Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Γιώργου Ακρίτα κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 21952/11, 21/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:B56 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΛΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Ταλαρίδου - Κοντοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 21952/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Εναντίον 1.Γιώργου Ακρίτα
- Ανδρέα Συναπίδη Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 21 Οκτωβρίου, 2013 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Γιακουμεττή Για τον κατηγορούμενο 2: κα Μ. Μικελλίδου Κατηγορούμενος 2 παρών ----- ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει το αδίκημα της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 20, 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, Νόμος 166/
- Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος κατηγορείται ότι στις 6/10/2011 και μεταξύ των ωρών 1301-1311 στην οδό Γ. Σεφέρη στην Αραδίππου της επαρχίας Λάρνακας έκλεψε από ανοικτό χώρο παρά το εργαστήριο ξυλείας Σαββίδη, 30 μεταλλικούς ράβδους, 90 μεταλλικές αγκώνες, 78 ανοξείδωτα σφραγίσματα κούππων, 30 μεταλλικά ράφια, 16 στύλλους μεταλλικών ραφιών, συνολικής αξίας €800- ιδιοκτησίας του Ανδρέα Σιάτη από τη Λάρνακα. Η υπεράσπιση έχει παραδεχθεί ότι ο κατηγορούμενος 2 μαζί με τον Γιώργο Ακρίτα μετέβηκαν στην υπαίθρια επιχείρηση όπου βρίσκεται το λυόμενο υποστατικό του παραπονούμενου ΜΚ2 Ανδρέα Σιάτη και πήραν όλα τα αντικείμενα που περιγράφονται λεπτομερώς στο κατηγορητήριο. Το μόνο που αμφισβητείται είναι η ένοχη σκέψη του κατηγορούμενου 2 καθότι προβάλει ως υπεράσπιση ότι είχε άδεια να μαζέψει παλαιά σίδερα από τον υπαίθριο χώρο και έτσι δεν αντιλήφθηκε ότι τα εν λόγω αντικείμενα που ήταν σε υπόστεγο που εφάπτεται του λυόμενου κτιρίου ήταν ιδιοκτησίας του παραπονούμενου και κατά συνέπεια το προϊόν της κλοπής. Για να καταρρίψει αυτή την εκδοχή η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε ως μάρτυρες τον παραπονούμενο και τον ιδιοκτήτη της υπαίθριας επιχείρησης Σάββα Σαββίδη ΜΚ3 ο οποίος ανέφερε, και δεν αμφισβητήθηκε, ότι ουδέποτε έδωσε άδεια είτε στον κατηγορούμενο 2 ή τον κατηγορούμενο 1 για να μαζέψουν παλαιά σίδερα από τον χώρο της υπαίθριας επιχείρησης. Επίσης η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε τα τεκμήρια 2 και 3 όπου ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε στην αστυνομία το αδίκημα της κλοπής των εν λόγω αντικείμενων. Σημειώνεται ότι η υπεράσπιση ουδέποτε υπέβαλε ερωτήσεις στον αστυνομικό ανακριτή της υπόθεσης ΜΚ1 την θέση ότι αυτός είχε παραπλανήσει ή καταπιέσει τον κατηγορούμενο 2 για να προβεί σε παραδοχή της κλοπής. Ο παραπονούμενος ΜΚ2 μπορεί να χαρακτηρισθεί ως εξαιρετικός μάρτυρας. Ανέφερε τα γεγονότα με ακρίβεια και είναι οι δικές του προσπάθειες που οδήγησαν στον εντοπισμό και σύλληψη των δύο προσώπων που πήραν την περιουσία του. Παρουσίασε φωτογραφίες για να δείξει ακριβώς τι είχε κλαπεί από τον χώρο και για να φανεί ότι αυτό που πήρε ο κατηγορούμενος 2 δεν ήταν παλαιά σίδερα ως ισχυρίσθηκε αλλά αντικείμενα αξίας. Αυτά που πήρε ήταν 30 μεταλλικά ράφια, που αποτελούνται από τους αποσυναρμολογημένους αγκώνες και ράβδους ,και 78 μεταλλικά σκεπάσματα που αφαιρέθηκαν από πλαστικά κλουβιά. Αυτά τα αντικείμενα δεν ήταν μέσα στο κλειστό χώρο του λυόμενου υποστατικού που είχε μεταφέρει στο υπαίθριο χώρο όμως ήταν κάτω από ξύλινο υπόστεγο που εφάπτετο του λυόμενο χώρου και όχι πεταξούμενα ώστε να δημιουργηθεί η εντύπωση σε οποιοδήποτε ότι ο ιδιοκτήτης των αντικειμένων είχε εγκαταλείψει αυτά τα αντικείμενα. Επίσης ο ΜΚ2 επιθεώρησε όλες τις κάμερες του κλειστού συστήματος παρακολούθησης και διαπίστωσε ότι ο αυτά τα δύο πρόσωπα δεν μάζευαν πράγματα από το έδαφος, αλλά μετέφεραν το όχημα τους πίσω από το λυόμενο και ήταν παρόντες σε εκείνο τον χώρο για τουλάχιστον 15 λεπτά. Ως αναφέρεται πιο πάνω είναι παραδεκτό ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι το πρόσωπο που πήρε τα αντικείμενα και είναι αναντίλεκτο γεγονός ότι είναι ένα από τα δύο πρόσωπα που φαίνεται στο βίντεο κλειστού κυκλώματος, τεκμήριο 6, να βρίσκεται στον χώρο για να πάρει αντικείμενα. Σύμφωνα με τον ΜΚ2 που τον θεωρώ αξιόπιστο μάρτυρα, ρώτησε τον κατηγορούμενο 2, κατά πόσο αυτός πήρε τα αντικείμενα και αυτός αρνήθηκε ότι τα είχε πιάσει. Είναι μόνο μετά που ο ΜΚ2 είχε επιθεωρήσει το βίντεο από τις διάφορες κάμερες και διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν εκεί κοντά στο υπόστεγο του που αναγκάσθηκε ο κατηγορούμενος 2 να παραδεχθεί ότι είχε πάρει αυτά τα αντικείμενα και πρόβαλε την εκδοχή ότι έκανε καλόπιστο λάθος όταν τα πήρε. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 2 αρνήθηκε αρχικά ότι πήρε τα εν λόγω αντικείμενα είναι ψέμα και είναι ψέμα που αποδεικνύεται με ανεξάρτητη μαρτυρία αφού έρχεται σε αντίθεση με τα παραδεκτά γεγονότα που η υπεράσπιση έχει αποδεχθεί. Τα ψέματα σε κάποιες περιπτώσεις συνιστούν περιστατική μαρτυρία για την ενοχή του κατηγορούμενου. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας[1] το Εφετείο, επεξήγησε ποιες είναι οι προϋποθέσεις για να θεωρείται ότι το ψέμα είναι περιστατική μαρτυρία ενοχής. Απόρριψη της εκδοχής του κατηγορούμενου δεν είναι αρκετό το ψέμα πρέπει να εξετασθεί μαζί με την περιστατική μαρτυρία για να κριθεί ότι αποτελεί περιστατική μαρτυρία. Περαιτέρω το ψέμα πρέπει να είναι: Α) Ηθελημένο, Β) Να αναφέρεται σε ουσιώδης ζήτημα, Γ) Το κίνητρο για το ψέμα πρέπει να είναι επίγνωση της ενοχής και ο φόβος της αλήθειας. Αναγνωρίζεται ότι μπορεί κάποιος να πει ψέματα στην προσπάθεια του να προβάλει μια δίκαια υπόθεση ή από ντροπή ή από πανικό. Δ) Το ψέμα πρέπει να αποδεικνύεται με ανεξάρτητη μαρτυρία ή από παραδοχή του κατηγορούμενου. Στο Σύγγραμμα Phipson on Evidence[2] επεξηγήθηκε ότι το Δικαστήριο δύναται να εξάξει αρνητικό συμπέρασμα από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ψεύδεται. Κάποτε αυτό το ψέμα μπορεί να θεωρηθεί ως έμμεση παραδοχή της ενοχής του. Αυτό το ψέμα όμως είναι πάντοτε ένα μέρος της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής μαζί με την υπόλοιπη περιστατική μαρτυρία. Το ψέμα ήταν ηθελημένο διότι η άρνηση του αποσκοπούσε στο να μην συνδεθεί με το πρόσωπο που πήρε τα αντικείμενα. Το ψέμα αφορούσε την άρνηση του για την διάπραξη του αδικήματος επομένως είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ενοχή για την διάπραξη του αδικήματος και καταρρίπτει την εκδοχή του ότι τα πήρε από καλόπιστο λάθος. Εάν έτσι είχαν τα πράγματα θα είχε πει την αλήθεια αμέσως. Μόνο μετά που ο ΜΚ2 είχε κάνει επισταμένη έρευνα και βρήκε τα ίχνη του κατηγορούμενου 2 ως το πρόσωπο που διακινόταν στο συγκεκριμένο σημείο δέχθηκε ότι αυτός μαζί με τον άλλο πήραν τα αντικείμενα. Είναι φανερό ότι δεν είπε ψέμα για κανένα άλλο λόγο εκτός από την ένοχη του συνείδηση και την προσπάθεια του να συγκαλύψει τις παράνομες του ενέργειες. Με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ2, η εκδοχή του κατηγορούμενου ότι δεν ήξερε ότι τα αντικείμενα ήταν το προϊόν κλοπής θα πρέπει να καταρριφθεί. Επιπρόσθετα, η καταδίκη του κατηγορούμενου 2 μπορεί να θεμελιωθεί στην παραδοχή του επί του τεκμηρίου
- Ο αστυνομικός τον πληροφόρησε επαρκώς για ποιον πράγμα τον κατηγορούσε και ότι τον κατηγορούσε για κλοπή και αυτός παραδέχθηκε και έπειτα διάβασε και υπέγραψε το τεκμήριο
- Στην κατάθεση του, τεκμήριο 2, ανέφερε ότι αυτός πήρε τα πράγματα του παραπονούμενου αλλά ουδέποτε πρόβαλε την θέση ότι πρόκειται για καλόπιστο λάθος ή ότι είχε την άδεια του ιδιοκτήτη του χώρου να μαζέψουν παλαιά σίδερα. Οπότε η παραδοχή του θα πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι ικανοποιητική για να θεμελιώσει καταδίκη εναντίον του από μόνη της. Δεν μπορώ να μην επισημάνω τον αλλοπρόσαλλο χειρισμό της υπεράσπισης. Κατά την πρώτη δικάσιμο η υπεράσπιση προέβαλε τη θέση ότι ο ΜΚ3 είχε δώσει την άδεια στους κατηγορούμενους να μαζέψουν παλαιά σίδερα από το υπαίθριο χώρο. Μάλιστα μετά την προβολή αυτής της εκδοχής η κατηγορούσα αρχή κάλεσε για την επόμενο δικάσιμο τον ΜΚ
- Όταν όμως ο ΜΚ3 ανέφερε ότι τέτοια άδεια δεν είχε δώσει ποτέ και ανέφερε ότι δεν ξέρει κάν τους Γιώργου Ακρίτα και τον κατηγορούμενου 2 η υπεράσπιση πρόβαλλε νέα θέση ότι είναι ο πατέρας Μιχάλης Σαββίδης που είχε δώσει τέτοια άδεια. Η μαρτυρία του ΜΥ1 Μιχάλη Σαββίδη δεν βοήθησε καθόλου στο προωθηθεί η θέση της υπεράσπισης. Ανέφερε ότι έδωσε σε κάποιο χρόνο στο παρελθόν, χωρίς να καθορίσει ημερομηνία, άδεια στον Γιώργο Ακρίτα να πάρει παλαιά σίδερα από τον δικό του χώρο. Ο ΜΥ1 δεν αναγνώρισε τον κατηγορούμενο 2 και ανέφερε ότι δεν τον είδε να συνοδεύει τον Γιώργο Ακρίτα. Επομένως, η άδεια αυτή δεν μπορεί να δόθηκε για εκείνη την ημέρα αφού οι κάμερες και λοιπή μαρτυρία δείχνει ότι ο κατηγορούμενος 2 συνόδευε τον Γιώργο Ακρίτα στον χώρο όπου ήταν φυλαγμένη η περιουσία του παραπονούμενου. Η μαρτυρία του ΜΥ1 δεν αφορά το επεισόδιο που καταγράφεται στις κάμερες και είναι ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήριο. Αφορά άλλη περίπτωση όπου ο Γιώργος Ακρίτας είχε άδεια να περισυλλέξει παλαιά σίδερα αξίας μόλις 40 ευρώ. Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι είχε δώσει άδεια στον Γιώργο Ακρίτα σε παλαιότερη ημερομηνία να περισυλλέξει συγκεκριμένα παλαιά σίδερα αξίας 40 ευρώ. Οι φωτογραφίες και η υπόλοιπη αναντίλεκτη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής αποδεικνύει ότι τα κλαπέντα αντικείμενα δεν ήταν παλαιά σίδερα, ούτε θα μπορούσε κάποιος κατά λάθος να τα εκλάβει ως παλαιά σίδερα. Επομένως, η μαρτυρία του ΜΥ1 ενισχύει την θέση της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν μπορεί να θεώρησε ότι τα συγκεκριμένα αντικείμενα ήταν παλαιά σίδερα. Επομένως, η εκδοχή του ότι έκανε λάθος και δεν αντιλήφθηκε ότι τα κλαπέντα αντικείμενα δεν ήταν παλαιά σίδερα για τα οποία ο Γιώργος Ακρίτας είχε άδεια να πάρει απορρίπτεται εξ'ολοκλήρου. Ο κατηγορούμενος 2 είναι το πρόσωπο που πήρε τα αντικείμενα του παραπονούμενου χωρίς την άδεια του και του τα στέρησε διά πάντα. Είχε ένοχη διάνοια ότι τα αντικείμενα ήταν άλλου προσώπου και ότι τα έκλεβε. Αυτό αποδεικνύεται από την παραδοχή του στην γραπτή κατηγορία από την οποία δεν κατόρθωσε να ξεφύγει με την ένορκη μαρτυρία η οποία κρίθηκε αναξιόπιστη. Επιπρόσθετα, τα ψέματα που είπε αρχικά στον παραπονούμενο είναι το είδος των ψεμάτων και είναι ψέματα που έγιναν κάτω από τέτοιες συνθήκες που αποτελούν ισχυρή απόδειξη για το ένοχο των προθέσεων του. Αυτό μαζί με την υπόλοιπη μαρτυρία είναι ικανοποιητική για να καταρρίψει την εξήγηση που έδωσε ο κατηγορούμενος ότι δεν γνώριζε ότι τα αντικείμενα ήταν κλοπιμαία όταν τα πήρε και αφαίρεσε την κυριότητα των αντικειμένων από την κατοχή και έλεγχο του παραπονούμενου. Κρίνεται ένοχος στον βαθμό που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις για το αδίκημα της κλοπής. (Υπ.).......... Ν. Ταλαρίδου- Κοντοπούλου Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ποινική Έφεση 6535, ημ. 20/05/99 [2] 15th Edition Confession par. 31-35 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο