← Κύπρος

Π.Κ. Ιωάννου & Υιοί Λτδ ν. Θεοδώρας Σεργίδου, Υπόθεση αρ.: 1691/2011, 5/11/2013

Π.Κ. Ιωάννου & Υιοί Λτδ ν. Θεοδώρας Σεργίδου, Υπόθεση αρ.: 1691/2011, 5/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:B63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 1691/2011 Π.Κ. Ιωάννου & Υιοί Λτδ και Θεοδώρας Σεργίδου Κατηγορουμένης 05 Νοεμβρίου, 2013. Για τους παραπονουμένους, εμφανίζεται ο κ. Π. ΧατζηΧριστοφής για τους κ.κ. Μάμας ΧατζηΧριστοφής και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την κατηγορουμένη, εμφανίζεται ο κ. Γ. Κούμα Κατηγορούμενη, παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η (άρθρο 74

(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) Η κατηγορουμένη διώκεται για τα αδικήματα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, ως αυτά διαγράφονται από τα άρθρα 305Α
(1)και
(2)του Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια). Πρόκειται για την επιταγή υπ΄ αριθμόν 83590924, ημερ. 30.06.2009, για το ποσόν των €1.000, την επιταγή υπ΄ αριθμόν 83590925, ημερ. 15.07.2009, για το ποσόν των €1.000, την επιταγή υπ΄ αριθμόν 83590926, ημερ. 31.07.2009, για το ποσόν των €1.000 και την επιταγή υπ΄ αριθμόν 83590927, ημερ. 20.08.2009 για το ποσόν των €2.457,25. Όλες οι επιταγές εξεδόθηκαν επί του τραπεζικού οργανισμού «Τράπεζα Κύπρου», από τον τραπεζικό λογαριασμό υπ΄ αριθμόν 0113-11-024800 του οποίου δικαιούχος είναι η κατηγορουμένη. Όσον αφορά στις επιταγές υπ΄ αριθμόν 83590924 και 83590925 (1η κατηγορία και 2η κατηγορία, αντιστοίχως) η κατηγορουμένη διώκεται για το αδίκημα που διαγράφεται από το άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154. Όσον αφορά στις επιταγές υπ΄ αριθμόν 83590926 και 83590927 (3η και 4η κατηγορία, αντιστοίχως) η κατηγορουμένη διώκεται για το αδίκημα που διαγράφεται από το άρθρο 305Α
(1)του Κεφ. 154. Η κατηγορουμένη αρνείται ενοχή σε όλες τις κατηγορίες και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Εξ αρχής σημειώνεται η υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να καθορίσει, στο κατηγορητήριο, τα ιδιαίτερα πρωτογενή γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν το εκάστοτε επίδικο αδίκημα. Πρόκειται για υποχρέωση αυστηρή, πηγάζουσα από το Σύνταγμα και τη νομολογία, η οποία διασφαλίζει το δικαίωμα του κατηγορουμένου να μην παραπλανηθεί και να μπορέσει να ετοιμάσει την υπεράσπισή του (Δημοκρατία ν. Σπύρου
(2000)2 Α.Α.Δ. 107, 144). Επακόλουθο της υποχρέωσης αυτής αποτελεί η ανάγκη όπως η μαρτυρία που θα προσκομίσει η πλευρά της κατηγορούσας αρχής να συνάδει προς το πλαίσιο των γεγονότων που καθορίζεται στο κατηγορητήριο. Μαρτυρία η οποία βρίσκεται εκτός του πλαισίου αυτού δεν μπορεί να γίνει δεχτή (Σταυρινίδης ν. Δήμου Λεμεσού
(2000)2 Α.Α.Δ. 429, 433). Σημειώνεται, ακόμη, το βάρος της κατηγορούσας αρχής να επικαλεστεί και να στοιχειοθετήσει κάθε επιμέρους συστατικό του επίδικου αδικήματος. Ως προς την ύπαρξη γεγονότων δεν επιτρέπονται υποθέσεις, όσον εύλογες και αν είναι αυτές. Κενά εν σχέσει με την συνδρομή πρωτογενών γεγονότων που στοιχειοθετούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Λοίζου ν. Αστυνομία
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, 365-6). Για να αποδειχθεί η υπόθεση εδηλώθηκαν, ως παραδεκτά, διάφορα γεγονότα και κλήθηκαν και κατέθεσαν ως μάρτυρες, η Άντρη Αδάμου (Μ.Κ.1), υπάλληλος της «Τράπεζας Κύπρου», και ο Σάββας Βάκχος (Μ.Κ.2), υπάλληλος των παραπονουμένων. Επιπλέον των παραδεκτών γεγονότων και της ένορκης προφορικής μαρτυρίας της Άντρης Αδάμου (Μ.Κ.1) και του Σάββα Βάκχου (Μ.Κ.2), κατετέθηκε και έγγραφη μαρτυρία. Κατετέθηκαν οι επίδικες επιταγές υπ΄ αριθμόν 83590924, 83590925, 83590926 και 83590927 (τεκμήρια 2, 3, 4 και 5, αντιστοίχως), κατάσταση του χρεοπιστωτικού λογαριασμού υπ΄ αριθμόν 801067 (τεκμήριο 6) και έντυπα ανάκλησης επιταγών ημερ. 30.06.2009 και 14.07.2009 (τεκμήρια 7 και 8, αντιστοίχως). Ως παραδεκτά δηλώθηκαν, κατ΄ αρχάς, τα εξής γεγονότα: «
  1. Η παραπονούμενη εταιρεία Π.Κ. Ιωάννου & Υιοί Λτδ είναι εγγεγραμμένη εταιρεία σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου και ασχολείται με την χονδρική και λιανική πώληση ειδών προίκας.
  2. Η εταιρεία ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΣΕΡΓΙΔΗΣ ΕΜΠΟΡΙΟ ΛΤΔ είναι εγγεγραμμένη εταιρεία σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου με αρ. εγγραφής ΗΕ
  3. Μέτοχοι και Διευθυντές της εταιρείας ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΣΕΡΓΙΔΗΣ ΕΜΠΟΡΙΟ ΛΤΔ ήταν και εξακολουθούν να είναι μέχρι σήμερα ο Μιχαλάκης Σεργίδης και η κατηγορούμενη στην παρούσα ποινική υπόθεση σύζυγος του Θεοδώρα Σεργίδου.
  4. Τον Μάρτιο του 2007 η παραπονούμενη εταιρεία άρχισε να έχει εμπορική συνεργασία με την εταιρεία ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΣΕΡΓΙΔΗΣ ΕΜΠΟΡΙΟ ΛΤΔ.
  5. Στα πλαίσια της συνεργασίας της με την εταιρεία ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΣΕΡΓΙΔΗΣ ΕΜΠΟΡΙΟ ΛΤΔ, η παραπονούμενη εταιρεία της πωλούσε προϊόντα με πίστωση.
  6. Η παραπονούμενη εταιρεία διατηρούσε λογαριασμό στο όνομα της εταιρείας ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΣΕΡΓΙΔΗΣ ΕΜΠΟΡΙΟ ΛΤΔ με αριθμό 801067, στον οποίο καταχωρούνταν όλες οι σχετικές χρεοπιστώσεις.
  7. Η παραπονούμενη εταιρεία λάμβανε για εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου της εταιρείας ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΣΕΡΓΙΔΗΣ ΕΜΠΡΙΟ ΛΤΔ μεταχρονολογημένες προσωπικές επιταγές της κατηγορούμενης Θεοδώρας Σεργίδου, υπογραμμένες από την ίδια.
  8. Την 31.12.2008 το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού της εταιρείας ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΣΕΡΓΙΔΗΣ ΕΜΠΟΡΙΟ ΛΤΔ ανερχόταν στο ποσό των €5.457,
  9. Με σκοπό την εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου της εταιρείας ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΣΕΡΓΙΔΗΣ ΕΜΠΟΡΙΟ ΛΤΔ η κατηγορούμενη Θεοδώρα Σεργιδου εξέδωσε και υπέγραψε την 08.05.2009 στην παρουσία του πωλητή του παραπονούμενου κ. Μάμα Προδρόμου και του παρέδωσε τις πιο κάτω μεταχρονολογημένες επιταγές οι οποίες συμποσούνταν στο ποσό των €5.457,
  10. · την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 83590924, πληρωτέα την 30.06.2009 για το ποσό των €1.000 · την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 83590925, πληρωτέα την 15.07.2009 για το ποσό των €1.000 · την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 83590926, πληρωτέα την 31.07.2009 για το ποσό των €1.000 · την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 83590927, πληρωτέα την 20.08.2009 για το ποσό των €2.457,
  11. Η επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 83590924, πληρωτέα την 30.06.2009 για το ποσό των €1.000 κατατέθηκε στο πιστωτικό ίδρυμα από το οποίο εκδόθηκε εντός 15 ημερών από την ημερομηνία πληρωμής της και επιστράφηκε με την ένδειξη «η πληρωμή έχει ανακληθεί».
  12. Η επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 83590925 πληρωτέα την 15.07.2009 για το ποσό των €1.000 κατατέθηκε στο πιστωτικό ίδρυμα από το οποίο εκδόθηκε εντός 15 ημερών από την ημερομηνία πληρωμής της και επιστράφηκε με την ένδειξη «η πληρωμή έχει ανακληθεί».
  13. Η επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 83590926 πληρωτέα την 31.07.2009 για το ποσό των €1.000 κατατέθηκε στο πιστωτικό ίδρυμα από το οποίο εκδόθηκε εντός 15 ημερών από την ημερομηνία πληρωμής της και επιστράφηκε με την ένδειξη «αποταθείτε στον εκδότη ανεπαρκή υπόλοιπα».
  14. Η επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 83590927 πληρωτέα την 20.08.2009 για το ποσό των €2.457,25 κατατέθηκε στο πιστωτικό ίδρυμα από το οποίο εκδόθηκε εντός 15 ημερών από την ημερομηνία πληρωμής της και επιστράφηκε με τις ενδείξεις «να παρουσιαστεί ξανά ανεπαρκή υπόλοιπα» και «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ». (δείτε το τεκμήριο 1). Περαιτέρω, δηλώθηκε ως παραδεκτό το γεγονός πώς οι επιταγές υπ΄ αριθμόν 83590926 και 83590927 (τεκμήρια 4 και 5, αντιστοίχως) παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο μεγαλύτερη των δέκα-πέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή τους στην «Τράπεζα Κύπρου». Η προφορική κατάθεση της Άντρης Αδάμου (Μ.Κ.1) και του Σάββα Βάκχου (Μ.Κ.2) δεν προσέθεσε ο,τιδήποτε το ουσιώδες στην υπόθεση των παραπονουμένων. Σημειώνεται το γεγονός πώς οι μάρτυρες αυτοί δεν αντεξετάσθηκαν. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορουμένης ουδεμία ερώτηση ή θέση υπέβαλε στους μάρτυρες κατηγορίας. Μετά το πέρας προσαγωγής μαρτυρίας εκ μέρους των παραπονουμένων, ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορουμένης εισηγήθηκε πως δεν στοιχειοθετήθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της πελάτιδάς του εφ΄ όσον δεν απεδείχθηκε το κεντρικό ζήτημα της ταυτότητας των παραπονουμένων και των δικαιούχων των επίδικων επιταγών. Και ούτε απεδείχθηκε πως στις 08.05.2009, ημερομηνία έκδοσης των επίδικων επιταγών, ο τραπεζικός λογαριασμός υπ΄ αριθμόν 0113-11-024800 δεν είχε επαρκή υπόλοιπα. Όσον αφορά στο πρώτο σκέλος της εισήγησής του, ο κ. Κούμα ανέφερε πως ουδεμία μαρτυρία παρουσιάσθηκε η οποία να δηλώνει πώς η οντότητα «P.C. IOANNOY & SONS LTD», η οποία παρουσιάζεται ως η δικαιούχος όλων των επίδικων επιταγών, οι παραπονούμενοι «Π. Κ. Ιωάννου και Υιοί Λτδ και η οντότητα «P.C. IOANNOY & SUNS LTD», η οποία παρουσιάζεται ως δικαιούχος του χρεωπιστωτικού λογαριασμού υπ΄ αριθμόν 801076 (τεκμήριο 6) ταυτίζονται. Αντίθετες θέσεις εξέφρασε ο ευπαίδευτος συνήγορος των παραπονουμένων. Όσον αφορά στην αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, για να κριθεί κατά πόσον δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9, 16), σημειώνεται πως αυτή προϋποθέτει τον εντοπισμό των συστατικών στοιχείων του εκάστοτε επίδικου αδικήματος. «Στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, παρέχεται πάντα η δυνατότητα στο Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία, εξ όψεως κρινόμενη (on the face of it), στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Το θέμα διακρίνεται από την αξιοπιστία των μαρτύρων και τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους». (Γιάγκου (Λεμόνα) ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, 385). «...ένας κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία όταν, (Ι). Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή (ΙΙ). Η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει πάνω σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου» (Technotent K. Γ. Γιώργατσος Λτδ ν. Ορφανίδου
(2004)2 Α.Α.Δ. 388, 392). Το βάρος απόδειξης που φέρει η κατηγορούσα αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της διαφέρει από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσης η οποία να δημιουργεί υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Εάν η μαρτυρία που παρουσιάζει η κατηγορούσα αρχή είναι τέτοιας ποιότητας ώστε θα ήταν επισφαλές να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί τη βάσει αυτής και μόνον, τότε η υπόθεση απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία. Όμως, στο τελικό στάδιο, το κριτήριο για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου είναι αυστηρό. Τα εξαχθέντα συμπεράσματα πρέπει να είναι τόσον ισχυρά ώστε η ενοχή να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου (ανωτέρω)). Κρίνεται αναγκαία η παρουσίαση του νομικού πλαισίου το οποίο ορίζει το άρθρο 305Α του Κεφ. 154: Διαπράττει το διαγραφόμενο από το άρθρο 305 Α
(1)του Κεφ. 154 αδίκημα όποιος (α) εκδίδει επιταγή, (β) η οποία, κατά την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέα ή αργότερα, παρουσιάζεται στην τράπεζα επί της οποίας εξεδόθηκε, (γ) δεν εξοφλείται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του εκδότη της είναι κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασής της και (δ) παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίασή της (Ιωάννου ν. Σαμουρίδης
(2000)2 Α.Α.Δ. 299). Συστατικά στοιχεία του αδικήματος που διαγράφεται από το άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154 είναι: (α) η έκδοση επιταγής πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα, και (β) η καθ΄ οιονδήποτε τρόπο ανάκληση, από την έκδοσή της, της εξόφλησής της (Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29, και Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142). Το άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154 καθιερώνει την αρχή του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία. Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής για την ανάκληση της εξόφλησής της αίρεται εφ΄ όσον αυτός επικαλεστεί και αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας για τις ενέργειές του. Ειδικότερα, σε τέτοια περίπτωση, ο εκδότης της επιταγής θα πρέπει να αποδείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι εδικαιούτο να ανακαλέσει την εξόφληση της επιταγής και ότι η πεποίθηση του αυτή υπήρξε εύλογη υπό τις περιστάσεις. Το επίπεδο απόδειξης της εύλογης αιτίας, όπως, άλλωστε, και το επίπεδο απόδειξης κάθε υπεράσπισης, είναι εκείνο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763). Η επιφύλαξη του 305Α
(2)του Κεφ. 154 ορίζει ότι την υπεράσπιση της ανάκλησης της εξόφλησης επιταγής για εύλογη αιτία δύναται να την επικαλεστεί ο εκδότης της μόνον εφ΄ όσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για εξόφληση, αυτός παρέθεσε γραπτώς στην τράπεζα επί της οποίας η επιταγή εξεδόθηκε τον λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε η εντολή για την ανάκληση της εξόφλησής της. Το εδ.
(3)του άρθρου 305Α του Κεφ. 154 διευκολύνει την απόδειξη του ισχυρισμού ότι συγκεκριμένη επιταγή δεν τιμήθηκε καθώς και της αιτίας για το γεγονός αυτό (έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων ή κλείσιμο του λογαριασμού ή ανάκληση της επιταγής) καθιερώνοντας μαχητό τεκμήριο για την αλήθεια του περιεχομένου της σχετικής σφραγίδας που τίθεται επί της επιταγής όταν αυτή παρουσιάζεται για εξόφληση. Βεβαίως, το γεγονός ότι ορισμένη επιταγή δεν τιμήθηκε καθώς και ο λόγος για κάτι τέτοιο μπορούν πάντοτε να αποδειχθούν με οιανδήποτε αποδεκτή μαρτυρία (Ιωάννου ν. Ναναίμο Λτδ κ.ά
(2005)2 Α.Α.Δ. 555, 560-1). Όπως προκύπτει από τον νομοθετικό ορισμό του, το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής (λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων ή λόγω κλεισίματος του λογαριασμού ή λόγω ανάκλησης της επιταγής) είναι αδίκημα βασικής πρόθεσης. Δεν περιλαμβάνεται στον ορισμό του ρητή αναφορά σε ειδική πρόθεση. Απλώς υποδηλώνεται ότι η πρόθεση (mens rea) πρέπει, κατ΄ αρχήν, να συνοδεύει κάθε πτυχή της αξιόποινης συμπεριφοράς (actus reus). Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου ο δράστης γνωρίζει πως η πράξη του είναι ηθικώς μεμπτή. Πρόθεση του δράση να επιφέρει αυτό που η πράξη του επάγεται συντρέχει (α) όταν αυτός επιθυμεί κάτι τέτοιο, ανεξαρτήτως εάν το προβλέπει ή όχι ως πιθανόν και (β) όταν αυτός προβλέπει ότι κάτι τέτοιο πιθανόν να συμβεί, είτε το επιθυμεί είτε όχι. Στις περιπτώσεις αδικημάτων βασικής πρόθεσης, ό,τι απαιτείται να αποδειχθεί είναι να έχει κατά νουν ο δράστης τι θα επιφέρει με τις πράξεις του ή τουλάχιστον την πιθανότητα των επιπτώσεων (Halsbury's, Law of England, fourth edition, reissue, vol. 11
(1), σελ. 18 επ., Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, 270 επ. και Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 367, 371-2). Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά στο αδίκημα το οποίο διαγράφεται από το άρθρο 305Α
(1)του Κεφ. 154 σημειώνεται ότι κρίσιμος χρόνος για να κριθεί η συνδρομή της ένοχης πρόθεσης είναι και ο χρόνος υπογραφής / έκδοσης της επιταγής (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, την απόφαση Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, 266 επ. και την απόφαση στην Ποινική Έφεση αρ. 150/2009 Militos Trading v. Limited v. Αθηνάς Μαλέκκου, ημερ 15.10.20012). Η συνδρομή των στοιχείων που συνιστούν την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος προκύπτει, ως εξυπακουομένη, επί τη βάσει των γεγονότων. Στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν αναμένεται άμεση απόδειξη της πρόθεσης. Τα γεγονότα παρέχουν, συχνά, έρεισμα για τα συμπεράσματα ως προς την πρόθεση. Όμως, δεν υπάρχει αμάχητο τεκμήριο για την πρόθεση κάποιου να προκαλέσει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. Είναι απαραίτητη η δικαστική κρίση, η οποία, επί τη βάσει της μαρτυρίας, θα καταλήξει κατά πόσον έτσι σκεφτόταν ο συγκεκριμένος δράστης. Το πώς θα σκεφτόταν ένας λογικός άνθρωπος εάν βρισκόταν στη θέση του δράστη είναι αδιάφορο (Ακκελίδου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), 271). Εν προκειμένω, η εξέταση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, σε συνάρτηση με τα όσα καταγράφονται στο κατηγορητήριο και υπό το πρίσμα του ως άνω νομοθετημένου και νομολογημένου πλαισίου, δεν αποκαλύπτει κενό εν σχέσει με την ταυτότητα των παραπονουμένων και των δικαιούχων των επίδικων επιταγών: Δια του δηλωθέντος, ως παραδεκτού, του γεγονότος υπ΄ αριθμόν 6 (δείτε ανωτέρω) προκύπτει η ταυτότητα των παραπονουμένων και της οντότητας «P.C. IOANNOY & SONS LTD», η οποία εμφανίζεται ως ο δανειστής του χρεωπιστωτικού λογαριασμού υπ΄ αριθμόν 801067 (τεκμήριο 6). Υπενθυμίζεται πως δια του παραδεχτού γεγονότος υπ΄ αριθμόν 6 (δείτε ανωτέρω) οι παραπονούμενοι δηλώνονται ως οι δανειστές του εν λόγω χρεωπιστωτικού λογαριασμού. Περαιτέρω, δια των δηλωθέντων, ως παραδεκτών, των γεγονότων υπ΄ αριθμόν 7 έως και 9 (δείτε ανωτέρω) προκύπτει και η ταυτότητα των παραπονουμένων και της οντότητας «P.C. IOANNOY & SONS LTD», η οποία εμφανίζεται ως η δικαιούχος των επίδικων επιταγών (τεκμήρια 2 έως και 5). Υπενθυμίζεται πως δια των παραδεχτών γεγονότων υπ΄ αριθμόν 7 έως και 9 (δείτε ανωτέρω) δηλώνεται πως όλες οι επίδικες επιταγές εξεδόθηκαν προς τον σκοπό εξόφλησης του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού υπ΄ αριθμόν 801067 (τεκμήριο 6) και παρεδόθηκαν στους παραπονουμένους, οι οποίοι είναι και οι δανειστές. Κατά συνέπειαν, η γενική υπεράσπιση της αποτυχίας απόδειξης της ταυτότητας των παραπονουμένων και των δικαιούχων των επίδικων επιταγών κρίνεται ως αβάσιμη και απορρίπτεται. Είναι, όμως, γεγονός πως η παρουσιασθείσα, εκ μέρους των παραπονουμένων, μαρτυρία, παρουσιάζει κενό όσον αφορά στο πιστωτικό υπόλοιπο του τραπεζικού λογαριασμού υπ΄ αριθμόν 0113-11-024800, από τον οποίον εξεδόθηκαν οι επίδικες επιταγές, κατά τον χρόνο έκδοσης αυτών. Υπενθυμίζεται πώς, ως χρόνος έκδοσης των επίδικων επιταγών, προσδιορίστηκε η 08.05.2009. Ουδεμία μαρτυρία παρουσιάσθηκε για την κατάσταση του τραπεζικού λογαριασμού υπ΄ αριθμόν 0113-11-024800 στις 08.05.2009. Ο χρόνος αυτός είναι κρίσιμος για να διαπιστωθεί η ύπαρξη πρόθεσης εκ μέρους της κατηγορουμένης όσον αφορά στην 3η και την 4η κατηγορία. Η έκδοση, εκ μέρους της κατηγορουμένης των επιταγών υπ΄ αριθμόν 83590926 και 83590927 (τεκμήρια 4 και 5, αντιστοίχως) είναι αξιόποινη μόνον εφ΄ όσον αυτή και κατά τον χρόνο της έκδοσης / υπογραφής των επιταγών, δηλαδή στις 08.05.2009, είχε πρόθεση να επιφέρει αυτό που οι πράξεις της επάγονται. Εφ΄ όσον δε το υπόλοιπο του τραπεζικού λογαριασμού υπ΄ αριθμόν 0113-11-024800 κατά τις 08.05.2009 παραμένει άγνωστο είναι αδύνατον να αξιολογηθούν άλλα γεγονότα ή άλλες συμπεριφορές της κατηγορουμένης ικανά να πείσουν πως αυτή εγνώριζε τα ουσιώδη και, άρα, είχε πρόθεση. Η προσκομισθείσα μαρτυρία για την έκδοση των επιταγών υπ΄ αριθμόν 83590926 και 83590927 (τεκμήρια 4 και 5, αντιστοίχως) και για την μη εξόφλησή τους λόγω ανεπαρκών υπολοίπων δεν αρκεί. Απαιτείται και η παρουσίαση μαρτυρίας για την γνώση και την πρόθεση της κατηγορουμένης κατά τον χρόνο έκδοσης των επιταγών αυτών, δηλαδή κατά τον χρόνο εκδήλωσης της αδικοπραγίας. Εν όψει τούτων, δεν στοιχειοθετήθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης όσον αφορά στην 3η και την 4η κατηγορία. Η κατηγορουμένη αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 3η και την 4η κατηγορία. Η κατηγορουμένη καλείται σε απολογία όσον αφορά στην 1η και την 2η κατηγορία. (Υπ.) ............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.