← Κύπρος

AΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΑΔΩΝΗ ΛΥΣΙΩΤΗ, Υπόθεση αρ.: 11094/2011, 4/10/2013

AΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΑΔΩΝΗ ΛΥΣΙΩΤΗ, Υπόθεση αρ.: 11094/2011, 4/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:B50 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 11094/2011 Μεταξύ: AΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ και ΑΔΩΝΗ ΛΥΣΙΩΤΗ Κατηγορουμένου 04 Οκτωβρίου, 2013. Για την κατηγορούσα αρχή, εμφανίζεται ο κος Μ. Κουτσόφτας Για τον κατηγορούμενο, εμφανίζεται ο κ. Κ. Ταμπούρλας Κατηγορούμενος, παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η (άρθρο 74

(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) Ο κατηγορούμενος διώκεται για το αδίκημα της προσβολής δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας δια της έκθεσης, εμπορικώς και δημοσίως, αντιτύπων. Το αδίκημα διαγράφεται από τα άρθρα 2, 3, 4 και 14
(1)(δ) των περί του Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας Νόμων (Ν.59/1976, ως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια, «ο Νόμος»). Πρόκειται για 245 αντίτυπα ψηφιακών δίσκων κινηματογραφικών ταινιών τα οποία ο κατηγορούμενος εξέθεσε, εμπορικώς και δημοσίως, στις 20.03.2011 στην Ορόκλινη της επαρχίας Λάρνακας. Ο κατηγορούμενος αρνείται ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για να αποδειχθεί η κατηγορία κλήθηκαν και κατέθεσαν ο αστυφύλακας 3115 Χρίστος Κωνσταντινίδης (Μ.Κ.1), ο αστυφύλακας 56 Γιώργος Κουνούσιης (Μ.Κ.2) και ο πραγματογνώμων Παντελής Πέταλης (Μ.Κ.3). Επιπλέον της ένορκης προφορικής μαρτυρίας τους τα πρόσωπα αυτά κατέθεσαν και έγγραφη μαρτυρία. Μεταξύ άλλων, κατετέθηκαν τα επίδικα αντίτυπα (τεκμήριο 3) και σχετική έκθεση πραγματογνωμοσύνης (τεκμήριο 7). Ερωτήσεις και υποβολές, οι οποίες ετέθηκαν στους μάρτυρες της κατηγορούσης αρχής, ανέδειξαν τις εξής δύο υπερασπίσεις:
(1)Οι παρουσιαζόμενοι ως δικαιούχοι δεν έχουν, στην πραγματικότητα, δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας.
(2)Δεν παρουσιάσθηκε θετική μαρτυρία σχετική με την φύση των επίδικων δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και με το εάν αυτά αναγνωρίζονται και προστατεύονται από τον νόμο. Στα κεντρικά αυτά ζητήματα στηρίχθηκε και η εισήγηση περί μη στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου, την οποία υπέβαλε ο ευπαίδευτος συνήγορός του μετά το πέρας προσαγωγής μαρτυρίας εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής. Ας σημειωθεί πως η αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, για να κριθεί κατά πόσον δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9, 16), προϋποθέτει τον εντοπισμό των συστατικών στοιχείων του εκάστοτε επίδικου αδικήματος. «Στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, παρέχεται πάντα η δυνατότητα στο Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία, εξ όψεως κρινόμενη (on the face of it), στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Το θέμα διακρίνεται από την αξιοπιστία των μαρτύρων και τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους». (Γιάγκου (Λεμόνα) ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, 385). «...ένας κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία όταν, (Ι). Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή (ΙΙ). Η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει πάνω σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου» (Technotent K. Γ. Γιώργατσος Λτδ ν. Ορφανίδου
(2004)2 Α.Α.Δ. 388, 392). Το βάρος απόδειξης που φέρει η κατηγορούσα αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της διαφέρει από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσης η οποία να δημιουργεί υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Εάν η μαρτυρία που παρουσιάζει η κατηγορούσα αρχή είναι τέτοιας ποιότητας ώστε θα ήταν επισφαλές να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί τη βάσει αυτής και μόνον, τότε η υπόθεση απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία. Όμως, στο τελικό στάδιο, το κριτήριο για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου είναι αυστηρό. Τα εξαχθέντα συμπεράσματα πρέπει να είναι τόσον ισχυρά ώστε η ενοχή να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου (ανωτέρω)). Ας σημειωθεί, επίσης, πως η μελέτη των προνοιών των κρίσιμων άρθρων 2, 3, και 14
(1)(δ) του Νόμου, σε συνάρτηση με τα όσα καταγράφονται στο κατηγορητήριο ως λεπτομέρειες αδικήματος, καταδεικνύει πως, εν προκειμένω, η κατηγορούσα αρχή βαρύνεται να επικαλεστεί και να στοιχειοθετήσει τα εξής επί μέρους συστατικά του επίδικου αδικήματος: (α) ο κατηγορούμενος εν γνώσει του, (β) εξέθεσε, στις 20.03.2011, στην Ορόκλινη της επαρχίας Λάρνακας, εμπορικώς και δημοσίως, (γ) 245 αντίτυπα κινηματογραφικών ταινιών, δηλαδή 245 προϊόντα αναπαραγωγής των ταινιών αυτών (δ) τα οποία ενέχουν προσβολή του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας που υπάρχει για τις ταινίες αυτές. Επειδή η δια του νόμου αναγνώριση του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας για ορισμένη κινηματογραφική ταινία και η προστασία αυτού δεν γίνεται αδιακρίτως κρίσιμα είναι και τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 4 του Νόμου. Το άρθρο αυτό καθορίζει τις περιπτώσεις όπου τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας για κινηματογραφικές ταινίες αναγνωρίζονται και προστατεύονται από τον Νόμο. Το κείμενο του άρθρου 4 έχει ως εξής: 4. Δικαιώματα αναγνωρίζονται κατά τον παρόντα Νόμο— (α) Επί παντός προστατεύσιμου αντικειμένου, ο δικαιούχος του οποίου, ή προκειμένου περί περισσότερων δικαιούχων, οιοσδήποτε των δικαιούχων, είναι, κατά το χρόνο της γενέσεως του δικαιώματος ή, ειδικώς προκειμένου περί εκπομπής, κατά το χρόνο της πραγματοποιήσεως της εκπομπής, προσοντούχο πρόσωπο, ήτοι— (
  1. i)Άτομο, το οποίο είναι πολίτης της Δημοκρατίας ή έχει τη συνήθη διαμονή του στη Δημοκρατία, (
  2. ii)νομικό πρόσωπο, το οποίο συστάθηκε δυνάμει των νόμων της Δημοκρατίας, ή (iii) υπήκοος Κράτους Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης: Νοείται ότι το αυτό ισχύει και για νομικά πρόσωπα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, υπό την προϋπόθεση ότι συνδέονται πραγματικά και αδιάλειπτα με την οικονομία του Κράτους Μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, επί τη βάσει των νόμων του οποίου απέκτησαν νομική προσωπικότητα. (β) Επί παντός προστατεύσιμου αντικειμένου άλλου από εκπομπή, το οποίο— (
  3. i)Για πρώτη φορά δημοσιεύθηκε στη Δημοκρατία· ή (
  4. ii)είναι έργο αρχιτεκτονικής, το οποίο ανηγέρθη στο έδαφος της Δημοκρατίας ή είναι άλλο καλλιτεχνικό έργο, το οποίο έχει ενσωματωθεί σε οικοδομή, η οποία βρίσκεται στο έδαφος της Δημοκρατίας· ή (iii) είναι ηχογράφηση ή ταινία ή ερμηνεία-εκτέλεση, η οποία έγινε στη Δημοκρατία· ή (
  5. iv)είναι βάση δεδομένων, η οποία παρήχθη στη Δημοκρατία, και το οποίο δεν έχει καταστεί αντικείμενο του κατά το εδάφιο
(1)αναγνωριζόμενου δικαιώματος. (γ) Επί παντός προστατεύσιμου δυνάμει του παρόντος Νόμου αντικειμένου, το οποίο δημιουργείται ή παράγεται ή διατίθεται από την Κυβέρνηση, ή υπό τη διεύθυνση και τον έλεγχο της Κυβερνήσεως ή διεθνών σωμάτων ή άλλων κυβερνητικών οργανισμών, όπως αυτοί ήθελον καθορισθεί, και το οποίο δεν έχει καταστεί αντικείμενο του κατά τα εδάφια
(1)και
(2)αναγνωριζόμενου δικαιώματος.» Η εξέταση της μαρτυρίας την οποία παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή, υπό το πρίσμα του ως άνω νομοθετημένου πλαισίου, αποκαλύπτει κενά εν σχέσει με συστατικά του επίδικου αδικήματος: Κατ΄ αρχάς, ο πραγματογνώμων Παντελής Πέταλης (Μ.Κ3), ο οποίος διεπίστωσε πως τα επίδικα 245 αντίτυπα είναι κλεψίτυπα, δηλαδή είναι παράνομες αναπαραγωγές κινηματογραφικών ταινιών, δεν παρέσχε σταθερή, θετική και πλήρη μαρτυρία για τους δικαιούχους των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας των ταινιών αυτών. Παρά το ότι στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, την οποία συνέταξε σχετικώς (τεκμήριο 7), ο μάρτυρας αντιστοιχεί κάθε μία από τις επίδικες κινηματογραφικές ταινίες με μια οντότητα την οποία χαρακτηρίζει ως τον δικαιούχο των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, εν τούτοις, κατά την αντεξέτασή του αυτός απεκάλυψε πως δεν έλεγξε συστηματικά την ακρίβεια της κατάληξής του αυτής. Ο μάρτυρας εξέφρασε υποθέσεις ως προς το βασικό αυτό ζήτημα. Κατά δεύτερον, η προσκομισθείσα μαρτυρία παρουσιάζει πλήρες κενό όσον αφορά στις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 4 του Νόμου για την παροχή προστασίας στο εκάστοτε δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας. Μετά το πέρας της διαδικασίας προσαγωγής μαρτυρίας εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής παραμένει άγνωστη η φύση του επίδικου δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας και παραμένει άγνωστο το κατά πόσον αυτό εμπίπτει σε οιανδήποτε των περιπτώσεων τις οποίες καθορίζει το άρθρο 4 ως τις περιπτώσεις δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας τα οποία αναγνωρίζονται και προστατεύονται από τον Νόμο. Συναφώς σημειώνεται το βάρος της κατηγορούσας αρχής να επικαλεστεί και να στοιχειοθετήσει κάθε επιμέρους συστατικό του επίδικου αδικήματος. Ως προς την ύπαρξη γεγονότων δεν επιτρέπονται υποθέσεις, όσον εύλογες και αν είναι αυτές. Κενά εν σχέσει με την συνδρομή πρωτογενών γεγονότων που στοιχειοθετούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Λοίζου ν. Αστυνομία
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, 365-6). Εν όψει τούτων, διαπιστώνεται πως δεν στοιχειοθετήθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου. Η υπόθεση απορρίπτεται. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.