αρκούσα για να αποδείξει τους ισχυρισμούς του. Ο Πανίκος Εγγλέζος, Μ.Ε.2, ήταν ηλίου φαεινότερο ότι είχε έρθει στο Δικαστήριο για να βοηθήσει τον από χρόνια φίλο του, τον Ενάγοντα. Το είχε παραδεχθεί ευθέως εν πάση περιπτώσει. Στο συμπέρασμα αυτό έχω αχθεί λόγω του ότι παρά το γεγονός ότι είχε πάρει το συμβόλαιο στην αδελφή του, η οποία είναι δικηγόρος να το μελετήσει οπόταν γνώριζε πλήρως τις υποχρεώσεις του Ενάγοντα οι οποίες προέκυπταν από το συμβόλαιο είχε ισχυριστεί ότι ο Εναγόμενος είχε ζητήσει ένα ποσό της τάξεως των £100- το μήνα εκτός συμβολαίου, τα οποία λεφτά του είχαν δοθεί σε μετρητά ενώ στην συνέχεια ανέφερε και επέμενε ότι είχε δει την επιταγή ξεχνώντας ότι είχε αναφερθεί σε μετρητά. Παραδέχθηκε ότι ο Ενάγοντας αυτόβουλα και με πλήρη επίγνωση της φυσικής κατάστασης του εστιατορίου είχε αναλάβει να το φτιάξει το για να το λειτουργήσει αλλά από την άλλη ισχυρίστηκε ότι δεν λειτούργησε ποτέ το εστιατόριο γιατί δεν είχε εκδοθεί το HACCAP. Δεν μπορώ να αποδεχθώ την μαρτυρία του γιατί δεν είναι αντικειμενική. Η σύζυγος του Ενάγοντα, κα. Ειρούλλα Κυριάκου Badat, Μ.Ε.3, δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας και είχε έρθει στο Δικαστήριο για να βοηθήσει τον σύζυγό της. Έδωσε μια διαφορετική εκδοχή από τους δυο άλλους μάρτυρες σε σχέση με τα λεφτά που είχαν καταβληθεί στον Εναγόμενο κατά την υπογραφή του συμβολαίου. Ισχυρίστηκε ότι είχε δοθεί το ποσό των £2100- ως εγγύηση και £2400- , το οποίο αφορούσε τις £100- μηνιαίως για κάθε μήνα της διάρκειας του συμβολαίου πλέον τέσσερεις μήνες, ο σύζυγός της είχε πει, στην μαρτυρία του, ότι είχαν δοθεί τρεις μήνες ενοίκια και όχι προκαταβολή. Ήταν σίγουρη ότι το συγκεκριμένο ποσό, το ποσό των £2400-, είχε δοθεί σε μετρητά γιατί δεν υπήρχε λογαριασμός για να εκδοθεί επιταγή. Θέση αντίθετη με αυτήν που είχε προωθηθεί από τον κ. Εγγλέζο, Μ.Ε.
- Παραδέχθηκε ότι το Δημαρχείο είχε καθυστερήσει για τον έλεγχο και ότι τα φαγώσιμα είχαν καταλήξει στα σκουπίδια λόγω της αποκοπής της ρεύματος λόγω της μη πληρωμής του. Η εκδοχή του Ενάγοντα και της συζύγου του δεν ήταν πειστική και αντιβαίνει της λογικής. Είχαν μάθει, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς τους, τον Σεπτέμβριο 2006 ότι για να λειτουργήσει το εστιατόριο χρειαζόταν νέα άδεια. Αντί να τερματίσουν την σύμβαση και ίσως να απολέσουν το ποσό των £4,500-, που σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς τους είχαν δώσει στον Εναγόμενο, επέλεξαν να δανειστούν άλλες £40,000- για να το επιδιορθώσουν. Σημειώνω εδώ ότι πρώτον, είχαν ξεκινήσει τις ανακαινίσεις πριν μάθουν ότι χρειαζόταν καινούργια άδεια για την λειτουργία του εστιατορίου και δεύτερον, δεν υποστηρίχθηκε ο ισχυρισμός ότι είχαν δανειστεί το ποσό αυτό με οποιαδήποτε πραγματική μαρτυρία. Σύμφωνα δε με το συμβόλαιο διαχείρισης, με το οποίο συμφωνούσε ο Ενάγοντας, όλα τα έξοδα που θα απαιτούντο για τις οποιεσδήποτε ανακαινίσεις θα τα επωμιζόταν ο Ενάγοντας, όρος 3 του Τεκμηρίου 1 καθώς επίσης και όλα τα έξοδα λειτουργίας του εστιατορίου, όρος 6 του Τεκμήριου
- Σε σχέση με τα έξοδα στα οποία είχε προβεί κατέθεσε το Τεκμήριο 8, μια δέσμη από σωρεία εγγράφων τα οποία παρέμειναν χωρίς οποιαδήποτε υποστήριξη ιδιαίτερα αφού είχε ισχυριστεί, ο Ενάγοντας, ότι είχε αφήσει τις αποδείξεις για όλα όσα πλήρωνε εντός του εστιατορίου. Ο Εναγόμενος ήταν πιο πειστικός στην μαρτυρία του και δεν αρνήθηκε ότι τα αντικείμενα που είχαν αγοραστεί από τον Ενάγοντα υπάρχουν και είναι φυλαγμένα και έτοιμα για να παραληφθούν. Η εκδοχή του ήταν πιο κοντά στην πραγματικότητα και οι ενέργειες του ήταν σύμφωνες με τις πρόνοιες του συμφωνητικού εγγράφου. Η άδεια λειτουργίας του υποστατικού που παρουσίασε ήταν σε ισχύ, Τεκμήριο
- Καταλήγω λοιπών ότι τα γεγονότα είχαν εξελιχθεί ως ακολούθως: Ο Ενάγοντας έχοντας πλήρη επίγνωση της κατάστασης του εστιατορίου «ΜΙΝΟΣ», του οποίου νόμιμος κάτοχος ήταν ο Εναγόμενος, αποφάσισε να το ενοικιάσει για να δημιουργήσει ένα εστιατόριο όπως ο ίδιος το είχε οραματιστεί. Κατά την υπογραφή του συμβολαίου είχαν καταβληθεί μια εγγύηση ύψους Λ.Κ.2100- για τυχόν ζημιές ή παραλήψεις, όρος 17 της σύμβασης. Πριν καν αρχίσει την ανακίνηση ο Ενάγοντας, προφανώς λόγω του ενθουσιασμού του, είχε εργοδοτήσει δυο κοπέλες και είχε εξοπλίσει πλήρως το εστιατόριο με ποτά και φαγητά. Ξεκίνησε να λειτουργεί όμως κατά την επίσκεψη του επιθεωρητή του Δήμου, κ. Κόκκινου, του τέθηκαν κάποιοι νέοι όροι για σκοπούς της έκδοσης άδειας λειτουργίας του εστιατορίου επ ονόματι του. Αυτά τα έξοδα ήταν επιπρόσθετα και έχοντας ήδη ξεφύγει από τον προϋπολογισμό του ο Ενάγοντας δεν μπορούσε να τα αντιμετωπίσει με αποτέλεσμα να μην μπορεί να πληρώσει τα τρέχοντα έξοδα του ενοικίου, του ρεύματος και του νερού. Αποτέλεσμα της ανικανότητάς του να αντιμετωπίσει τις οικονομικές του υποχρεώσεις ήταν η αποκοπή του ρεύματος στις 12/07/07, η αναστολή της λειτουργίας του εστιατορίου και η ανάκτηση κατοχής του εστιατορίου από τον Εναγόμενο, σύμφωνα με τον όρο 18 της σύμβασης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η υπόθεση του Ενάγοντα εκτός από τα προβλήματα που αφορούν την αξιοπιστία των μαρτύρων και την έλλειψη μαρτυρίας αντιμετωπίζει και δικονομικά προβλήματα. Απαιτείται κάποιο ποσό για αποξενωθέντα, από τον Εναγόμενο, αντικείμενα. Το ποσό αυτό καθώς και τα αντικείμενα καταγράφονται μεν στην παράγραφο 10 της Έκθεσης Απαίτησης όμως σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου οι ειδικές ζημιές θα πρέπει να δικογραφούνται και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ανδρέας Χρυσοστόμου ν. CYPRIALIFE LTD, Πολ. Εφ.267/2008 ημερ.18/07/2011, επαναδιατυπώθηκε η καλά καθιερωμένη αρχή ότι οι ειδικές ζημιές θα πρέπει να πρέπει να αποδεικνύονται με αυστηρότητα. Αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Έχει κατ΄ επανάληψη τονιστεί από το Εφετείο ότι οι ειδικές ζημιές πρέπει να αποδεικνύονται αυστηρά και με θετική μαρτυρία και ότι δεν είναι αρκετό να προβάλλονται στα δικόγραφα αλλά πρέπει και να αποδεικνύονται με σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία. Βλ. Πίριλλος ν. Κονναρή
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1153, Ερωτοκρίτου κ.α. ν. Φούτρη
(2001)1(Β) ΑΑΔ 921 και Μεταξάκης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2003)1 ΑΑΔ 467.» Στο σύγγραμμα Bullen & Leake «Precedents of Pleadings», 13 εκδ, παρα. 181, σελ. 270, αναφορικά με τον τρόπο που πρέπει να δικογραφούνται οι ειδικές ζημιές καταγράφονται τα ακόλουθα: «After the terms of the agreement have been clearly stated the plaintiff must show whether his claim is founded under or by virtue of the terms of the agreement or whether it is founded upon a breach of the agreement. In the latter event, the plaintiff must state how it is alleged that the defendant has failed to fulfil or comply with or has broken the relevant terms of the agreement and in what particulars. If a plaintiff has sustained any special damage, this must be expressly claimed with all the requisite particulars ( see Hayward v Pullinger and Partners [1950] 1 All E.R. 581, and Anglo-Cyprian Trade Agencies Ltd v Paphos Wine Industries Ltd [1951] 1 All E.R. 873).» (βλ. επίσης Chitty on Contracts «General Principles», 30η εκδ, παρα. 26-006, σελ. 1602.) Εναπόκειται, σε κάθε περίπτωση, στον ενάγοντα να αποδείξει με κατάλληλη μαρτυρία τα ποσά που συνιστούν την ειδική ζημιά που αξιώνει. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Bonhma-Carter v. Hyde Park Hotel Ltd [1948] 64 T.L.R. 177, 178, ο κάθε ενάγοντας πρέπει να κατανοήσει ότι σε περίπτωση έγερσης αγωγών για αποζημιώσεις αναμένεται από αυτόν η απόδειξη των ζημιών και δεν είναι αρκετό να αναφέρει τις λεπτομέρειες και να αναμένει από το Δικαστήριο την επιδίκαση αποζημιώσεων. Θα πρέπει να τις αποδεικνύει. Σχετικό είναι και το απόσπασμα από το σύγγραμμα McGregor on Damages, 16η έκδοση σελ 236: «A plaintiff claiming damages must prove his case. To justify an award of substantial damages he must satisfy the court both as to the fact of damage and as to its amount. If he satisfies the court on neither, his action will fail, or at the most he will be awarded nominal damages where a right has been infringed. If he fact of damage is shown but no evidence is given as to its amount so that it is virtually impossible to assess damages, this will generally permit only an award of nominal damages, this situation is illustrated by Dixon v. Deveridge and Twyman v. Knowles.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Ένας ενάγων που απαιτεί αποζημιώσεις πρέπει να αποδείξει την απαίτηση του. Για να δικαιολογήσει την επιδίκαση αποζημιώσεων για ένα σημαντικό ποσό θα πρέπει να ικανοποιήσει το δικαστήριο τόσο ότι υπέστη τη ζημιά όσο και το ποσό αυτής. Αν δεν ικανοποιήσει το δικαστήριο για οποιοδήποτε από τα πιο πάνω η αγωγή του θα πρέπει να απορριφθεί ή το πιο πολύ να του επιδικασθούν ονομαστικές αποζημιώσεις εφόσον φανεί ότι έχει παραβιαστεί το δικαίωμα του. Αν το γεγονός της ζημιάς αποδεικνύεται αλλά δεν έχει δοθεί μαρτυρία αναφορικά με το ύψος της με αποτέλεσμα να είναι αδύνατο να υπολογιστούν, αυτό γενικά επιτρέπει την επιδίκαση ονομαστικών μόνο αποζημιώσεων. Αυτή η κατάστασηαπεικονίζεταιστηνDixon v. Deveridge and Twyman v. Knowles.» Η μαρτυρία που προσφέρθηκε εκ μέρους του Ενάγοντα είναι αδύνατο να οδηγήσει σε ασφαλή κατάληξη ως προς το ύψος της αποζημίωσης λόγω της ασάφειας και της αοριστίας που την καλύπτει. Συνεπακόλουθα η αξίωσή του θα πρέπει να απορριφθεί. Το μόνο που μπορεί να αποδοθεί στον Ενάγοντα είναι η επιστροφή των αντικειμένων που του ανήκουν και ο Εναγόμενος έχει παραδεχθεί ότι έχει στην κατοχή του. Αναφορικά με την αξίωση του Ενάγοντα που αφορά τα έξοδα που ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι επωμίστηκε για έκδοση της άδειας λειτουργίας αλλά και του πιστοποιητικού HACCAP θα πρέπει επίσης να απορριφθεί πρώτον γιατί καμιά από τις αξιώσεις της παραγράφου 11 της Έκθεσης Απαίτησης δεν αποδείχθηκε με πραγματική μαρτυρία, δεύτερον γιατί είχε δεσμευτεί με βάση τους όρους 7, 9 και 10 του συμφωνητικού εγγράφου, Τεκμήριο 1, ότι όλα τα έξοδα για την λειτουργία του υποστατικού, περιλαμβανομένων και των αναγκαίων εξόδων για την έκδοση των απαραίτητων αδειών ήταν δική του υποχρέωση και τρίτον δεν καταγράφονται ως παρατηρήσεις, οι συγκεκριμένες επιδιορθώσεις στο Τεκμήριο 2, το Δελτίο Επιθεώρησης. Ο Ενάγοντας αξίωσε απολεσθέντα κέρδη. Για να δικαιούται στην καταβολή μιας τέτοιας αξίωσης θα έπρεπε να αποδείξει ότι ο Εναγόμενος είχε παραβιάσει το συμφωνητικό έγγραφο. Από την μαρτυρία που προσκομίστηκε όμως τόσο από τον Ενάγοντα καθώς και από τον Εναγόμενο αυτός που είχε παραβιάσει τους όρους του συμφωνητικού εγγράφου ήταν Ενάγοντας και όχι ο Εναγόμενος και για αυτό θα πρέπει να απορριφθεί και αυτή του η αξίωση. Σε σχέση με την Ανταπαίτηση του Εναγόμενου αξιώνονται τα δεδουλευμένα τέλη διαχείρισης για τους μήνες Ιούνιο μέχρι Σεπτέμβριο 2007, το ποσό των λογαριασμών που είχε αφήσει απλήρωτους ο Ενάγοντας και αναγκάστηκε να πληρώσει ο Εναγόμενος καθώς και αποζημιώσεις για το υπόλοιπο του συμβολαίου ενόψει της παραβίασης ουσιωδών όρων της συμφωνίας. Η αξίωση για τα δεδουλευμένα τέλη διαχείρισης δεν αμφισβητείται από τον Ενάγοντα υπό την έννοια ότι ο ίδιος ο Ενάγοντας είχε παραδεχθεί ότι όφειλε τα διαχειριστικά τέλη του Ιουνίου, Ιουλίου και του Αυγούστου δηλαδή £2100-. Οπόταν ο Ενάγοντας δικαιούται το ποσό αυτό αφού αυτός που παραβίασε την συμφωνία ήταν ο Ενάγοντας με την μη καταβολή των ενοικίων παραβιάζοντας τον όρο 18 του Τεκμηρίου
- Σύμφωνα με το σύγγραμμα Chitty on Contracts, General Principles, volume I, 30η εκδ, παρα.24-013: «An act of acceptance of repudiation requires no particular form. It is usually done by communicating the decision to terminate to the party in default, although it may be sufficient to lead evidence of an: 'Unequivocal overt act which is inconsistent with the subsistence of the contract.... without any concurrent manifestation of intent to the other party.' In an appropriate case an acceptance of repudiation may take the form of reliance on a contractual term which entitles the innocent party to terminate the contract.» Οι πιο πάνω νομικές αρχές εφαρμόζονται πλήρως στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ο Ενάγοντας, σύμφωνα και με τα όσα ο ίδιος είχε αναφέρει, δεν είχε καταβάλλει στον Εναγόμενο τα ενοίκια τριών μηνών. Σύμφωνα με τον όρο 18 του συμφωνητικού εγγράφου, Τεκμήριο 1, οποιαδήποτε παράλειψη συμμόρφωσης με την καταβολή του διαχειριστικού τέλους την 1ην ημέρα εκάστου ημερολογιακού μήνα επέτρεπε στον Εναγόμενο την ανάκτηση κατοχής του εστιατορίου χωρίς οποιαδήποτε προηγούμενη προειδοποίηση. Το δικαίωμα του Εναγόμενου για τερματισμό της σύμβασης ενισχύεται από τις πρόνοιες του όρου 20 του Τεκμηρίου
- Ο Εναγόμενος ενεργοποίησε τις πρόνοιες της συμφωνίας όπως εδικαιούτο να πράξει. Συνεπακόλουθα δικαιούται, ο Εναγόμενος, στην καταβολή του μη καταβληθέντος διαχειριστικού τέλους ύψους Λ.Κ.2100- ή το ισόποσο σε ευρώ, €3.588,06-. Το δεύτερο μέρος της Ανταπαίτησης του αφορά ποσά που κατέβαλλε λόγω του ότι ο Ενάγοντας είχε αφήσει απλήρωτους λογαριασμούς. Ο Εναγόμενος έχει προσκόμισε λογαριασμούς της ΑΗΚ συνολικού ύψους £966.68- και ένα λογαριασμό της Αρχής Υδατοπρομήθειας ύψους £50-, δηλαδή το συνολικό ποσό των £1016.68-, τα οποία αφορούσαν την περίοδο που ο Ενάγοντας ενοικίαζε το ακίνητο. Ο Ενάγοντας είχε αφήσει απλήρωτους τους συγκεκριμένους λογαριασμούς και ο Εναγόμενος είχε αναγκαστεί να τους αποπληρώσει για να επανασυνδεθεί το ρεύμα και η παροχή νερού στο εστιατόριο. Κατέθεσε και τις αποδείξεις πληρωμής, Τεκμήρια 20, 21, 22, 23 και 24, αποσείοντας με αυτό τον τρόπο το αποδεικτικό βάρος που είχε σε σχέση με την συγκεκριμένη αξίωσή του. Συνεπακόλουθα δικαιούται στην καταβολή του ποσού των Λ.Κ.1016,68- ή το ισόποσο σε ευρώ ήτοι €1737.10-. Το τρίτο σκέλος της Ανταπαίτησης του Εναγόμενου αφορά αποζημιώσεις για το υπόλοιπο του συμβολαίου λόγω παραβίασης ουσιωδών όρων της σύμβασης. Ο Εναγόμενος με τη συμπεριφορά του, την αλλαγή της κλειδωνιάς του εστιατορίου, επέδειξε την επιλογή του να τερματίσει τη σύμβαση ενοικίασης. Όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω σύμφωνα με τον όρο 18 του συμφωνητικού εγγράφου, Τεκμήριο 1, νομιμοποίητο να αναλάβει, ο Εναγόμενος, ελεύθερη την κατοχή του εστιατορίου, χωρίς ειδοποίηση, στην περίπτωση παράλειψης καταβολής από τον διαχειριστή, Ενάγοντα, του διαχειριστικού τέλους. Ενώ σύμφωνα με τον όρο 20 του Τεκμηρίου1, ο Εναγόμενος δικαιούται να ζητήσει με τον τερματισμό της συμφωνίας όλα τα ποσά τα οποία ο Ενάγοντας του όφειλε ή και θα του όφειλε δυνάμει της συμφωνίας. Επί του θέματος διαβάζουμε τα ακόλουθα στο σύγγραμμα Cheshire, Fifoot & Furmston's, 15η εκδ., στη σελίδα 692: «If the innocent party elects to treat the contract as discharged, he must make his decision known to the party in default. Once he has done this, his election is final and cannot be retracted. The effect is to terminate the contract for the future as from the moment when the acceptance is communicated to the party in default. The breach does not operate retrospectively. The previous existence of the contract is still relevant with regard to the past acts and defaults of the parties. Thus the party in default is liable in damages both for any earlier breaches and also for the breach that has led to the discharge of the contract, but he is excused from further performance» Ένας εκ των κανόνων που έθεσε η υπόθεση Hadley v. Baxendale
(1854)9 EX. 341, σε σχέση με τις αρχές που διέπουν την ανάκτηση ζημιών και απωλειών συνεπεία παράβασης σύμβασης κωδικοποιείται στο άρθρο 73
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, το οποίο έχει ως εξής: «Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμία αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης.» Περαιτέρω με βάση το άρθρο 75 του Κεφ. 149 ο συμβαλλόμενος ο οποίος ακυρώνει την σύμβαση για βάσιμο λόγο δικαιούται να διεκδικήσει αποζημιώσεις για ζημιά που υπέστη συνεπεία της μη εκπλήρωσης της σύμβασης. Όπως δε επαναλαμβάνεται στην απόφαση Αλπάν (Αδελφοί Τάκη) Λτδ κ.ά. v. Θέλμας Τρυφωνίδου
(1996)1 ΑΑΔ 679, στις σελίδες 687 μέχρι 688, υιοθετώντας την αρχή που ακολουθήθηκε στην Saaba & another v. Holy Monastery Ayios Neophytos
(1982)1 CLR 499: «Η αποκατάσταση του αθώου μέρους έχει ως λόγο την τοποθέτησή του στη θέση την οποία θα απολάμβανε αν η συμφωνία εφαρμοζόταν και όχι τη ζημιά την οποία υπέστη προς αντιμετώπιση των συνεπειών της διάρρηξης της συμφωνίας.» Οι πιο πάνω αρχές επαναλήφθηκαν πρόσφατα στην απόφαση Panayides Contracting Limited v. M & M Frangos Engineering & Contracting Ltd Πολ. Εφ. 301/08 ημερ. 31/05/12 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Υπενθυμίζεται γενικά ότι το σύνηθες μέτρο της αποζημίωσης για τη διάρρηξη συμβολαίων συναρτάται με το ποσό το οποίο θα χρειαζόταν για να τεθεί το αναίτιο μέρος στη θέση που θα ήταν αν η συμφωνία εκτελείτο κανονικά. Όπως τέθηκε στην υπόθεση Αλπάν (Αδελφοί Τάκη) Λτδ ν. Τρυφωνίδου
(1996)1 Α.Α.Δ. 679, οι αποζημιώσεις στο δίκαιο των συμβάσεων έχουν σκοπό την αποκατάσταση του αθώου μέρους «... στη θέση που θα απολάμβανε αν η συμφωνία εφαρμοζόταν και όχι τη ζημιά την οποία υπέστη προς αντιμετώπιση των συνεπειών της διάρρηξης της συμφωνίας.» ............................ Οι αποζημιώσεις λαμβάνουν υπόψη και τις αρχές που αναπτύχθηκαν με την υπόθεση Hedley v Baxendale
(1854)9 Ex. 341, όπως επεξηγήθηκε αργότερα από τις υποθέσεις VictoriaLaundry v. Newman Industries
(1949)2 K.B. 528 (C.A.) και Koufos v. Czarnikow
(1969)1A.C. 350 (H.L.), που έχουν σχέση με τις λογικά προβλεπόμενες κατά το χρόνο συνομολόγησης της συμφωνίας και που είναι πιθανό να προκύψουν από τη διάρρηξη, ζημιές, καθώς και αυτές που απορρέουν από οποιεσδήποτε ιδιαίτερες συνθήκες που το υπαίτιο μέρος γνώριζε κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης, (δέστεκαι Saab and Anotherv. HolyMonaster of Ay. Neophytos
(1987)1 C.L.R. 499). Σύμφωνα όμως με την μαρτυρία του ίδιου του Εναγόμενου το εστιατόριο είχε ενοικιαστεί τα Χριστούγεννα, δηλαδή τρεις μήνες μετά τον τερματισμό της σύμβασης. Σύμφωνα με την νομολογία δεν επιτρέπει σε ένα ενάγοντα να αποζημιώνεται για απώλεια που θα μπορούσε να αποφευχθεί αν λάμβανε λογικά μέτρα για μείωση της ζημιάς. Καταγράφονται τα ακόλουθα σχετικά στο σύγγραμμα του Chitty on Contracts, General Principles, volume I, 30η εκδ., παρα.26-101: «First, the claimant cannot recover damages for any part of his loss consequent upon the defendant's breach of contract which the claimant could have avoided by taking reasonable steps. Secondly, if the claimant in fact avoids or mitigates his loss consequent upon the defendant's breach, he cannot recover for such avoided loss, even though the steps he took were more than could be reasonably required of him under the first rule.» Οι πιο πάνω αρχές καταγράφηκαν και επεξηγήθηκαν, μεταξύ άλλων, στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Muriel Beaumont κ.α. ν. Νίκου Παπακλεοβούλου
(2010)1 ΑΑΔ 525, όπου στην σελίδα 266 κατεγράφησαν τα ακόλουθα: «Η υποχρέωση του ενάγοντα για μείωση της ζημιάς, είναι να ενεργήσει μέσα στα πλαίσια της λογικής. Το κατά πόσο ο ενάγων σε κάθε περίπτωση ενήργησε ή όχι εύλογα, είναι θέμα γεγονότων και όχι νόμου.* Το κριτήριο και οι περιορισμοί απασχόλησαν τα Δικαστήρια σε πολλές υποθέσεις. Μια από αυτές είναι η υπόθεση Banco de Portugal v. Waterlow [1932] All E.R. Rep. 181 (HL) στην οποία το Αγγλικό Τριτοβάθμιο Εφετείο, αναφερόμενο στις δυσκολίες εφαρμογής του κανόνα, έθεσε το θέμα ως εξής:- «Where the sufferer from a breach of contract finds himself in consequence of that breach placed in a position of embarrassment the measures which he may be driven to adopt in order to extricate himself ought not to be weighed in nice scales at the instance of the party whose breach of contract has occasioned the difficulty. It is often easy after an emergency has passed to criticise the steps which have been taken to meet it, but such criticism does not come well from those who have themselves created the emergency. The law is satisfied if the party placed in a difficult situation by reason of the breach of a duty owed to him has acted reasonably in the adoption of remedial measures and he will not be held disentitled to recover the cost of such measures merely because the party in breach can suggest that other measures less burdensome to him might have been taken.» Σε ελεύθερη μετάφραση:- «Όταν το αναίτιο μέρος σε αθέτηση συμβολαίου βρίσκεται συνεπεία αυτής της αθέτησης σε δυσχερή θέση, τα μέτρα στα οποία μπορεί να οδηγηθεί να υιοθετήσει προκειμένου να βγει από τη δύσκολη κατάσταση, δεν πρέπει να σταθμίζονται σε ζυγαριές ακριβείας κατ' απαίτηση του μέρους το οποίο με την αθέτηση της συμφωνίας προκάλεσε αυτή τη δυσκολία. Είναι συχνά εύκολο μετά το πέρας μιας έκτακτης κατάστασης, να επικρίνονται τα μέτρα τα οποία έχουν ληφθεί για την αντιμετώπισή της, αλλά τέτοια κριτική δε δικαιολογείται προερχόμενη από εκείνους οι οποίοι δημιούργησαν την έκτακτη κατάσταση. Ο νόμος ικανοποιείται αν το μέρος το οποίο βρίσκεται σε δύσκολη κατάσταση λόγω της παράβασης οφειλόμενου προς αυτόν καθήκοντος, ενήργησε εύλογα στην υιοθέτηση διορθωτικών μέτρων και δεν θα θεωρείται ότι αποστερείται του δικαιώματος να ανακτήσει το κόστος αυτών των μέτρων απλά και μόνο επειδή το μέρος το οποίο ευθύνεται για την αθέτηση μπορεί να εισηγηθεί ότι λιγότερο επαχθή για αυτόν μέτρα θα μπορούσαν είχαν ληφθεί.» Σε τελική ανάλυση, φαίνεται ότι η ουσία του θέματος απολήγει στο κατά πόσο ο ενάγων, σε σχέση με το καθήκον για μείωση της ζημιάς του, ενήργησε εύλογα έναντι του εναγόμενου.» Καθοδηγούμενη από τις προαναφερθείσες νομικές αρχές από την στιγμή που ο ίδιος ο Εναγόμενος έχει παραδεχθεί ότι είχε ενοικιάσει το εστιατόριο τα Χριστούγεννα, δηλαδή τρεις μήνες μετά, το μόνο ποσό που μπορεί να του αποδοθεί ως αποζημίωση για την παραβίασης της σύμβασης εκ μέρους του Ενάγοντα είναι το διαχειριστικό τέλος για τους τρεις μήνες που το εστιατόριο είχε μείνει ανεκμετάλλευτο και ο Εναγόμενος έχανε λεφτά, εισόδημα, το οποίο ανέμενε ότι θα είχε. Συνεπακόλουθα απονέμεται στον Εναγόμενο το ποσό των Λ.Κ.2100-, το ισόποσο σε ευρώ ήτοι €3588,06-. ΚΑΤΑΛΗΞΗ. Ο Ενάγοντας έχει αποτύχει να αποδείξει τη συγκεκριμένη ζημιά που υπέστη, την αξία των αντικειμένων που κατά τον ισχυρισμό του οικειοποιήθηκε ο Εναγόμενος καθώς και την απώλεια των οποιονδήποτε κερδών εξ υπαιτιότητας του Εναγομένου. Αντίθετα, ο Εναγόμενος έχει αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι ο Ενάγοντας ήταν αυτός που παραβίασε την σύμβαση αφήνοντας απλήρωτο για τρείς μήνες τόσο το διαχειριστικό τέλος καθώς επίσης το ρεύμα και το νερό. Παράλληλα λόγω της συμπεριφοράς του Ενάγοντα το εστιατόριο παρέμεινε χωρίς διαχειριστή για τρεις περίπου μήνες. Για τις ζημιές του αυτές δικαιούται στην έκδοση απόφασης ως ακολούθως: (α) Απλήρωτο διαχειριστικό τέλος τριών μηνών €3.588,06- με νόμιμο τόκο από 07/08/2007, πλέον (β) Απλήρωτοι λογαριασμοί του Ενάγοντα που πληρώθηκαν από τον Εναγόμενο ύψους €1.737,10- πλέον νόμιμο τόκο από σήμερα, πλέον (γ) Απολεσθέν διαχειριστικό τέλος τριών μηνών που το εστιατόριο είχε παραμείνει ελεύθερο ύψους €3.588,06- από σήμερα. Το μόνο που δικαιούται ο Ενάγοντας είναι την επιστροφή των φυλαχθέντων, από τον Εναγόμενο, αντικειμένων που είχε αφήσει στο εστιατόριο τα οποία βρίσκονται σε κιβώτια στο σπίτι του Εναγόμενου και τα οποία δεν έχουν καθοριστεί αφού ο Ενάγοντας δεν προσέφερε οποιαδήποτε μαρτυρία αλλά ο Εναγόμενος παραδέχθηκε ότι τα έχει στην φύλαξή του γιατί ο Ενάγοντας αρνήθηκε να τα παραλάβει. Είναι γνωστή η αρχή ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Το Δικαστήριο κατέληξε ότι ο Εναγόμενος πέτυχε να τεκμηριώσει την αξίωση του. Κάτω από τις περιστάσεις, και στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ως προς την επιδίκαση εξόδων, κρίνεται ότι ο Ενάγοντας θα πρέπει να καταβάλει στον Εναγόμενο τόσο τα έξοδα της αγωγής καθώς και τα έξοδα της Ανταπαίτησης. Ανάλογη διαταγή εκδίδεται. (Υπ) ................ Ε. Γεωργίου- Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο