ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. Aνδρέας Ευριπίδου, Αρ. Υπόθεσης: 3487/12, 30/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B95 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3487/12 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ Κατηγορούσα αρχή εναντίον Aνδρέας Ευριπίδου Κατηγορουμένου ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30/10/2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κος Νεοκλής Νεοκλέους Για τον κατηγορούμενο: κος Μιλτιάδης Μιλτιάδους Κατηγορούμενος: παρών ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία που αφορά το αδίκημα της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 2, 8 και 19 και 20Α του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 166/87, 80
(1)/2000, 5
(1)/2010, 8
(1)/2010 και την Κ.Δ.Π. 312/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 11ην Ιανουαρίου του 2011 στον χώρο στάθμευσης Καραβέλλας στην Πάφο, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΡΑ 948 χωρίς την δέουσα προσοχή και φροντίδα και προκάλεσε ατύχημα. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε ο αστ. 2988 Μάριος Κρεμμά. Κατέθεσε και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση του - τεκμήριο
- Στην κατάθεση του αναφέρει ότι υπηρετεί στην τροχαία Πάφου στον κλάδο διερεύνησης τροχαίων ατυχημάτων και περιέγραψε τα καθήκοντα του. Στις 13/1/2011 και ώρα 14:30 προσήλθε στον σταθμό τροχαίας ο Γιώργος Σαββίδης και ανέφερε ότι την 11/1/2011 και ώρα 09:30 στον χώρο στάθμευσης Καραβέλλας ο πατέρας του Γαβριήλ Γαβριήλ 87 ετών ενώ ήταν πεζός, κτυπήθηκε από το αυτοκίνητο ΕΡΑ 948 που οδηγούσε ο Ανδρέας Ευριπίδου. Ο Γαβριήλ Γαβριήλ τραυματίστηκε και επισκέφθηκε το γενικό νοσοκομείο Πάφου. Την 19/1/2011 και ώρα 10:00 επισκέφθηκε μαζί με τον Γαβριήλ Γαβριήλ την σκηνή του δυστυχήματος, σχεδιαγράφησε αυτήν, έλαβε τις αναγκαίες μετρήσεις, σημείωσε στο σχέδιο με το γράμμα Χ το σημείο σύγκρουσης σύμφωνα με υπόδειξη του Γαβριήλ, του έδειξε και επεξήγησε το πρόχειρο σχέδιο και αφού συμφώνησε το υπόγραψε. Ελέγχθηκε το αυτοκίνητο ΕΡΑ 948 χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε ζημιά και στις 25/1/2011 και μεταξύ των ωρών 10:30 - 10:45 έλαβε κατάθεση από τον Γαβριήλ Γαβριήλ - τεκμήριο 6 - (ο οποίος δυστυχώς σε μεταγενέστερο χρονικό στάδιο απεβίωσε). Στις 9/2/2011 και μεταξύ των ωρών 10:50 - 11:10 έλαβε κατάθεση από τον οδηγό του αυτοκινήτου ΕΡΑ 948 - τεκμήριο 5, ήτοι από τον κατηγορούμενο, του έδειξε και εξήγησε το πρόχειρο σχέδιο και αφού συμφώνησε το υπόγραψε ως ορθό. Την 18/4/2011 και μεταξύ των ωρών 13:00 - 13:05 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για το ότι οδηγούσε το πιο πάνω όχημα χωρίς την δέουσα προσοχή και φροντίδα και προκάλεσε ατύχημα και ο κατηγορούμενος απάντησε ΄΄ ότι είχα να πω θα το πω στο Δικαστήριο΄΄ - τεκμήριο
- Το δυστύχημα έγινε κατά την διάρκεια της ημέρας, ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος στεγνή και καθαρή και έγινε εντός του χώρου στάθμευσης. Στην συνέχεια της κύριας εξέτασης του, ο μάρτυρας κατέθεσε το πρόχειρο και το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του ατυχήματος - τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα και σύμφωνα με τον μάρτυρα ο κατηγορούμενος συμφώνησε με το πρόχειρο σχέδιο και το υπόγραψε. Στο σχέδιο καταγράφεται ως Α η πορεία του οχήματος του κατηγορουμένου και ως Α1 η πορεία του οχήματος όπως υποδείχθηκε από τον Γαβριήλ Γαβριήλ (εν τοις εφεξοίς ο πεζός). Αν επεκταθεί μια νοητή γραμμή και από τις δύο πιο πάνω πορείες, και οι δύο καταλήγουν στο σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε ο πεζός. Η πορεία του οχήματος του κατηγορούμενου ήταν με πισινή ταχύτητα και εξέφρασε την άποψη ότι το όχημα πιθανόν να ήταν σταθμευμένο στο κατάστημα που διατηρεί ο κατηγορούμενος το οποίο υπέδειξε με το γράμμα Κ επί του τεκμηρίου 3 όπου ο εκεί ευρύτερος χώρος είναι χώρος στάθμευσης. Το πλάτος της εισόδου και εξόδου του χώρου στάθμευσης είναι 9 μέτρα και που συγκοινωνεί με τον κύριο δρόμο του χώρου στάθμευσης και που δύναται κάποιος να χρησιμοποιήσει και να εξέλθει στον κύριο δρόμο. Σύμφωνα με την δεκαετή πείρα του, δεν είναι νόμιμο κάποιος να εισέρχεται σε έναν δρόμο με πισινή ταχύτητα. Ένεκα του ατυχήματος, ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε επειδή ο πεζός υπέστη κάταγμα ποδιού ενώ αυτός βρισκόταν στο πεζοδρόμιο στο σημείο χ και κτυπήθηκε από το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Η καταγγελία δεν έγινε την ίδια ημέρα το ατυχήματος αλλά μετά από 2 - 3 μέρες από τον γιο του πεζού και αφού εξετάστηκε ο πεζός και διαγνώστηκε το πιο πάνω τραύμα. Ο κατηγορούμενος όταν έχει κατηγορηθεί, απάντησε ότι ναι μεν κτύπησε τον πεζό αλλά στο μπαστούνι που κρατούσε. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι για πρώτη φορά ανάλαβε την υπόθεση όταν έγινε η καταγγελία από τον γιο του θύματος. Η τροχαία είναι συνδεδεμένη με το νοσοκομείο για οποιοδήποτε ατύχημα γίνει και το νοσοκομείο ειδοποίησε την τροχαία στις 11/1/2011 αναφορικά με το επίδικο ατύχημα αλλά ο μάρτυρας δεν επισκέφθηκε την σκηνή του ατυχήματος εκείνη την ημέρα διότι δεν έγινε καταγγελία και τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας αναφορικά με την πορεία που είχε ο κατηγορούμενος δεν έχει προσωπική γνώση. Τον πεζό τον έχει γνωρίσει για πρώτη φορά την ημέρα όπου έγινε η καταγγελία από τον γιο του. Την επόμενη μέρα της καταγγελίας μετέβηκε στο μέρος για υπόδειξη της σκηνής και ο πεζός ήταν στο μέρος ο οποίος ισχυρίστηκε ότι κτυπήθηκε και στα δύο πόδια όμως το ένα είχε κάταγμα στο οποίο φαινόταν η γάζα αλλά δεν θυμόταν ο μάρτυρας σε ποιό από τα δύο πόδια υπήρχε το κάταγμα. Εξέφρασε άγνοια κατά πόσο όταν κάποιος φέρει γάζα σημαίνει ότι έχει υποστεί κάταγμα, ως επίσης εξέφρασε άγνοια κατά πόσο ο πεζός παρέμεινε στο νοσοκομείο μετά το ατύχημα, παρά μόνο αυτό που ήξερε ήταν η αναφορά του πεζού ότι κτυπήθηκε. Στο σημείο σύγκρουσης χ υπάρχει πεζοδρόμιο και ο μάρτυρας ανέφερε αρχικά ότι σύμφωνα με την υπόδειξη του πεζού τοποθετήθηκε το σημείο σύγκρουσης και σε κατοπινό στάδιο όταν ερωτήθηκε κατά πόσο ο πεζός του υπέδειξε το σημείο σύγκρουσης, ανέφερε ότι ο πεζός συμφώνησε με το σχέδιο της σκηνής του ατυχήματος. Διευκρίνησε εκ νέου ότι η πορεία Α1 είναι αυτή που υποδείχθηκε από τον πεζό και η πορεία Α είναι κατά προσέγγιση σύμφωνα με τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου, τονίζοντας ότι ο ίδιος δεν έχει προσωπική άποψη για τις εν λόγω πορείες. Το τεκμήριο 3 είναι το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του ατυχήματος και συνεπώς ότι αποτυπώνεται είναι επί συμμετρικής βάσης και όχι επί κλίμακος. Το κατάστημα που διατηρεί ο κατηγορούμενος δεν το αποτύπωσε στο σχέδιο διότι δεν υπήρχε λόγος και επειδή είναι πολύ μεγάλος ο χώρος και εξέφρασε άγνοια σε υποδειχθείσες αποστάσεις με σημείο αναφοράς το εν λόγω κατάστημα. Επανέλαβε την θέση ότι δεν είναι νόμιμο να εισέρχεται κάποιος σε δρόμο με πισινή ταχύτητα, ότι υπάρχει στην σκηνή ο δρόμος του χώρου στάθμευσης και όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι στην σκηνή δεν υπάρχει δρόμος παρά μόνο χώρος στάθμευσης, ανέφερε ότι υπάρχει κύριος δρόμος και αριστερά και δεξιά υπάρχει χώρος στάθμευσης. Δικαιολόγησε την χρονική απόκλειση που υπήρχε μεταξύ της υπόδειξης της σκηνής και της λήψης κατάθεσης από τον παραπονούμενο λόγω φόρτου εργασίας. Ανέφερε ότι το σημείο όπου υπέδειξε ως το κατάστημα του κατηγορουμένου είναι κατά προσέγγιση και όχι με ακρίβεια αλλά αρνήθηκε υποβληθεία θέση ότι το εν λόγω κατάστημα βρίσκεται στην ίδια ευθεία με την γωνία που σχηματίζει το πεζοδρόμιο. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του πεζού, πιθανόν ο κατηγορούμενος να κτύπησε τον πεζό με το πίσω μέρος του αυτοκινήτου του και παρόλο που έλεγξε το όχημα, δεν υπήρχε κάτι που να δείχνει υποψίες ότι έχει κτυπηθεί. Εξέφρασε άγνοια αναφορικά με την ορατότητα που έχει κάποιος όταν οδηγεί το όχημα του κατηγορουμένου, λέγοντας ότι θα πρέπει να το οδηγήσει ο ίδιος για να το διαπιστώσει, πράγμα που δεν έκανε, αναφέροντας επίσης ότι νομίζει ότι το όχημα πίσω είναι ανοικτό και ότι κάποιος θα βλέπει καθαρά. Επανεξεταζόμενος ανέφερε ότι σύμφωνα με την πείρα του δεν θα ανέμενε να βρει επί του οχήματος του κατηγορουμένου ΄΄βουλλώματα΄΄. Ως Μ.Κ. 2 κατέθεσε η κα Ρενάτα Σαββίδου. Ανέφερε ότι εργάζεται στο τμήμα επειγόντων περιστατικών του γενικού νοσοκομείου Πάφου. Κατέθεσε και υιοθέτησε ως τεκμήριο 7 το ιατρικό πιστοποιητικό το οποίο συμπλήρωσε και σύνταξε η ίδια στις 11/1/2011 και ώρα 10:42 το πρωί. To όνομα του ασθενή είναι Γαβριήλ Γαβριήλ 87 ετών με αναφερόμενη κάκωση αριστερού κάτω άκρου και κατά την εξέταση ο ασθενής ανέφερε ότι κτυπήθηκε από αυτοκίνητο. Κατά την εξέταση διαπιστώθηκαν εκδορές πρόσθιας επιφάνειας δεξιάς κνήμης στη μεσότητα χωρίς άλλες εξωτερικές κακώσεις. Έγινε αλλαγή πληγής και μια ακτινογραφία αριστερής κνήμης η οποία δεν διαπίστωσε οστική κάκωση, ήτοι κάταγμα. Ο ασθενής δεν έχει παραπονεθεί για οποιοδήποτε άλλο παρά μόνο για την αριστερή κνήμη. Σύμφωνα με την πείρα της, όταν σε κάποιο τραυματία δεν εντοπιστεί σπάσιμο και περάσουν 1 - 2 μέρες, θα φουσκώσει πιθανόν το σημείο του κατάγματος, ο ασθενής θα έχει πόνο και δυσκολίες στην κίνηση. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι όταν εξέτασε τον ασθενή στις 11/1/2011, αντικειμενικά είχε εκδορές δεξιάς κνήμης οι οποίες μπορούν να προκληθούν από ατύχημα ή από πτώση ή κτύπημα αλλά στην συγκεκριμένη περίπωση δεν μπορεί η μάρτυρας να πει εάν αυτά προκλήθηκαν από αυτοκίνητο αλλά σίγουρα προκλήθηκαν από εξωτερική κάκωση. Υπήρχαν εκδορές στην συγκεκριμένη περίπτωση τις οποίες η μάρτυρας είδε αλλά δεν είδε μώλωπες, υπήρχαν προφανώς και κάποιες σταγόνες αίμα αλλά το τραύμα δεν ήταν βαθύ αλλά επιφανειακό ως γρατσουνιά στο δέρμα. Διευκρίνησε η μάρτυρας ότι η καταγραφή στο τεκμήριο 7 περί κάκωσης κάτω άκρου έχει αναγραφεί από νοσηλευτή και η ίδια καταγράφει την τελική διάγνωση. Αυτά που αναφέρει ο νοσηλευτής είναι αυτά που ανέφερε ο ασθενής αλλά οι ακτινογραφίες δεν έχουν καταδείξει οστική κάκωση και δεν έχει διαπιστωθεί ότιδήποτε άλλο πέραν αυτών που καταγράφονται στο τεκμήριο 7 και από την στιγμή που δεν υπάρχει ακτινογραφία της δεξιάς κνήμης δεν μπορεί να εκφέρει άποψη κατά πόσο φαινόταν σπάσιμο στην δεξιά κνήμη και επιπλέον ο ασθενής δεν ανέφερε πόνο στην δεξιά κνήμη. Ως Μ.Κ. 3 κατέθεσε η Δρ. Βιολίνα Πέτρου. Ανέφερε ότι είναι ιατρός στις πρώτες βοήθειες του νοσοκομείου Πάφου. Αναγνώρισε, κατέθεσε και υιοθέτησε τα τεκμήρια 8 και 8Α τα οποία είναι έντυπα των πρώτων βοηθειών ημερομηνίας 13/1/2011 τα οποία έχουν συνταχθεί και υπογραφεί από την ίδια. Τα εν λόγω έντυπα αφορούν τον Γαβριήλ Γαβριήλ 86 ετών και σύμφωνα με τα ευρήματα της υπήρχε θλαστικό τραύμα στο δεξί και στο αριστερό πόδι, θλαστικά τραύματα δεξιού και αριστερού ποδιού κάτω άκρας μετά από αναφερόμενο τροχαίο ατύχημα, υπήρχε οίδημα και φούσκωμα του δεξιού ποδιού άκρας με κυτταρίτιδα η οποία είναι μόλυνση του ποδιού και μετά από ακτινολογικό έλεγχο στο δεξί πόδι άκρας υπήρχε κάταγμα. Ερωτώμενη αν η πιο πάνω αναφερόμενη μόλυνση δημιουργείται αμέσως μόλις κτυπηθεί κάποιος ή αφού περάσει κάποιος χρόνος, ανέφερε ότι σύμφωνα με την πείρα της συνήθως πρέπει να περάσει ένα χρονικό διάστημα από ώρες μέχρι μέρες. Για να διαγνωστεί ένα κάταγμα θα πρέπει να προηγηθεί ακτινολογικός έλεγχος και σύμφωνα με το τεκμήριο 8Α έχουν γίνει ακτινογραφίες του δεξιού άκρου ποδιού. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι ο Γαβριήλ Γαβριήλ, εισήλθε στις πρώτες βοήθειες στις 13/1/2011 και είχε κάταγμα δεξιού κάτω άκρου και όποιος έχει κάταγμα σε εκείνο το μέρος παρουσιάζει πόνο. Ο ασθενής εξέφρασε την άποψη ότι της ανέφερε ότι επισκέφθηκε το νοσοκομείο 2 μέρες πριν μετά από τροχαίο ατύχημα. Ερωτώμενη εάν συμφωνεί κατά πόσο ο ασθενής στις 11/1/2011 δεν έχει παραπονεθεί για το δεξί του πόδι, ανέφερε ότι συμβαίνει κάποια φορά μπορεί κάποιος να μην πονεί την στιγμή όταν πηγαίνει στο νοσοκομείο και να γίνει αυτό πιο μετά ενώ υπάρχει κάταγμα μετά από ατύχημα και αυτό μπορεί να γίνει αν δεν έχει αναφέρει ο ασθενής ότι έχει πόνο δεν θα έχει ακτινολογικό έλεγχο. Δεν ήταν σε θέση να πει εάν ο πόνος είναι μικρότερος ή μεγαλύτερος μεταξύ 11/1/2011 και 13/1/2011 και ούτε ήταν σε θέση να πει πότε έγινε το συγκεκριμένο κάταγμα διότι δεν είναι ορθοπεδικός και ούτε είχε τις συγκεκριμένες ακτινογραφίες και ούτε μπορούσε να πει με βεβαιότητα κατά πόσο το εν λόγω κάταγμα προυπήρχε της 11/1/
- Ο συγκεκριμένος ασθενής παρέμενεινε στο νοσοκομείο στον ορθοπεδικό θάλαμο και όταν ερωτήθηκε εάν ο ασθενής στις 13/1/2011 ανέφερε οτιδήποτε για το αριστερό πόδι, απάντησε ότι έχουν γίνει ακτινογραφίες του αριστερού ποδιού στις 11/1/
- Αναφορικά με την μόλυνση που είχε ο ασθενής, η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει από πότε άρχισε αυτή η μόλυνση και επίσης ανέφερε ότι στο τεκμήριο 8 καταγράφονται οι ακτινογραφίες του δεξιού ποδιού αλλά σε κατοπινό στάδιο ανέφερε ότι αναγράφονται μόνο ακτινογραφίες και μόνο κατά το στάδιο της επανεξέτασης διευκρίνησε ότι ο ασθενής εισήχθηκε στον ορθοπεδικό θάλαμο του νοσοκομείου για νοσηλεία με διάγνωση κάταγμα δεξιού ποδιού άκρας, έγινε ακτινολογικός έλεγχος του δεξιού ποδιού διότι έχει συμπληρωμένο στο τεκμήριο 8 ότι έχουν γίνει ακτινογραφίες. Με την ολοκλήρωση της κατάθεσης της πιο πάνω μάρτυρα, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως εναντίον του κατηγορουμένου και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος στην κύρια εξέταση του, ανέφερε ότι στις 11/1/2011 ήταν σταθμευμένος στον χώρο στάθμευσης και για φύγει από τον εν λόγω χώρο θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει την πισινή ταχύτητα. Είδε τον παραπονούμενο και μετά τον είδε να φωνάζει, σταμάτησε ο κατηγορούμενος και ρώτησε τον κατηγορούμενο τι συνέβηκε και αυτός του ανέφερε ότι τον έχει κτυπήσει. Ο κατηγορούμενος ρώτησε τον παραπονούμενο που τον έχει κτυπήσει και ο παραπονούμενος κρατούσε ένα μπαστούνι και το κτυπούσε στο πεζοδρόμιο μέχρι που το έσπασε. Ο κατηγορούμενος ενώ έβαζε την πισινή ταχύτητα, έβλεπε τον παραπονούμενο και ο κατηγορούμενος σταμάτησε περίπου ενάμιση μέτρο πριν από τον παραπονούμενο και τότε ήταν που άρχισε να φωνάζει ο παραπονούμενος. Τότε ο κατηγορούμενος τον ρώτησε τι έγινε και ο παραπονούμενος του παραπονέθηκε ότι τον κτύπησε και έσπασε και το μπαστούνι. Ο κατηγορούμενος κάλεσε τον παραπονούμενο να απομακρύνει την κάλτσα από το πόδι του για να δει το κτύπημα. Τότε ο παραπονούμενος τον ρώτησε εάν έχει κάτι και ο κατηγορούμενος του είπε ότι δεν έχει κάτι και βρέθηκαν στο μέρος και άλλα άτομα. Μετέπειτα ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στην ασφάλεια του και μετά από παρότρυνση κάποιου από τους παρευρισκομένους μετέφερε τον παραπονούμενο στο νοσοκομείο και αφού προηγουμένως αγόρασε στον παραπονούμενο ένα καινούργιο μπαστούνι διότι του παραπονέθηκε για αυτό. Στις πρώτες βοήθειες ο ιατρός ρώτησε τον παραπονούμενο τι έχει διότι δεν φαινόταν να έχει κάτι και ο κατηγορούμενος έδειξε στον ιατρό το αριστερό του πόδι ενώ ο μάρτυρας στην προσφορική του περιγραφή πρώτα έδειχνε το αριστερό και μετά το δεξί πόδι του. Ο παραπονούμενος έβγαλε την κάλτσα και ο ιατρός αφού το είδε, είπε στον κατηγορούμενο να μεταφέρει τον παραπονούμενο για ακτινογραφίες. Αναρωτήθηκε ο κατηγορούμενος πως είναι δυνατόν ο παραπονούμενος μετά από τροχαίο ατύχημα να πηγαινοέρχεται και να φωνάζει και ο ιατρός αφού είδε τις ακτινογραφίες είπε στον παραπονούμενο ότι δεν έχει κάτι. Ο κατηγορούμενος επέμενε να του βάλουν στην πληγή αντισηπτικό υγρό και ο νοσοκόμος του έδεσε το αριστερό πόδι για να φαίνεται ότι υπάρχει τραύμα και μετέπειτα ο κατηγορούμενος μετέφερε τον παραπονούμενο στο σπίτι του. Σημείωσε ο κατηγορούμενος επί του τεκμηρίου 3 με κόκκινο στυλό και με το γράμμα χ το σημείο όπου κατά τον ίδιο βρίσκεται το κατάστημα του, το πρόσωπο του οποίου αποτελείται από συρματοπλέγματα και είναι περίπου 8 με 10 μέτρα από την άκρη του πεζοδρομίου. Το σημείο όπου ήταν σταθμευμένο το αυτοκίνητο του μέχρι την άκρη του συνόρου του καταστήματος είναι περίπου 7 μέτρα. Επίσης ο μάρτυρας διαφώνησε με το σημείο σύγκρουσης χ που αναγράφεται επί του τεκμηρίου 2 και τοποθέτησε ως σημείο χ το σημείο όπου στεκόταν ο παραπονούμενος με το γράμμα χ με κόκκινο στυλό σε διαφορετικό σημείο, λέγοντας ότι αυτό που του υποδείχθηκε δεν ήταν το σχέδιο του αστυνομικού το οποίο ήταν γραμμένο με στυλό (πένα). Ο αστυνομικός τον επισκέφθηκε μετά από 8 - 10 μέρες ο οποίος του ανέφερε ότι είπε στον παραπονούμενο ότι δεν έχει τίποτε. Του ζήτησε όπως δώσει κατάθεση και ο αστυνομικός του ανέφερε ότι αυτή η υπόθεση ΄΄δεν στέκει΄΄. Όταν του υποδείχθηκε το τεκμήριο 3 ανέφερε ότι στην σκηνή του ατυχήματος δεν υπάρχει δρόμος παρά μόνο χώρος στάθμευσης. Ο παραπονούμενος στις 11/1/2011 έλεγε στο νοσοκομείο ότι κτύπησε στο αριστερό πόδι και του έκαναν και ακτίνες αλλά στον χώρο της σκηνής δεν έλεγε σε ποιό πόδι κτυπήθηκε. Αντεξεταζόμενος αναγνώρισε την υπογραφή του επί του τεκμηρίου 2 και επανέλαβε την θέση ότι σταμάτησε το αυτοκίνητο του ενάμιση μέτρο περίπου πριν τον παραπονούμενο ο οποίος βρισκόταν στο πεζοδρόμιο και ο κατηγορούμενος υπέδειξε στον αστυνομικό περίπου το σημείο όπου στεκόταν ο παραπονούμενος το οποίο σημείωσε με το γράμμα χ με κόκκινο στυλό επί του τεκμηρίου 2. Σταμάτησε ενάμιση μέτρο πριν από τον παραπονούμενο διότι είδε τον παραπονούμενο να φωνάζει και αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι έχει κτυπήσει στον παραπονούμενο και αναρωτήθηκε ο κατηγορούμενος που έχει κτυπήσει τον παραπονούμενο, ως επίσης αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι κτύπησε τον παραπονούμενο στην άκρη του πεζοδρομίου και ότι δεν σταμάτησε ενάμιση μέτρο πριν από τον παραπονούμενο. Αρνήθηκε επίσης σχετική υποβληθείσα θέση ότι θα μπορούσε να εξέλθει με μπροστινή ταχύτητα, λέγοντας ότι υπήρχαν πολλά αυτοκίνητα και που τον εμπόδιζαν στην αριστερή πλευρά ενώ στην δεξιά δεν είχε. Επίσης αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι η ενέργεια του να εξέλθει του χώρου στάθμευσης ήταν λανθασμένη με αποτέλεσμα να κτυπήσει τον παραπονούμενο. Ο ασφαλιστής του τον οποίο έχει καλέσει στο τηλέφωνο δεν ήρθε στο μέρος αλλά τον ρώτησε τι έχει ο παραπονούμενος, ο οποίος φώναζε και κτυπούσε το μπαστούνι του στο πεζοδρόμιο το οποίο είχε βουλλώματα και ήταν μεταλλικό και είπε στον παραπονούμενο όπως του αγοράσει ένα νέο, αρνούμενος ταυτόχρονα σχετική υποβληθείσα θέση ότι προθυμοποιήθηκε να αγοράσει νέο μπαστούνι επειδή ένιωθε τύψεις που τον κτύπησε. Είδε για πρώτη φορά τον παραπονούμενο από το αριστερό καθρεφτάκι του αυτοκινήτου του όταν φώναζε και ο κατηγορούμενος σταμάτησε, διαφωνόντας σε υποβληθείσα θέση ότι δεν είδε τον παραπονούμενο επειδή δεν κοίταζε συνέχεια από το καθρεφτάκι του. Όταν του υποβλήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι το λογικό θα ήταν να έβλεπε τον παραπονούμενο πριν φωνάξει, ανέφερε ότι πάντα βλέπει από το καθρεφτάκι του και ότι έβλεπε και υπήρχαν και άλλοι πεζοί, λέγοντας επίσης ότι έβλεπε από το καθρεφτάκι του προς τα πίσω, ο παραπονούμενος ήταν πάνω στο πεζοδρόμιο και σίγουρα θα τον έβλεπε. Επίσης ο μάρτυρας σε κατοπινό στάδιο ανέφερε ότι αγόρασε καινούργιο μπαστούνι στον παραπονούμενο και μετά παραπονέθηκε ότι τον έχει κτυπήσει και πιο συγκεκριμένο το αριστερό πόδι και αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι τα όσα έχει αναφέρει ότι λέχθηκαν από γιατρό του νοσοκομείου και από τον αστυνομικό είναι ψέματα. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, είναι ένοχος αδικήματος. Το τι συνιστά αμέλεια έχει επανειλημμένα κριθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 ΑΑΔ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελίδα 73: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Το τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Όπως αναφέρεται στη Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 στη σελίδα 4: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». Βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86. Όπως προκύπτει και από τη σχετική Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Constantinou v. Katsouri
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Περαιτέρω, στις περιπτώσεις όπου επίδικη είναι η φύση του καθήκοντος επιμέλειας έναντι πεζού, έχει νομολογηθεί ότι το καθήκον για λήψη εξαιρετικά αποτρεπτικών μέτρων προκύπτει αφού εκδηλωθεί κίνδυνος στο δρόμο, για την αποφυγή του οποίου ο συνετός οδηγός πρέπει να δράσει. Η παρουσία ενήλικου πεζού στο κράσπεδο του δρόμου δεν υποδηλώνει αφ'εαυτής την ύπαρξη κινδύνου, για τον οποίο πρέπει να ληφθούν προφυλακτικά μέτρα. Κίνδυνος μπορεί να προκύψει αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει το δρόμο (βλ. Murrel ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 217 στις σελ. 223-4). Εν τούτοις, τονίζω πως για τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου, είναι αδιάφορο κατά πόσο υπάρχει συντρέχουσα ευθύνη του πεζού (βλ. Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 748). Τέλος, η αξιολόγηση της συμπεριφοράς του οδηγού προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη θετικής μαρτυρίας όσον αφορά την πορεία του θύματος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Σάζου
(2001)2 Α.Α.Δ. 18 στη σελ. 26). Η θεμελίωση της αμέλειας του κατηγορουμένου απαιτεί την απόδειξη ότι παρέλειψε να δει κάτι που ήταν απλά ορατό και ότι η πιθανότητα κινδύνου ήταν εύλογα αντιληπτή και παρέλειψε να λάβει ενέργειες προφύλαξης. Η μη αποφυγή της σύγκρουσης δεν εξυπακούει αμέλεια (βλ. Παππάς ν. Ναθαναήλ
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 275 στη σελίδα 279). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Το σχέδιο αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος. Βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή ν. Κυριάκου,
(1996)1Α ΑΑΔ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1362, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1388. Αποτελεί θλιβερή διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι η όλη υπόθεση που αφορά το επίδικο περιστατικό, αποτελείται από πολλά νέφη αμφιβολίας που καλύπτει όλα τα στάδια από την στιγμή της παρουσίας του κατηγορούμενου και του πεζού στην σκηνή, της διερεύνησης που έγινε, της παρουσίας του πεζού στις 11/1/2011 και 13/1/2011 στο νοσοκομείο αλλά και της εκδοχής που έδωσε ο κατηγορούμενος, που δεν αφήνει στο Δικαστήριο πρόσφορο έδαφος για εξαγωγή ασφαλών και βέβαιων ευρημάτων και συμπερασμάτων. Ο κατηγορούμενος άφησε εξαιρετικά κακή εντύπωση στο Δικαστήριο. Μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, ήταν τόσο έκδηλη η προσπάθεια του κατηγορουμένου να αποποιηθεί οποιαδήποτε εμπλοκή του με το επίδικο περιστατικό που προκάλεσε ιδιαίτερη εντύπωση στο Δικαστήριο. Απαντούσε μετά από σκέψη, οι απαντήσεις του ήταν συγκεχυμένες, ασαφείς, πολλές φορές ήταν εκτός θέματος, απέφευγε να απαντήσει με ευθύτητα και αμεσότητα, προσπαθούσε, ανεπιτυχώς βεβαίως, να παραπλανήσει το Δικαστήριο, περιέπεσε σε σωρεία αντιφάσεων, η αξιοπιστία του έχει κλονιστεί ανεπανόρθωτα κατά το στάδιο της αντεξέτασης και η όλη του εκδοχή δεν έπεισε καθόλου το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος προσπάθησε να επιρρίψει εμμεσως ευθύνες στον Μ.Κ. 1 ότι τον παραπλάνησε αναφορικά με το σημείο της ισχυριζόμενης σύγκρουσης, τοποθετώντας το σημείο όπου βρισκόταν ο παραπονούμενος στην μέση του πεζοδρομίου, ενώ στο τεκμήριο 2 το οποίο φέρει την υπογραφή του, το σημείο αυτό βρίσκεται στην άκρη του πεζοδρομίου. Η όλη περιγραφή που έδωσε στο Δικαστήριο είναι επαρκέστατη από αντιφάσεις και ανεπαρκής από πειστικότητα και λογική που δεν αφήνουν άλλη εκλογή από το να απορρίψει την εκδοχή του ως αναληθή, υστερόβουλη και αναξιόπιστη. Ο κατηγορούμενος δεν παρουσίασε μια σταθερή εκδοχή για το πότε είδε τον παραπονούμενο και ποια ήταν η αντίδραση του και ιδίως κατά το στάδιο της αντεξέτασης του όταν έδιδε μαρτυρία τελούσε σε πλήρη σύγχυση και απέφευγε να απαντήσει. Π.χ. κατά την προφορική περιγραφή του στο Δικαστήριο αμφιταλαντευόταν ακόμα και για το ποιό πόδι του ανέφερε ο παραπονούμενος ότι έχει κτυπήσει, σε ένα σημείο αναφέρει ότι έχει σταματήσει επειδή άκουσε τις φωνές του παραπονουμένου, σε άλλο σημείο έχει αναφέρει ότι σταμάτησε επειδή δεν έβλεπε τον παραπονούμενο, σε άλλο σημείο ανέφερε ότι έβλεπε τον παραπονούμενο, σε άλλο σημείο ανέφερε ότι δεν έβλεπε τον παραπονούμενο όταν έφευγε, σε άλλο σημείο ανέφερε ότι σίγουρα θα έβλεπε τον παραπονούμενο, σε άλλο σημείο ανέφερε ότι ο παραπονούμενος φώναζε ενώ ήταν στο αυτοκίνητο ο κατηγορούμενος ενώ σε άλλο σημείο ανέφερε ότι ο παραπονούμενος άρχισε να φωνάζει αφού κατέβηκε από το αυτοκίνητο, σε ένα σημείο ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι ο παραπονούμενος φώναζε και κτυπούσε το μπαστούνι του μέχρι που το έσπασε ενώ σε άλλο σημείο ανέφερε ότι τελικά του αγόρασε άλλο λόγω των παραπόνων του παραπονουμένου, χωρίς έτσι και αλλιώς να πείσει το Δικαστήριο για αυτήν την εκδοχή του. Όμως η πιο πάνω απόρριψη της εκδοχής του κατηγορουμένου δεν σημαίνει και αυτόματη καταδίκη του διότι αποτελεί καθήκον της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση της και συνακόλουθα το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί από την κατηγορούσα αρχή. Όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, έχουν δημιουργηθεί στο μυαλό του Δικαστηρίου τέτοιες αμφιβολίες που να καθιστούν το έργο του Δικαστηρίου δυσχερέστατο στην εξαγωγή ευρημάτων και συμπερασμάτων. Συγκεκριμένα έχουν δημιουργηθεί υποψίες και αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου γιατί ο παραπονούμενος να προβεί στην καταγγελία του επίδικου περιστατικού δύο μέρες μετά από αυτό και μάλιστα στην παρουσία του γιου του ο οποίος δεν έχει δώσει μαρτυρία δια ζώσης. Περαιτέρω αμφιβολίες και υποψίες έχουν δημιουργηθεί στο μυαλό του Δικαστηρίου η περαιτέρω χρονική απόκλιση της επιτόπιας εξέτασης, της λήψης της κατάθεσης από τον παραπονούμενο και τον κατηγορούμενο και της απαγγελίας της κατηγορίας στον κατηγορούμενο, χωρίς να πείθει το Δικαστήριο η δικαιολογία που έχει προβληθεί περί φόρτου εργασίας αφού αυτή ήταν γενική και δεν έχει δικαιολογηθεί ο χρονικός κατακερματισμός της διερεύνησης του επίδικου περιστατικού που δεν ενέχει μεγάλο βαθμό δυσκολίας από απόψεως αριθμού καταθέσεων και της φύσης της υπόθεσης. Ενίσχυση των αμφιβολιών αποτελεί και το γεγονός ότι ο παραπονούμενος επισκέφθηκε όχι μόνο στις 11/1/2011 το νοσοκομείο Πάφου, αλλά και τις 13/1/2011 και μάλιστα τα ισχυριζόμενα τραύματα του διέφεραν μεταξύ των δύο ημερομηνιών χωρίς να συμφωνούν περί αυτών οι Μ.Κ. 2 και 3, δημιουργώντας εύλογες αμφιβολίες ως προς την φύση και έκταση των ισχυριζόμενων τραυμάτων. Π.χ. η Μ.Κ. 2 ανέφερε ότι ο παραπονούμενος στις 11/1/2011 έφερε και εκδορές δεξιάς κνήμης ενώ ο παραπονούμενος μέσα από την μαρτυρία που έχει προσκομιστεί δεν έχει παραπονεθεί για το δεξί του πόδι και επιπλεόν η μάρτυρας δεν μπορούσε να συνδέσει τα ισχυριζόμενα τραύματα του παραπονούμενου με το επίδικο ατύχημα. Τα νέφη αμφιβολίας πυκνώνουν με την επίσκεψη του παραπονουμένου μετά από δύο μέρες στο νοσοκομείο Πάφου, ήτοι στις 13/1/2011, διότι τα τραύματα του διέφεραν αφού σύμφωνα με την Μ.Κ. 3 ο παραπονούμενος έφερε θλαστικά τραύματα αυτήν την φορά και στα δύο του πόδια, κάταγμα στο δεξί του πόδι, παρουσίαζε μόλυνση η οποία δεν μπορούσε να προσδιοριστεί χρονικά και να συνδεθεί με το επίδικο περιστατικό, ως επίσης δεν μπορούσε να προσδιοριστεί χρονικά το πότε έλαβε χώρα το τραύμα που έχει παρουσιαστεί. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση της και ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται λόγω αμφιβολιών και της αδυναμίας εξαγωγής ασφαλών ευρημάτων και συμπερασμάτων αναφορικά με το επίδικο περιστατικό. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο