Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Παρασκευάς Χριστοφή, Αρ. Υπόθεσης 1732/13, 12/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:B66 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 1732/13 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας εναντίον Παρασκευάς Χριστοφή Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 12 Νοεμβρίου, 2013 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Γιάλλουρου Ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε αυτοπροσώπως Κατηγορούμενος απών ---------------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία κατηγορία ότι αποδέχθηκε στην κατοχή του περιουσία ήτοι ένα ραδιόφωνο με Cd Player μάρκας ALBAY, τέσσερα μεγάφωνα μάρκας HERTZ, δύο ενισχυτές μάρκας ALBAY, δύο στρογγυλά ηχεία μάρκας ALBEY και ένα ενισχυτή τάσης, όλα συνολικής αξίας 2,500 ευρώ περιουσία του Λοΐζου Ηράκλη από τη Λάρνακα, εν γνώση του ότι αυτή η περιουσία ήταν κλοπιμαία κατά παράβαση του άρθρου 306(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Ως προκύπτει πιο πάνω, ο κατηγορούμενος διώκεται δυνάμει του άρθρου 306(α) και όχι το άρθρο 309 που αφορά παράνομη κατοχή περιουσίας που την αποδέχεται το πρόσωπο με εύλογες υπόνοιες ότι ήταν κλοπιμαία. Η κλεπταποδοχή δυνάμει το άρθρου 306(α) θεωρείται πολύ πιο σοβαρή κατηγορία από την παράνομη κατοχή της περιουσίας δυνάμει του άρθρου
- Κλεπταποδοχή θεωρείται κακούργημα και τιμωρείται με ανώτατη προβλεπόμενη φυλάκιση μέχρι και πέντε χρόνια. Ο λόγος που η κλεπταποδοχή είναι πολύ πιο σοβαρό αδίκημα είναι επειδή στην περίπτωση καταδίκης δυνάμει του άρθρου 306(α) θεωρείται ότι ο δράστης γνώριζε ότι η περιουσία ήταν το προϊόν της κλοπής όταν περιήλθε στην κατοχή του. Στην παρούσα περίπτωση είναι αναντίλεκτο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος απέκτησε τα αντικείμενα που περιγράφονται στο κατηγορητήριο, όταν τα αγόρασε από άλλο πρόσωπο για το ποσό των 500 ευρώ κάτω από πολύ ύποπτες συνθήκες. Το ερώτημα είναι κατά πόσο η περιστατική μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου είναι ικανοποιητική για να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ήταν κλοπιμαία. Νομίζω ότι η απάντηση σ' αυτό το ερώτημα είναι αρνητική. Μπορεί να υποψιαζόταν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με την συγκεκριμένη αγορά επειδή τα απέκτησε από άγνωστο πρόσωπο δίπλα από το κάστρο, αλλά δύσκολο μπορεί να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα αντικείμενα είχαν κλαπεί από το όχημα του παραπονούμενου. Η περιστατική μαρτυρία εναντίον του κατηγορούμενου είναι ως ακολούθως:
- Η αξία των αντικειμένων δεν είναι 500 ευρώ αλλά πολύ περισσότερη.
- Δεν αγόρασε τα αντικείμενα από κατάστημα αλλά από άγνωστο πρόσωπο του οποίου δεν έδωσε ικανοποιητικά στοιχεία για την αναγνώριση του και η συναλλαγή έγινε το βράδυ της ίδιας ημέρας με σκιώδες παρασκήνιο. Από την άλλη υπάρχει αρκετή μαρτυρία που δείχνει ότι είναι πιθανόν ο κατηγορούμενος να μην γνώριζε πως ακριβώς είχαν αποκτηθεί τα αντικείμενα. Ο παραπονούμενος και ο κατηγορούμενος γνωρίζονται μεταξύ τους και ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι εάν ήξερε ότι τα πράγματα ήταν δικά του δεν θα τα έπαιρνε. Ο κατηγορούμενος έχει προβάλει μία συγκεκριμένη εκδοχή σε σχέση με τον τρόπο που έχουν αποκτηθεί τα αντικείμενα. Αυτή η εκδοχή δεν έχει καταρριφθεί με άλλη μαρτυρία. Με βάση αυτή την εκδοχή προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ήταν ένας αγοραστής που δεν γνώριζε ακριβώς από πού προήλθαν τα αντικείμενα. Αντιθέτως, ο κατηγορούμενος προέβαλε την συγκεκριμένη εκδοχή από την πρώτη στιγμή της ανάκρισης του και ήταν συνεπής μ' αυτήν την εκδοχή. Όταν κατηγορήθηκε ανέφερε ότι παραδέχεται αλλά πρόσθεσε δεν γνώριζε ότι τα αντικείμενα ήταν κλοπιμαία. Τα αντικείμενα τα πώλησε σε καταστηματάρχη. Αυτός ο καταστηματάρχης είναι γνωστός και του παραπονούμενου. Ο κατηγορούμενος έψαχνε αγοραστή για αντικείμενα και το κοινοποίησε σε πολλούς ότι ήθελε αγοραστή. Κάποιος που ήξερε πως είχαν αποκτηθεί τα αντικείμενα, δηλαδή μετά από κλοπή και που ήξερε ότι η κλοπή είχε καταγγελθεί στην αστυνομία δεν είναι λογικό να αναζητούσε παντού αγοραστή για να φανεί η εμπλοκή του στην κλοπή. Είναι μ' αυτές τις ενέργειες που τελικά ο παραπονούμενος βρήκε τον κατηγορούμενο. Ο μάρτυρας που παρουσίασε ο κατηγορούμενος Μάριος Χριστοφή δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας διότι περιέπεσε σε σημαντικές αντιφάσεις σε σχέση με την εκδοχή που προέβαλε ο κατηγορούμενος στο Δικαστήριο. Όμως η αστυνομία δεν έκανε οποιαδήποτε άλλη ανάκριση για να φανεί κατά πόσο αυτά που είπε ο κατηγορούμενος για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες απέκτησε τα αντικείμενα είναι η αλήθεια. Υπάρχει έντονα η εντύπωση ότι ο κατηγορούμενος απέκτησε τα αντικείμενα κάτω από πολύ ύποπτες συνθήκες αλλά αφ'ης στιγμής δεν μπορεί να διαψευθεί η εκδοχή ότι αγόρασε τα πράγματα από άλλο άγνωστο δεν μπορεί να αποδειχθεί με βεβαιότητα ότι γνώριζε ότι τα αντικείμενα ήταν κλοπιμαία. Για να αποδειχθεί το αδίκημα της κλεπταποδοχής είναι ανάγκη να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος είχε τον βαθμό επίπεδο γνώσης που καθορίζεται στο άρθρο. Στην υπόθεση Φανιέρος ν Δημοκρατίας, 2 ΑΑΔ
(2003)104, επεξηγήθηκε ότι το στοιχείο της γνώσης συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορούμενου και μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αυτό το επίπεδο γνώσης δεν έχει αποδειχθεί με βάση την περιστατική μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου. Με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης πιθανόν να τεκμηριώνεται υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου με βάση τις διατάξεις του άρθρου 209 παράνομη κατοχή του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Ο κατηγορούμενος απέκτησε αντικείμενα σε πολύ χαμηλή τιμή κάτω από ύποπτες συνθήκες που δείχνουν ότι έπρεπε να υπάρχει υπόνοια ότι ήταν κλοπιμαία. Το Δικαστήριο δύναται να τροποποιήσει το κατηγορητήριο και να καταδικάσει τον κατηγορούμενο για αδικήματα που δεν εμφαίνονται στο κατηγορητήριο όταν συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
- Εάν αποδειχθεί ότι το εν λόγω αδίκημα που δεν περιέχεται στο κατηγορητήριο έχει διαπραχθεί.
- Ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να καταδικασθεί χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου.
- Ο κατηγορούμενος δεν θα υπόκειται σε μεγαλύτερη τιμωρία παρά εάν ήθελε θεμελιωθεί καταδίκη με βάση τις υφιστάμενες κατηγορίες.
- Ο κατηγορούμενος δεν έχει επηρεασθεί δυσμενώς στην υπεράσπιση του από την εν λόγω τροποποίηση. Η δεύτερη και τρίτη προϋπόθεση ικανοποιούνται. Η κατηγορούσα αρχή βασίσθηκε στην κατηγορία της κλεπταποδοχής που το νοητικό στοιχείο της γνώσης είναι εντελώς διαφορετικό. Όμως, θεωρώ ότι δεν δόθηκε ικανοποιητική πληροφόρηση στην υπεράσπιση να προετοιμασθεί σε σχέση με το αδίκημα της παράνομης κατοχής. Θεωρώ ότι η τέταρτη προϋπόθεση δεν πληρείται. Στην υπόθεση Crysostomou v. Police[1], το Εφετείο επεξήγησε αναλυτικά πώς εφαρμόζει το Δικαστήριο την τέταρτη προϋπόθεση κατά την κρίση του να καταδικάσει τον κατηγορούμενο με βάση τις διατάξεις του άρθρου 85
(4)της Ποινικής Δικονομίας. Σε εκείνη την υπόθεση ο κατηγορούμενος αρχικά κατηγορείτο ότι εκπυρσοκρότησε το όπλο με σκοπό να προκαλέσει φόβο σε άλλο πρόσωπο. Τελικά το πρωτόδικο Δικαστήριο τον αθώωσε στην αρχική κατηγορία και πρόσθεσε νέα κατηγορία ότι υπήρξε αμελής στο χειρισμό του όπλου του, με αποτέλεσμα να εκπυρσοκροτήσει κατά παράβαση του άρθρου 22Α του Κεφ.
- Ο λόγος που το Δικαστήριο προχώρησε με την τροποποίηση ήταν η απουσία μαρτυρίας που να συνέδεε τον κατηγορούμενο με την εκπυρσοκρότηση του όπλου. Τα γεγονότα ήταν απλά και ξεκάθαρα από την αρχή, συνεπώς δεν τίθετο θέμα επηρεασμού της υπεράσπισης του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος εμφανίσθηκε χωρίς δικηγόρο. Τα δύο αδικήματα είναι διαφορετικά διότι το νοητικό στοιχείο της γνώσης είναι υποβαθμισμένο στην περίπτωση της παράνομης κατοχής. Το ότι ο κατηγορούμενος όφειλε να υποψιασθεί την πραγματική κατάσταση των πραγμάτων σε σχέση με την ύποπτη συναλλαγή δεν αναδείχθηκε επαρκώς κατά τη διάρκεια της δίκης αλλά και ούτε υπήρξε μέρος της διερεύνησης της υπόθεσης, οπότε θεωρώ ότι θα ήταν άδικο να προβώ σε τροποποίηση σ' αυτό το στάδιο για ένα εντελώς διαφορετικό αδίκημα για το οποίο δεν είχε τον χρόνο ή την ευκαιρία να προετοιμασθεί ο κατηγορούμενος. Επειδή δεν επικεντρώθηκε η υπόθεση στον λεπτό διαχωρισμό μεταξύ της νοητικής κατάστασης του αφελούς αγοραστή και του αγοραστή που δεν κάνει ερωτήσεις στον πωλητή επειδή υποψιάζεται ότι τα αντικείμενα δεν αποκτήθηκαν νόμιμα, δεν μπορώ με βεβαιότητα να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι το αδίκημα της παράνομης κατοχής έχει διαπραχθεί. Έτσι ούτε και η πρώτη προϋπόθεση πληρείται. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) .............. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] 24 CLR
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο