← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΠΑΠΑΓΡΗΓΟΡΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 12484/11, 30/1/2013

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΠΑΠΑΓΡΗΓΟΡΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 12484/11, 30/1/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12484/11 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ Κατηγορούσα αρχή εναντίον ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΠΑΠΑΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Κατηγορουμένου ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30/1/2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ευαγγελία Μανώλη Για τον κατηγορούμενο: κος Ιωάννης Παπαζαχαρίας Κατηγορούμενος: παρών ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες που αφορούν την πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση των άρθρων 210, 211, 213 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 181

(1)/2000 και άρθρα 19 και 20 Α του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τον νόμο 80
(1)/2000 και Κ.Δ.Π. 312/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων των δύο κατηγοριών, ο κατηγορούμενος την 23ην Μαίου 2009 στον παραλιακό δρόμο Κισσόνεργας - Πέγειας παρά την Πέγεια της Επαρχίας Πάφου, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια και άνευ προθέσεως, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΚΕΜ 060 και επέφερε τον θάνατο στους Απόστολο Κωνσταντίνου και Νικόλα Νικολάου, τέως από την Χλώρακα. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης, δήλωσε ως παραδεχτά γεγονότα με τα οποία συμφώνησε η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούσας αρχής και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο τα πιο κάτω: Α) Στις 23/5/2009 επισυνέβη θανατηφόρο τροχαίο δυστύχημα στον παραλιακό δρόμο Κισσόνεργας - Πέγειας με ενεχόμενα το όχημα ΚΕΜ 060 που οδηγούσε ο κατηγορούμενος Γρηγόρης Παπαγρηγορίου και το μοτοποδήλατο χωρίς αριθμούς εγγραφής το οποίο οδηγούσε ο Απόστολος Κωνσταντίνου ( εν τοις εφεξοίς το πρώτο θύμα ) ηλικίας 14 ετών τέως από την Χλώρακα και είχε ως συνεπιβάτη του τον Νικόλα Νικολάου, ( εν τοις εφεξοίς το δεύτερο θύμα ) ηλικίας 13 ετών τέως από την Χλώρακα. Β) Από το δυστύχημα τραυματίστηκαν θανάσιμα και τα δύο θύματα, δηλαδή τόσο ο Απόστολος Κωνσταντίνου, όσο και ο Νικόλας Νικολάου. Γ) Την ίδια μέρα και περί ώρα 23:35 ο Όμηρος Χαραλαμπίδης, νοσηλευτικός λειτουργός του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, μετέβηκε με ασθενοφόρο στην σκηνή του δυστυχήματος, όπου εξέτασε τα δύο θύματα και διαπίστωσε ότι αυτά δεν παρουσιάζουν ζωτικά σημεία. Ακολούθως τα παρέλαβε και τα μετέφερε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου τα παρέδωσε στον επί καθήκοντι ιατρό Γρηγόρη Τρύφωνος ο οποίος αφού εξέτασε τα θύματα διαπίστωσε ότι ήταν νεκροί και εξέδωσε σχετικά πιστοποιητικά θανάτου. Δ) Στις 25/5/2009 και περί ώρα 10:30 ο Κύπρος Καριλίδης, θείος του 1ου θύματος Απόστολου Κωνσταντίνου τέως από την Χλώρακα, αναγνώρισε στο νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου την σωρό του. Στις 25/5/2009 και περί ώρα 10:15 ο Ζαχαρίας Νεοφύτου, θείος του 2ου θύματος Νικόλα Νικολάου τέως από την Χλώρακα, , αναγνώρισε στο νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου την σωρό του. Ε) Στις 25/5/2009 ο ιατροδικαστής Δρ. Νικολάς Χαραλάμπους διενήργησε την νενομισμένη νεκροψία επί των σορών των δύο θυμάτων και απεφάνθη ότι ο θάνατος τους οφείλεται σε πολυτραυματισμό ως είναι κατά τροχαίο ατύχημα. Επίσης ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης δήλωσε ως παραδεχτά γεγονότα τα όσα αναγράφονται επί των τεκμηρίων 1 έως 6 με τα οποία συμφώνησε και η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούσας αρχής και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, στα οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνονται τα πιο πάνω παραδεχτά γεγονότα. Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε ο αστυφύλακας 1169 κ. Άριστος Αριστοδήμου. Ανέφερε ότι υπηρετεί στο τμήμα τροχαίας και κατέθεσε ως τεκμήριο 7 την κατάθεση του ως μέρος της κυρίας εξέτασης του. Σύμφωνα με την κατάθεση του, ανέφερε ότι σταθμεύει στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου και είναι τοποθετημένος στην Τροχαία Πάφου στον κλάδο διερευνήσεως τροχαίων δυστυχημάτων. Την 23/5/2009 και ώρα 23:40 επισκέφθηκε την σκηνή θανατηφόρου τροχαίου δυστυχήματος που συνέβηκε την ίδια μέρα και ώρα 23:15 στον κύριο δρόμο Κισσόνεργας - Πέγειας με ενεχόμενα οχήματα το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΚΕΜ 060 που οδηγούσε ο Γρηγόρης Παπαγρηγορίου και το μοτοποδήλατο αγνώστων στοιχείων που επέβαιναν σε αυτό ο Απόστολος Κωνσταντίνου και ο Νικόλας Νικολάου. Κατά την άφιξη του στην σκηνή, βρήκε τα ενεχόμενα οχήματα στην τελική τους θέση. Ο οδηγός του αυτοκινήτου ΚΕΜ 060 βρισκόταν στην σκηνή του δυστυχήματος, ενώ οι δύο επιβαίνοντες στο μοτοποδήλατο είχαν τραυματιστεί σοβαρά και μεταφέρθηκαν με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο Πάφου πριν από την άφιξη του στην σκηνή. Ακολούθως ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, αφού πήρε προηγουμένως όλα τα αναγκαία μέτρα με την βοήθεια του Λοχ. 1289 και σημείωσε σε αυτό μεταξύ άλλων μετρήσεων το σημείο σύγκρουσης των δύο ενεχόμενων οχημάτων με το γράμμα Χ. Στην συνέχεια αφού εξήγησε το σχέδιο στον οδηγό του ΚΕΜ 060 και το κατάλαβε, το υπόγραψε ως ορθό. Την 24/5/2009 και ώρα 00:30 πληροφορήθηκε από το Νοσοκομείο Πάφου ότι οι Απόστολος Κωνσταντίνου και Νικόλας Νικολάου απεβίωσαν. Την ίδια ημέρα και ώρα 03:20 στην Τροχαία Πάφου, συνέλαβε τον Γρηγόρη Παπαγρηγορίου βάσει Δικαστικού εντάλματος και αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στον νόμο, αυτός απάντησε ΄΄εντάξει΄΄. Ακολούθως τον πληροφόρησε για τα δικαιώματα του τα οποία δεν ήθελε να ασκήσει και στην συνέχεια τον μετέφερε στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου όπου και τέθηκε υπό κράτηση. Βάσει του προχείρου σχεδίου που ετοίμασε, στην συνέχεια ετοίμασε το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος επί κλίμακας. Κατά την ώρα του δυστυχήματος ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος ήταν στεγνή. Στην συνέχεια της κύριας του εξέτασης ο μάρτυρας κατέθεσε τα τεκμήρια 8 και 9 τα οποία είναι το πρόχειρο σχεδιαγράφημα και το σχέδιο επί κλίμακος αντίστοιχα του επίδικου ατυχήματος, το τεκμήριο 10 το οποίο είναι το ένταλμα σύλληψης δυνάμει του οποίου συνέλαβε τον κατηγορούμενο, το τεκμήριο 11 το οποίο αφορά το έντυπο δικαιωμάτων κρατουμένου και ως τεκμήριο 12 την δήλωση του κατηγορουμένου με την οποία δεν επιθυμούσε τις υπηρεσίες δικηγόρου. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι είναι τοποθετημένος στην τροχαία για 6 χρόνια στον κλάδο δυστυχημάτων. Όταν του υποδείχθηκε το τεκμήριο 9, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε στον κύριο δρόμο της Πέγειας με κατεύθυνση από την Κισσόνεργα προς την Πέγεια και συγκεκριμένα πριν από την σύγκρουση κρατούσε την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του και ο δρόμος οδηγεί προς Πέγεια και Κόλπο των Κοραλλίων και η περιοχή όπου έγινε το μοιραίο ατύχημα ονομάζεται ΄΄Πότιμα΄΄. Στο σχέδιο η ένδειξη με το βελάκι ΄΄α΄΄ υποδειλώνει την πορεία του οχήματος του κατηγορουμένου πριν από την σύγκρουση με το μοτοποδήλατο και αυτή η ένδειξη βρίσκεται στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του κατηγορουμένου διότι ο κατηγορούμενος πριν από την σύγκρουση προσπερνούσε προπορευόμενο όχημα. Το βελάκι με την ένδειξη ΄΄β΄΄ υποδειλώνει την πορεία που ακολουθούσε το μοτοποδήλατο, δηλαδή από την Πέγεια προς την Κισσόνεργα και ο δρόμος αυτός οδηγεί επίσης προς Χλώρακα και Πάφο. Το σημείο σύγκρουσης Χ βρίσκεται στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του κατηγορουμένου και συγκεκριμένα ένα μέτρο από την μέση του δρόμου από την διακεκομμένη γραμμή σύμφωνα με την πορεία του κατηγορουμένου όταν επιχειρούσε ο κατηγορούμενος να προσπεράσει. Στο σημείο σύγκρουσης Χ κατέληξε εκεί, επειδή ξεκινούν τα ίχνη γδαρσίματος στην άσφαλτο που προκλήθηκαν από το μοτοποδήλατο και με την υπόδειξη του κατηγορουμένου. Τα ίχνη γδαρσίματος στην άσφαλτο τα οποία φαίνονται στο σχέδιο με τις ενδείξεις ψ έως ψ1 έχουν μήκος 40 μέτρα και συγκεκριμένα είναι γδάρσιμο στην άσφαλτο το οποίο προκλήθηκε από το πατίδι του μοτοποδηλάτου και το οποίο δηλώνει ότι το μοτοποδήλατο σερνόταν από την στιγμή που συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο μέχρι το τέλος του ίχνους. Από την υπάρχουσα μαρτυρία δεν φαίνεται καμία ουσιαστική αποφευκτική ενέργεια εκ μέρους του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου. Ο δρόμος στο σημείο όπου έγινε το ατύχημα, διαχωρίζεται με συνεχόμενη αριστερή διακεκομμένη γραμμή που σημαίνει ότι οποιοσδήποτε οδηγός μπορεί να προσπερνά το προπορευόμενο όχημα με δική του πάντοτε ευθύνη. Το σημείο σύγκρουσης Χ απέχει από το β1 το οποίο είναι η τελική θέση του μοτοποδηλάτου 41 μέτρα από το μπροστινό μέρος αυτού, το Χ από το α1 απέχει 40.90 από το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου, το Χ από το γ απέχει 5.60, το Χ από το δ απέχει 17.80, το Χ από το ε απέχει 20 μέτρα, το Χ από το ζ απέχει 27,60, από το θ 35.80, το ε από το ζ απέχει 7.60, η αριστερή λωριδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία κυκλοφορίας του κατηγορουμένου είναι πλάτους 3.10 ενώ η δεξιά 3 μέτρα, οι ασφάλτινες διαπλατίνσεις ένθεν και ένθεν του δρόμου έχουν πλάτος η μεν αριστερή ως προς την πορεία του κατηγορουμένου 1.10 και η δεξιά 1 μέτρο, το προστατευτικό κιγκλίδωμα είναι μεταλλικό ύψους 80 εκατοστών, δεν υπάρχει πάνω του οποιοσδήποτε φωτισμός ή αντανακλαστικό τρίγωνο, η άσπρη συνεχής γραμμή δεξιά και αριστερά είναι η γραμμή που διαχωρίζει την λωρίδα κυκλοφορίας από την ασφάλτινη διαπλάτινση. Έδειξε ο μάρτυρας επί του τεκμηρίου 9 το σημείο σύγκρουσης Χ και επεξήγησε τον τρόπο υπολογισμού του και κατά την άφιξη του στην σκηνή δεν βρήκε τα θύματα διότι είχαν μεταφερθεί προηγουμένως με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο, όμως στην σκηνή βρέθηκαν δύο κιλήδες αίματος που κατά πάσα πιθανότητα είναι εκεί που κατέληξαν τα θύματα μετά την σύγκρουση. Ο δρόμος στο σημείο όπου έγινε το ατύχημα είναι ευθύς, επίπεδος, χωρίς οδικό φωτισμό και διαχωρίζονται οι δύο λωρίδες κυκλοφορίας από διακεκομμένη άσπρη γραμμή. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι μετέβηκε στην σκηνή μετά από 20 - 25 λεπτά μετά που επεσυνέβηκε το μοιραίο ατύχημα και ήταν μαζί με τον λοχία κ. Πάμπο Αναστάση. Έχει μετρήσει το πλάτος του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου το οποίο είναι 1,60 και το μήκος του είναι 5 μέτρα. Το κτύπημα στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου ήταν στην δεξιά μπροστινή γωνιά και συγκεκριμένα 20 εκατοστά από την άκρη του αυτοκινήτου. Ανέφερε ότι από την στιγμή που το πλάτος του αυτοκινήτου είναι 1,60, το κτύπημα στο αυτοκίνητο είναι 20 εκατοστά από την δεξιά πλευρά και η διακεκομμένη γραμμή το πλάτος της οποίας είναι περίπου 10 εκατοστά, σημαίνει ότι το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του περίπου 30 εκατοστά. Στην σκηνή του δυστυχήματος ο κατηγορούμενος δεν του έχει προβάλει τον ισχυρισμό ότι κατά την ώρα της σύγκρουσης έχει ήδη πάρει πορεία προς τα αριστερά. Συμφώνησε σε υποβληθείσα θέση ότι από τις εξετάσεις που έγιναν, τα σώματα των θυμάτων φαίνονται να έφυγαν ευθύς αμέσως μετά την σύγκρουση από το μοτοποδήλατο και το μοτοποδήλατο χωρίς επιβαίνοντες κατέληξε στην θέση όπως φαίνονται στο σχεδιαγράφημα. Όταν του υποδείχθηκε το τεκμήριο 8, ανέφερε ότι εκ λάθους φαίνονται όπισθεν του οχήματος κάθετες και οριζόντιες γραμμές. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν είχε σχέση με τις καταθέσεις που λήφθησαν ή την περαιτέρω διερεύνηση του ατυχήματος. Όταν σύντασσε το σχέδιο της σκηνής, δεν είχε υπόψη του για οποιοδήποτε άλλο μοτοποδήλατο, δεν έχει μιλήσει με κάποιο νεαρό που το οδηγούσε, ούτε ο Πάμπος Αναστάση αλλά έχει υπόψη του αυτόν τον ισχυρισμό. Στην αριστερή πλευρά του δρόμου όπου έγινε το δυστύχημα αμέσως μετά το κιγκλίδωμα, υπάρχει μια απόσταση από πέτρες και άμμο και μετά είναι η θάλασσα. Στην δεξιά πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του κατηγορουμένου υπάρχει η ασφάλτινη διαπλάτυνση, το χωμάτινο παγκέττο και χωράφι. Συμφώνησε σε υποβληθείσα θέση ότι σε αρκετή απόσταση στο σημείο αυτό του δρόμου που ονομάζεται ΄΄Πότιμα΄΄ αριστερά είναι η θάλασσα και δεξιά χωράφια χωρίς κανένα κατά τον χρόνο όπου έγινε η σύγκρουση φωτισμό, είτε οδικό είτε από υποστατικό κατοικίας ή γεωργικής αποθήκης ή από ότιδήποτε άλλο. Σήμερα όμως έχουν κτιστεί δύο υποστατικά λυόμενα σπιτάκια στα οποία υπάρχει φωτισμός και επίσης έχουν τοποθετηθεί κατά μήκος του δρόμου πάσσαλοι με οδικό φωτισμό και εξέφρασε άγνοια, αν και το θεώρησε πιθανόν, αυτοί οι πάσσαλοι να τοποθετήθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα εξ΄ αιτίας αυτού του ατυχήματος. Επίσης συμφώνησε σε υποβληθείσα θέση ότι το μοτοποδήλατο που κτυπήθηκε από το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου δεν είχε κανένα φωτισμό κατά την στιγμή του δυστυχήματος. Το εν λόγω μοτοποδήλατο δεν είχε πινακίδες κυκλοφορίας και δεν ξέρει σε ποιον ανήκε το κράνος που βρέθηκε στην σκηνή. Συμφώνησε σε υποβληθείσα θέση ότι το μοτοποδήλατο κατά την στιγμή της σύγκρουσης βρισκόταν σε κίνηση εξ΄ αντιθέτου. Δεν υπάρχουν ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου και ο κατηγορούμενος παρέμεινε στην σκηνή μέχρι που ο μάρτυρας κατεύθασε εκεί όπου υπήρχε κόσμος περαστικός αλλά δεν ήταν σε θέση να ξέρει αν λήφθηκαν από αυτούς καταθέσεις. Ο κατηγορούμενος υπέγραψε το προχειρο σχεδιαγράφημα επί τόπου και αυτή ήταν η εξέταση που έκανε ο μάρτυρας. Συμφώνησε σε υποβληθείσα θέση ότι ο δρόμος είναι ευθύς και επίπεδος και ότι υπάρχει ορατότητα σε μακρινή απόσταση από το σημείο Χ όπου έγινε η σύγκρουση, διευκρινίζοντας όμως ότι υπάρχει ορατότητα όταν είναι μέρα και είναι απεριόριστη στο φως, όπως ισχύει και για το σημείο Χ προς τα πίσω. Ως Μ.Κ. 2 κατέθεσε ο Λοχίας 1289 κ. Πάμπος Αναστάση. Ανέφερε ότι υπηρετεί στον σταθμό Πέγειας και ο οποίος κατέθεσε ως τεκμήριο 13 την κατάθεση του την οποία και υιοθέτησε με την σχετική διόρθωση που έγινε ως προς το όνομα του αστυφύλακα Χριστάκη Ανδρέου που είναι το πραγματικό, αντί του ονόματος που αναγράφηκε εκ λάθους Α. Χρίστου στην τρίτη σελίδα . Στην κατάθεση του αναφέρθηκε στα προσόντα του και ότι στις 24/5/2009 και ώρα 00:30 επισκέφθηκε την σκηνή θανατηφόρου τροχαίου δυστυχήματος που έγινε στον κύριο δρόμο Πάφου - Πέγειας παρά την