← Κύπρος

Α.Κ. CHARALAMBOUS LTD ν. E.D. SWEET HART FASHION LIMITED κ.α., Υπόθεση αρ.: 18691/2011, 26/11/2013

Α.Κ. CHARALAMBOUS LTD ν. E.D. SWEET HART FASHION LIMITED κ.α., Υπόθεση αρ.: 18691/2011, 26/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:B71 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 18691/2011 Μεταξύ: Α.Κ. CHARALAMBOUS LTD και

  1. E.D. SWEET HART FASHION LIMITED
  2. Ευτυχίας Δημητρίου Κατηγορουμένων 26 Νοεμβρίου,
  3. Για τους παραπονουμένους, εμφανίζεται ο κ. Θ. Θωμά για τους κ.κ. Θέμης Θωμά και Συνεργάτες Για τους κατηγορουμένους αρ. 1 και 2, εμφανίζονται ο κ. Ν. Παναγιώτου με τον κ. Β. Παναγιώτου Κατηγορουμένη αρ. 2, παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η (άρθρο 74

(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 («οι κατηγορούμενοι», εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) διώκονται για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, ως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια). Επίδικες είναι η επιταγή υπ΄ αριθμόν 93477206, ημερ. 30.06.2011, για το ποσόν των €3.000, και η επιταγή υπ΄ αριθμόν 93477215, ημερ. 15.06.2011, για το ποσόν των €2.000. Οι επιταγές εξεδόθηκαν επί του τραπεζικού οργανισμού «Τράπεζα Κύπρου», από τον λογαριασμό υπ΄ αριθμόν 0177-11-028331, του οποίου δικαιούχοι είναι οι κατηγορούμενοι αρ. 1 («ο λογαριασμός»). Ως δικαιούχος της επιταγής υπ΄ αριθμόν 93477206 παρουσιάζεται η οντότητα «Α. Κ. Charalambous Ltd» και ως δικαιούχος της επιταγής υπ΄ αριθμόν 93477215 παρουσιάζεται η οντότητα «Άντρη Κ. Χαραλάμπους LTD». Και οι δύο επιταγές φέρουν τραπεζικές σφραγίδες με την ένδειξη: «ΑΠΟΤΑΘΕΙΤΕ ΣΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ - ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΥΠΟΛΟΙΠΑ». Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 διώκονται ως οι εκδότες των επιταγών, η δε κατηγορουμένη αρ. 2 διώκεται ως η συνεργός τους. Και οι δύο αρνούνται ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Εξ αρχής σημειώνεται η υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να καθορίσει, στο κατηγορητήριο, τα ιδιαίτερα πρωτογενή γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν το εκάστοτε επίδικο αδίκημα. Πρόκειται για υποχρέωση αυστηρή, πηγάζουσα από το Σύνταγμα και τη νομολογία, η οποία διασφαλίζει το δικαίωμα του κατηγορουμένου να μην παραπλανηθεί και να μπορέσει να ετοιμάσει την υπεράσπισή του (Δημοκρατία ν. Σπύρου
(2000)2 Α.Α.Δ. 107, 144). Επακόλουθο της υποχρέωσης αυτής αποτελεί η ανάγκη όπως η μαρτυρία που θα προσκομίσει η πλευρά της κατηγορούσας αρχής να συνάδει προς το πλαίσιο των γεγονότων που καθορίζεται στο κατηγορητήριο. Μαρτυρία η οποία βρίσκεται εκτός του πλαισίου αυτού δεν μπορεί να γίνει δεχτή (Σταυρινίδης ν. Δήμου Λεμεσού
(2000)2 Α.Α.Δ. 429, 433). Σημειώνεται, ακόμη, το βάρος της κατηγορούσας αρχής να επικαλεστεί και να στοιχειοθετήσει κάθε επιμέρους συστατικό του επίδικου αδικήματος. Ως προς την ύπαρξη γεγονότων δεν επιτρέπονται υποθέσεις, όσον εύλογες και αν είναι αυτές. Κενά εν σχέσει με την συνδρομή πρωτογενών γεγονότων που στοιχειοθετούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Λοίζου ν. Αστυνομία
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, 365-6). Για να αποδειχθεί η υπόθεση κλήθηκαν και κατέθεσαν η Άντρη Χαραλάμπους (Μ.Κ.1), εκπρόσωπος των παραπονουμένων, και ο Κύπρος Κυπριανού (Μ.Κ.2), υπάλληλος της «Τράπεζας Κύπρου». Επιπλέον της ένορκης προφορικής μαρτυρίας τους, τα πρόσωπα αυτά κατέθεσαν και έγγραφη μαρτυρία. Μεταξύ άλλων, κατετέθηκαν οι επιταγές υπ΄ αριθμόν 93477206 και 93477215 (τεκμήρια 1 και 2, αντιστοίχως), το πιστοποιητικό σύστασης της εταιρείας «Α. Κ. CHARALAMBOUS TOPLINE LIMITED» (τεκμήριο 3) καθώς και το πιστοποιητικό των αξιωματούχων της εταιρείας αυτής (τεκμήριο 4). Ερωτήσεις και υποβολές, οι οποίες ετέθηκαν στους μάρτυρες των παραπονουμένων, ανέδειξαν την εξής υπεράσπιση: Δεν υφίστανται εγγεγραμμένες εταιρείες ως οι παρουσιαζόμενες ως οι δικαιούχοι των επιταγών. Ας σημειωθεί πώς η υπεράσπιση αυτή συναρτάται με το προκριματικό ζήτημα της ύπαρξης των παραπονουμένων. Ακολουθεί η σκιαγράφηση της μαρτυρίας που επαρουσίασαν οι παραπονούμενοι: Η Άντρη Χαραλάμπους (Μ.Κ.1) εδήλωσε πώς εγγεγραμμένη είναι μόνον η εταιρεία «Α. Κ. CHARALAMBOUS TOPLINE LIMITED» (τεκμήριο 4), της οποίας είναι η μόνη διευθύντρια και η μόνη γραμματέας (τεκμήριο 3). Οι επωνυμίες «A. K. Charalambous Ltd» και «Άντρη Κ. Χαραλάμπους LTD», οι οποίες καταγράφονται στο σώμα των επιταγών ως οι δικαιούχοι αυτών (τεκμήρια 1 και 2, αντιστοίχως), είναι απλώς επωνυμίες δια των οποίων είναι γνωστή η προαναφερθείσα εταιρεία «Α. Κ. CHARALAMBOUS TOPLINE LIMITED» και τις οποίες η ίδια χρησιμοποιούσε στις συναλλαγές της, των συναλλαγών της με τους κατηγορουμένους συμπεριλαμβανομένων. Επίσης, η Άντρη Χαραλάμπους (Μ.Κ.1) εδήλωσε πώς οι επιταγές ήσαν μεταχρονολογημένες, πώς αυτές μάλλον εξεδόθηκαν κατά τον Απρίλιο του έτους 2011 και πώς αυτές εξακολουθούν να είναι απλήρωτες. Ο Κύπρος Κυπριανού (Μ.Κ.2) δεν προσέθεσε ο,τιδήποτε το ουσιώδες. Όταν του υπεβλήθηκε πώς δεν υφίστανται εγγεγραμμένες εταιρείες ως οι παρουσιαζόμενες ως οι δικαιούχοι των επιταγών, ο μάρτυρας απήντησε πώς το ζήτημα δεν τον αφορά. Αυτό το οποίο εξετάζει η «Τράπεζα Κύπρου», δηλαδή η τράπεζα επί της οποίας εξεδόθηκαν οι επιταγές, είναι μόνον το κατά πόσον ο λογαριασμός από τον οποίον εξεδόθηκαν οι επιταγές αυτές, διαθέτει επαρκή υπόλοιπα για να καταστεί δυνατή η πληρωμή. Ζητήματα που αφορούν στο δικαιούχο των επιταγών, συνέχισε ο μάρτυρας, εξετάζονται από τον τραπεζικό οργανισμό ενώπιον του οποίου οι επιταγές παρουσιάζονται για κατάθεση. Μετά το πέρας προσαγωγής μαρτυρίας εκ μέρους των παραπονουμένων, ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων εισηγήθηκε πως δεν στοιχειοθετήθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των πελατών του εφ΄ όσον δεν απεδείχθηκε ότι οι παραπονούμενοι αποτελούν υπαρκτό νομικό πρόσωπο. Ας σημειωθεί πώς η αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, για να κριθεί κατά πόσον δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9, 16), προϋποθέτει τον εντοπισμό των συστατικών στοιχείων του εκάστοτε επίδικου αδικήματος. «Στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, παρέχεται πάντα η δυνατότητα στο Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία, εξ όψεως κρινόμενη (on the face of it), στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Το θέμα διακρίνεται από την αξιοπιστία των μαρτύρων και τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους». (Γιάγκου (Λεμόνα) ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, 385). «...ένας κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία όταν, (Ι). Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή (ΙΙ). Η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει πάνω σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου» (Technotent K. Γ. Γιώργατσος Λτδ ν. Ορφανίδου
(2004)2 Α.Α.Δ. 388, 392). Το βάρος απόδειξης που φέρει η κατηγορούσα αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της διαφέρει από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσης η οποία να δημιουργεί υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Εάν η μαρτυρία που παρουσιάζει η κατηγορούσα αρχή είναι τέτοιας ποιότητας ώστε θα ήταν επισφαλές να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί τη βάσει αυτής και μόνον, τότε η υπόθεση απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία. Όμως, στο τελικό στάδιο, το κριτήριο για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου είναι αυστηρό. Τα εξαχθέντα συμπεράσματα πρέπει να είναι τόσον ισχυρά ώστε η ενοχή να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου (ανωτέρω)). Όσον αφορά στο νομικό πλαίσιο το οποίο εδώ ενδιαφέρει σημειώνεται πως διαπράττει το διαγραφόμενο από το άρθρο 305 Α
(1)του Κεφ. 154 αδίκημα όποιος (α) εκδίδει επιταγή, (β) η οποία, κατά την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέα ή αργότερα, παρουσιάζεται στην τράπεζα επί της οποίας εξεδόθηκε, (γ) δεν εξοφλείται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του εκδότη της είναι κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασής της και (δ) παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίασή της (Ιωάννου ν. Σαμουρίδης
(2000)2 Α.Α.Δ. 299). Το εδ.
(3)του άρθρου 305Α του Κεφ. 154 διευκολύνει την απόδειξη του ισχυρισμού ότι συγκεκριμένη επιταγή δεν τιμήθηκε καθώς και της αιτίας για το γεγονός αυτό (έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων ή κλείσιμο του λογαριασμού ή ανάκληση της επιταγής) καθιερώνοντας μαχητό τεκμήριο για την αλήθεια του περιεχομένου της σχετικής σφραγίδας που τίθεται επί της επιταγής όταν αυτή παρουσιάζεται για εξόφληση. Βεβαίως, το γεγονός ότι ορισμένη επιταγή δεν τιμήθηκε καθώς και ο λόγος για κάτι τέτοιο μπορούν πάντοτε να αποδειχθούν με οιανδήποτε αποδεκτή μαρτυρία (Ιωάννου ν. Ναναίμο Λτδ κ.ά
(2005)2 Α.Α.Δ. 555, 560-1). Η ευθύνη επί τη βάσει του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154 βαραίνει τον εκδότη. Στην περίπτωση επιταγής εταιρείας, εκδότης είναι η ίδια η εταιρεία και όχι ο διευθυντής ή ο σύμβουλος ο οποίος την υπογράφει και ο οποίος θεωρείται, γενικώς, ως ο αντιπρόσωπος της εταιρείας. Το φυσικό αυτό πρόσωπο, το οποίο ενεργεί υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα, δεν υπέχει προσωπικώς αστική ευθύνη. Δεν αποκλείεται, όμως, να υπέχει ποινική ευθύνη ως συνεργός. Κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός (άρθρο 20 του Κεφ. 154). Στην περίπτωση δίωξης συνεργού, ακόμη και για αδίκημα απόλυτης ευθύνης, απαραίτητη προϋπόθεση, για να αποδοθεί σε αυτόν αξιόποινη συμπεριφορά, είναι και η απόδειξη της πρόθεσής του (ένοχη διάθεση - mens rea) σε σχέση τόσον με τη συνέργεια (την παροχή βοήθειας ή συμβουλής ή την παρακίνηση ή την παρότρυνση ή τη διευκόλυνση) όσον και με τις περιστάσεις του αδικήματος. Όσον αφορά σε συνεργό, το νοητικό στοιχείο που θα πρέπει να αποδειχθεί είναι γενικώς στενότερο και πιο απαιτητικό απ΄ ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του (Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, 266 επ, Zenonos General Motors Ltd v. Δημοκρατία,
(2009)2 Α.Α.Δ. 5). Όπως προκύπτει από τον νομοθετικό ορισμό του, το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι αδίκημα βασικής πρόθεσης. Δεν περιλαμβάνεται στον ορισμό του ρητή αναφορά σε ειδική πρόθεση. Απλώς υποδηλώνεται ότι η πρόθεση (mens rea) πρέπει, κατ΄ αρχήν, να συνοδεύει κάθε πτυχή της αξιόποινης συμπεριφοράς (actus reus). Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου ο δράστης γνωρίζει πως η πράξη του είναι ηθικώς μεμπτή. Πρόθεση του δράση να επιφέρει αυτό που η πράξη του επάγεται συντρέχει (α) όταν αυτός επιθυμεί κάτι τέτοιο, ανεξαρτήτως εάν το προβλέπει ή όχι ως πιθανόν και (β) όταν αυτός προβλέπει ότι κάτι τέτοιο πιθανόν να συμβεί, είτε το επιθυμεί είτε όχι. Στις περιπτώσεις αδικημάτων βασικής πρόθεσης, ό,τι απαιτείται να αποδειχθεί είναι να έχει κατά νουν ο δράστης τι θα επιφέρει με τις πράξεις του ή τουλάχιστον την πιθανότητα των επιπτώσεων (Halsbury's, Law of England, fourth edition, reissue, vol. 11
(1), σελ. 18 επ., Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, 270 επ. και Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 367, 371-2). Η συνδρομή των στοιχείων που συνιστούν την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος προκύπτει, ως εξυπακουόμενη, επί τη βάσει των γεγονότων. Στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν αναμένεται άμεση απόδειξη της πρόθεσης. Τα γεγονότα παρέχουν, συχνά, έρεισμα για τα συμπεράσματα ως προς την πρόθεση. Όμως, δεν υπάρχει αμάχητο τεκμήριο για την πρόθεση κάποιου να προκαλέσει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. Είναι απαραίτητη η δικαστική κρίση, η οποία, επί τη βάσει της μαρτυρίας, θα καταλήξει κατά πόσον έτσι σκεφτόταν ο συγκεκριμένος δράστης. Το πώς θα σκεφτόταν ένας λογικός άνθρωπος εάν βρισκόταν στη θέση του δράστη είναι αδιάφορο (Ακκελίδου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), 271). Τέλος, όταν η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο συνέργεια στην έκδοση ακάλυπτης επιταγής συνίσταται στο γεγονός ότι αυτός υπέγραψε την επιταγή, η αξιόποινη συμπεριφορά του συντελείται κατά το χρόνο της υπογραφής. Αυτός ο χρόνος είναι και ο κρίσιμος για να κριθεί η συνδρομή ένοχης πρόθεσης εκ μέρους του συνεργού (Παυλόπουλος v. Skopy Shoe Factory Ltd (ανωτέρω), 268 και απόφαση στην Ποινική Έφεση αρ. 150/2009 Militos Trading Limited v. Αθηνάς Μαλέκου, ημερ. 15.10.2012.). Εν προκειμένω, η εξέταση της μαρτυρίας την οποίαν επαρουσίασαν οι παραπονούμενοι, σε συνάρτηση με τα όσα καταγράφονται στο κατηγορητήριο και υπό το πρίσμα του ως άνω νομοθετημένου και νομολογημένου πλαισίου, αποκαλύπτει κενά εν σχέσει με το προκριματικό ζήτημα της ύπαρξης των παραπονουμένων καθώς και εν σχέσει με συστατικό στοιχείο του επίδικου αδικήματος: Σημειώνεται, κατά πρώτον, πώς η ποινική δίωξη δεν μπορεί να επιτύχει εάν εγείρεται από ανύπαρκτο πρόσωπο. Στις περιπτώσεις φυσικών προσώπων η ύπαρξή τους είναι αυταπόδεικτη. Όμως, στις περιπτώσεις νομικών οντοτήτων, η ύπαρξή τους πρέπει να αποδεικνύεται. Παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση K.N.G. Autoparts Ltd v. Ιωάννου
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 689, 691: «Κατ΄ αρχήν ο ισχυρισμός περί νομικής οντότητας διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί, ......... ως εισαγωγικός άνευ σημασίας. Η ύπαρξη διαδίκου αποτελεί προϋπόθεση για την όποια διεκδίκηση. Έτσι, όπου διάδικος δεν είναι φυσικό πρόσωπο, η νομική οντότητα του πρέπει να καταδεικνύεται. Αυτό γίνεται με απόδειξη του αντίστοιχου ισχυρισμού εκτός όπου προκύπτει άμεσα από το νόμο οπότε λαμβάνεται δικαστική γνώση. Στην περίπτωση εταιρείας .... η ύπαρξη της πρέπει να αποδεικνύεται.» Η σαφής παραδοχή της Άντρης Χαραλάμπους (Μ.Κ.1) πώς εγγεγραμμένη εταιρεία είναι μόνον η οντότητα «Α. Κ. CHARALAMBOUS TOPLINE LIMITED» και όχι οι παραπονούμενοι «A. K. CHARALAMBOUS LTD» σφραγίζει την τύχη του κατηγορητηρίου. Εφ΄ όσον απαραίτητη προϋπόθεση επιτυχίας κάθε ποινικής δίωξης είναι, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη του παραπονουμένου, η παραδοχή της Άντρης Χαραλάμπους (Μ.Κ.1) οδηγεί στην απόρριψη της υπόθεσης. Δεύτερον, υπάρχει κενό όσον αφορά στο χρόνο έκδοσης των επιταγών καθώς και όσον αφορά στο πιστωτικό υπόλοιπο του λογαριασμού κατά τον χρόνο αυτό. Υπενθυμίζεται πώς η Άντρη Χαραλάμπους (Μ.Κ.1) εδήλωσε πως οι επιταγές ήσαν μεταχρονολογημένες και πως αυτές εξεδόθηκαν κατά τον Απρίλιο του έτους 2011. Επισημαίνεται, επίσης, πώς ουδεμία μαρτυρία παρουσιάσθηκε για την κατάσταση του λογαριασμού κατά το χρόνο έκδοσης των επιταγών. Όμως, ο χρόνος αυτός είναι ο κρίσιμος για να διαπιστωθεί η ύπαρξη πρόθεσης εκ μέρους των κατηγορουμένων. Η έκδοση, εκ μέρους των κατηγορουμένων αρ. 1, των επιταγών και η προς τούτο συνδρομή της κατηγορουμένης αρ. 2 είναι αξιόποινες μόνον εφ΄ όσον αυτοί, κατά τον χρόνο έκδοσης των επιταγών, είχαν πρόθεση να επιφέρουν αυτό που οι πράξεις τους επάγονται. Εφ΄ όσον ο χρόνος έκδοσης των επιταγών καθώς και το υπόλοιπο του λογαριασμού, κατά το χρόνο αυτό, παραμένουν άγνωστα είναι αδύνατον να αξιολογηθούν άλλα γεγονότα ή άλλες συμπεριφορές των κατηγορουμένων ικανά να πείσουν πως αυτοί εγνώριζαν τα ουσιώδη και, άρα, είχαν πρόθεση. Συναφώς αναφέρεται πως η μαρτυρία για έκδοση των επιταγών με την συνδρομή της κατηγορουμένης αρ. 2 και η μαρτυρία για την μη εξόφλησή τους λόγω ανεπαρκών υπολοίπων δεν αρκεί. Απαιτείται και η παρουσίαση μαρτυρίας για την γνώση και την πρόθεση των κατηγορουμένων κατά τον χρόνο έκδοσής τους, δηλαδή κατά τον χρόνο εκδήλωσης της αδικοπραγίας. Εν όψει των πιο πάνω, διαπιστώνεται πως δεν στοιχειοθετήθηκαν αφ΄ ενός το πρωτογενές γεγονός της ύπαρξης των παραπονουμένων και αφ΄ ετέρου το συστατικό στοιχείο της ένοχης πρόθεσης των κατηγορουμένων. Συνεπώς, δεν στοιχειοθετήθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον αυτών. Η υπόθεση απορρίπτεται. Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) ............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.