Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Ανδρέα Χαραλάμπους κ.α., Υπόθεση αρ.: 11986/2013, 21/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:B57 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 11986/2013 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας και
- Ανδρέα Χαραλάμπους
- Montaser Saleh Κατηγορουμένων 21 Οκτωβρίου,
- Για την κατηγορούσα αρχή, εμφανίζεται ο κ. Μ. Κουτσόφτας Για τον κατηγορούμενο αρ. 1, εμφανίζεται ο κ. Κ. Ταμπούρλας Για τον κατηγορούμενο αρ. 2, εμφανίζεται ο κ. Π. Χ¨Παναγιώτου Κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2, παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η (άρθρο 74
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 («οι κατηγορούμενοι», εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) διώκονται για αδικήματα που αφορούν στην κοινή γαλήνη. Επιπροσθέτως, ο κατηγορούμενος αρ. 2, ο οποίος είναι αλλοδαπός, διώκεται και για το αδίκημα της παραμονής στη Δημοκρατία άνευ αδείας του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης (8η κατηγορία, άρθρο 19
(1)(λ) του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 150, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια). Εξαιρουμένης της 8ης κατηγορίας, την οποία ο κατηγορούμενος αρ. 2 παραδέχεται, στις εναπομείνασες κατηγορίες (1η, 2η, 3η, 5η και 10η) οι κατηγορούμενοι αρνούνται ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Η έκθεση και οι λεπτομέρειες εκάστου των επίδικων αδικημάτων έχουν ως ακολούθως: Οι κατηγορούμενοι συνωμότησαν προς διάπραξη του πλημμελήματος της οπλοφορίας προς διέγερση τρόμου (1η κατηγορία, άρθρα 80 και 372 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια) στις 18.09.2013 στην Ορόκλινη, της επαρχίας Λάρνακας. Οι κατηγορούμενοι διέπραξαν τα αδικήματα της απειλής βιαιοπραγίας (2η κατηγορία, άρθρα 20 και 91(γ) του Κεφ. 154) και της απειλής (3η κατηγορία, άρθρα 20 και 91Α του Κεφ. 154) όταν στις 18.09.2013, περί τις 19:30, σε χώρο έξω από το πρακτορείο «MEGABET PLUS», στην Οδό Γρίβα Διγενή στην Ορόκλινη της επαρχίας Λάρνακας απείλησαν τον Νικόλαο Χουγκάζ με την φράση: «Θα επιστρέψω σε δέκα λεπτά καλαμαρά και να έχεις φύγει αλλιώς θα σε σκοτώσω». Σκοπός των κατηγορουμένων ήταν να εξαναγκάσουν τον Νικόλα Χουγκάζ να εγκαταλείψει το μέρος παρά το ότι αυτός δεν είχε τέτοια νομική υποχρέωση. Οι κατηγορούμενοι διέπραξαν το αδίκημα της οπλοφορίας προς διέγερση τρόμου (5η κατηγορία, άρθρα 20 και 80 του Κεφ. 154) όταν, στον τόπο και κατά τον χρόνο που αναφέρεται αμέσως πιο πάνω, έφεραν, δημοσίως και χωρίς νόμιμη αιτία, επιθετικό όπλο, και συγκεκριμένα ρόπαλο, κατά τρόπο διεγείροντα τρόμο σε άλλον. Ο κατηγορούμενος αρ. 1 διέπραξε το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας (10η κατηγορία, άρθρο 91(γ) του Κεφ. 154) όταν στις 18.09.2013 στην επαρχία Λάρνακας απείλησε την Αναστασία Σαββίδου με τις φράσεις: «Αν δεν δεχθείς την πρόταση που σου έκαμα θα στείλω τώρα τα κοπέλια για να σπάσουν το πρακτορείο» και «Αν τηλεφωνήσεις στην αστυνομία και αναφέρεις το πιο πάνω γεγονός και πάω φυλακή έχω άλλα εκατόν αραπούδκια πίσω μου». Σκοπός του κατηγορουμένου αρ. 1 ήταν να εξαναγκάσει την Αναστασία Σαββίδου να δεχθεί να της παράσχει προστασία εν σχέσει με το πρακτορείο της, ενώ αυτή δεν είχε τέτοια νομική υποχρέωση. Για να αποδειχθούν οι κατηγορίες κλήθηκαν και κατέθεσαν ο προρρηθείς Νικόλαος Χουγκάζ (Μ.Κ.1), ως ο αυτόπτης και αυτήκουος μάρτυρας των περιστατικών που αναφέρονται στις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης, της 2ης, της 3ης και της 5ης κατηγορίας, η προρρηθείσα Αναστασία Σαββίδου (Μ.Κ.2), ως η αυτήκουος μάρτυρας των περιστατικών που αναφέρονται στην 10η κατηγορία, και οι αστυφύλακες 252 Μ. Μιχαήλ (Μ.Κ.3), 1914 Δ. Χρίστου (Μ.Κ.4), 278 Χρ. Κυριάκου (Μ.Κ.5), 3919 Α. Μπάκας (Μ.Κ.6) και 2343 Γρ. Χατζησέργης (Μ.Κ.7). Επιπλέον της ένορκης προφορικής μαρτυρίας τους τα πρόσωπα αυτά κατέθεσαν και έγγραφη μαρτυρία (τεκμήρια 1 έως και 16). Μετά το πέρας προσαγωγής μαρτυρίας εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορουμένων εισηγήθηκαν πως δεν στοιχειοθετήθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των πελατών τους εφ΄ όσον δεν στοιχειοθετήθηκαν συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων. Εξ αρχής σημειώνεται η υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να καθορίσει, στο κατηγορητήριο, τα ιδιαίτερα πρωτογενή γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν το εκάστοτε επίδικο αδίκημα. Πρόκειται για υποχρέωση αυστηρή, πηγάζουσα από το Σύνταγμα και τη νομολογία, η οποία διασφαλίζει το δικαίωμα του κατηγορουμένου να μην παραπλανηθεί και να μπορέσει να ετοιμάσει την υπεράσπισή του (Δημοκρατία ν. Σπύρου
(2000)2 Α.Α.Δ. 107, 144). Επακόλουθο της υποχρέωσης αυτής αποτελεί η ανάγκη όπως η μαρτυρία που θα προσκομίσει η πλευρά της κατηγορούσας αρχής να συνάδει προς το πλαίσιο των γεγονότων που καθορίζεται στο κατηγορητήριο. Μαρτυρία η οποία βρίσκεται εκτός του πλαισίου αυτού δεν μπορεί να γίνει δεχτή (Σταυρινίδης ν. Δήμου Λεμεσού
(2000)2 Α.Α.Δ. 429, 433). Σημειώνεται, ακόμη, το βάρος της κατηγορούσας αρχής να επικαλεστεί και να στοιχειοθετήσει κάθε επιμέρους συστατικό του επίδικου αδικήματος. Ως προς την ύπαρξη γεγονότων δεν επιτρέπονται υποθέσεις, όσον εύλογες και αν είναι αυτές. Κενά εν σχέσει με την συνδρομή πρωτογενών γεγονότων που στοιχειοθετούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Λοίζου ν. Αστυνομία
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, 365-6). Όσον αφορά στην αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, για να κριθεί κατά πόσον δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9, 16), σημειώνεται πως αυτή προϋποθέτει τον εντοπισμό των συστατικών στοιχείων του εκάστοτε επίδικου αδικήματος. «Στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, παρέχεται πάντα η δυνατότητα στο Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία, εξ όψεως κρινόμενη (on the face of it), στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Το θέμα διακρίνεται από την αξιοπιστία των μαρτύρων και τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους». (Γιάγκου (Λεμόνα) ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, 385). «...ένας κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία όταν, (Ι). Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή (ΙΙ). Η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει πάνω σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου» (Technotent K. Γ. Γιώργατσος Λτδ ν. Ορφανίδου
(2004)2 Α.Α.Δ. 388, 392). Το βάρος απόδειξης που φέρει η κατηγορούσα αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της διαφέρει από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσης η οποία να δημιουργεί υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Εάν η μαρτυρία που παρουσιάζει η κατηγορούσα αρχή είναι τέτοιας ποιότητας ώστε θα ήταν επισφαλές να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί τη βάσει αυτής και μόνον, τότε η υπόθεση απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία. Όμως, στο τελικό στάδιο, το κριτήριο για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου είναι αυστηρό. Τα εξαχθέντα συμπεράσματα πρέπει να είναι τόσον ισχυρά ώστε η ενοχή να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου (ανωτέρω)). Μελετήθηκαν τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων, σε συνάρτηση με τα όσα το κατηγορητήριο καταγράφει ως τα ιδιαίτερα πρωτογενή γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν τα αδικήματα αυτά. Εξετάσθηκε δε η προσκομισθείσα μαρτυρία: Κατά πρώτον, επισημαίνεται πως ο Νικόλας Χουγκάζ (Μ.Κ.1), ως ο μόνος αυτόπτης και αυτήκουος μάρτυρας των γεγονότων τα οποία εξελίχθηκαν στις 18.09.2013, περί τις 17:30, έξω από το πρακτορείο «MEGABET PLUS», στην οδό Γρίβα Διγενή, στην Ορόκλινη, της επαρχίας Λάρνακας, και τα οποία δίδουν έρεισμα στην 1η, την 2η, την 3η και την 5η κατηγορία, κατέθεσε τα εξής σημαντικά: Κατά τον ουσιώδη χρόνο και στο συγκεκριμένο μέρος ο κατηγορούμενος αρ. 1 δεν κρατούσε ρόπαλο και ούτε κρατούσε οιονδήποτε άλλο επιθετικό όργανο. Ο κατηγορούμενος αρ. 2 δεν του μίλησε κατά τη διάρκεια του επίδικου περιστατικού. Ο κατηγορούμενος αρ. 2 κρατούσε ρόπαλο «κολλητό στο σώμα του για να μην φαίνεται». Δεν θυμάται εάν είδε το ρόπαλο αυτό την ώρα που ο κατηγορούμενος αρ. 2 κατέβαινε από το αυτοκίνητο και τον πλησίαζε ή την ώρα που αυτός έφευγε από το μέρος. Εν πάση περιπτώσει, το πρόσωπο το οποίο κρατούσε το ρόπαλο «δεν το σήκωσε πάνω, το κρατούσε συνεχώς κολλημένο στο σώμα του. Ούτε κίνησε το ρόπαλο απειλητικά». Οι δηλώσεις αυτές αφαιρούν το πραγματικό υπόβαθρο για την ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου αρ. 2 όσον αφορά στην 2η, την 3η και την 5η κατηγορία εφ΄ όσον οι καταγραφείσες, στο κατηγορητήριο, σχετικές λεπτομέρειες αδικήματος δεν έχουν στοιχειοθετηθεί. Παρομοίως, οι δηλώσεις αυτές αφαιρούν το πραγματικό υπόβαθρο για την ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου αρ. 1 όσον αφορά στην 5η κατηγορία. Επιπλέον, οι δηλώσεις αυτές, οι οποίες οδηγούν στην απόρριψη της κατηγορίας για το ουσιαστικό αδίκημα της οπλοφορίας προς διέγερση τρόμου (5η κατηγορία), σε συνδυασμό με τη απουσία οιασδήποτε μαρτυρίας περί σύναψης συμφωνίας μεταξύ των κατηγορουμένων οδηγούν στην απόρριψη και της 1ης κατηγορίας η οποία αφορά στην συνομωσία προς διάπραξη του συγκεκριμένου πλημμελήματος. Είναι, βεβαίως, γνωστό πως η αθώωση κατηγορουμένου εν σχέσει με το ουσιαστικό αδίκημα δεν οδηγεί εφ΄ εαυτής στην αθώωσή του εν σχέσει και με το αδίκημα της συνομωσίας προς τον σκοπό διάπραξής του (Gani ν. Δημοκρατία
(1991)2 Α.Α.Δ., 134). Όμως, στην προκείμενη περίπτωση, ουδεμία μαρτυρία προσήχθηκε η οποία να τείνει να καταδείξει πως οι κατηγορούμενοι συνήψαν συμφωνία για να διαπράξουν το αδίκημα της οπλοφορίας προς διέγερση τρόμου δια της μεταφοράς ροπάλου. Παρενθετικώς καταγράφεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην Ποινική Έφεση αρ. 213/2008 Γρηγόρης Α. Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας ημερ. 31.05.2011: «Αποτελεί γεγονός ότι η συνύπαρξη της κατηγορίας της συνωμοσίας μαζί με το ουσιαστικό αδίκημα δεν είναι επιθυμητή διότι πιθανόν να προκαλέσει επιπλοκές. Στο σύγγραμμα του Archbold: «Criminal Pleading Evidence and Practice» 2007, αναφέρεται στις σελ. 2906-2907, στις παραγρ. 34-35 μέχρι 34-56 ότι δεν μπορούν να τεθούν ανελαστικοί κανόνες σε σχέση με το επιθυμητό για την ορθότητα συμπερίληψης σε κατηγορητήριο κατηγορίας συνωμοσίας. Κάθε υπόθεση θα πρέπει να εξετάζεται στη βάση των δικών της δεδομένων (R. v. Jones (J.) 59 Cr. App. R. 120). Η γενική αρχή του ανεπιθύμητου της συμπερίληψης στη βάση των αποφάσεων Verrier v. DPP
(1967)2 A.C. 195, R. v. Griffiths
(1966)1 Q. B. 509 και R. Greenfield 57 Cr. App. R. 849, υπόκειται στις εξής εξαιρέσεις:
(1)Η συμπερίληψη είναι επιθυμητή προς το συμφέρον της δικαιοσύνης σε περίπλοκες υποθέσεις, όπου είναι αναγκαία η παρουσίαση ολοκληρωμένης εικόνας, που δεν μπορεί να επιτευχθεί με μόνη την ένθεση σχετικών ουσιαστικών κατηγοριών (R. v. Hammersely 42 Cr. App. R. 207). (II) Υποθέσεις όπου η συνωμοσία μπορεί να εξαχθεί γενικώς από περιφερειακά γεγονότα, ενώ οι συγκεκριμένες ενέργειες που συνιστούν, για παράδειγμα, το καθαυτό αδίκημα της κλοπής υποστηρίζονται από νεφελώδη, κατά τα άλλα, μαρτυρία. Όπου λοιπόν υπάρχει καθαρή μαρτυρία για συνωμοσία, αλλά ελάχιστη μαρτυρία όσον αφορά τη διάπραξη από τους συνωμότες των ουσιαστικών αδικημάτων, η συμπερίληψη της κατηγορίας της συνωμοσίας είναι και δικαιολογημένη και αναγκαία (R. v. Cooper and Copton 32 Cr. App R. 102). (III) Όπου η συμφωνία για τη διάπραξη του αδικήματος είναι από μόνη της πλέον αδεχθής, παρά το ίδιο το αδίκημα. Ως παράδειγμα αναφέρεται η συνωμοσία προς βεβήλωση κοιμητηρίου που επιφέρει μεγαλύτερη ποινή από την ποινή που επιφέρει το ουσιαστικό αδίκημα της καταστροφής περιουσίας εκτός του χώρου του κοιμητηρίου». Κατά δεύτερον, τα όσα κατέθεσαν ο Νικόλαος Χουγκάζ (Μ.Κ.1) και η Αναστασία Σαββίδου (Μ.Κ.2), χωρίς αυτά να αξιολογούνται επί τη βάσει του κριτηρίου της απόδειξης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, δημιουργούν εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου αρ. 1 όσον αφορά στην 2η, την 3η και την 10η κατηγορία. Για τους πιο πάνω λόγους: Ο κατηγορούμενος αρ. 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 1η και την 5η κατηγορία. Ο κατηγορούμενος αρ. 1 καλείται σε απολογία όσον αφορά στην 2η, την 3η και την 10η κατηγορία. Ο κατηγορούμενος αρ. 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 1η, την 2η, την 3η και την 5η κατηγορία. (Υπ.) ............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο