← Κύπρος

Βασούλλα Αναστασίου ν. Μάριος Τιμοθέου, Αρ. Υπόθεσης: 17256/2010, 23/12/2013

Βασούλλα Αναστασίου ν. Μάριος Τιμοθέου, Αρ. Υπόθεσης: 17256/2010, 23/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:B83 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. MΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17256/2010 Βασούλλα Αναστασίου -ν- Μάριος Τιμοθέου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 23 Δεκεμβρίου 2013. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μ. Ραφαήλ. Για τον Κατηγορούμενο: κ. A. Ζαχαρίου (για ν' ακούσει απόφαση η κα. Ά. Γεωργίου). Κατηγορούμενος: Παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις Κατηγορίες για έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του Άρθρου 305Α

(2)και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, ως ετροποποιήθη μέχρι και το Νόμο 70(Ι)/
  1. Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της Πρώτης Κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος κατά ή περί τις 5/3/2010 εξέδωσε στο όνομά του την επιταγή με αρ. 00812752 της Laiki Bank για το ποσό των €25.000,00, πληρωτέα στον ίδιο, την οποία υπέγραψε στο πίσω μέρος της και μεταβίβασε και παρέδωσε στην Παραπονουμένη και στη συνέχεια χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε τη μη εξόφλησή της ώστε όταν παρουσιάστηκε δεόντως στις 11/6/2010 από την Παραπονουμένη για εξαργύρωση στην Τράπεζα υπό της οποίας εξεδόθη επιστράφηκε απλήρωτη με την ένδειξη «η επιταγή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής». Σύμφωνα, επίσης, με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της Δεύτερης Κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος κατά ή περί τις 15/3/2010 εξέδωσε στο όνομά του την επιταγή με αρ. 00812753 της Laiki Bank για το ποσό των €30.000,00, πληρωτέα στον ίδιο, την οποία υπέγραψε στο πίσω μέρος της και μεταβίβασε και παρέδωσε στην Παραπονουμένη και στη συνέχεια χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε τη μη εξόφλησή της ώστε όταν παρουσιάστηκε δεόντως στις 11/6/201 από την Παραπονουμένη για εξαργύρωση στην Τράπεζα υπό της οποίας εξεδόθη επιστράφηκε απλήρωτη με την ένδειξη «η επιταγή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής». Σύμφωνα, περαιτέρω, με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της Τρίτης Κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος κατά ή περί τις 15/6/2010 εξέδωσε στο όνομά του την επιταγή με αρ. 00812755 της Laiki Bank για το ποσό των €20.000,00, πληρωτέα στον ίδιο, την οποία υπέγραψε στο πίσω μέρος της και μεταβίβασε και παρέδωσε στην Παραπονουμένη και στη συνέχεια χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε τη μη εξόφλησή της ώστε όταν παρουσιάστηκε δεόντως στις 15/6/201 από την Παραπονουμένη για εξαργύρωση στην Τράπεζα υπό της οποίας εξεδόθη επιστράφηκε απλήρωτη με την ένδειξη «η επιταγή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής». Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε συνολικά τέσσερις μάρτυρες για να αποδείξει την υπόθεσή της, ενώ ο Κατηγορούμενος, όταν κλήθηκε σε απολογία, κατέθεσε ο ίδιος ενόρκως και κάλεσε ένα μάρτυρα προς υποστήριξη της υπεράσπισής του. Ως πρώτος μάρτυρας κατηγορίας κλήθηκε και κατέθεσε ο κ. Δαυίδ Χρίστος (Μ.Κ.1), ο οποίος εργάζεται ως «back officer» στη Λαϊκή Τράπεζα. Ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος διατηρεί τρεχούμενο λογαριασμό στην Λαϊκή Τράπεζα, με αρ. 047-21-005636, ο οποίος είναι συνδεδεμένος με βιβλιάριο επιταγών. Δικαιούχοι του λογαριασμού είναι ο Κατηγορούμενος και η σύζυγός του, έχουν δε και οι δύο δικαίωμα υπογραφής. Ο Μ.Κ.1 δεν αντεξετάστηκε. Ως δεύτερη μάρτυρας κατηγορίας κατέθεσε η Παραπονουμένη, κα. Βασούλλα Αναστασίου (Μ.Κ.2), η οποία κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής της (Έγγραφο «Α»). Σύμφωνα με το Έγγραφο Α, το καλοκαίρι του 2008, η Μ.Κ.2 δάνεισε στον Κατηγορούμενο το ποσό των €60.000,
  2. Στις 12/9/2008, ο Κατηγορούμενος υπέγραψε δήλωση (Τεκμήριο «1») ενώπιον της πιστοποιούσας υπαλλήλου, Νίκης Πολυκάρπου, με την οποία βεβαιώνει ότι οφείλει να πληρώσει σε πέντε μήνες από τις 12/9/2008 το ποσό των €60.000,
  3. Στις 7/7/2009, Μ.Κ.2 δάνεισε στον Κατηγορούμενο το ποσό των €20.000,00 και την ίδια ημερομηνία ο τελευταίος υπέγραψε δήλωση (Τεκμήριο «2») ενώπιον της ίδιας πιστοποιούσας υπαλλήλου, όπου βεβαιώνει ότι δανείστηκε από την Μ.Κ.2 το εν λόγω ποσό. Σύμφωνα, περαιτέρω, με το Έγγραφο Α, προς εξόφληση των πιο πάνω δανείων, ο Κατηγορούμενος εξέδωσε τέσσερις επιταγές της Laiki Bank, τις οποίες συμπλήρωσε και εξέδωσε προς όφελός του. Ο Κατηγορούμενος υπέγραψε ενώπιον της Μ.Κ.2 τις εν λόγω επιταγές στο μπροστινό και στο πίσω μέρος τους και τις παρέδωσε στην Μ.Κ.
  4. Συγκεκριμένα 1) την επιταγή με αρ. 00812752 της Laiki Bank για το ποσό των €25.000,00 και ημερομηνία πληρωμής τις 5/3/2010 (Τεκμήριο «3»)∙ 2) την επιταγή με αρ. 00812753 της Laiki Bank για το ποσό των €30.000,00 και ημερομηνία πληρωμής τις 15/3/2010 (Τεκμήριο «4»)∙ 3) την επιταγή με αρ. 00812755 της Laiki Bank για το ποσό των €20.000,00 και ημερομηνία πληρωμής τις 15/6/2010 (Τεκμήριο «5»)∙ και 4) την επιταγή με αρ. 00812754 της Laiki Bank για το ποσό των €5.000,00 και ημερομηνία πληρωμής τις 25/3/
  5. Η επιταγή με αρ. 0812754 και τα Τεκμήρια 3 και 4 εκδόθηκαν τον Μάρτιο και η επιταγή, Τεκμήριο 5, τον Ιούνιο του
  6. Ακολούθως, στο Έγγραφο Α καταγράφεται ότι η Μ.Κ.2 κατέθεσε τις τέσσερις επιταγές στην Σ.Π.Ε. Αγροτικής Ανάπτυξης κατά τις ημερομηνίες που παρουσιάζονται στις επιταγές, αλλά αυτές επιστράφηκαν απλήρωτες από την Laiki Bank με την ένδειξη ότι «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ». Περαιτέρω, καταγράφεται ότι οι Δικηγόροι της Μ.Κ.2, κ.κ. Φράγκος και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. απέστειλαν, μέσω επιδότη, επιστολή στον Κατηγορούμενο, ημερομηνίας 16/7/2010 (Τεκμήριο «6»), με την οποία, μεταξύ άλλων, αυτός καλείτο να διευθετήσει την οφειλή του προς την Μ.Κ.2 εντός 10 ημερών. Ο Κατηγορούμενος ήλθε σε επαφή με τους Δικηγόρους της Μ.Κ.2 και συγκεκριμένα στις 20/7/2010 είχε συνάντηση με τον Δικηγόρο κ. Ιωσήφ Φράγκου, όπου αναγνώρισε την προς αυτή οφειλή του εξ €80.000,00 και συμφωνήθηκε ότι στις 21/7/2010 ο Κατηγορούμενος θα προχωρούσε στην πληρωμή €5.000,00 και ότι στη συνέχεια θα συμφωνούνταν τρόπος αποπληρωμής της υπόλοιπης οφειλής. Ο Κατηγορούμενος προσήλθε στα γραφεία των Δικηγόρων της Μ.Κ.2, κατέβαλε το ποσό των €5.000,00 και του επιστράφηκε η επιταγή με αρ.
  7. Εκ των €5.000,00, οι Δικηγόροι της Μ.Κ.2 κράτησαν το ποσό των €500,00 ως δικηγορικά έξοδα και επέστρεψαν στην Μ.Κ.2 το υπόλοιπο. Σχετικά κατατέθηκε ως Τεκμήριο «7» απόδειξη ημερομηνίας 22/7/2010 για το ποσό των €4.500,00 που ο σύζυγος της Μ.Κ.2, Γιώργος Αναστασίου, παρέλαβε εκ μέρους της. Κατέθεσε, επίσης, ως Τεκμήριο «8» την απόδειξη είσπραξης των Δικηγόρων της ημερομηνίας 22/7/2010 για το ποσό των €500,
  8. Πέραν των όσων καταγράφονται στο Έγγραφο Α, η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι στη συνάντηση στις 20/7/2010 ήταν παρούσα και η ίδια. Κατά την αντεξέτασή της, η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι η ίδια δεν ήταν παρούσα στις 22/7/2010 όταν πληρώθηκαν τα €4.500,00, αλλά ο σύζυγός της, ο οποίος παρέλαβε το ποσό σε μετρητά. Δεν πήρε κάποιο άλλο ποσό από τον Κατηγορούμενο από το
  9. Στη συνέχεια, ανέφερε ότι είναι ο Κατηγορούμενος που έσβησε το ποσό στο Τεκμήριο 1, εφόσον έπαιρνε το ποσό των €80.000,00 σταδιακά. Την πρώτη φορά η Μ.Κ.2 του δάνεισε το ποσό των €30.000,00, μετά πήρε άλλες €25.000,00 και στη συνέχεια άλλες €5.000,
  10. Μέχρι τις 12/9/2008 είχε συμπληρωθεί το ποσό των €60.000,
  11. Τα ποσά σβήνονταν στο Τεκμήριο 1 επειδή ο Κατηγορούμενος έκανε ό,τι ήθελε. Η Μ.Κ.2 δεν θυμόταν την ακριβή ημερομηνία που συντάχθηκε το Τεκμήριο 1, προσθέτοντας ότι πέρασαν αρκετά χρόνια, η ίδια προσβλήθηκε με καρκίνο και δεν θυμάται τις ημερομηνίες. Ανέφερε, επίσης, ότι έδειξε εμπιστοσύνη στον Κατηγορούμενο, ο οποίος την εξαπάτησε. Στη συνέχεια, η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι η πιστοποιούσα υπάλληλος πιστοποίησε το Τεκμήριο 1 όταν ο Κατηγορούμενος χρωστούσε τα €30.000,00, τα οποία του έδωσε στις 12/9/
  12. Δάνεισε αργότερα στον Κατηγορούμενο τα υπόλοιπα ποσά. Τα υπόλοιπα ίσως τα δάνεισε μετά τις 12/9/
  13. Η Μ.Κ.2 είπε ότι η ψυχολογική της κατάσταση είναι χάλια εξ αιτίας του καρκίνου και δεν μπορεί να θυμάται τα πάντα. Δεν θυμόταν πότε ο Κατηγορούμενος της έδωσε μεταχρονολογημένες επιταγές, αλλά τις έδωσε μετά που τον δάνεισε. Σε ερώτηση γιατί ανέφερε την ημερομηνία έκδοσής τους στο Έγγραφο Α, η Μ.Κ.2 απάντησε ότι είναι 50 ετών, νοιώθει άσχημα που είναι στο Δικαστήριο και έχει μια σύγχυση. Ακολούθως, ανέφερε ότι στο Έγγραφο Α έβαλε το νου της και σκέφτηκε. Ανέφερε, επίσης, ότι στην αρχή δεν έκανε κάποια συμφωνία με τον Κατηγορούμενο, ο οποίος ζήτησε βοήθεια επειδή ήταν φίλος του συζύγου της για να κάνει κάποια επένδυση. Θα τους επέστρεφε τα χρήματα σε 4-5 μήνες. Μετά τους 4-5 μήνες, η Μ.Κ.2 ανησύχησε, αλλά δεν πίστευε ότι ο Κατηγορούμενος, ο οποίος της είπε ότι ήθελε ακόμη λίγα, θα της «έτρωγε» τα λεφτά. Για να δανείσει τον Κατηγορούμενο, η Μ.Κ.2 ζήτησε χρήματα από την πεθερά της, τα οποία ήταν κληρονομιά του άντρα της από τον πατέρα του. Ο σύζυγος «μεταβίβασε» τα χρήματα στην Μ.Κ.
  14. Σε ερώτηση κατά πόσον ήταν πτωχεύσας ό σύζυγός της, η Μ.Κ.2 απάντησε ότι τούτο έγινε πριν πτωχεύσει ο σύζυγός της. Η πεθερά της πήρε τα χρήματα από την τράπεζα και τους τα έδωσε σε μετρητά. Είχε, όμως, και η Μ.Κ.2 δικά της χρήματα, άλλα σε τράπεζα και άλλα στο σπίτι. Σε ερώτηση κατά πόσον συμφωνήθηκε με τον Κατηγορούμενο ότι θα τους επέστρεφε τα χρήματα με τόκο, η Μ.Κ.2 απάντησε ότι τους είπε και για κάποιο τόκο, αλλά τίποτε περισσότερο. Δεν τους πλήρωσε, όμως, τόκους. Σε υποβολή ότι ζητούσαν 8% τόκο το μήνα από τον Κατηγορούμενο, η Μ.Κ.2 απάντησε «Ας πει έτσι ο Κατηγορούμενος». Ακολούθως, υποδείχθηκε στην Μ.Κ.2 αντίγραφο κάποιου εντύπου από το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας ημερομηνίας 11/11/2009, το οποίο αυτή αναγνώρισε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο «9». Ο Κατηγορούμενος της πήρε ένα απόγευμα στο βενζινάδικο που αυτή διατηρεί στο Αλεθρικό την επιταγή που αναφέρεται στο Τεκμήριο 9 και ζήτησε από την Μ.Κ.2 να του αλλάξει την επιταγή. Η Μ.Κ.2 είχε λεφτά στο πρατήριο και έδωσε στον Κατηγορούμενο το ποσό της εν λόγω επιταγής. Η Μ.Κ.2 ανέφερε, επίσης, ότι γνωρίζει την πιστοποιούσα υπάλληλο, Νίκη Πολυκάρπου, η οποία πιστοποίησε το Τεκμήριο 1 στην Αρχή Αδειών, όπου πήγαν μαζί με τον Κατηγορούμενο. Όσες φορές χρειάστηκε, ήτοι 2 ή 3 φορές, ήταν και οι μάρτυρες στην πιστοποιούσα υπάλληλο. Κατά την δεύτερη ημέρα της αντεξέτασή της, η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι την προηγούμενη είχε τηλεφωνήσει στον Κατηγορούμενο επειδή αυτός είχε τηλεφωνήσει στον άντρα της και του είπε να βρεθούν σε κάποιον που χρωστεί χρήματα στον Κατηγορούμενο για να τον πληρώσει. Ο Κατηγορούμενος τους έστησε στο σπίτι, γι' αυτό του τηλεφώνησε η Μ.Κ.
  15. Δεν ήξερε κατά πόσον η σύζυγός της τηλεφώνησε στον Κατηγορούμενο και τον εκβίαζε ότι αν δεν πληρώσει θα τον καταγγείλει στην Τράπεζα. Αρνήθηκε ότι τον εκβίασε και η ίδια όταν του τηλεφώνησε. Στη συνέχεια, η Μ.Κ.2 αναγνώρισε τις υπογραφές των μαρτύρων στα Τεκμήρια 1 και 2 και αρνήθηκε ότι προστέθηκε μετά η υπογραφή του συζύγου της. Όταν της ετέθη ότι ο Μάριος Νικολάου δεν πήγε ποτέ στην πιστοποιούσα υπάλληλο, η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι θα το δεχθεί αν το πει ο ίδιος. Αρνήθηκε ότι είναι στο πρατήριο που υπέγραψε ο Μάριος Νικολάου. Ανέφερε, επίσης, ότι κατέθεσε τις επιταγές για εξαργύρωση κοντά στην ημερομηνία πληρωμής εκάστης. Η επιταγή, Τεκμήριο 3, κατατέθηκε τον Ιούνιο του 2010 επειδή ο Κατηγορούμενος τους έλεγε να περιμένουν για να τις καλύψει. Στη συνέχεια, διόρθωσε και είπε ότι οι επιταγές παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για εξαργύρωση τις ημερομηνίες που φαίνονται πάνω σε αυτές. Τις κατέθεσε σε διαφορετικές ημερομηνίες επειδή ο Κατηγορούμενος τους έλεγε κάθε λίγο να περιμένουν. Σε ερώτηση κατά πόσον είχαν εκδοθεί προηγουμένως άλλες μεταχρονολογημένες επιταγές, η Μ.Κ.2 απάντησε ότι δεν θυμόταν. Σε ερώτηση γιατί την πρώτη δικάσιμο ανέφερε με βεβαιότητα ότι δεν είχε γίνει κάποια πληρωμή προηγουμένως, η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι δεν θέλει να απαντήσει. Αρνήθηκε ότι είχε εισπράξει από τον Κατηγορούμενο διάφορα ποσά από το 2008, ως και ότι προέκυψε πρόβλημα επειδή ζητούσαν τόκο προς 8% μηνιαίως, και δη στην παρουσία του Μάριου Νικολάου, προσθέτοντας ότι δεν έκαναν προφορική συμφωνία για τον τόκο και είχαν δείξει εμπιστοσύνη στον Κατηγορούμενο. Αρνήθηκε, επίσης, υποβολή ότι από το 2008 μέχρι και σήμερα εισέπραξε από τον Κατηγορούμενο το συνολικό ποσό των €89.000,
  16. Σε υποβολή ότι εκμεταλλεύτηκε το ότι οι πληρωμές γίνονταν μηνιαίως με μετρητά ως και ότι τον εκβίαζαν για να πάρουν τόκους, η Μ.Κ.2 απάντησε ότι ο Κατηγορούμενος ουδέποτε αρνήθηκε ότι οφείλει τα ποσά. Όταν βρέθηκαν στο γραφείο των δικηγόρων της, ο Κατηγορούμενος δεν είπε ότι είχε εξοφλήσει, αλλά να δουν και τα άλλα. Η Μ.Κ.2 είπε ότι γνωρίζει ότι το καλοκαίρι του 2008 δάνεισε τον Κατηγορούμενο με €60.000,00 και με άλλες €20.000,00 τον Ιούλιο του
  17. Ο Κατηγορούμενος της επέστρεψε μόνο €5.000,00 και της χρωστά €75.000,
  18. Δεν απάντησε σε υποβολή ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε υπογράψει το Τεκμήριο 1 και 2 μπροστά στην πιστοποιούσα υπάλληλο. Αρνήθηκε, επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος δεν της χρωστά ο,τιδήποτε. Ως τρίτη μάρτυρας κατηγορίας κλήθηκε και κατέθεσε η κα. Κατερίνα Καραολιά (Μ.Κ.3), η οποία εργάζεται ως υπεύθυνη των τρεχούμενων λογαριασμών στην Σ.Π.Ε. Αγροτικής Ανάπτυξης από το
  19. Η Μ.Κ.3 αναγνώρισε τις επιταγές, Τεκμήρια 3, 4 και 5 και ανέφερε ότι τα Τεκμήρια 3 και 4 κατατέθηκαν από την Μ.Κ.2 στο λογαριασμό της με σκοπό την εξαργύρωσή τους στις 11/6/2010, το δε Τεκμήριο 5 στις 15/6/
  20. Και οι τρεις επιταγές παραπέμφθηκαν στην Λαϊκή Τράπεζα για εξαργύρωση, αλλά αυτές επιστράφηκαν απλήρωτες με την σφραγίδα της ανάκλησης πληρωμής. Όταν επιστράφηκαν απλήρωτες οι επιταγές, η Σ.Π.Ε. Αγροτικής Ανάπτυξης χρέωσε το λογαριασμό της Μ.Κ.2 και επέστρεψε σε αυτήν τα Τεκμήρια 3, 4 και 5 Κατά την αντεξέτασή της, η Μ.Κ.3 εξήγησε τί σημαίνει κοινός λογαριασμός («joint account»), λέγοντας, μεταξύ άλλων, ότι όταν ο κοινός λογαριασμός είναι του τύπου «AND/OR», τότε απαιτείται η υπογραφή ενός από τους δύο δικαιούχους αυτού. Ανέφερε, επίσης, ότι οι επιταγές, Τεκμήρια 3, 4 και 5 εκδόθηκαν από κοινό λογαριασμό, αλλά η ίδια δεν ξέρει ποιός έκανε την ανάκληση. Σε ερώτηση κατά πόσον κατατέθηκε στο λογαριασμό της Μ.Κ.2 η επιταγή που αναφέρεται στο Τεκμήριο 9, η Μ.Κ.3 ανέφερε πως η Σ.Π.Ε. Αγροτικής Ανάπτυξης δεν μπορεί να δει τί έγινε με το Τεκμήριο
  21. Ως τέταρτος μάρτυρας κατηγορίας κλήθηκε και κατέθεσε ο κ. Θανάσης Ιωάννου (Μ.Κ.4), ο οποίος εργάζεται στη Λαϊκή Τράπεζα από το
  22. Κατά την ημερομηνία της ένορκης κατάθεσή του ήταν διευθυντής στο κατάστημα της Αραδίππου, όπου υπηρετεί τον τελευταίο χρόνο, και έχει ως αρμοδιότητα την επίβλεψη όλων των εργασιών του καταστήματος. Ακολούθως, ο Μ.Κ.4 αναγνώρισε τις επιταγές, Τεκμήρια 3, 4 και 5, οι οποίες παραπέμφθηκαν στη Λαϊκή Τράπεζα από την Σ.Π.Ε. Αγροτικής Ανάπτυξης, παρουσιάστηκαν στο «clearing» της Λαϊκής Τράπεζας στη Λευκωσία και επιστράφηκαν απλήρωτες με τη δικαιολογία ότι η πληρωμή είχε ανακληθεί από τον εκδότη. Δηλαδή, υπήρχε καταχώρηση ότι οι επιταγές ήταν «stop payment». Σύμφωνα με τον Μ.Κ.4, οι επιταγές υπογράφηκαν από τον Κατηγορούμενο. Ο Μ.Κ.4 είναι διευθυντής του Κατηγορουμένου τον τελευταίο ένα χρόνο και γνωρίζει την υπογραφή του, κάτι που μπορεί να βεβαιώσει, εφόσον ο ίδιος επιθεωρεί τα έγγραφα που υπογράφει ο Κατηγορούμενος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Σύμφωνα, περαιτέρω, με τον Μ.Κ.4, οι οδηγίες ανάκλησης δόθηκαν από τον Κατηγορούμενο στις 7/4/
  23. Υπάρχει η υπογραφή του Κατηγορουμένου στο έντυπο ανάκλησης. Ο λόγος που δόθηκε για την ανάκληση ήταν ότι χάθηκε ή κλάπηκε το βιβλιάριο επιταγών, ένας αριθμός πενήντα επιταγών. Ανέφερε, επίσης, ότι το πρωτότυπο του εντύπου ανάκλησης βρίσκεται στην Τράπεζα και όταν ο Μ.Κ.4 επιχείρησε να καταχωρήσει ως τεκμήριο αντίγραφο αυτού, το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφασή του, κατόπιν ένστασης που υπήρξε από την υπεράσπιση, δεν επέτρεψε την κατάθεσή του. Ο Μ.Κ.4 ανέφερε, περαιτέρω, ότι το 2010 δεν εργαζόταν στο κατάστημα της Αραδίππου, όπου υπογράφηκε και υποβλήθηκε το έντυπο ανάκλησης. Ανέφερε, επίσης, ότι καταχωρήθηκε στο ηλεκτρονικό σύστημα της Τράπεζας ότι ανακλήθηκαν οι επιταγές και υπάρχει καταχωρημένη πληροφορία να επιστραφούν πίσω όχι οι συγκεκριμένες επιταγές, αλλά όλες οι επιταγές του συγκεκριμένου βιβλιαρίου επιταγών. Συνεπώς, οι τρεις επιταγές επιστράφηκαν στην Σ.Π.Ε. Αγροτικής Ανάπτυξης για να δοθούν στον καταθέτη. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.4 ανέφερε ότι ο ίδιος δεν έχει προσωπική γνώση των όσων είπε, εφόσον δεν ήταν στο κατάστημα της Αραδίππου το
  24. Γνωρίζει κοινωνικά τη σύζυγο του Κατηγορουμένου, αλλά δεν γνωρίζει την υπογραφή της. Ο λογαριασμός από τον οποίο εκδόθηκαν οι τρεις επιταγές, Τεκμήρια 3, 4 και 5, είναι κοινός τύπου AND/OR και έχει δικαίωμα υπογραφής είτε ο Κατηγορούμενος είτε ο σύζυγός του. Δεν γνωρίζει ποιός είναι ο υπάλληλος στην Τράπεζα που ασχολήθηκε με το έντυπο ανάκλησης. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν γνωρίζει κατά πόσον η υπογραφή του Κατηγορουμένου και της συζύγου του είναι οι αρκετά όμοιες, δεν γνωρίζει προσωπικά ποιος έβαλε στο έντυπο την δικαιολογία για την ανάκληση των επιταγών, λέγοντας ότι απλώς έχει ενώπιόν του κάποιο έγγραφο. Ο Κατηγορούμενος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή δήλωση (Έγγραφο «Β»). Στο Έγγραφο Β κατ' αρχάς καταγράφεται ότι ο Κατηγορούμενος διαφωνεί ότι το καλοκαίρι του 2008 του δάνεισε η Μ.Κ.1 το ποσό των €60.000,00 και ότι υπέγραψε στις 12/9/2008 το Τεκμήριο 1 ενώπιον της Νίκης Πολυκάρπου. Υπέγραψε τούτο μόνο στην παρουσία της Μ.Κ.2, του Μάριου Νικολάου και του Γεωργίου Αναστασίου και αφορούσε μόνο €30.000,
  25. Αρνείται, επίσης, ότι υπέγραψε το Τεκμήριο 2 ενώπιον της Νίκης Πολυκάρπου, την οποία δεν γνωρίζει και δεν έχει δει οποτεδήποτε. Σύμφωνα με το Έγγραφο Β, ο Κατηγορούμενος κατέβαλε στην Μ.Κ.2 το συνολικό ποσό των €89.760, και οι πλείστες πληρωμές έγιναν στην παρουσία του Μάριου Νικολάου, κατέγραψε δε αυτές λεπτομερώς σε έγγραφο, το οποίο κατατέθηκε ως Έγγραφο «Γ». Το ποσό αυτό ο Κατηγορούμενος το κατέβαλε προς πλήρη εξόφληση του ποσού των €80.000,00 που του δάνεισε ο σύζυγος της Μ.Κ.2, ο οποίος, ένεκα του ότι ήταν πτωχεύσας, παρουσίασε ότι το δάνειο έγινε από την Μ.Κ.
  26. Η Μ.Κ.2 ισχυρίζεται ότι ο Κατηγορούμενος της οφείλει το ποσό των επιταγών διότι αξιώνει παράνομα, καταχρηστικά και εκβιαστικά τόκο προς 8% το μήνα, δηλαδή 96% για κάθε χρόνο, κάτι που είναι παράνομο και ουδέποτε αποδέχθηκε ο Κατηγορούμενος. Ο Κατηγορούμενος είχε συμφωνήσει σε τόκο προς 8% ετησίως και όχι μηνιαίως. Καταγράφεται, επίσης, ότι σε κάποιο στάδιο το βιβλιάριο επιταγών είχε χαθεί, κάτι που ο Κατηγορούμενος ανέφερε στη σύζυγό του και είναι πολύ πιθανόν οι οδηγίες για να σταματήσει η πληρωμή όλων των επιταγών του βιβλιαρίου, εάν δόθηκαν, να δόθηκαν από τη σύζυγό του. Ο Κατηγορούμενος δεν θυμάται κατά πόσον έδωσε ο ίδιος οδηγίες για να σταματήσει η πληρωμή των επιταγών. Καταγράφεται, επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην Μ.Κ.2, στην οποία έδωσε περισσότερα χρήματα απ' ό,τι έπρεπε επειδή τον εκβίαζε με τον σύζυγό της ότι θα πήγαιναν στην Τράπεζα, όπου εργάζεται ο Κατηγορούμενος, για να του κάνουν φασαρία. Κατά την αντεξέτασή του, ο Κατηγορούμενος δέχθηκε ότι είναι ο ίδιος που εξέδωσε τις επιταγές, Τεκμήρια 3, 4 και
  27. Αρνήθηκε ότι οι επιταγές εκδόθηκαν τον Μάρτιο. Τον Μάρτιο ήταν η ημερομηνία πληρωμής των δύο εξ αυτών. Δεν θυμόταν πότε ακριβώς εκδόθηκαν. Ίσως ένα με δύο μήνες προηγουμένως. Ανέφερε, επίσης, ότι τον Ιούνιο του 2010 η διεύθυνση της Λαϊκής Τράπεζας τον κάλεσε να δώσει εξηγήσεις για την ανάκληση των επιταγών επειδή είναι υπάλληλος εκεί. Ο Κατηγορούμενος ανακάλυψε τέλος Μαρτίου του 2010 ότι χάθηκε το βιβλιάριο επιταγών και ανέφερε τούτο στη σύζυγό του. Πιθανόν να είναι η σύζυγός του που τις ανακάλεσε. Δεν ενδιέφερε την Τράπεζα ποιός ανακάλεσε τις επιταγές, γι' αυτό στη συνάντηση που έγινε δεν τον ρώτησαν ποιός ανακάλεσε τις επιταγές. Όταν έμαθε για την ανάκληση, ο Κατηγορούμενος συμφώνησε, εφόσον είχε χαθεί ολόκληρο το βιβλιάριο επιταγών και πιθανόν να κλάπηκε. Είχε εκδομένες κάποιες επιταγές από το βιβλιάριο που χάθηκε. Μετά, παρήγγειλαν νέο βιβλιάριο. Σε υποβολή ότι ανακάλεσε ο ίδιος τις επιταγές, ο Κατηγορούμενος ανέφερε πως πιθανόν να τις ανακάλεσε ο ίδιος ή η σύζυγός του. Αρνήθηκε ότι ανακάλεσε ο ίδιος με το πρόσχημα ότι χάθηκαν οι επιταγές, ως και ότι δόθηκαν και προφορικές οδηγίες για την ανάκληση των επιταγών. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος δέχθηκε ότι παρέλαβε την επιστολή, Τεκμήριο 6, και ότι, κατόπιν τούτου, ήρθε σε επικοινωνία με τον κ. Φράγκο, στον οποίο είπε ότι πλήρωσε όλα τα λεφτά. Δέχθηκε ότι έγινε συνάντηση και έδωσε στον κ. Φράγκο €5.000,
  28. Δεν δέχθηκε ότι έδωσε το εν λόγω ποσό έναντι της οφειλής του στην Μ.Κ.
  29. Το ποσό είχε πληρωθεί πριν τις ημερομηνίες των επιταγών. Όταν ξόφλησε, ο σύζυγος της Μ.Κ.2 δεν του επέστρεψε πίσω τις επιταγές. Ο Κατηγορούμενος πήγε στην Αστυνομία και τον κατήγγειλε. Δεν ζήτησε, επίσης, οποτεδήποτε και δεν πήρε κάποια απόδειξη για τις πληρωμές που έκανε, εφόσον πίστεψε ότι δεν είχε λόγο να τον εξαπατήσει. Σε σχέση με το Έγγραφο Γ, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι είχε σημειώσει πρόχειρα τα ποσά και τις ημερομηνίες που πλήρωσε την Μ.Κ.2 και έγραψε καθαρά τούτο την ημερομηνία της ένορκης κατάθεσής του. Αν του ζητηθεί, μπορεί να φέρει τις πρόχειρες σημειώσεις του. Σε ερώτηση γιατί δεν αμφισβήτησε την επιστολή, Τεκμήριο 6, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν ξέρει κατά πόσον ο Δικηγόρος του, ο οποίος ήταν ενήμερος για τη συνάντηση, έστειλε κάποια επιστολή. Ανέφερε, επίσης, ότι με το ποσό των €5.000,00 συμπληρωνόταν και ο τόκος. Στη συνάντηση ο ίδιος δεν είπε ότι θα γινόταν δεύτερη συνάντηση για να διευθετηθεί ο τρόπος πληρωμής των τριών επιταγών. Είπε τούτο ο κ. Φράγκος. Στη συνάντηση δεν τον ρώτησε κάποιος κατά πόσον είναι ο ίδιος που ανακάλεσε τις επιταγές. Ο Κατηγορούμενος δεν αρνήθηκε ότι δανείστηκε το ποσό των €80.000,00, αλλά τούτο έγινε σταδιακά και όχι στις ημερομηνίες που ανέφερε η Μ.Κ.
  30. Σε σχέση με την επιταγή που αναφέρεται στο Τεκμήριο 9, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι την έδωσε στην Μ.Κ.
  31. Αρνήθηκε ότι η Μ.Κ.2 του έδωσε μετρητά για την εν λόγω επιταγή που της έδωσε, λέγοντας πως δουλεύει σε τράπεζα και δεν είχε κάποιο λόγο να την εξαργυρώσει σε πρατήριο βενζίνης. Δεν θυμόταν κατά πόσον είναι ο ίδιος που έθεσε την υπογραφή του επί του εντύπου ανάκλησης, προσθέτοντας ότι η υπογραφή της συζύγου της μοιάζει με την δική του. Δέχθηκε ότι σαν λόγος ανάκλησης αναγράφηκε ότι χάθηκε ή κλάπηκε το βιβλιάριο επιταγών. Ως μάρτυρας υπεράσπισης κλήθηκε και κατέθεσε ο κ. Μάριος Νικολάου (Μ.Υ.1), ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή δήλωση (Έγγραφο «Δ»). Στο Έγγραφο Δ καταγράφεται ότι ο Μ.Υ.1 γνωρίζει όλα τα γεγονότα της διαφοράς του Κατηγορουμένου με την Μ.Κ.2 γιατί είναι φίλος και με τους δύο και ήταν παρών στις περισσότερες συναντήσεις που είχαν. Ο Μ.Υ.1 ήταν παρών στο πρατήριο πετρελαιοειδών που διατηρεί η Μ.Κ.2, όταν υπογράφηκαν τα Τεκμήρια 1 και 2, τα οποία δεν υπογράφηκαν ενώπιον της Νίκης Πολυκάρπου, την οποία ο Μ.Υ.1 ουδέποτε συνάντησε. Καταγράφεται, επίσης, ότι ο Μ.Υ.1 γνωρίζει ότι ο Κατηγορούμενος είχε δανειστεί από το σύζυγο της Μ.Κ.2 ποσό πέριξ των €80.000,00, αλλά επειδή ο σύζυγος ήταν πτωχεύσας δεν ήθελε να φαίνεται στο δάνειο και παρουσιάστηκε ότι το δάνειο έγινε από την Μ.Κ.
  32. Επίσης, ο Μ.Υ.1 γνωρίζει ότι ο Κατηγορούμενος κατέβαλε στην Μ.Κ.2 πέραν των €80.000,00, γιατί από το 2008 μέχρι και το 2010 ο Μ.Υ.1 συνεργαζόταν με τον Κατηγορούμενο στην επιχείρηση πωλήσεως υγραερίου που διατηρούσε η σύζυγός του και ο Μ.Υ.1 του έδινε χρήματα που εισέπραττε και ήταν παρών σε συναντήσεις που έδινε χρήματα στο σύζυγό της. Οι συναντήσεις αυτές ήταν ορισμένες στην Τράπεζα που εργάζεται ο Κατηγορούμενος και σε κάποιο καφενείο απέναντι από την Τράπεζα που ο Μ.Υ.1 ήταν παρών. Καταγράφεται, περαιτέρω, ότι τα ποσά που ο Μ.Υ.1 έδινε στον Κατηγορούμενο ήταν της τάξης των €4.000,00 - €6.000,00 περίπου και γνωρίζει ότι ο Κατηγορούμενος έδινε αυτά στην Μ.Κ.2, τις περισσότερες φορές στην παρουσία του. Όταν άρχισαν οι διαφορές τους, ο Μ.Υ.1 μίλησε και στους δύο και διαπίστωσε ότι ο λόγος που η Μ.Κ.2 ισχυρίζεται ότι της χρωστά λεφτά ο Κατηγορούμενος είναι διότι αυτή αξιώνει τόκο προς 8% μηνιαίως και όχι 8% το χρόνο που είχε συμφωνήσει ο Κατηγορούμενος. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Υ.1 αναγνώρισε την υπογραφή του στα Τεκμήρια 1 και 2 και είπε ότι ο Κατηγορούμενος υπέγραψε και τα δύο στην παρουσία του. Ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος δανείστηκε δύο φορές που ο Μ.Υ.1 ήταν παρών από την Μ.Κ.
  33. Η πρώτη ήταν στο πρατήριο και ήταν για το ποσό των €10.000,00 και η άλλη στο σπίτι της για το ποσό των €20.000,
  34. Δεν είχε συζητήσει με τον Κατηγορούμενο την υπόθεση πριν την ένορκη κατάθεσή του, λέγοντας «τι να συζητήσουμε;» Ακολούθως, ανέφερε ότι η συνεργασία που είχε με τον Κατηγορούμενο είναι ότι τον βοηθούσε στις παραδόσεις γκαζιού και τα λεφτά που εισέπραττε τα έπαιρνε στον Κατηγορούμενο. Κάθε βδομάδα έπαιρνε στον Κατηγορούμενο λεφτά, αλλά δεν ξέρει τί τα έκανε. Υπήρξαν φορές που ο Κατηγορούμενος του είπε ότι ήθελε λεφτά για να πληρώσει την Μ.Κ.
  35. Όταν του τέθηκε ότι δεν γνωρίζει πού κατέληγαν τα λεφτά, ο Μ.Υ.1 είπε ότι είδε πολλές φορές τον Κατηγορούμενο να πληρώνει το σύζυγο της Μ.Κ.
  36. Δεν ξέρει, όμως, τι ποσό πλήρωσε ο Κατηγορούμενος τον Μ.Κ.
  37. Ο ίδιος ήταν απλώς «delivery boy». Δεν ξέρει, επίσης, για τις μεταξύ τους συμφωνίες ή για το θέμα του τόκου. Σε ερώτηση πώς ξέρει για το 8% που είπε στην κυρίως εξέταση, ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι άκουσε για τούτο από αυτούς που έκαναν τη συμφωνία και νόμιζε ότι ήταν ετήσιο. Ανέφερε, επίσης, ότι η Μ.Κ.2 είναι οικογενειακή φίλη και μια με δύο φορές του είπε να πει στον Κατηγορούμενο να την πληρώσει, κάτι που αυτός είπε στον Κατηγορούμενο. Δεν του είπε, όμως, τί ήταν το ποσό που ζητούσε. Ακολούθως, ανέφερε ότι ο ίδιος ήταν για μεγάλο χρονικό διάστημα στην Αγγλία. Στο στάδιο των αγορεύσεων, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεών. Ο κ. Ζαχαρίου κατ' αρχάς ανέφερε ότι είναι δεδομένο ότι εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές, αλλά δεν δόθηκε μαρτυρία ότι αυτές οπισθογραφήθηκαν προς όφελος της Μ.Κ.
  38. Δεν αμφισβητήθηκε, επίσης, ότι οι επιταγές επιστράφηκαν απλήρωτες επειδή δόθηκαν με έντυπο οδηγίες στην τράπεζα να σταματήσει η πληρωμή τους, εφόσον χάθηκε ολόκληρο το βιβλιάριο επιταγών. Εκείνο που αμφισβήτησε η υπεράσπιση είναι ποιός έδωσε οδηγίες για την ανάκληση της πληρωμής των επιταγών. Εισηγήθηκε ότι από τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, δεν μπορεί να εξαχθεί κανένα συμπέρασμα σε σχέση με το ποιός έδωσε οδηγίες για ανάκληση. Αναφέρθηκε, επίσης, στην έντονη αμφισβήτηση που έτυχε η θέση της Μ.Κ.2 σε σχέση με την υπογραφή των Τεκμηρίων 1 και 2 ενώπιον πιστοποιούντος υπαλλήλου, τονίζοντας την παράλειψη της Κατηγορούσας Αρχής να καλέσει τούτη και τον σύζυγο της Μ.Κ.2 για να καταθέσει. Διαζευκτικά ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφανθεί ότι υπήρχε εύλογη αιτία στην ανάκληση της επιταγής. Ζήτησε, επίσης, να ληφθεί υπόψη ότι οι επιταγές είχαν πληρωθεί και ότι η διαφορά των διαδίκων ήταν το ποσοστό του τόκου που ζητούσε η άλλη πλευρά. Ζήτησε, τέλος, από το Δικαστήριο να αθωώσει τον Κατηγορούμενο στις Κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Από την άλλη, η κα. Ραφαήλ παρέπεμψε κατ' αρχάς στη μαρτυρία της Μ.Κ.2 σε σχέση με την οπισθογράφηση των επιταγών και ακολούθως αναφέρθηκε στα συστατικά στοιχεία του αδικήματος των κατηγοριών και σε σχετική νομολογία. Σε σχέση με το ζήτημα της ανάκλησης της επιταγής, εισηγήθηκε, με αναφορά σε νομοθετικές διατάξεις, μεταξύ άλλων, στο Bankers' Books Evidence Act 1879, σε νομολογία και συγγράμματα, ότι το Δικαστήριο σε δικαστικές διαδικασίες δεν δύναται να αρνηθεί αντίγραφα τραπεζικών βιβλίων, τα οποία επαληθεύονται στα πλαίσια προφορικής μαρτυρίας, ενώ, σε υποθέσεις που η Τράπεζα δεν είναι διάδικος, δεν δύναται να εξαναγκαστεί ο τραπεζίτης να διαταχθεί να παρουσιάσει τα βιβλία του, παρά μόνον κατόπιν διατάγματος Δικαστηρίου. Εφόσον, λοιπόν, ο Μ.Κ.4 δεν θα μπορούσε να εξαναγκαστεί να προσαγάγει το πρωτότυπο έγγραφο, παρά μόνο κατόπιν διατάγματος Δικαστηρίου, αυτός δεν θα μπορούσε παρά να αρκεστεί στην παράθεση προφορικής μαρτυρίας για την απόδειξη του περιεχομένου του εντύπου ανάκλησης. Ήταν, λοιπόν, η εισήγησή της ότι έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Ανέφερε, επίσης, ότι η υπερασπιστική γραμμή της υπεράσπισης ήταν νεφελώδης και δεν προωθήθηκε κάποια συγκεκριμένη ή ευδιάκριτη υπεράσπιση. Παραπέμποντας σε νομολογία και συγγράμματα, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι δεν υποβλήθηκε στην Μ.Κ.2 ότι δεν είναι ο Κατηγορούμενος το πρόσωπο που ανακάλεσε την πληρωμή των επιταγών. Εισηγήθηκε, επίσης, ότι ο συνήγορος υπεράσπισης περιορίστηκε σε γενικόλογες ερωτήσεις προς τον Μ.Κ.
  39. Τόνισε, επίσης, ότι η μαρτυρία του Κατηγορουμένου σε σχέση με το ζήτημα της ανάκλησης δεν συνάδει με την αντεξέταση που επέλεξε να ακολουθήσει ο συνήγορός του. Ήταν, συνεπώς, η θέση της κας Ραφαήλ ότι με την στάση που η υπεράσπιση τήρησε κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας δεν αμφισβητήθηκε ότι είναι ο Κατηγορούμενος που έδωσε οδηγίες για την ανάκλησή τους. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής αναφέρθηκε, επίσης, στην μαρτυρία του Κατηγορουμένου και εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία του παρουσιάζει μια λογική ασυνέπεια και τόνισε την παράλειψη της υπεράσπισης να καλέσει τη σύζυγο του Κατηγορουμένου σε σχέση με το θέμα της ανάκλησης. Παρέπεμψε, επίσης, σε άλλα σημεία της μαρτυρίας του και ζήτησε όπως αυτός κριθεί αναξιόπιστος. Το ίδιο έπραξε και σε σχέση με την μαρτυρία του Μ.Υ.
  40. Τέλος, ζήτησε, για τους λόγους που εξήγησε, την απόρριψη της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας που προέβαλε η υπεράσπιση και την καταδίκη του Κατηγορουμένου στις Κατηγορίες. Νομική Πτυχή - Αξιολόγηση - Ευρήματα - Συμπεράσματα Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του αδικήματος, αντικείμενο της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι. Βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363. Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής. Βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401. Όπως τονίστηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 264 «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής.» Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και απαλλαγεί από την κατηγορία. Το Άρθρο 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (βλ. τροποποιητικό Νόμο 70(I) του 2008), ο οποίος αποτελεί το νομικό υπόβαθρο των Κατηγοριών διαλαμβάνει τα εξής: «
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές. Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της». Το λεκτικό της πιο πάνω νομοθετικής διάταξης έχει, μεταξύ άλλων, ερμηνευθεί στις υποθέσεις Γιάννης Βούρας ν. 1. Ανδρέα, Λουκά, Ματθαίου (Α.Λ.Μ.) Γενικές Μεταφορές Λτδ κ.ά.
(2003)2 Α.Α.Δ 153 και Philippa Estates Ltd v. Γιαννάκη Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ.142, από τις οποίες προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: Η έκδοση επιταγής από τον κατηγορούμενο∙ Η πρόκληση μη εξόφλησής της από τον κατηγορούμενο με οποιαδήποτε πράξη του∙ Η πράξη με την οποία προκαλείται η μη εξόφληση επιταγής να αφορά σε επιταγή που εκδόθηκε προ ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Όπως τονίστηκε στην Philippa (ανωτέρω), ο χρόνος τέλεσης της ποινικά επιλήψιμης πράξης, δηλ. της πρόκλησης μη εξόφλησης, δεν συναρτάται με την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. Ο χρόνος κατά τον οποίο προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη ή μη εξόφληση της επιταγής μπορεί να είναι προγενέστερος ή μεταγενέστερος της ημερομηνίας πληρωμής της επιταγής. Το Άρθρο 305Α
(2)αρχικά προοριζόταν να καλύψει και τη μεταχρονολογημένη επιταγή, εξ ου και χρησιμοποιήθηκε από το νομοθέτη η συγκεκριμένη νομοθετική διάταξη. Ακολούθησε, επίσης, η τροποποίηση του Άρθρου 4 του Κεφ.154, με τον Νόμο 164(I)/2003, που τέθηκε σε ισχύ στις 24/10/2003, με τον οποίο προσετέθη στις ερμηνευτικές διατάξεις ο ορισμός της «επιταγής», ο οποίος για τους σκοπούς του Άρθρου 305Α σημαίνει: «Γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή». Εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι έχουν αποδειχθεί περάν πάσας λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, τότε αυτό που θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσον ο κατηγορούμενος έχει κατορθώσει να αποδείξει την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας που παρέχει το εδάφιο 2 του Άρθρου 305 Α του Κεφ.154. Όπως έχει κατ' επανάληψιν τονιστεί, το βάρος απόδειξης υπεράσπισης που δημιουργείται είτε από το νόμο είτε από το κοινοδίκαιο έχει ο κατηγορούμενος με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Βλ., μεταξύ άλλων Tarapoulouzis v. The District Officer Nicosia
(1962)C.L.R 91, Zavos v. The Police
(1963)1 C.L.R. 57, Papadopoulos v. The Republic
(1980)2 C.L.R. 10, Ergatides v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 182 και N.C. Diamonds Co. Ltd v. Χρίστου Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763. Το τί συνιστά εύλογη αιτία στα πλαίσια της υπεράσπισης που καθιερώνει το Άρθρο 305 Α
(2)του Κεφ. 154 έχει ερμηνευθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Diamonds (ανωτέρω). Τονίστηκε ότι το Άρθρο 305 Α
(2)ουσιαστικά καθιερώνει την αρχή του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία. Συγκεκριμένα έγινε αναφορά στην υπόθεση Pitsillides v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 374, όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης. Αναφέρθηκε, επίσης, ότι η ίδια φράση έχει στην αγγλική νομολογία συσχετισθεί με την έννοια της δίκαιης αιτίας, ενώ σχετικά έγινε αναφορά και στην φράση bona fide (καλή τη πίστει) που στην αγγλική νομολογία θεωρήθηκε ταυτόσημη με τη λέξη «honestly» (ειλικρινά). Με βάση την πιο πάνω ερμηνεία, το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του εκεί πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την υπεράσπιση του εδαφίου 2, ότι δηλαδή πρέπει ο κατηγορούμενος να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και επιπρόσθετα ότι η πεποίθησή του αυτή ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις (κάτι που εξετάζεται αντικειμενικά), έγινε μέσα στο πνεύμα των παραπάνω αποφάσεων. Με βάση αυτά, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η ενέργεια του εκεί κατηγορουμένου ήταν 1) ειλικρινής και 2) υπαγορεύτηκε από εύλογη αιτία. Στην Diamonds κρίθηκε, επίσης, ότι η ποινική ευθύνη του εκδότη καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο 2 του Άρθρου 305 Α, χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις, γιατί σε αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχαν περιθώρια επίκλησης της υπεράσπισης που παρέχει το εν λόγω εδάφιο, καθότι θα καθιερώνονταν η αντίθετη θεωρία, ήτοι του μη ανακλητού της επιταγής. Ως προς την εμβέλεια και εφαρμογή της εν λόγω υπεράσπισης σχετικές είναι και οι υποθέσεις Philippa (ανωτέρω), Κονιζίδου ν. Αρέστη (Αρ.1)
(2009)2 Α.Α.Δ. 345, Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ ν.
  1. Αδελφοί Σ. Πεκρής (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 45/2010, ημερομηνίας 2/11/2011, Αντρέου ν.
  2. Vangel Art Ltd κ.ά, Ποινική Έφεση Αρ. 246/2009, ημερομηνίας 24/1/2012 και Φωτίου ν. Exantas Marine Enterprises Ltd, Ποινική Έφεση Αρ. 38/2010, ημερομηνίας 31/10/
  3. Στην Vangel Art (ανωτέρω), όπου ο εκεί κατηγορούμενος εξήγησε ότι ανακάλεσε την πληρωμή της μίας εκ των δύο επιταγών επειδή ο παραπονούμενος του παρέδωσε μόνο τα τέσσερα γαϊδούρια που συμφώνησαν, ενώ ο παραπονούμενος ισχυρίζετο ότι η συμφωνία ήταν για τα τέσσερα γαϊδούρια που του παρέδωσε, τονίστηκαν τα εξής από το Ανώτατο Δικαστήριο: «... το κρίσιμο ερώτημα για σκοπούς της υπεράσπισης του άρθρου 305(Α)
(2)δεν αφορά μάλλον στη θετική διαπίστωση του σχετικού όρου της προφορικής συμφωνίας, δεδομένης της εκ διαμέτρου διαφωνίας των διαδίκων ως προς τούτο, παρά στην κρίση του εύλογου της ενέργειας των Εφεσιβλήτων να προκαλέσουν τη μη εξόφληση εν όψει ακριβώς της έντονης διαφωνίας τους με τον Εφεσείοντα ως προς τον κρίσιμο όρο για τον αριθμό των γαϊδουριών που επωλήθησαν. Εξ άλλου, η ποινική διαδικασία, στερούμενη του δικογραφικού πλαισίου της αστικής διαδικασίας, και τοσούτο μάλλον αφού έχει άλλο σκοπό, όχι μόνο δεν προσφέρεται για την επακριβή επίγνωση μιας διαφοράς που έχει στη γένεση και στην ουσία της αστική μορφολογία, αλλά και έχει ως βασική παράμετρο την ένοχη πρόθεση παρά την αντικειμενική ορθότητα της πράξης. Η υπεράσπιση της ευλόγου αιτίας φαίνεται ακριβώς να έχει αυτή την κατεύθυνση και να επιδιώκει να αντισταθμίσει την άλλως αυστηρή ευθύνη που διέπει το άρθρο 305(Α)
(2), εισάγοντας, έστω και υπό τη μορφή υπεράσπισης, ένα στοιχείο που ουσιαστικά ανάγεται στο mens rea.» Όπως προκύπτει από το λεκτικό της ίδιας της επιφύλαξης του εδαφίου
(2)του Άρθρου 305 Α και τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κονιζίδου ν. Αρέστη (ανωτέρω), προϋπόθεση για την επιτυχή επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας αποτελεί η παράθεση από τον κατηγορούμενο γραπτώς στην Τράπεζα, επί της οποίας εκδόθηκε η επιταγή, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή, του λόγου ή των λόγων για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της. Έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή και επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες, τον τρόπο, το ύφος, τη συμπεριφορά, τις αντιδράσεις και γενικά την παρουσία τους στο Δικαστήριο και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με σκοπό να καταλήξω στα αναγκαία ευρήματα και συμπεράσματα για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Κατ' αρχάς θα πρέπει να σημειωθεί ότι κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας αποτέλεσε κοινό υπόβαθρο γεγονότων ότι πράγματι ο Κατηγορούμενος εξέδωσε τις τρεις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 3, 4 και 5, επ' ονόματί του, τις οποίες ακολούθως οπισθογράφησε και παρέδωσε στην Μ.Κ.2, οι οποίες όταν παρουσιάστηκαν στην εκδότρια τράπεζα για πληρωμή, ήτοι τη Λαϊκή Τράπεζα, τα μεν Τεκμήρια 3 και 4 στις 15/6/2010, το δε Τεκμήριο 5 στις 18/6/2010, δεν εξοφλήθηκαν και αυτές επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ». Σε σχέση με το ζήτημα της οπισθογράφησης, το οποίο η υπεράσπιση ήγειρε για πρώτη φορά κατά το στάδιο των αγορεύσεων, σημειώνω ότι η Μ.Κ.2 ανέφερε ξεκάθαρα στην κυρίως εξέτασή της, χωρίς να αμφισβητηθεί, ότι ο Κατηγορούμενος οπισθογράφησε τούτες στο πίσω μέρος τους στην παρουσία της Μ.Κ.2, οπόταν και τις παρέδωσε. Αποτέλεσε, επίσης, κοινό τόπο στην παρούσα ότι στις 7/4/2010 δόθηκαν οδηγίες, με έντυπο ανάκλησης, στην εκδότρια τράπεζα να ανακαλέσει την πληρωμή όλων των επιταγών συγκεκριμένου βιβλιαρίου επιταγών που ήταν συνδεδεμένο με τον κοινό τρεχούμενο λογαριασμό τύπου AND/OR με αρ. 047-21-005636 που ο Κατηγορούμενος και η σύζυγός του διατηρούσαν στην εκδότρια τράπεζα, μεταξύ των οποίων ήταν και οι επιταγές, Τεκμήρια 3, 4 και
  1. Στο έντυπο ανάκλησης αναγράφηκε ως λόγος ανάκλησης ότι το εν λόγω βιβλιάριο επιταγών είχε χαθεί ή κλαπεί. Αποτέλεσε, επίσης, κοινό υπόβαθρο γεγονότων ότι ο Κατηγορούμενος πράγματι υπέγραψε τα Τεκμήρια 1 και 2, δανείστηκε το συνολικό ποσό των €80.000,00, παράλαβε την επιστολή των Δικηγόρων, Τεκμήριο 6, ότι μετά την παραλαβή του Τεκμηρίου 6 επικοινώνησε με το Δικηγόρο της Μ.Κ.2, κ. Φράγκο, διενεργήθηκε κάποια συνάντηση στα γραφεία του τελευταίου, ως και ότι σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά την εν λόγω συνάντηση ο Κατηγορούμενος κατέβαλε προς τον εν λόγω δικηγόρο για λογαριασμό της Μ.Κ.2 το ποσό των €5.000,00 προς εξόφληση της τέταρτης επιταγής που ο Κατηγορούμενος είχε εκδώσει και παραδώσει με τον ίδιο τρόπο όπως στην περίπτωση των Τεκμηρίων 3, 4 και 5, ήτοι της επιταγής με αρ. 00812754 της Laiki Bank για το ποσό των €5.000,00 και ημερομηνία πληρωμής στις 25/3/2010 (στο εξής «η Εξοφληθείσα Επιταγή»). Αποτέλεσε, επίσης, κοινό τόπο ότι δεν έγινε από τον Κατηγορούμενο οποιαδήποτε πληρωμή μετά την εξόφληση της Εξοφληθείσας Επιταγής. Ο Μ.Κ.1 μου έδωσε την εικόνα ειλικρινούς και αξιόπιστου προσώπου. Πέραν του ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε, αυτός περιορίστηκε και μαρτύρησε θετικά σε σχέση με γεγονότα που γνωρίζει εκ των καθηκόντων του στην εκδότρια τράπεζα. Δεν έχω εντοπίσει ο,τιδήποτε είτε στον τρόπο που κατέθετε ή σε αυτά που είπε, από τα οποία να προκύπτει ότι θα ήταν διατεθειμένος να παραποιήσει οποιοδήποτε μέρος των γεγονότων. Συνεπώς, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολό της. Η Μ.Κ.2 μου έκανε πολύ μέτρια εντύπωση και δεν με έπεισε για την ειλικρίνεια της εκδοχής της σε σχέση με τα αμφισβητούμενα της υπόθεσης γεγονότα. Η μαρτυρία της ήταν συγκεχυμένη και ασυνεπής, δεν αντέχει τη βάσανο της λογικής και απέφυγε να απαντήσει σε ερωτήσεις που της τέθηκαν κατά την αντεξέτασή της. Κατ' αρχάς, έδωσε αντιφατικές και αντικρουόμενες εκδοχές αναφορικά με τις ημερομηνίες που δάνεισε τα διάφορα ποσά στον Κατηγορούμενο. Την μια μας έλεγε ότι το συνολικό ποσό των €60.000,00 είχε καταβληθεί στον Κατηγορούμενο μέχρι τις 12/9/2008, ενώ άλλοτε ότι στις 12/9/2008 είχε δανείσει σε αυτόν μόνο το ποσό των €30.000,00, και τα υπόλοιπα €30.000,00 αργότερα Στην δε κυρίως εξέτασή της είχε πει ότι δάνεισε στον Κατηγορούμενο το ποσό των €60.000,00, που αφορούσε το Τεκμήριο 1, το καλοκαίρι του
  2. Ανέφερε, επίσης, ότι η υπογραφή των Τεκμηρίων 1 και 2 έγινε ενώπιον πιστοποιούντος υπαλλήλου, αλλά στο Τεκμήριο 2 δεν υπάρχει τοποθετημένη η νενομισμένη πιστοποίηση των υπογραφών, παρά μόνο μια σφραγίδα και η υπογραφή της Νίκης Πολυκάρπου. Παρά το ότι η υπεράσπιση δέχθηκε ότι ο Κατηγορούμενος δανείστηκε το συνολικό ποσό των €80.000,00, ως και ότι παρέλαβε το ποσό των €20.000,00 στις 7/7/2009, ήταν εμφανές ότι η Μ.Κ.2, μη μπορώντας να εξηγήσει την αναφορά της στην κυρίως εξέταση ότι ο Κατηγορούμενος υπέγραψε το Τεκμήριο 1 στις 12/9/2008 ενώπιον πιστοποιούντος υπαλλήλου και ταυτόχρονα να δικαιολογήσει πώς και πότε προέκυψαν οι διάφορες διαγραφές του οφειλόμενου ποσού, συγχύστηκε και έδινε αλλοπρόσαλλες εκδοχές. Συνεπώς, δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία της Μ.Κ.2 σε σχέση με τις ημερομηνίες που δανείστηκε ο Κατηγορούμενος το ποσό των €60.000,00, ως επίσης σε σχέση με το κατά πόσον τα Τεκμήρια 1 και 2 υπογράφηκαν ενώπιον πιστοποιούντος υπαλλήλου. Δεν αντέχει, επίσης, τη βάσανο της λογικής η άρνηση της Μ.Κ.2 ότι είναι ένεκα του ότι ήταν πτωχεύσας ο σύζυγός της που παρουσιάστηκε αυτή στα Τεκμήρια 1 και 2 ως το πρόσωπο που δάνεισε στον Κατηγορούμενο το ποσό των €80.000,
  3. Η ίδια ανέφερε ότι ο σύζυγός της πτώχευσε μεταγενέστερα. Γεννάται, συνεπώς, το εύλογο ερώτημα γιατί να δανείσει η ίδια τον Κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν φίλος του συζύγου της, με ποσά που ουσιαστικά ανήκαν στον σύζυγό της από κληρονομιά και όχι ο τελευταίος. Είναι προφανές ότι υπήρχε κάποιο κώλυμα στο να δανείσει ο ίδιος ο σύζυγός της χρήματα στον Κατηγορούμενο, εξ ου και επιλέγηκε να φαίνεται η ίδια σαν δανειστής. Ήταν, επίσης, εμφανής η προσπάθεια της Μ.Κ.2 να μην αναφέρει κατά πόσον η συμφωνία με τον Κατηγορούμενο προνοούσε για την καταβολή κάποιου τόκου από τον τελευταίο. Ενώ, επίσης, στα αρχικά στάδια της αντεξέτασής της ανέφερε με σιγουριά ότι δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό από τον Κατηγορούμενο οποτεδήποτε, πλην του ποσού των €5.000,00, εντούτοις στη συνέχεια ανέφερε ότι δεν θυμόταν κατά πόσον ο Κατηγορούμενος είχε καταβάλει οποιεσδήποτε μεταχρονολογημένες επιταγές προγενέστερα των επίδικων. Όταν δε της ζητήθηκε να εξηγήσει το λόγο που είπε δύο διαφορετικές εκδοχές, αυτή αφοπλιστικά μας ανέφερε ότι δεν επιθυμεί να απαντήσει. Δεν μπορώ, συνεπώς, να βασιστώ στη μαρτυρία της Μ.Κ.2 αναφορικά με το κατά πόσον συμφωνήθηκε με ή απαιτήθηκε από τον Κατηγορούμενο η καταβολή τόκου ή κατά πόσον πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό από τον Κατηγορούμενο πέραν των €5.000,
  4. Περαιτέρω, ενώ κατά την κυρίως εξέτασή της ανέφερε με περισσή σιγουριά ότι έκαστη επιταγή εκδόθηκε το μήνα πληρωμής της, εντούτοις κατά την αντεξέτασή της δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει έστω γενικά την ημερομηνία έκδοσης. Δέχθηκε, όμως, ότι αυτές ήταν μεταχρονολογημένες. Ενόψει τούτου ως και των συνεχόμενων αριθμών των τεσσάρων επιταγών είναι προφανές ότι αυτές εκδόθηκαν και παραδόθηκαν την ίδια ημέρα από τον Κατηγορούμενο. Δεν μπορώ, όμως, να βασιστώ στη μαρτυρία της Μ.Κ.1 όσον αφορά την ημερομηνία έκδοσης των επιταγών, την οποία προφανώς σύγχυσε με την ημερομηνία πληρωμής τους. Δεν με έπεισε, επίσης, η Μ.Κ.2 ότι πράγματι εξαργύρωσε και παρέδωσε στον Κατηγορούμενο το ποσό της επιταγής ημερομηνίας 18/11/2009 εξ €7.363,00 που αυτός παρέλαβε από το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας, όταν της παρέδωσε τούτη. Ο Κατηγορούμενος της χρωστούσε ήδη το ποσό των €80.000,00 και η ίδια είχε ανησυχήσει μετά που παρήλθαν οι 4-5 μήνες που τους είχε πει ότι θα ξοφλούσε τα ποσά που δανείστηκε. Το λογικό και αναμενόμενο θα ήταν να διεκδικούσε πλέον την εξόφληση του δανεισθέντος ποσού, εφόσον μάλιστα μέχρι τότε ο Κατηγορούμενος δεν είχε πληρώσει ούτε ένα σεντ και όχι να του κάνει ευκολίες. Έχω προβληματιστεί κατά πόσον οι διάφορες αντιφάσεις της Μ.Κ.2 οφείλονταν στο χρονικό διάστημα που παρήλθε ή στην ψυχολογική της κατάσταση λόγω του σοβαρού προβλήματος υγείας που αντιμετωπίζει, αλλά έχοντας υπόψη τη μεγάλη σιγουριά και λεπτομέρεια που χαρακτηρίζει την γραπτή της δήλωση, Έγγραφο Α, δεν μπορώ να δεχθώ την εξήγηση που έδωσε για τη σύγχυση που την περιέβαλε. Είναι προφανές ότι η σύγχυση στα λεγόμενα και οι αντιφάσεις στην μαρτυρία της οφείλονται στο ότι δεν είπε όλη την αλήθεια σε σχέση με τις οικονομικές διαφορές αυτής και του συζύγου της με τον Κατηγορούμενο. Έχοντας λοιπόν παρακολουθήσει τη γενικότερη παρουσία της Μ.Κ.2 στο ειδώλιο του μάρτυρα και έχοντας δώσει κάποια παραδείγματα, πέραν των όσων ρητά αποδέχομαι ανωτέρω, δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία της σε σχέση με τα αμφισβητούμενα της υπόθεσης γεγονότα. Την εικόνα ειλικρινούς και αξιόπιστου προσώπου σχημάτισα σε σχέση με την Μ.Κ.
  5. Αυτή κατέθεσε με ευθύτητα και πειστικότητα σε σχέση με γεγονότα που γνώριζε ως εκ της θέσης της στην Σ.Π.Ε. Αγροτικής Ανάπτυξης και από έγγραφα που είχε στην κατοχή της στα πλαίσια των καθηκόντων της. Πέραν του ότι ουδόλως αμφισβητήθηκε η μαρτυρία της, δεν έχω εντοπίσει ο,τιδήποτε είτε σε αυτά που ανέφερε είτε στον τρόπο που κατέθετε που να είναι ικανό να με οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι ήταν διατεθειμένη να εμφανιστεί στο Δικαστήριο και να παραποιήσει την αλήθεια. Συνεπώς, αποδέχομαι την μαρτυρία της στην ολότητά της ως αξιόπιστη και ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα. Χρήζει, βεβαίως, διευκρίνισης ότι η Μ.Κ.3 ουδόλως εισηγήθηκε με τη μαρτυρία της, ως ήταν η εισήγηση της κας. Ραφαήλ, ότι είναι ο Κατηγορούμενος που ανακάλεσε τις επίδικες επιταγές. Η Μ.Κ.3 αναφέρθηκε απλώς στο περιεχόμενο της ενυπόγραφης σφραγίδας που έθεσε στις επιταγές η εκδότρια τράπεζα. Όπως εξ άλλου η ίδια ανέφερε δεν γνωρίζει ποιος ανακάλεσε τις επιταγές. Καλή εικόνα σχημάτισα, επίσης, σε σχέση με τον Μ.Κ.
  6. Πέραν του ότι το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του αποτέλεσε κοινό τόπο στην παρούσα, δεν έχω εντοπίσει ο,τιδήποτε είτε σε αυτά που είπε είτε στον τρόπο που κατέθεσε από τα οποία να διαφαίνεται πρόθεση εκ μέρους του να παραποιήσει οποιοδήποτε μέρος των γεγονότων. Σημειώνω, βεβαίως, πως, ως διεφάνη, κυρίως κατά την αντεξέτασή του, αυτός δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στη διαδικασία ανάκλησης των επίδικων επιταγών και δεν υπηρετούσε καν στο κατάστημα της Αραδίππου τον επίδικο χρόνο. Η αναφορά του στην κυρίως εξέταση σε σχέση με το πρόσωπο που υπέγραψε το έντυπο ανάκλησης, αντίγραφο του οποίου είχε μπροστά του και δεν κατατέθηκε στο Δικαστήριο για τους λόγους που δόθηκαν στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, στηρίχθηκε στην υπογραφή που υπήρχε σε αυτό, την οποία ανέφερε ότι αναγνωρίζει σαν την υπογραφή του Κατηγορουμένου, εφόσον αυτός είναι διευθυντής του Κατηγορουμένου τον τελευταίο χρόνο και βλέπει αυτή πολύ συχνά στα διάφορα έγγραφα που υπογράφει ο Κατηγορούμενος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του στην Τράπεζα. Δεν ανέφερε, όμως, ότι γνώριζε την υπογραφή του Κατηγορουμένου προγενέστερα ή κατά ή πλησίον του χρόνου που υπογράφτηκε το έντυπο ανάκλησης. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν γνωρίζει την υπογραφή της συζύγου του Κατηγορουμένου ή κατά πόσον υπάρχει οποιαδήποτε ομοιότητα μεταξύ των δύο. Δεν ήταν, επίσης, σαφές με τις απαντήσεις που έδωσε στο τέλος της αντεξέτασής του, μετά δηλαδή τις ερωτήσεις που του τέθηκαν, ότι επέμενε στην αρχική του αναφορά, ήτοι ότι είναι ο Κατηγορούμενος το πρόσωπο που ανακάλεσε τις επίδικες επιταγές. Ως χαρακτηριστικά ανέφερε καταληκτικά ο ίδιος δεν γνωρίζει προσωπικά ο,τιδήποτε παρά μόνο είχε μπροστά του ένα έντυπο. Επί του προκειμένου, δεν μπορώ κατ' αρχάς να συμφωνήσω με τη θέση της κας. Ραφαήλ ότι η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας ότι είναι ο Κατηγορούμενος το πρόσωπο που ανακάλεσε τις επίδικες επιταγές. Εν πρώτοις, δεν θα αναμενόταν από την υπεράσπιση να θέσει το ζήτημα τούτο στην Μ.Κ.2 επειδή απλώς αυτή κατέθεσε ως Τεκμήρια τις επιταγές, όπου υπάρχει ενυπόγραφη σφραγίδα ότι αυτές έχουν ανακληθεί από τον εκδότη. Οι ίδιες οι επιταγές εξ άλλου φέρουν ως εκδότη τον Κατηγορούμενο και/ή τη σύζυγό του. Δεν θα αναμενόταν, επίσης, όπως τεθεί στη Μ.Κ.3 ότι δεν είναι ο Κατηγορούμενος που ανακάλεσε τις επιταγές, εφόσον η ίδια η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν γνωρίζει ποιό είναι το πρόσωπο που έδωσε οδηγίες για την ανάκλησή τους. Τουναντίον, με τις ερωτήσεις που τέθηκαν κατά την αντεξέταση της Μ.Κ.3 ξεκίνησε να διαφαίνεται ότι η υπεράσπιση θα έθετε ζήτημα περί του προσώπου που έδωσε οδηγίες για την ανάκληση της επιταγής, ήτοι κατά πόσον ήταν ο Κατηγορούμενος ή η σύζυγός του, με την οποία διατηρούσαν τον κοινό λογαριασμό. Κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.4 ήταν πλέον θέσφατο ότι η υπεράσπιση αμφισβητούσε σοβαρά τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι είναι ο Κατηγορούμενος το πρόσωπο που έδωσε οδηγίες για την ανάκληση των επίδικων επιταγών. Παρά το ότι ο κ. Ζαχαρίου δεν υπέβαλε ευθέως στον Μ.Κ.4 ότι δεν είναι ο Κατηγορούμενος αυτός που έδωσε οδηγίες για την ανάκληση των επίδικων επιταγών, εντούτοις οι ερωτήσεις του ξεκάθαρα αποσκοπούσαν στο να κλονίσουν και αμφισβητήσουν την αρχική αναφορά του Μ.Κ.4 σε σχέση με το πρόσωπο που έδωσε οδηγίες για ανάκληση. Εις περαιτέρω απάντηση των εισηγήσεων της κας. Ραφαήλ, θα πρέπει να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να αναθεωρήσει την ενδιάμεση απόφασή του με την οποία δεν αποδείχθηκε την κατάθεση αντιγράφου του εντύπου ανάκλησης επειδή δεν δόθηκε ικανοποιητική επεξήγηση γιατί δεν προσκομίστηκε το πρωτότυπο. Εάν είναι λανθασμένη η εν λόγω ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, αυτό ενδεχομένως να αποφασιστεί κατ' έφεση, σε περίπτωση που η Κατηγορούσα Αρχή επιλέξει να καταχωρήσει τέτοια. Όπως είχα αναφέρει και στην ενδιάμεση απόφασή μου σε σχέση με την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, με αναφορά στο σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης (Μια πρακτική προσέγγιση) του Τάκη Ηλιάδη
(1994), σελ. 78 και 138, ο γραφικός χαρακτήρας μπορεί να αποδειχθεί και από ένα πρόσωπο που δεν είναι γραφολόγος, εφόσον αποδειχθεί ότι ο μάρτυρας γνωρίζει καλά την υπογραφή του προσώπου που υπέγραψε το περί ου ο λόγος έγγραφο. Τονίζεται, βεβαίως, ότι το αποδεικτικό βάρος μιας τέτοιας μαρτυρίας εξαρτάται από όλα τα περιστατικά της υπόθεσης. Είναι προφανές ότι στις περιπτώσεις όπου η μαρτυρία σε σχέση με το γραφικό χαρακτήρα, επί παραδείγματι ενός κατηγορουμένου, δεν γίνεται από πρόσωπο που είδε τον κατηγορούμενο να υπογράφει, η μαρτυρία είτε του γραφολόγου είτε του προσώπου που παρουσιάζεται να γνωρίζει καλά την υπογραφή του, δεν αποτελεί άμεση μαρτυρία, αλλά την έκφραση της γνώμης του μάρτυρα. Η μαρτυρία αυτή, συνεπώς, θα πρέπει να προσεγγίζεται με βάση τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα. Δηλαδή, μεταξύ άλλων, η γνώμη τους πρέπει να βασίζεται σε γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία που μπορεί να γίνει αποδεκτή από ένα Δικαστήριο. Επίσης, πρέπει, να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με τα στοιχεία πάνω στα οποία στηρίχθηκαν για να σχηματίσουν τη γνώμη που εξέφρασαν. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Μ.Κ.4 δεν κατέθεσε στο Δικαστήριο το έντυπο ανάκλησης, στο οποίο βασίστηκε, μεταξύ άλλων, η αρχική του γνώμη περί του προσώπου που υπέγραψε το έντυπο ανάκλησης. Δεν έχει τεθεί, συνεπώς, ενώπιον του Δικαστηρίου το αναγκαίο εκείνο υπόβαθρο, πάνω στο οποίο αυτός στηρίχθηκε για να εκφράσει την γνώμη του ώστε, μεταξύ άλλων, το Δικαστήριο να είναι σε θέση να σχηματίσει την δική του άποψη σε σχέση με το συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας του. Αυτό που καθορίζει το ζήτημα της αποδοχής μαρτυρίας γνώμης δεν είναι κατά πόσον ο μάρτυρας δημιουργεί καλή εικόνα στο Δικαστήριο σε σχέση με την αξιοπιστία του, αλλά κατά πόσον το ίδιο το Δικαστήριο ικανοποιείται με τα στοιχεία που τίθενται ενώπιόν του για την ορθότητα της γνώμης που εκφράζει. Σημειώνω, επίσης, ότι το ζήτημα που εξετάζεται στην παρούσα δεν είναι η αποδεκτότητα ή όχι τραπεζικών βιβλίων, αλλά η αρχική γνώμη που εξέφρασε ο Μ.Κ.4 σε σχέση με την πατρότητα της υπογραφής σε ένα έντυπο που δεν κατατέθηκε ως τεκμήριο, ανεξάρτητα του αν αυτό αποτελεί τραπεζικό βιβλίο ή όχι. Σε κάθε περίπτωση, ως προανέφερα, ο Μ.Κ.4 δεν επέμενε μέχρι τέλους σε σχέση με την γνώμη που αρχικά εξέφρασε για την πατρότητα της εν λόγω υπογραφής, ως επίσης δεν ανέφερε κατά πόσον ήταν σε θέση να γνωρίζει πολύ καλά την υπογραφή του Κατηγορουμένου κατά την ημερομηνία που υπεγράφη του έντυπο ανάκλησης. Για του λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του Μ.Κ.4 σε σχέση με το πρόσωπο που υπέγραψε το έντυπο ανάκλησης και κατ' επέκταση έδωσε οδηγίες στην εκδότρια τράπεζα για το σκοπό αυτό. Στρεφόμενη τώρα στην μαρτυρία του Κατηγορουμένου, οφείλω να σημειώσω ότι αυτός δεν με έπεισε ότι ήταν σε όλα τα θέματα ειλικρινής. Η μαρτυρία του σε αρκετά σημεία δεν ήταν πειστική και λογικοφανής και δεν υποστηρίζεται από το Έγγραφο Β, το οποίο ο ίδιος κατέθεσε σε σχέση με τις πληρωμές στις οποίες προέβη. Σημειώνω, βεβαίως, ότι, για τους λόγους που παραθέτω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Κ.2, αποδέχομαι την εκδοχή του σε σχέση με τις συνθήκες που παρουσιάστηκε η Μ.Κ.2, αντί ο σύζυγός της και φίλος του, σαν το πρόσωπο που του δάνεισε το συνολικό ποσό των €80.000,
  1. Δεν παύει, όμως, να είναι στην Μ.Κ.2 που ο ίδιος αναγνώρισε ότι όφειλε το εν λόγω ποσό, εξ ου και είναι σε αυτήν που οπισθογράφησε και παρέδωσε τις επίδικες επιταγές. Οι εν λόγω συνθήκες δικαιολογούν τις αναφορές του, ήτοι ότι άλλοτε αναφέρθηκε σε ποσά που δανείστηκε από την Μ.Κ.2 και άλλοτε σε ποσό που δανείστηκε από τον σύζυγό της. Δεν αμφισβητήθηκε, επίσης, και αποδέχομαι την αναφορά του ότι οι επιταγές δεν εκδόθηκαν το Μάρτιο ή τον Ιούνιο του 2010, αλλά ένα με δύο μήνες πριν το Μάρτιο, ως και ότι αυτές ήταν μεταχρονολογημένες, θέση που συνάδει με τους αριθμούς των επίδικων και της Εξοφληθείσας Επιταγής. Παρά τη γενικότητα της αναφοράς του σε σχέση με την ημερομηνία έκδοσης των επίδικων επιταγών, από την εν λόγω αποδεκτή μαρτυρία του Κατηγορουμένου μπορώ να καταλήξω σε ασφαλές εύρημα ότι αυτές εκδόθηκαν στις αρχές του
  2. Δεν έχει, όμως, επεξηγήσει ο Κατηγορούμενος γιατί εξέδωσε και παρέδωσε στη Μ.Κ.2 τις εν λόγω επιταγές στις αρχές του 2010, ενώ κατά τα άλλα, σύμφωνα με το Έγγραφο Β, στις 30/3/2009 κατέβαλε το τελευταίο ποσό, με το οποίο εξοφλούσε, σύμφωνα με τον ίδιο, το ποσό που δανείστηκε. Εφόσον δεν συμφώνησε με το ποσό των τόκων που, σύμφωνα με την εκδοχή του, αξιώνει η Μ.Κ.2 και ο σύζυγός της, παραμείνει αναπάντητο το εύλογο ερώτημα γιατί παρέδωσε τις επιταγές στις αρχές του
  3. Γεννάται, επίσης, το εύλογο ερώτημα γιατί δεν παρουσιάζεται στο Έγγραφο Β η πληρωμή στην Μ.Κ.2 του ποσού της επιταγής ημερομηνίας 18/11/2009 για το ποσό των €7.363,00 που ο Κατηγορούμενος παρέλαβε από το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας (Τεκμήριο 9). Στο Έγγραφο Β δεν παρουσιάζεται να έγινε οποιαδήποτε μεμονωμένη πληρωμή που να ξεπερνά το ποσό των €6.400,
  4. Επίσης, ενώ ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι με το ποσό των €89.760,00 εξοφλούσε το ποσό που δανείστηκε μαζί με τους τόκους, για να δικαιολογήσει την από μέρους του εξόφληση της Εξοφληθείσας Επιταγής μετά τη συνάντηση που έλαβε χώρα στο γραφείο των Δικηγόρων της Μ.Κ.2, αντιφάσκοντας με την προηγούμενη δήλωσή του, ανέφερε ότι με το ποσό των €5.000,00 καλύπτονταν και οι τόκοι. Παραμένει, συνεπώς, αναπάντητο το εύλογο ερώτημα γιατί προέβηκε στη καταβολή του ποσού των €5.000,00, ενώ κατά τα άλλα τον εκβίαζαν να καταβάλει παράνομα και καταχρηστικά ποσά και είχε ήδη ενημερώσει τον Δικηγόρο του για τη διαφορά που προέκυψε και ότι θα προέβαινε στην καταβολή του εν λόγω ποσού. Σημειώνω ότι ο Κατηγορούμενος δεν προέβαλε τη θέση ότι κατά τη συνάντηση στο γραφείο των Δικηγόρων της Μ.Κ.2 συμφωνήθηκε ότι με την καταβολή του εν λόγω ποσού θα διευθετούνταν οι οικονομικές διαφορές μεταξύ των διαδίκων. Είμαι, συνεπώς, πεπεισμένη ότι ο Κατηγορούμενος δεν είπε όλη την αλήθεια σε σχέση με τις οικονομικές διαφορές του με την Μ.Κ.2 και το σύζυγό της. Συνεπώς, πέραν των όσων ρητά αποδέχομαι ανωτέρω, δεν μπορώ να βασιστώ ούτε στη μαρτυρία του Κατηγορουμένου σε σχέση με τα αμφισβητούμενα της υπόθεσης γεγονότα. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος δεν με έπεισε ότι είπε την αλήθεια σε σχέση με την αμφιβολία που έχει σε σχέση με το πρόσωπο που έδωσε οδηγίες για την ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών. Ως ίδιος δέχθηκε, οι οδηγίες δόθηκαν είτε από τον ίδιο είτε από την σύζυγό του. Δεν μας ανέφερε ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα επικοινωνίας με τη σύζυγό του ή ότι βρίσκονται σε διάσταση και δεν αντέχει τη βάσανο της λογικής να μην έχει συζητήσει οποτεδήποτε με αυτήν το εν λόγω ζήτημα, ώστε να διατηρεί τις αμφιβολίες που εξέφρασε. Εξ άλλου, η συνάντηση που έγινε στην τράπεζα, όπου η τελευταία ζήτησε το λόγο από τον Κατηγορούμενο ως υπάλληλό της σε σχέση με τις συνθήκες ανάκλησης των επιταγών, έγινε σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα από την ημερομηνία της ανάκλησης και το λογικό και αναμενόμενο θα ήταν όπως τουλάχιστον μέχρι τότε ο Κατηγορούμενος είχε μια ξεκάθαρη εικόνα σε σχέση με τις συνθήκες ανάκλησης, συμπεριλαμβανομένου του προσώπου που έδωσε τις οδηγίες. Είναι εμφανές ότι ο Κατηγορούμενος εκμεταλλεύτηκε το κενό που παρουσιάστηκε στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής και δεν ήθελε να πει ποιος τελικά έδωσε τις οδηγίες για την ανάκληση. Δεν έχει, όμως, αμφισβητηθεί και δεν έχω λόγο να μην δεχθώ τη θέση του Κατηγορουμένου ότι υπάρχει πολύ μεγάλη ομοιότητα μεταξύ των υπογραφών αυτού και της συζύγου του. Παρά, λοιπόν, το ότι δεν έχω ικανοποιηθεί ότι ο Κατηγορούμενος είπε την αλήθεια σε σχέση με την εκφρασθείσα αμφιβολία σε σχέση με το πρόσωπο που έδωσε οδηγίες για ανάκληση, δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του για να καταλήξω με ασφάλεια σε εύρημα σε σχέση με το ποιός τελικά έδωσε οδηγίες για ανάκληση. Πέραν, λοιπόν, των όσων ρητά αποδέχομαι ανωτέρω, η μαρτυρία του Κατηγορούμενου σε σχέση με τα αμφισβητούμενα της υπόθεσης γεγονότα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Τέλος, σε σχέση με τη μαρτυρία του Μ.Υ.1, το ελάχιστο που μπορώ να πω είναι ότι δεν παρουσιάστηκε από αυτόν κάποια συνεπής και πειστική εκδοχή σε σχέση με τα γεγονότα που κλήθηκε να καταθέσει. Κατά την αντεξέτασή του διαφάνηκε ότι, παρά το ότι ήταν παρών κατά την υπογραφή των Τεκμηρίων 1 και 2, αυτός ουδόλως γνώριζε τα γεγονότα της διαφοράς του Κατηγορουμένου με την Μ.Κ.2, ως αρχικά υποστήριξε. Επίσης, ήταν εμφανές ότι δεν ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Κατ' αρχάς δεν ήταν σε θέση να μας πει με συνέπεια πού υπογράφηκαν τα Τεκμήρια 1 και
  5. Αρχικά ανέφερε ότι η υπογραφή και των δύο έλαβε χώρα στο πρατήριο της Μ.Κ.2, ενώ κατά την αντεξέτασή του είπε ότι η πρώτη συνάντηση έγινε στο πρατήριο και η δεύτερη στο σπίτι της Κατηγορουμένης. Τα ποσά μάλιστα που είπε ότι δανείστηκε ο Κατηγορούμενος κατά τις εν λόγω συναντήσεις, ήτοι €10.000,00 την πρώτη φορά και €20.000,00 τη δεύτερη, δεν συνάδουν με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία δόθηκε στην παρούσα και δη τα κατατεθέντα τεκμήρια. Όπως, περαιτέρω, δέχθηκε κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Υ.1 δεν γνώριζε τελικά τι έκανε ο Κατηγορούμενος με τα λεφτά που του έπαιρνε από τις παραδόσεις γκαζιού, παρά την περί του αντιθέτου αναφορά του στο Έγγραφο Γ. Επίσης, διαφάνηκε ότι αυτός δεν γνώριζε κατά πόσον συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων η καταβολή τόκου από τον Κατηγορούμενο. Πολύ δε περισσότερο, αυτός δέχθηκε, αναιρώντας την αρχική του αναφορά στο Έγγραφο Γ, ότι δεν γνωρίζει τι ποσό πλήρωσε ο Κατηγορούμενος στην Μ.Κ.
  6. Είναι προφανές, λοιπόν, ότι αυτός ήταν, όπως ο ίδιος περιέγραψε, ένας διανομέας (delivery boy) που βοηθούσε τον Κατηγορούμενο στην επιχείρηση της συζύγου του τελευταίου και απλώς έτυχε να είναι παρών κατά την υπογραφή μεταξύ των δύο φίλων του των Τεκμηρίων 1 και
  7. Συνεπώς, πέραν των όσων ρητά αποδέχομαι, δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του Μ.Υ.1 σε σχέση με τα αμφισβητούμενα της υπόθεσης γεγονότα. Με βάση, λοιπόν, την πιο πάνω αξιολόγηση και τα όσα έχω αποδεχθεί ανωτέρω, τα οποία και καθίστανται αντίστοιχα ευρήματά μου, έχω ικανοποιηθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε στον απαιτούμενο βαθμό όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος των Κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, πλην βεβαίως ότι είναι αυτός που προκάλεσε με κάποια πράξη του την μη εξόφλησή των επίδικων επιταγών. Παρά τη μη αποδοχή της θέσης του Κατηγορουμένου ότι δεν γνωρίζει κατά πόσον είναι ο ίδιος ή η σύζυγός του που έδωσε τις γραπτές οδηγίες για την ανάκληση των επιταγών, το βάρος απόδειξης του εν λόγω συστατικού στοιχείου του αδικήματος εξακολουθεί να παραμένει στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία απέτυχε να αποδείξει τούτο. Παρά το ότι η πιο πάνω κατάληξή μου σφραγίζει και την τύχη της παρούσας, εντούτοις για σκοπούς πληρότητας κρίνω σκόπιμο να σημειώσω ότι δεν κέκτηται οποιασδήποτε σημασίας στη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του Κατηγορουμένου το ότι το Δικαστήριο δεν μπόρεσε να καταλήξει σε εύρημα σε σχέση με το ακριβές ιστορικό των συναλλαγών των διαδίκων που οδήγησαν στην έκδοση των επίδικων επιταγών, το κατά πόσον πληρώθηκαν ή όχι από τον Κατηγορούμενο οποιαδήποτε άλλα ποσά πέραν της παράδοσης των επίδικων επιταγών, συμπεριλαμβανομένων και τόκων, ως και κατά πόσον συμφωνήθηκε όπως ο Κατηγορούμενος επιστρέψει τα ποσά που δανείστηκε μαζί με τόκους. Αυτά είναι ζητήματα που ενδεχομένως να αποτελέσουν το αντικείμενο εξέτασης και απόφανσης σε πολιτική αγωγή μεταξύ των διαδίκων, όπου το ζητούμενο θα είναι η δικαστική διεκδίκηση των όποιων οφειλομένων ποσών. Όπως εξ άλλου ξεκαθαρίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην σχετικά πρόσφατη υπόθεση Κλεάνθης Δημοσθένους ν. Τύχωνα Τύχωνα, Ποινική Έφεση 153/2011, ημερομηνίας 16/1/2013, το αρχικό εδάφιο
(3)(αργότερα αναριθμημένο ως
(6)) του Άρθρου 305 Α του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προέβλεπε ότι το εν λόγω Άρθρο δεν εφαρμόζεται για οποιαδήποτε επιταγή από την οποία δεν προκύπτει αγώγιμο δικαίωμα κατά του εκδότη της, καταργήθηκε με τον τροποποιητικό Νόμο 25(Ι)/2003. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου, παρέλκει η εξέταση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας που προέβαλε η υπεράσπιση. Μάλιστα, στην απουσία κατάληξης σε σχέση με το πρόσωπο που έδωσε οδηγίες για την ανάκληση των επίδικων επιταγών, οποιαδήποτε ενασχόληση του Δικαστηρίου θα ήταν μόνο ακαδημαϊκή, εφόσον το κριτήριο για την επιτυχή επίκληση της εν λόγω υπεράσπισης δεν είναι μόνο αντικειμενικό, αλλά και υποκειμενικό. Καταληκτικά, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στις Κατηγορίες που αντιμετωπίζει, με έξοδα υπέρ του και εναντίον της Κατηγορούσας Αρχής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................................... Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.