← Κύπρος

Αστυνομικό Διευθυντή Λάρνακας ν. Μάριο Στεφάνου, Αρ. Υπόθεσης: 16000/11, 18/12/2013

Αστυνομικό Διευθυντή Λάρνακας ν. Μάριο Στεφάνου, Αρ. Υπόθεσης: 16000/11, 18/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:B78 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16000/11 Αστυνομικό Διευθυντή Λάρνακας Κατηγορούσα Αρχή - εναντίον - Μάριο Στεφάνου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 18 Δεκεμβρίου, 2013 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Αρ. Παντελή Για τον Κατηγορούμενο: κος Ε. Ευσταθίου, μαζί με τους κ.κ. Κ. Καμένο και Κ. Καμένο Κατηγορούμενος: Παρών ΠΟΙΝΗ Με βάση την απόφαση του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 04/11/2013, ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος στην κατηγορία που αφορά το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου, λόγω απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 όπως αυτό τροποποιήθηκε. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση εκτίθενται αναλυτικά στην καταδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου, τα οποία για τον σκοπό επιβολής ποινής, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω σε συντομία. Στις 18/09/2010 και περί ώρα 18:00 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KLB584 στον κύριο δρόμο Αγγλισίδων - Αλεθρικού, στην επαρχία Λάρνακας, με κατεύθυνση προς Αλεθρικό. Ο κύριος δρόμος Αγγλισίδων - Αλεθρικού, είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας, μία για κάθε κατεύθυνση. Οι δύο λωρίδες κυκλοφορίας χωρίζονται με άσπρη συνεχόμενη γραμμή επί της ασφάλτου. Η περιοχή είναι κατοικημένη και το όριο ταχύτητας είναι 50χ.α.ω. Ο κατηγορούμενος σε κάποιο σημείο του κύριου δρόμου Αγγλισίδων - Αλεθρικού, παρά το περίπτερο «Το Περιπτεράκι» έχοντας πρόθεση να κατέβει στο εν λόγω περίπτερο, το οποίο βρίσκεται στα δεξιά ως η πορεία του, επιχείρησε να στρίψει δεξιά, εισερχόμενος απότομα και βεβιασμένα λοξώς εντός της εξ αντιθέτου λωρίδας κυκλοφορίας του δρόμου, χωρίς να εκδηλώσει εγκαίρως την πρόθεση του θέτοντας τον δείκτη πορείας του σε λειτουργία μόνο λίγο πριν την σύγκρουση και παραβιάζοντας την άσπρη συνεχόμενη γραμμή που διαχωρίζει τις δύο εξ αντιθέτου λωρίδες κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία της μοτοσικλέτας με αριθμούς εγγραφής KΝΖ118 η οποία οδηγείτο από τον Γιασουμή Τσαγγάρη, (το θύμα). Ο κατηγορούμενος δεν είχε αντιληφθεί το θύμα έγκαιρα παρά μόνο την ώρα που το αυτοκίνητο του ήταν λοξώς δεξιά στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Η ορατότητα του κατηγορουμένου προς την κατεύθυνση που εκινείτο το θύμα ήταν 500 μέτρα από το σημείο σύγκρουσης. Στην κατεύθυνση που εκινείτο το θύμα υπάρχει πρατήριο βενζίνης σε απόσταση 370 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης, από το οποίο είχε εκκινήσει το θύμα. Το θύμα οδηγούσε την μοτοσικλέτα του νομίμως στην εξ αντιθέτου λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία του κατηγορουμένου και ήταν εντός του πεδίου ορατότητας του τελευταίου όταν αυτός επιχείρησε να στρίψει δεξιά αλλά και από πιο πίσω ακόμα όταν λογικά έπρεπε να ασκήσει έλεγχο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Το θύμα δεν ήταν καλυπτόμενο από άλλο όχημα. Αποτέλεσμα της πιο πάνω ενέργειας του κατηγορουμένου ήταν τα δύο οχήματα να συγκρουστούν και να επέλθει ο θάνατος του μοτισεκλετιστή. Το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται σε απόσταση 1.70 μέτρα από την διαχωριστική συνεχόμενη γραμμή εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του θύματος. Η μοτοσικλέτα που οδηγούσε το θύμα, προτού συγκρουστεί με το αυτοκίνητο, άφησε ίχνη μαυρίσματος μήκους 1.60 μέτρων. Μετά την σύγκρουση της μοτοσικλέτας στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, το θύμα εκτινάχθηκε σε απόσταση 25.70 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης. Η μοτοσικλέτα καταστράφηκε ολοσχερώς και μέρος της εκτινάχθηκε σε απόσταση 14.20 μέτρα από το σημείο σύγκρουσης. Κατά τον χρόνο του δυστυχήματος ο καιρός ήταν αίθριος, υπήρχε φως της ημέρας και ο δρόμος ήταν ευθύς επίπεδος με άσφαλτο καλής επιφάνειας. Σύμφωνα με την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και δεν βαρύνεται με βαθμούς ποινής. Ο κ Ευσταθίου, στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, εν πρώτοις εξέφρασε την θλίψη και την λύπη του κατηγορουμένου, ο οποίος, ως ανέφερε, χωρίς να το θέλει ενεπλάκη σε ένα δυστύχημα με τα ολέθρια αποτελέσματα του. Σημειώνοντας, πως το γεγονός αυτό από μόνο του αποτελεί μια οδυνηρή τιμωρία για τον κατηγορούμενο για το υπόλοιπο της ζωής του. Ακολούθως, επισήμανε ότι ο βαθμός της υπαιτιότητας ενός κατηγορούμενου που κρίνεται ένοχος δια την επέλευση ενός παράνομου αποτελέσματος, είναι το «Α» και το «Ω», το οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του για την επιλογή του είδους της ποινής. Σημειώνοντας, ότι η επιλογή του είδους της ποινής, αποτελεί άσκηση διακριτικής εξουσίας η οποία ουδέποτε θα πρέπει να ασκείται στατικά, αλλά με βάση τα γεγονότα που περιβάλλουν την κάθε συγκριμένη υπόθεση και μέσα στα πλαίσια της διαχρονικής νομολογίας και της επιστήμης του δικαίου. Αναφέροντας ότι, το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του δύο παράγοντες. Ο πρώτος παράγοντας, είναι ποιος είναι ο ενώπιον του κατηγορούμενος και τι τον έχει οδηγήσει στη διάπραξη του αδικήματος και ο δεύτερος είναι τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση και οδήγησαν τον κατηγορούμενο στη διάπραξη του αδικήματος. Για τον πρώτο παράγοντα, ο συνήγορος υπεράσπισης με αναφορά στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε για τον κατηγορούμενο, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 35 ετών σήμερα, έγγαμος και μοναδικός προστάτης της οικογένειας του η οποία αποτελείται από τον ίδιο, την σύζυγο του και τα δύο ανήλικα παιδιά τους, ηλικίας 3.5 ετών και 10 μηνών αντίστοιχα. Επισημαίνοντας ότι η σύζυγος του δεν εργάζεται. Ανέφερε περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος είναι γόνος προσφυγικής οικογένειας και διαμένει στην Κοφίνου. Οι γονείς του κατάγονται από την Αφάνεια οι οποίοι απώλεσαν το σύνολο της περιουσίας τους και μετά την ταλαιπωρία της προσφυγιάς εγκαταστάθηκαν στην Κοφίνου όπου ζει και ο κατηγορούμενος. Σημείωσε ότι σήμερα ο κατηγορούμενος και η οικογένεια του είναι πάμπτωχοι άνθρωποι. Η μόνη πηγή επιβίωσης του κατηγορούμενου είναι ο μισθός που παίρνει ως μόνιμος ωρομίσθιος εργάτης στις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες Λάρνακας. Ο μισθός του ανέρχεται περίπου στα €1.300 και με τις αποκοπές που έγιναν περιορίστηκε στα €1.150 το μήνα. Τονίζοντας ότι ο κατηγορούμενος είναι ένα πρόσωπο φιλήσυχο, χαμηλών τόνων, νομοταγής πολίτης με λευκό ποινικό μητρώο. Για τον δεύτερο παράγοντα που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, ο συνήγορος του κατηγορουμένου ασχολήθηκε εκτεταμένα με την αποδεκτή από το Δικαστήριο μαρτυρία. Συνοπτικά αναφέρω, ότι ήταν η θέση του πως οι δύο βασικοί μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής, δηλαδή ο Μ.Κ.1 και ο Μ.Κ.4 ανέφεραν στο Δικαστήριο ότι εάν η ταχύτητα του θύματος ήταν εντός του ορίου ταχύτητας θα αποφεύγετο το δυστύχημα. Συνεπώς δεν θα προκαλείτο το τραγικό αυτό αποτέλεσμα για το οποίο ο κατηγορούμενος λυπάται βαθύτατα επειδή ενεπλάκη χωρίς τη θέληση του. Επίσης με αναφορά στην μαρτυρία του Μ.Κ.4 και των Τεκμηρίων 11 και 13 επισήμανε στο Δικαστήριο πως παρόλο ότι ο Μ.Κ.4 δεν προέβηκε σε υπολογισμό της ταχύτητας του κατηγορουμένου κατά την ώρα της σύγκρουσης ούτε του θύματος, αυτό μπορεί να γίνει με μαθηματική ακρίβεια χρησιμοποιώντας τον μαθηματικό τύπο που ανέφερε ο Μ.Κ.4. Ήταν η θέση του, μετά από τους υπολογισμούς που έκανε ότι η ταχύτητα του οχήματος του κατηγορουμένου ήταν 9.2χ.α.ω. σημειώνοντας ότι δεν μπορούσε να ήταν διαφορετική. Ενώ της μοτοσικλέτας ήταν 110.8 χ.α.ω, η οποία με βάση τους κανόνες της λογικής εφόσον την στιγμή της σύγκρουσης ήταν 110.8 χ.α.ω. και το θύμα χρησιμοποίησε δύο φορές τα φρένα, το μόνο λογικό συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι η ταχύτητα της μοτοσικλέτας ήταν ουσιωδώς μεγαλύτερη των 110.8 χ.α.ω. πριν την σύγκρουση. Στην συνέχεια της αγόρευσης του ο συνήγορος του κατηγορουμένου, σημείωσε ότι σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, το αποδιδόμενο σε αυτόν αδίκημα είναι η επικίνδυνη οδήγηση. Σημειώνοντας ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε σε μια κατοικημένη περιοχή και όπως συνηθίζεται όταν έχουμε κατοικημένες περιοχές έστριψε για να εξυπηρετηθεί από ένα περίπτερο που βρισκόταν εκεί. Ως προς την οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου, σημείωσε ότι κοίταξε μπροστά του και δεν είδε, δεν πρόσεξε να έρχεται οποιοδήποτε όχημα και επικέντρωσε τότε την προσοχή του προς το σημείο εκεί που θα στάθμευε ώστε να είναι ασφαλής η στάθμευση του έξω από το περίπτερο που μπαίνει και βγαίνει κόσμος. Δηλώνοντας ότι το λάθος του κατηγορούμενου ήταν ότι επικέντρωσε την προσοχή του στο χώρο όπου ήθελε να σταθμεύσει, ενώ έπρεπε να κοιτάξει ξανά μπροστά του, σημειώνοντας ότι δεν ήταν υποχρεωμένος αλλά όφειλε να το κάνει. Υποστηρίζοντας ότι ήταν μια στιγμιαία αβλεψία του, αφού δεν είδε μπροστά να είχε εμπόδιο, προσηλώθηκε περισσότερο προς την δεξιά πλευρά που θα στάθμευε το αυτοκίνητο του και εν τω μεταξύ επήλθε η σύγκρουση λόγω της μεγάλης ταχύτητας η οποία ήταν πέραν του κανονικού ορίου, που όπως διαπίστωσαν οι δύο μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής εάν τηρείτο το όριο δε θα γινόταν το δυστύχημα με το φοβερό αποτέλεσμα. Υποστήριξε, επίσης, ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση σε μία περιοχή ως αυτή που έγινε το δυστύχημα, με όριο 50χ.α.ω. η μοτοσικλέτα που οδηγούσε το ατυχές θύμα με τέτοια ταχύτητα. Το γεγονός ότι στο χώρο υπήρχε στάση λεωφορείων έκανε τον κατηγορούμενο να πιστέψει ότι δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος την ώρα που έστριβε για να σταθμεύσει και ότι θα γινόταν δυστύχημα. Ήταν περαιτέρω η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης, έχοντας λάβει υπόψη του, ως ανέφερε ότι ένα χρονικό διάστημα μερικών δευτερολέπτων ήταν ικανό για να πλησιάσει με μεγάλη ταχύτητα η μοτοσικλέτα του θύματος, ότι εκεί έγκειται και εκεί έγινε το ανεπιθύμητο, το παράνομο αποτέλεσμα για το οποίο ο κατηγορούμενος βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Ήταν ακολούθως, εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης, πως λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και αξιολογώντας τον βαθμό της υπαιτιότητας, η κατάληξη θα πρέπει να είναι ότι η αμέλεια του κατηγορουμένου οφείλεται στην στιγμιαία αβλεψία, την οποία υπέθαλψε το γεγονός ότι οδηγούσε σε μια κατοικημένη περιοχή με όριο μέγιστης ταχύτητας 50 χ.α.ω. Επαναλαμβάνοντας, ότι ο κατηγορούμενος, δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα υπήρχε σύγκρουση τέτοιας βιαιότητας που ως αποτέλεσμα είχε και τα δύο οχήματα να έχουν καταστεί άχρηστα. Επαναλαμβάνοντας, επίσης, ότι η προσήλωση του κατηγορουμένου, για να σταματήσει με ασφάλεια έξω από το περίπτερο ώστε να αποφευχθεί ενδεχόμενο δυστύχημα για 5 με 6 δευτερόλεπτα ήταν ο μοιραίος χρόνος για να επέλθει το δυστύχημα λόγω της αδυναμίας του θύματος είτε να στρίψει δεξιά, είτε αριστερά, είτε να σταματήσει το όχημα επί του οποίου επέβαινε. Ήταν περαιτέρω η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης, ότι η παρούσα υπόθεση θα πρέπει να διακριθεί από τις υποθέσεις του είδους, αφού δεν είναι η συνηθισμένη υπόθεση του ασύνετου, του αδιάφορου, του αλαζόνα οδηγού ο οποίος αδιαφορώντας για την ασφάλεια του δρόμου, είτε πεζού, είτε οχήματος διαπράττει το αδίκημα. Επαναλαμβάνοντας ότι πρόκειται για στιγμιαία απροσεξία η οποία δε θα επέφερε το παράνομο αποτέλεσμα αν τηρούντο από όλες τις πλευρές και συγκεκριμένα από την πλευρά του ατυχούς θύματος η υπό του νόμου καθοριζόμενη ταχύτητα. Στην συνέχεια της αγόρευσης του ο κ Ευσταθίου, ανέφερε ότι στην παρούσα υπόθεση η στερητική της ελευθέριας ποινή θα επέφερε στον κατηγορούμενο ολέθρια αποτελέσματα. Πρώτα θα έχανε την εργασία του, από την οποία βιοπορίζεται ο ίδιος, η γυναίκα του και τα δύο ανήλικα παιδιά τους. Επίσης, ο κατηγορούμενος θα έμπαινε στην θλιβερή στρατιά των ανέργων και θα έφτανε σε θέση επαιτείας για να ζήσει ο ίδιος και η οικογένεια του, αφού οι γονείς του είναι άνεργοι με μικρές συντάξεις που δεν αρκούν για να ζήσουν οι ίδιοι. Επίσης, ήταν η θέση του ότι δεν τίθεται θέμα αναμόρφωσης του κατηγορουμένου, με δεδομένο ότι δεν έχει προηγούμενες καταδίκες, επαναλαμβάνοντας ότι είναι άνθρωπος χαμηλών τόνων, ο οποίος υπηρέτησε στον στρατό χωρίς τιμωρία, ότι πρόκειται για παιδί βιοπαλαιστών, προστάτη άλλων αδύνατων υπάρξεων, ο οποίος εκείνη την ημέρα υπέπεσε σε αυτό το σφάλμα και προκλήθηκε το αποτέλεσμα υπό τις συνθήκες τις οποίες ανέφεραν οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής. Σημείωσε ακολούθως ότι ακόμη και στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι η μόνη ποινή η οποία θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι η φυλάκιση, χάνοντας όλα τα πιο πάνω, το Δικαστήριο έχει την εξουσία να επιβάλει αυτή χωρίς άμεσο αποτέλεσμα ή ακόμη και σε συνδυασμό με πρόστιμο. Τέλος ο συνήγορος του κατηγορουμένου ανέφερε ότι η δίκη έγινε ούτως ώστε να διαφανούν τα γεγονότα και το Δικαστήριο που είναι το μόνο αρμόδιο να αποφασίσει αν αυτά ισοδυναμούν με αθώωση. Σημειώνω ότι στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε σε σχέση με τον κατηγορούμενο, στο περιεχόμενο της οποίας αναφέρθηκε εκτεταμένα ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου, περαιτέρω αναφέρονται τα ακόλουθα. Ο κατηγορούμενος είναι το μοναδικό παιδί της οικογένειας του. Διαμένει μαζί με την σύζυγο του και τα παιδιά τους σε οικία στο προσφυγικό συνοικισμό Κοφίνου. Η σύζυγος του κατηγορουμένου λαμβάνει ετησίως το ποσό των €325 από την Υπηρεσία Χορηγιών και Επιδομάτων του Υπουργείου Οικονομικών. Το χρέος που έχει ανέρχεται στο ποσό των €16.700 το οποίο έγινε για επισκευή της κατοικίας του, η δόση του οποίου ανέρχεται στο ποσό των €225 η οποία καταβάλλεται κανονικά. Δεν υπάρχει κινητή και ακίνητη περιουσία. Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, ως αυτό τροποποιήθηκε με το Ν.181(Ι)/2000, αναφέρει ότι όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τέσσερα χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις £2.500 (€4.271) ή και στις δύο αυτές ποινές. Το μέγιστο ύψος της προβλεπόμενης ποινής αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο πρέπει να ξεκινά για επιμέτρηση της ποινής, (βλέπε Λεβέντης ν. Αστυνομίας,

(1999)2 Α.Α.Δ.632). Αξίζει να σημειωθεί ότι το ανώτατο προβλεπόμενο όριο ποινής έχει διπλασιαστεί με το Ν.181(I)/2000, αύξηση που καταδεικνύει τόσο την πρόθεση του νομοθέτη για αυστηρή αντιμετώπιση, όσο και τη σοβαρότητα του αδικήματος αυτού. Ανεξάρτητα από τις πιο πάνω πρόνοιες, το άρθρο 19
(1)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν. 86/1972, δίδει περαιτέρω εξουσία στο Δικαστήριο να στερήσει από τον καταδικασθέντα την ικανότητα να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος για όσο χρονικό διάστημα ήθελε αποφασίσει, ενώ με βάση το άρθρο 20Α του ίδιου Νόμου, προβλέπεται η εξουσία του Δικαστηρίου για την επιβολή βαθμών ποινής επί της άδειας οδήγησης του. Αναμφίβολα το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι σοβαρό και αυτό διαφαίνεται πρωτίστως από τις προβλεπόμενες ποινές. Πέραν αυτού όμως, θα πρέπει να λεχθεί ότι τα θανατηφόρα ατυχήματα αποτελούν πλέον μάστιγα για την Κυπριακή κοινωνία, γεγονός που δεν αφήνει αδιάφορο τα Δικαστήρια και όπως έχει καταδείξει η νομολογία τα Δικαστήρια έχουν υποχρέωση να επιβάλλουν αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές. Όπως αναφέρθηκε στην Ανδρέας Μενελάου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 Α.Α.Δ.232 από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο συμφώνησε με το Πρωτόδικο Δικαστήριο στην επιλογή της ποινής φυλάκισης: «.....τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής των τιμωρητικών μέσων όσο και του ύψους της ποινής, μέσα στο πλαίσιο που επιλέγεται. Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση, μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που, στην περίπτωση της οδικής αμέλειας, χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας». Επίσης στην υπόθεση Σάββας Σάββα ν. Αστυνομία,
(2008)2 Α.Α.Δ.242, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Τα θανατηφόρα δυστυχήματα κατάντησαν τραγικό καθημερινό φαινόμενο στον τόπο μας, ο οποίος κατέχει χείριστη θέση στον κατάλογο των ευρωπαϊκών χωρών, ειδικά για τα θανατηφόρα δυστυχήματα αλλά και γενικότερα, για παραβάσεις του Κώδικα Οδικής συμπεριφοράς. Ο Κώδικας Οδικής συμπεριφοράς αποτελεί αναπόσπαστο μέρος, σε μια σύγχρονη και αναπτυγμένη πολιτεία με του κώδικα κοινωνικής συμπεριφοράς. Γι' αυτό και αποτελεί μια από τις τιμές μέτρησης και αξιολόγησης του σεβασμού του ανθρώπου προς το συνάνθρωπο. Τα τροχαία αδικήματα, όπως συνηθίσαμε να αναφερόμαστε στις παραβάσεις της οικείας νομοθεσίας ή γενικότερα τα αδικήματα που διαπράττονται κατά την οδήγηση, θεωρούνται πλέον σοβαρά και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζονται. Τα Δικαστήρια, που παρακολουθούν και είναι ευαίσθητα στις μεταβολές συμπεριφοράς της κοινωνίας, αναπροσαρμόζουν τις ποινές που επιβάλλουν ώστε να γίνει συνείδηση πως η ορθή ρύθμιση της τροχαίας κίνησης έχει άμεση σχέση με την καθημερινή λειτουργία της ζωής των ανθρώπων». Οι πιο πάνω διαπιστώσεις επαναλήφθηκαν και σε αριθμό άλλων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων η υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 460, Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού Στυλιανού,
(2009)2 Α.Α.Δ. 543 και Κυριάκος Παντέλα ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 54/2011, ημερομηνίας 28/12/2011. Όπως επίσης προκύπτει από την πλούσια επί του θέματος νομολογία, η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν έχει ατονήσει ακόμη, αφού τέτοιας φύσεως αδικήματα συνεχίζουν να βρίσκονται δυστυχώς σε έξαρση με καταστρεπτικές συνέπειες για την κοινωνία και τον τόπο μας, με θύματα κυρίως νεαρούς συνανθρώπους μας. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αντώνη Χαραλαμπίδη,
(2009)2 Α.Α.Δ.237, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Οι υλικές ζημιές, οι σοβαροί τραυματισμοί και αναπηρίες ανθρώπων καθώς και η απώλεια ανθρωπίνων ζωών, ως αποτέλεσμα τροχαίων δυστυχημάτων, αποτελούν χαίνουσα πληγή της κοινωνίας μας. Η κατάσταση αυτή δυστυχώς συνεχίζεται γιατί προφανώς μερικοί ασυνείδητοι οδηγοί δεν θέλουν να συνετιστούν αλλά ούτε και να αντιληφθούν πως, για την απάμβλυνση του θλιβερού φαινομένου, απαιτείται συνεχής προσπάθεια για συνετή οδήγηση και σεβασμός των δικαιωμάτων των ανθρώπων που χρησιμοποιούν τους δρόμους. Θέλουμε να πιστεύουμε ότι η μέσω της τιμωρίας αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου μπορεί να συμβάλει θετικά στην προσπάθεια ανάσχεσης της παράνομης συμπεριφοράς με προοπτική τον περιορισμό του φαινομένου. Τα δικαστήρια, συναισθανόμενα την αγωνία της κοινωνίας και με επίγνωση των σοβαρών προεκτάσεων της κατάστασης, οφείλουν να βρίσκονται σε εγρήγορση και με τις κατάλληλες ποινές να στοχεύουν στην πρόληψη και αποτροπή διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων.» Προκύπτει μέσα από την Νομολογία ότι, η ποινή που επιβάλλεται σε περιπτώσεις καταδίκης δυνάμει του άρθρου 210, είναι άρρηκτα συνυφασμένη με τα περιστατικά της υπόθεσης, την υφή της αμέλειας που προκάλεσε τον θάνατο, την έκταση της ευθύνης του κατηγορουμένου, δηλαδή τη συμπεριφορά και τις πράξεις του κατηγορουμένου οι οποίες οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου, σε συνάρτηση πάντοτε με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου, (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Σωτηρίου,
(2003)2 Α.Α.Δ.331, Παμπακάς κ.α. ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 487 και Χαράλαμπος Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας,
(1989)2 Α.Α.Δ. 109). Στην υπόθεση Χαράλαμπος Κωνσταντίνου (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο με αναφορά στην υπόθεση R. v. John Kenneth Guilfoyle, [1973] 2 All E.R.844, υιοθέτησε τις κατευθυντήριες γραμμές, οι οποίες καθορίσθηκαν από το Αγγλικό Εφετείο αναφορικά με τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να αποφασιστεί κατά πόσο ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης στις υποθέσεις θανατηφόρων τροχαίων δυστυχημάτων. Προκύπτει από τις πιο πάνω κατευθυντήριες γραμμές πως καθοριστικός παράγοντας στην απόφαση του Δικαστηρίου ως προς το είδος της ποινής, είναι το κατά πόσο πρόκειται για περίπτωση στιγμιαίας αβλεψίας, ή εγωιστικής παραγνώρισης της ασφάλειας άλλων προσώπων, και αδιαφορίας περί αυτής. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σωκράτη Μιχαλάκη Αβρααμίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ.355, στις περιπτώσεις που το δυστύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία ή απροσεξία και ο κατηγορούμενος έχει καλό ποινικό μητρώο, η ποινή πρέπει να περιορίζεται σε χρηματική και στέρηση της άδειας οδηγού, η έκταση της οποίας να είναι ανάλογη με τις ειδικές συνθήκες της κάθε υπόθεσης, εκτός αν υπάρχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας, (βλέπε επίσης Χαράλαμπος Κωνσταντίνου, (ανωτέρω)). Στις περιπτώσεις που το δυστύχημα προξενείται από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών, ή από επικίνδυνη ή απερίσκεπτη οδήγηση του κατηγορούμενου, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού, (βλέπε Αντώνη Χαραλαμπίδη, (ανωτέρω)). Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι στην υπόθεση Κυριάκος Παντέλα (ανωτέρω) το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την τριετή ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε πρωτόδικα στον εκεί κατηγορούμενο για το αδίκημα του Άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, επαναδιατύπωσε τις πιο πάνω αρχές. Με αναφορά στην Αγγλική απόφαση R v. Boswell [1984] 3 Αll E.R. 353, υποδείχθηκε ότι η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, η υπερβολική ταχύτητα, η αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες και η επί μακρόν επιμονή και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης, όπως για παράδειγμα η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από τη λανθασμένη πλευρά, αποτελούν επιβαρυντικούς παράγοντες. Μεταξύ των επιβαρυντικών παραγόντων συγκαταλέγονται, επίσης, η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων, όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια ή ασφάλεια. Αποτελούν, βεβαίως, επιβαρυντικούς παράγοντες η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών για τροχαίες παραβάσεις, το κατά πόσον περισσότερα από ένα άτομα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, το αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα στην προσπάθειά του να αποφύγει έλεγχο τροχαίας ή σύλληψη. Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό οδικό μητρώο, ο καλός χαρακτήρας, η παραδοχή κατά την δίκη και η ειλικρινής μεταμέλεια. Ελαφρυντικό είναι επίσης και το κατά πόσον το θύμα είναι φίλος ή στενός συγγενής του κατηγορουμένου και το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που ο θάνατος είχε στον οδηγό. Βεβαίως, σε κάθε περίπτωση, για παρόμοια αδικήματα όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σωτηρίου,
(2003)2 Α.Α.Δ. 331,δεν υπάρχει καθιερωμένο μέτρο για την ποινή. Το Δικαστήριο καταλήγει στην αρμόζουσα ποινή ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της ευθύνης του κατηγορουμένου, λαμβάνοντας υπ' όψιν το γεγονός ότι το επικίνδυνο οδήγημα στοιχίζει πόρους και ζωές. Η επιμέτρηση της ποινής είναι άμεσα σχετιζόμενη με την έκταση της αμέλειας, δηλαδή με τη συμπεριφορά και τις πράξεις του κατηγορουμένου που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου, σε συνάρτηση βέβαια με τις προσωπικές του συνθήκες, οι οποίες θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπ' όψιν (βλέπε Παμπακάς και άλλος ν. Αστυνομίας,
(1990)2 Α.Α.Δ. 487). Εξ ου και το Δικαστήριο έχει πάντοτε το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής ούτως ώστε αυτή να προσιδιάζει τόσο στις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης όσο και του κατηγορουμένου, (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου,
(1999)2 Α.Α.Δ. 603). Συνεκτιμώντας όλα τα γεγονότα στην παρούσα, δεν μπορώ να συμφωνήσω με την θέση του συνηγόρου υπεράσπισης πως το τροχαίο δυστύχημα προκλήθηκε από στιγμιαίο σφάλμα στο οποίο υπέπεσε ο κατηγορούμενος. Το οποίο σημειωτέον και ο ίδιος απέδωσε στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος αφού είχε στρέψει την προσοχή του στο χώρο όπου ήθελε να σταθμεύσει έξω από το περίπτερο, δεν έστρεψε ξανά την προσοχή του στο δρόμο. Με όλο το σεβασμό προς τον συνήγορο υπεράσπισης, κρίνω ότι η όλη οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως εμπεριέχουσα το στοιχείο της αδιαφορίας. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος στην προσπάθεια του να στρίψει δεξιά σύμφωνα με την πορεία του εισήλθε απότομα και βεβιασμένα λοξώς εντός της εξ αντιθέτου λωρίδας κυκλοφορίας του δρόμου, χωρίς να εκδηλώσει εγκαίρως την πρόθεση του θέτοντας τον δείκτη πορείας του σε λειτουργία, παρά μόνο λίγο πριν την σύγκρουση και παραβιάζοντας την άσπρη διαχωριστική γραμμή που υποδεικνύει την απαγόρευση προσπεράσματος οχημάτων και την είσοδο στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Αποτέλεσμα τούτης της οδικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου ήταν η αποκοπή της πορείας της εξ αντιθέτου ερχόμενης μοτοσικλέτας που οδηγείτο από τον Γιασουμή Τσαγγάρη με αποτέλεσμα το θάνατο του. Η πιο πάνω εισήγηση της υπεράσπισης παραγνωρίζει ακριβώς το γεγονός ότι το θύμα ήταν στο δρόμο, σε απόσταση μεν, αλλά ορατός. Προκύπτει επίσης, από τα γεγονότα, ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε αντιληφθεί έγκαιρα το θύμα, ενώ μπορούσε να το είχε δει εν όψει της ορατότητας των 500 μέτρων που είχε στην οποία δεν παρεμβάλλετο από οποιοδήποτε εμπόδιο. Ο κατηγορούμενος δεν είδε την μοτοσικλέτα παρά μόνο την ώρα που το αυτοκίνητο του ήταν λοξώς δεξιά στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και ενώ το θύμα δεν ήταν καλυπτόμενο από άλλο όχημα και οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του νομίμως στην εξ αντιθέτου λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία του κατηγορουμένου και ήταν εντός του πεδίου ορατότητας του όταν επιχείρησε να στρίψει δεξιά αλλά και πιο πίσω όταν λογικά έπρεπε να ασκήσει έλεγχο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και ενώ το θύμα χωρίς αμφιβολία ήταν ορατό σε αυτό. Τα πιο πάνω γεγονότα δεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος χωρίς να ελέγξει δεόντως την τροχαία κίνηση στην εξ αντιθέτου λωρίδα κυκλοφορίας εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Αν ο κατηγορούμενος έλεγχε ορθά και προσεκτικά τον δρόμο, θα αντιλαμβανόταν το θύμα προτού στρέψει την προσοχή του προς το περίπτερο που είχε πρόθεση να σταματήσει και προτού αποφασίσει να εισέλθει στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας επιχειρώντας να υλοποιήσει την απόφαση του αυτή και δεν θα επιχειρούσε καν την είσοδο του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Προκύπτει, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος έσφαλε σε δύο χρονικά στάδια και όχι μόνο στο στάδιο που ο κατηγορούμενος δεν έστρεψε ξανά την προσοχή του στο δρόμο μετά που είχε στρέψει την προσοχή του προς το σημείο που ήθελε να σταθμεύσει, ως ήταν η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος όφειλε και είχε υποχρέωση να αντιληφθεί την παρουσία της μοτοσυκλέτας στο δρόμο. Επίσης όφειλε να μην επιχειρήσει να στρίψει δεξιά λόγω της ύπαρξης άσπρης συνεχόμενης διαχωριστικής γραμμής επί της ασφάλτου. Αφού όμως είχε αποφασίσει να πράξει αυτό, όφειλε προτού το πράξει να εκπλήρωνε το βαρύ καθήκον που είχε υπό τις περιστάσεις ως οδηγός που επιχειρούσε να στρίψει δεξιά, παραβιάζοντας μάλιστα σήμα τροχαίας, να αντιλαμβανόταν την παρουσία του θύματος και να αναμένει να περάσει προτού επιχειρήσει να στρίψει δεξιά. Η μοτοσικλέτα που οδηγείτο από το θύμα ήταν υπαρκτή στο δρόμο αλλά και ορατή. Μάλιστα φαίνεται από την πραγματική μαρτυρία, ήτοι το σχέδιο επί κλίμακος αλλά και το «cd» ως επίσης και από την αποδεκτή από το Δικαστήριο μαρτυρία του Μ.Κ.5 ότι το θύμα αντιλήφθηκε τον κατηγορούμενο, και λάμβανε μέτρα προς αποφυγή της σύγκρουσης πριν από το σημείο που η μοτοσικλέτα διέγραψε επί της ασφάλτου ίχνη μαυρίσματος. Όλα τα πιο πάνω δεικνύουν ότι ο τραγικός θάνατος του θύματος δεν προκλήθηκε από ένα στιγμιαίο σφάλμα του κατηγορουμένου αλλά από μια αλυσίδα ενεργειών και παραλείψεων του που συνολικά ιδωμένες συνιστούν επικίνδυνη οδήγηση εμπεριέχουσες το στοιχείο της αδιαφορίας σχετικά με την ασφάλεια των άλλων προσώπων που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Είναι αναντίλεκτο πως η αποκοπή της πορείας του θύματος με τη κατάληψη της λωρίδας κυκλοφορίας που νομίμως οδηγούσε το θύμα από το όχημα του κατηγορουμένου συνιστά την γενεσιουργό αιτία του δυστυχήματος, ανεξάρτητα από την ταχύτητα με την οποία εκινείτο το θύμα. Η όποια ταχύτητα του θύματος δεν μπορεί να συσχετιστεί με την αιτία του δυστυχήματος που ήταν η αποκοπή της πορείας του θύματος από τον κατηγορούμενο, αλλά με την δυνατότητα αποφυγής του, την οποία βεβαίως πλήρωσε με τη ζωή του. Στην υπόθεση Αντώνη Χαραλαμπίδη (ανωτέρω), στην οποία ο εκεί κατηγορούμενος επεχείρησε στροφή δεξιά σε σχέση με την πορεία του παραβιάζοντας τη συνεχή άσπρη διαχωριστική γραμμή και αγνοώντας σήμα τροχαίας που απαγόρευε τη στροφή δεξιά, με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία εξ αντιθέτου επερχόμενου μοτοποδηλάτου και να προκαλέσει σύγκρουση με αυτό, το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε τα ακόλουθα: «Οι περιστάσεις της υπόθεσης αποκαλύπτουν ότι ο εφεσίβλητος οδήγησε το αυτοκίνητο του με πλήρη αδιαφορία προς τους κανόνες οδήγησης και τα σήματα τροχαίας και με πλήρη καταφρόνηση προς τον οδηγό του μοτοποδηλάτου ο οποίος νομίμως οδηγούσε το μοτοποδήλατο του από την αντίθετη κατεύθυνση. Η επιβολή ποινής φυλάκισης ήταν υπό τις περιστάσεις αναπόφευκτη.» Ως προς την εισήγηση ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε με την πολύ χαμηλή ταχύτητα των 9.2χ.α.ω θα πρέπει να παρατηρήσω ότι δεν υπήρξε εύρημα για την ακριβή ταχύτητα του. Ούτε όμως υπήρξε ισχυρισμός ότι ήταν πέραν του νόμιμου ορίου. Θα πρέπει να προσθέσω όμως ότι η τυχόν αποδοχή της εισήγησης πως οδηγούσε με τόσο χαμηλή ταχύτητα των 9.2 χ.α.ω. δεν είναι κάτι που θα βοηθούσε ιδιαίτερα τον ίδιο εφόσον θα καταδείκνυε ότι είχε πολύ περισσότερο χρόνο στη διάθεση του να προβεί στις δέουσες ενέργειες και ότι οδηγούσε αμέριμνος μη ελέγχοντας την εξ αντιθέτου κυκλοφορία. Σε τέτοια περίπτωση και με την ίδια λογική που προβάλλεται η ταχύτητα του θύματος, θα μπορούσε να πει κάποιος άλλος πως αν και ο κατηγορούμενος οδηγούσε με λίγο μεγαλύτερη ταχύτητα ίσως θα διασταύρωνε και στάθμευε πιο γρήγορα με αποτέλεσμα να αποφύγει το ατύχημα. Είναι για αυτό που μπορεί με ασφάλεια να λεχθεί ότι αιτία του ατυχήματος δεν ήταν η ταχύτητα ούτε του θύματος ούτε του κατηγορουμένου. Αιτία ήταν η συμπεριφορά του τελευταίου ως έχει εξηγηθεί πιο πάνω. Η επιβολή ποινής είναι ένα δύσκολο και πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης αφενός και της εξατομίκευσης της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη αφετέρου. Το καθήκον όμως εξατομίκευσης της ποινής ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του συγκεκριμένου παραβάτη δεν ατονεί, ακόμη και όταν επιβάλλεται η πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στη ποινή, (βλέπε Φιλίππου ν. Αστυνομίας,
(1989)2 Α.Α.Δ.245.) Πλην όμως η εξατομίκευση αυτή, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της (βλέπε Μιχάλης Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 98/2012, ημερομηνίας 10/10/2012). Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου,
(2001)2 Α.Α.Δ. 285). Όπως έχει νομολογηθεί, σε σοβαρά αδικήματα, όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου, αν και είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται, είναι ήσσονος σημασίας, αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (βλέπε Ανδρέα Σωτηρίου, (ανωτέρω) και Μάριος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας,
(2001)2 Α.Α.Δ.540). Για σκοπούς προσδιορισμού της ποινής, λαμβάνω υπόψη μου τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω. Επίσης λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι το δυστύχημα δεν οφειλόταν σε ένα στιγμιαίο σφάλμα του κατηγορουμένου αλλά αντίθετα η συμπεριφορά του εμπεριείχε το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια των άλλων προσώπων που ενδεχόμενα να χρησιμοποιούσαν το δρόμο τη δεδομένη στιγμή. Ως επιβαρυντικό στοιχείο λαμβάνεται επίσης υπόψη ότι ο κατηγορούμενος παραβίασε σήμα τροχαίας, δηλαδή την συνεχόμενη άσπρη γραμμή επί της ασφάλτου, ως επίσης και ότι επιχείρησε να σταθμεύσει στην αντίθετη πλευρά της πορείας του οχήματος γεγονός που επίσης απαγορεύεται (βλέπε Κανονισμό 58
(9)(β) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως του 1984 ως τροποποιήθηκαν). Προς όφελος του κατηγορουμένου λαμβάνω υπόψη μου το λευκό μητρώο του κατηγορουμένου το οποίο δίδει το δικαίωμα να κριθεί με μεγαλύτερη επιείκεια. Λαμβάνω επίσης υπόψιν μου τις προσωπικές του συνθήκες όπως αυτές εκτίθενται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Ιδιαίτερα λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είναι οικογενειάρχης και πατέρας δύο ανήλικων τέκνων. Επίσης λαμβάνω υπόψη μου ότι πρόκειται για ωρομίσθιο εργάτη στις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες Λάρνακας. Επιπρόσθετα από τα πιο πάνω λαμβάνω υπόψη μου τη θλίψη και την λύπη που ο κατηγορούμενος αισθάνεται συνεπεία της εμπλοκής του σε ένα θανατηφόρο δυστύχημα. Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου ως ελαφρυντικό παράγοντα την καθυστέρηση η οποία παρατηρείται αναφορικά με την προώθηση της παρούσας υπόθεσης. Το αδίκημα διαπράχθηκε στις 18/09/2010 και η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 12/09/2011, δηλαδή ένα σχεδόν χρόνο μετά. Αυτή η καθυστέρηση δεν δικαιολογήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Βεβαίως δεν παραβλέπω ότι η περαιτέρω καθυστέρηση που σημειώνεται από τον ορισμό της υπόθεσης για πρώτη φορά στις 21/11/2011, ημερομηνία κατά την οποία ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε και απάντησε μη παραδοχή στην κατηγορία μέχρι και τις 23/05/2013, ημερομηνία κατά την οποία άρχισε η εκδίκαση της υπόθεσης, ως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης η υπόθεση αναβάλλετο λόγω αιτημάτων της υπεράσπισης. Να σημειωθεί βεβαίως ότι αρχικά ο κατηγορούμενος εκπροσωπείτο από άλλο δικηγόρο ο οποίος αποσύρθηκε λόγω διαφωνίας ως προς τον χειρισμό της υπόθεσης στις 31/01/2012. Ακολούθως αφού ανέλαβε την υπόθεση ο νυν δικηγόρος του κατηγορουμένου και πάλι η υπόθεση αναβαλλόταν μετά από αιτήματα της υπεράσπισης και συγκεκριμένα λόγω του ότι ο συνήγορος υπεράσπισης ήταν απασχολημένος με την πολύκροτη υπόθεση του Μαρί. Όπως φαίνεται από τα πιο πάνω, υπάρχει μια αδικαιολόγητη καθυστέρηση από την Κατηγορούσα Αρχή στην προώθηση και καταχώρηση της υπόθεσης. Βεβαίως για την μετέπειτα καθυστέρηση ευθύνεται ο κατηγορούμενος αφού η υπόθεση αναβλήθηκε αρκετές φορές για λόγους που αφορούσαν την υπεράσπιση. Η καθυστέρηση είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται σοβαρά υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής, (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ.355). Βεβαίως ως λέχθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτης κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ.617, όταν η καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης ευθύνεται ο κατηγορούμενος τότε δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα. Πέραν όμως των πιο πάνω, έχει νομολογηθεί ότι βασικός λόγος για τον οποίο η καθυστέρηση προσμετρά ως ελαφρυντικός παράγοντας είναι διότι στο μεταξύ οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου μπορεί να έχουν αλλάξει. Περαιτέρω, η αποτίμηση της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη, μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του (βλέπε Σωτήρης Αβραάμ ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.365). Διαφαίνεται, βεβαίως μέσα από την νομολογία ότι ακόμη και στην περίπτωση που για την καθυστέρηση ευθύνεται ο κατηγορούμενος, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μαζί με τα υπόλοιπα περιστατικά και τη φύση της υπόθεσης. Στην υπόθεση Σωτήρη Αβράαμ (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Παρά τη θέση της νομολογίας ως προς τις επιπτώσεις της καθυστέρησης όταν για αυτήν ευθύνεται ο κατηγορούμενος και τη θέση της ως προς την ευθύνη του δικαστηρίου για τη διεξαγωγή της μέσα σε εύλογο χρόνο παραμένει το γεγονός της επιβολής ποινής μετά την παρέλευση 40 μηνών από τη διάπραξη των αδικημάτων.» Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές αναφορικά με το ζήτημα αυτό, παρατηρώ ότι δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία σημαντικής διαφοροποίησης των προσωπικών του συνθηκών στο διαρρεύσαντα χρονικό διάστημα πέραν του γεγονότος ότι απέκτησε άλλο ένα παιδί. Παραμένει όμως ως δεδομένο ότι το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή μετά από πάροδο 39 περίπου μηνών από τη διάπραξη του αδικήματος. Το γεγονός αυτό λαμβάνεται υπόψη προς όφελος του κατηγορουμένου (βλέπε Πεγειώτη (ανωτέρω) και Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού Στυλιανού
(2009)2 Α.Α.Δ.543). Συνεκτιμώντας, αφενός τη σοβαρότητα του αδικήματος, όπως προκύπτει από την προβλεπόμενη ποινή, τις συνθήκες υπό τις οποίες επεσυνέβη το ατύχημα, τις τραγικότατες συνέπειες και την ιδιαίτερη ανάγκη για αποτροπή και παραδειγματισμό, και αφετέρου όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που προανέφερα και έλαβα πολύ σοβαρά υπόψη, κρίνω πως η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι αυτή της φυλάκισης, σε συνδυασμό με στέρηση της άδειας οδήγησης και επιβολή βαθμών ποινής, έχοντας πλήρη επίγνωση ότι η ποινή φυλάκισης αποτελεί έσχατο μέτρο τιμωρίας, όπου άλλη ποινή κρίνεται ακατάλληλη. Στα πλαίσια αυτά κρίνω ως κατάλληλη και επιβάλλω στον Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 8 μηνών και 10 βαθμούς ποινής, οι οποίοι να σημειωθούν στην άδεια οδήγησής του. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος αποστερείται της ικανότητας να κατέχει άδεια οδήγησης για περίοδο ενός έτους από σήμερα, δυνάμει του Άρθρου 19
(1)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν. 86/72. Έχω εξετάσει με προσοχή το ενδεχόμενο αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο δυνάμει των διατάξεων του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος με το νέο Άρθρο 3
(2)διεύρυνε την ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης. Πλέον «το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου.» Σε σχέση με την εφαρμογή που έτυχε το νέο Άρθρο 3
(2), αντλώ καθοδήγηση από την πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις υποθέσεις Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323, Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 663, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ.2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327, Κονιζίδου ν. Αρέστη (Αρ.2)
(2009)2 Α.Α.Δ. 579, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583, Σκεύη Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 214/2009, ημερομηνίας 29/1/2010, Χρίστου ν. Αδάμου, Ποινική Έφεση Αρ. 135/2012, ημερομηνίας 19/11/2012, Άγγελος Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 221/2012, ημερομηνίας 19/12/2012, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χαράλαμπου Ττίγκη κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 171/2010, ημερομηνίας 25/1/2013 και Θεόδωρος Αργυρίδης κ.ά ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 64-69/2013, ημερομηνίας 21/6/2013. Χρήσιμη αναφορά γίνεται στο ακόλουθο απόσπασμα στην Τζιαουχάρη (ανωτέρω): «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν από τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξής του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή.» Στην υπόθεση της πλειοψηφίας στην Άγγελος Ιωσήφ (ανωτέρω), επισημάνθηκε ότι η εξέταση του ενδεχομένου αναστολής ποινής φυλάκισης συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του Δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσον η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Στην κρινόμενη υπόθεση, καθοδηγούμενη από τις πιο νομικές αρχές, λαμβάνω υπόψη τόσο τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος όσο και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου, πλην όμως δεν διαπιστώνω οποιοδήποτε λόγο για αναστολή της ποινής φυλάκισης. Χωρίς να παραγνωρίζω το λευκό ποινικό του μητρώο και όλους τους πιο πάνω μετριαστικούς παράγοντες που αναφέρονται και ειδικότερα το ότι είναι ο προστάτης της οικογένειας του και ο μόνος που στηρίζει αυτή οικονομικά, αλλά και το ενδεχόμενο ότι η ποινή αυτή ενδέχεται να έχει αντίκτυπο και στην εργασία του. Στην υπόθεση Αντώνη Χαραλαμπίδη (ανωτέρω), όπου η έφεση περιοριζόταν στο κατά πόσο το πρωτόδικο δικαστήριο άσκησε σωστά τη διακριτική του ευχέρεια να αναστείλει την εκτέλεση της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, το Ανώτατο Δικαστήριο, παραμέρισε την πρωτόδικη απόφαση, κατά την έκταση που αυτή αφορούσε το θέμα της αναστολής εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης διατάζοντας όπως αυτές εκτελεστούν άμεσα, αφού έκρινε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο έδωσε λανθασμένα υπέρμετρη βαρύτητα στις προσωπικές περιστάσεις του εφεσίβλητου παραγνωρίζοντας τα τραγικά περιστατικά της υπόθεσης. Σημειώνοντας ότι προσωπικές περιστάσεις του εφεσίβλητου, είχαν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της αρμόζουσας ποινής και εντασσόμενες στο σύνολο των περιστάσεων δεν μπορούσαν να θεωρηθούν αρκετές για να δικαιολογηθεί ταυτόχρονα και η αναστολή της επιβληθείσας ποινής. Αναφέροντας περαιτέρω τα ακόλουθα: «Η εγγένης σοβαρότητα των αδικημάτων και οι συνέπειες που προέκυψαν, καθώς και η ανάγκη για αποτροπή, καθιστούν αναπόφευκτη την άμεση εκτέλεση της επιβληθείσας ποινής», (βλέπε επίσης Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κωνσταντίνου Κουκκίδη, Ποινική Έφεση 198/2012, ημερομηνίας 19/02/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, η επιείκεια του Δικαστηρίου έχει εξαντληθεί στο ύψος της ποινής που επιβλήθηκε και οι μετριαστικοί παράγοντες, είτε μεμονωμένα είτε σωρευτικά, δεν μπορούν να θεωρηθούν αρκετοί ώστε να δικαιολογείται ταυτόχρονα και η αναστολή της ποινής. Ατυχήματα όπως αυτός της παρούσας υπόθεσης θα μπορούσε εύκολα να αποφευχθεί εάν ο κατηγορούμενος επεδείκνυε την ελάχιστη σωφροσύνη και επιμέλεια. Συνεπώς, η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης να εκτελεστεί αμέσως. Ενόψει της επιβολής ποινής φυλάκισης τα έξοδα τα οποία προέκυψαν και που σύμφωνα με την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ανέρχονται σε €80 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Η επιβληθείσα ποινή στέρησης της άδειας οδήγησης να κοινοποιηθεί από το Πρωτοκολλητείο στον Έφορο Μηχανοκινήτων Οχημάτων). (Υπ.) ........... Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.