περιοχή ΄΄Ποτιμα΄΄. Φθάνοντας στην σκηνή του δυστυχήματος βρήκε και τα δύο ενεχόμενα στις τελικές τους θέσεις που ήταν το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΚΕΜ 060 και μοτοποδήλατο αγνώστων στοιχείων. Στην σκηνή του δυστυχήματος μεταξύ άλλων ήταν ο αστ. 1169 Α. Αριστοδήμου του τμήματος τροχαίας Πάφου και ο αστ. 2417 Α. Χαραλάμπους του αστυνομικού σταθμού Πέγειας. Έλεγξε προσεκτικά την σκηνή του δυστυχήματος και από την πραγματική μαρτυρία που υπήρχε στην σκηνή του δυστυχήματος, διαπίστωσε ότι το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΚΕΜ 060, οδηγείτο στον εν λόγω δρόμο με κατεύθυνση προς Πέγεια και στην δεξιά πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την κατεύθυνση του συγκρούστηκε με μοτοποδήλατο αγνώστων στοιχείων το οποίο οδηγείτο από την αντίθετη κατεύθυνση. Μετά το τέλος του ελέγχου της σκηνής του δυστυχήματος, πήρε 8 φωτογραφίες από την σκηνή του δυστυχήματος. Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 16:50 - 18:05 στο τμήμα τροχαίας Πάφου, πήρε ανακριτική κατάθεση από τον Γρηγόρη Παπαγρηγορίου σχετικά με το υπό αναφορά τροχαίο δυστύχημα αφού τον πληροφόρησε για το αδίκημα που εξετάζεται εναντίον του και του επέστησε την προσοχή του στον νόμο. Στις 25/5/2009 και ώρα 10:00 στο νεκροτομείο του νοσοκομείου Πάφου στην παρουσία του και στην παρουσία του ιατροδικαστή Νικόλα Χαραλάμπους, ο Κύπρος Καριλλίδης αναγνώρισε την σορό του Απόστολου Κωνσταντίνου. Στην συνέχεια πήρε 4 φωτογραφίες από την πιο πάνω σορό. Ακολούθως ο ιατροδικαστής Νικόλας Χαραλάμπους διενήργησε νεκροψία στην σορό του Απόστολου Κωνσταντίνου και κατά την νεκροψία πήρε από την σορό δείγμα αίματος, ούρων και οφθαλμικού υγρού τα οποία ο μάρτυρας παρέλαβε ως τεκμήρια για επιστημονικές εξετάσεις. Την ίδια ημέρα και ώρα 11:00 στο νεκροτομείο του νοσοκομείου Πάφου στην παρουσία του και στην παρουσία του ιατροδικαστή Νικόλα Χαραλάμπους, ο Ζαχαρίας Νεοφύτου αναγνώρισε την σορό του Νικόλα Νικολάου και στην συνέχεια πήρε από τρεις φωτογραφίες από την πιο πάνω σορό και μια φωτογραφία της ενδυμασίας του και ακολούθως ο εν λόγω ιατροδικαστής διενήργησε νεκροψία στην σορό του Νικόλα Νικολάου. Στις 27/5/2009 και ώρα 22:20 στον αστυνομικό σταθμό Πέγειας, επιθεώρησε τα δύο ενεχόμενα οχήματα. Το αυτοκίνητο ΚΕΜ 060 είναι κατασκευής ΤΟΥΟΤΑ σειράς HILUX και τύπου μικρό φορτηγό (διπλοκάμπινο), το σύστημα τροχοπέδησης ήταν υδραυλικού τύπου DIRECT SERVO, βρέθηκε σε καλή και λειτουργήσιμη κατάσταση, το σύστημα διευθύνσεως ήταν τύπου πυξίδας με υδραυλική υποβοήθηση και βρέθηκε σε καλή και λειτουργήσιμη κατάσταση, τα ελαστικά ήταν και τα τέσσερα τύπου TUBLESS σε καλή κατάσταση και πλήρη αέρος, ως προς τα φώτα το μπροστινό δεξιό έσπασε συνεπεία του δυστυχήματος και τα υπόλοιπα λειτουργούσαν κανονικά, το δε μπροστινό αριστερό στην χαμηλή τάση παρείχε ικανοποιητική ορατότητα στα 16 μέτρα, ως προς τις ζημιές το εν λόγω όχημα υπέστηκε ζημιά σε ολόκληρο το μπροστινό του μέρος με κύριο κτύπημα στην μπροστινή δεξιά του γωνιά. Το μοτοποδήλατο που οδηγούσε το θύμα ήταν αγνώστων στοιχείων γιατί τόσο ο αριθμός σκελετού όσο και ο αριθμός μηχανής αλλοιώθηκαν μηχανικά και δεν μπορούσαν να αναγνωριστούν, το σύστημα τροχοπέδησης ήταν μηχανικού τύπου, του πισινού τροχού λειτουργούσε κανονικά, του μπροστινού τροχού όμως δεν μπορούσε να ελεγχθεί λόγω της εκτεταμένης ζημιάς που υπέστηκε στο μπροστινό της μέρος, το σύστημα διευθύνσεως δεν μπορούσε να ελεγχθεί λόγω της εκτεταμένης ζημιάς που υπέστηκε στο μπροστινό της μέρος, τα ελαστικά ήταν και τα δύο σε καλή κατάσταση και πλήρη αέρος, ως προς τα φώτα δεν υπήρχε εγκατεστημένα σε αυτό οποιοδήποτε φως, ως προς τις ζημιές από το δυστύχημα καταστράφηκε ολοσχερώς με κύριο κτύπημα στο μπροστινό της μέρος. Εξέφρασε την άποψη του ότι το αυτοκίνητο ΚΕΜ 060 δεν είχε οποιαδήποτε βλάβη που να συνέτεινε στην πρόσκληση του δυστυχήματος και όσον αφορά το μοτοποδήλατο, το γεγονός ότι δεν είχε καθόλου φωτισμό συνέβαλε στην πρόκληση του δυστυχήματος. Στις 4/6/2009 και ώρα 06:30 παρέδωσε τα τεκμήρια στον αστ. 2641 Χ. Ανδρέου του τμήματος τροχαίας Πάφου, τα τεκμήρια λήφθηκαν από την σορό του πρώτου θύματος και από τον Γρηγόρη Παπαγρηγορίου για να τα μεταφέρει στο γενικό χημείο του κράτους για επιστημονικές εξετάσεις. Στις 5/7/2009 στο φωτογραφικό τμήμα του αρχηγείου αστυνομίας, από τα αναλλοίωτα αρνητικά που έχει στην κατοχή του, προέβηκε σε φωτογραφικές μεγενθύνσεις των φωτογραφιών που πήρε σχετικά με το αναφερόμενο τροχαίο δυστύχημα, τις έδεσε σε βιβλιάριο και στο πίσω του μέρος πρόσθεσε αναλυτικό πίνακα. Στις 12/12/2010 και ώρα 18:15 στο τμήμα τροχαίας Πάφου κατηγόρησε γραπτώς τον Γρηγόρη Παπαγρηγορίου επί το ότι στις 23/5/2009 και περί ώρα 23:15 στον παραλιακό δρόμο Πάφου - Πέγειας στην Κισσόνεργα, οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΚΕΜ 060 και λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, προκάλεσε τον θάνατο του Απόστολου Κωνσταντίνου και Νικόλα Νικολάου τέως από την Πάφο, του επέστησε την προσοχή του στον νόμο και απάντησε ΄΄δεν παραδέχομαι΄΄. Ο δρόμος στο σημείο που έγινε το δυστύχημα είναι ευθύς και εκτός κατοικημένης περιοχής με όριο 80 ΧΑΩ και στο μέρος δεν υπάρχει οδικός φωτισμός. Ο μάρτυρας στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, κατέθεσε ως τεκμήριο 14 την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο, ως τεκμήριο 15 την γραπτή κατηγορία που απαγγέλθηκε στον κατηγορούμενο, ως τεκμήριο 16 σετ από 27 φωτογραφίες από την σκηνή του δυστυχήματος και της νεκροψίας που έγινε επί των δύο θυμάτων. Περαιτέρω ως προς τα προσόντα του, ανέφερε ότι υπηρέτησε στην τροχαία Πάφου για 19 χρόνια. Ως προς το τεκμήριο 16, ανέφερε ότι στην πρώτη φωτογραφία λήφθηκε σύμφωνα με την κατεύθυνση του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου και στα αριστερά της φωτογραφίας είναι η λωρίδα του δρόμου που οδηγεί προς Πέγεια και στην δεξιά μεριά της φωτογραφίας είναι η λωρίδα του δρόμου που οδηγεί από Πέγεια προς Κισσόνεργα, Χλώρακα. Ο αριθμός 1 είναι το σημείο σύγκρουσης των δύο ενεχομένων οχημάτων και το σημείο αυτό βρίσκεται στην δεξιά πλευρά του δρόμου ως η πορεία του κατηγορουμένου την ώρα που επιχειρούσε προσπέραση. Έδειξε επί των φωτογραφιών 1 έως 7 του τεκμηρίου 16 με τα γράμματα ΙΓ τα ίχνη γδαρσίματος του μοτοποδηλάτου τα οποία υποδηλώνουν ότι από την σύγκρουση, η μοτοσυκλέττα ανατράπηκε και παρασυρόμενη από το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου, μέρη της τρίβονταν επί της ασφάλτου με αποτέλεσμα να προκληθούν αυτά τα γδαρσίματα στον δρόμο. Αυτά τα ίχνη είχαν μήκος γύρω στα 40 μέτρα και αυτό το μήκος υποδηλώνει ότι μετά την σύγκρουση το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου έκανε 40 μέτρα απόσταση για να σταματήσει. Ο μάρτυρας σημείωσε επί των φωτογραφιών 5 έως 8 επί του τεκμηρίου 16 με το γράμμα Μ, το μοτοποδήλατο των θυμάτων το οποίο είναι μικρού κυβισμού, χρώματος μαύρο και η σέλα του είναι χρώματος άσπρη. Το ένα θύμα φορούσε τζιν παντελόνι με μαύρο σακάκι και το άλλο θύμα φορούσε γαλάζια φανέλα με χακί παντελόνι. Ερωτώμενος τι εννοεί με την φράση ΄΄ όσον αφορά το πιο πάνω μοτοποδήλατο το γεγονός ότι δεν είχε καθόλου φωτισμό συνέβαλε στην πρόκληση του δυστυχήματος΄΄, ανέφερε ότι το γεγονός ότι το μοτοποδήλατο των θυμάτων δεν είχε φώτα ήταν ένα γεγονός που συνέβαλε στην πρόκληση του δυστυχήματος. Υπήρξαν όμως και άλλοι παράγοντες που συνέβαλαν, όπως το γεγονός ότι ο δρόμος δεν φωτιζόταν καθόλου, δεν υπήρχε φωτισμός και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος με βάση την υπάρχουσα μαρτυρία, οδηγούσε με τέτοια ταχύτητα το αυτοκίνητο του σε συνάρτηση με την εμβέλεια των φώτων, που δεν ήταν σε θέση να αντιδράσει σε οποιοδήποτε επικείμενο κίνδυνο παρουσιαζόταν, διότι σύμφωνα με την μαρτυρία του Μ.Κ. 4 αυτός οδηγούσε το αυτοκίνητο του στον κύριο δρόμο με κατεύθυνση προς Πέγεια με ταχύτητα περίπου 55 με 60 ΧΑΩ. Ο κατηγορούμενος το προσπέρασε με ταχύτητα απ΄ ότι υπολογίζει αυτός γύρω στα 75 ΧΑΩ. Ένας οδηγός που οδηγεί με ταχύτητα 75 ΧΑΩ, το αυτοκίνητο του καλύπτει 19 μέτρα το δευτερόλεπτο. Αυτό σε συνάρτηση με την εμβέλεια των φώτων που είχε το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου με 16 μέτρα και ένα λογικό χρόνο αντίδρασης που έχει ένας οδηγός ο οποίος είναι περίπου 1 δευτερόλεπτο, δεν μπορούσε ο κατηγορούμενος με αυτήν την εμβέλεια των φώτων του να αντιδράσει σε οποιοδήποτε επικείμενο κινητό παρουσιαζόταν, δηλαδή το αυτοκίνητο σε ένα δευτερόλεπτο κάλυπτε 19 μέτρα ενώ η εμβέλεια των φώτων του ήταν
  2. Ο κατηγορούμενος προσπερνούσε 3 με 4 αυτοκίνητα, στο σημείο όπου έγινε το ατύχημα χωρίζεται από διακεκομμένη άσπρη γραμμή και αυτό σημαίνει ότι ένας οδηγός μπορεί να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα νοουμένου ότι βεβαιωθεί ότι από την απέναντι κατεύθυνση δεν έρχεται άλλο όχημα. Στην συνέχεια ο μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήριο 17 την κατάθεση του κ. Θάνου Αθανασίου - Μ.Κ. 3 - και ως τεκμήριο 18 την κατάθεση του κ. Αlan Mack - Μ.Κ. 4 - τις οποίες έλαβε ο ίδιος. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι το μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο Θάνος Αθανασίου εμφαίνεται στις φωτογραφίες 14 και 15 του τεκμηρίου 16 και το κράνος που φαίνεται στο σχέδιο - τεκμήριο 9 - φαίνεται με το γράμμα Κ στην φωτογραφία 4 του τεκμηρίου 16 και το οποίο ήταν χρώματος μαύρου με άσπρη ρίγα στην μέση. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι από την μαρτυρία που είχε, ο κατηγορούμενος προσπερνούσε 3 με 4 προπορευόμενα οχήματα και ήταν ανοικτά τα φώτα τους αλλά δεν έχει μαρτυρία τι μέρος του δρόμου φώτιζαν. Με βάση όμως την πείρα του, ένα αυτοκίνητο το οποίο οδηγείται στον δρόμο με λωρίδα κυκλοφορίας πλάτους περίπου 3 μέτρα, τα φώτα του φωτίζουν ικανοποιητικά την λωρίδα κυκλοφορίας του και περίπου 1 μέτρο από την άλλη λωρίδα την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Κατά την άποψη του η επίδικη σύγκρουση των δύο οχημάτων ήταν βίαιη γιατί τα δύο οχήματα υπέστηκαν εκτεταμένες ζημιές. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι μετέβηκε στην σκηνή η ώρα 12:30 τα μεσάνυκτα και βοήθησε μερικώς στην λήψη των αποστάσεων και την ετοιμασία του σχεδιαγράμματος και συμφώνησε σε υποβληθείσες θέσεις ότι το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου δεν είχε καθόλου ίχνη τροχοπέδησης μέχρι και το σημείο που τερμάτισε και ότι τα θύματα μετά την σύγκρουση εκτινάχθηκαν από το μοτοποδήλατο και έμειναν πάνω και παρασύροντο από το αυτοκίνητο και το μοτοποδήλατο κατέληξε στην τελική του θέση. Ένα μοτοποδήλατο με τον κυβισμό του μοιραίου μοτοποδηλάτου έχει βάρος γύρω στα 250 κιλά. Το μοιραίο μοτοποδήλατο πρέπει να παρασύρθηκε από το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου διότι δεν είναι λογικό να κτυπηθεί και να σπρωχθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση και η απόσταση είναι μεγάλη για να συμβεί αυτό και απλά τα δύο οχήματα διαχωρίστηκαν στην τελική τους θέση. Ερωτώμενος, σε ποιο σημείο ξεκόλλησε το μοτοποδήλατο από το αυτοκίνητο, ανέφερε ότι αυτό λογικά πρέπει να είναι εκεί που είναι η τελική θέση του αυτοκινήτου στο α1, ήτοι εκεί που διαχωρίζεται η εκδορά στην άσφαλτο από το μοτοποδήλατο διαγράφει μια πορεία προς δεξιά, ήτοι εκεί που είναι το πισινό μέρος του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου και διαγράφει μια πορεία προς τα δεξιά η εκδορά πρέπει να είναι σε κενό το σημείο που διαχωρίστηκαν τα δύο οχήματα. Ερωτώμενος για να διευκρινήσει αν είναι αυτό στην μέση της απόστασης ή πιο μετά, ανέφερε ότι είναι εκεί που είναι το πισινό μέρος του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου όπως φαίνεται στην τελική του θέση και η εκδορά διαγράφει μια πορεία προς τα δεξιά σύμφωνα με την κατεύθυνση του κατηγορουμένου, σε εκείνο το σημείο πρέπει να διαχωρίστηκαν τα δύο οχήματα. Όταν του υποδείχθηκε το πρόχειρο σχέδιο, ανέφερε ότι περίπου στο μέσο της απόστασης από την τελική θέση των οχημάτων, τα ίχνη γδαρσίματος επί της ασφάλτου για το μοτοποδήλατο αλλάζουν κατεύθυνση προς τα αριστερά και πηγαίνουν ευθεία και ο μάρτυρας σημείωσε επί του τεκμηρίου 9 το σημείο όπου σταμάτησε η επαφή των δύο οχημάτων και που φαίνεται το πισινό μέρος του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου όπως φαίνεται στην τελική του θέση και διαγράφει μια πορεία η εκδορά προς τα δεξιά. Αναφερόμενος στο πρόχειρο σχέδιο και στο σχέδιο επί κλίμακος - τεκμήρια 8 και 9 - αντίστοιχα, ανέφερε ότι το πρόχειρο ετοιμάζεται επί τόπου και λαμβάνονται μέτρα για να ετοιμαστεί επί κλίμακος και το πρόχειρο δεν αντικατοπτρίζει 100% την πραγματικότητα αλλά αυτή φαίνεται στο σχέδιο επί κλίμακος και είναι φυσικό να υπάρχει κάποια απόκλιση σε αυτά τα δύο. Ανέφερε επίσης ότι στο πρόχειρο σχέδιο εάν υπήρχε ίχνος γδαρσίματος που να προσέγγιζε την δεξιά πισινή πλευρά του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου στην τελική του θέση, δεν θα ήταν κατ΄ ανάγκην αναγκαίο να σημειωθεί, διότι αποτυπώνεται στο τελικό σχέδιο η πραγματικότητα. Το πρόχειρο σχέδιο είναι βοηθητικό στην ετοιμασία του κανονικού σχεδίου και οι μετρήσεις έχουν επαλειφθεί και φαίνονται τα γδαρσίματα να φτάνουν μέχρι το πίσω μέρος του αυτοκινήτου, αρνούμενος ταυτόχρονα σχετική υποβολή ότι τα ίχνη γδαρσίματος του μοτοποδηλάτου διαφέρουν μεταξύ των τεκμηρίων 8 και
  3. Το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου ήταν εκεί και το έχει μετρήσει, παρών ήταν και ο κατηγορούμενος. Συμφώνησε ότι το μοτοποδήλατο των θυμάτων βρισκόταν σε κίνηση κατά την στιγμή της μετωπιαίας σύγκρουσης και ήταν εξ΄ αντιθέτου αλλά είναι άγνωστη η ταχύτητα που κινείτο το μοτοποδήλατο. Συμφώνησε επίσης ότι η ταχύτητα του μοτοποδηλάτου πρέπει να προστεθεί στην ταχύτητα του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου για να εξαχθεί συμπέρασμα σε σχέση με την βιαιότητα της σύγκρουσης και συμφώνησε επίσης θεωρητικά ότι εάν ο κατηγορούμενος οδηγούσε με 75 Χ.Α.Ω. και το μοτοποδήλατο εξ΄ αντιθέτου είχε ταχύτητα 40 Χ.Α.Ω. αυτές οι δύο ταχύτητες θα πρέπει να προστεθούν και η σύγκρουση θα είναι 115 Χ.Α.Ω. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι την ταχύτητα την έχει υπολογίσει με βάση την μαρτυρία του Μ.Κ.
  4. Με 75 Χ.Α.Ω. και 16 μέτρα εμβέλεια των φώτων ο κατηγορούμενος σε ένα δευτερόλεπτο θέλει 19 μέτρα να αντιδράσει, άρα 3 μέτρα πέραν του συγκεκριμένου πεδίου ορατότητας του αυτοκινήτου και ο χρόνος του ενός δευτερολέπτου σίγουρα μειώνεται, λόγω της ταχύτητας του μοτοποδηλάτου. Ανέφερε ότι θεωρούνται σχετικά σκούρου χρώματος το χακί και το τζιν που φορούσαν τα θύματα. Το μοτοποδήλατο εκτός από φώτα που δεν είχε ούτε μπροστά ούτε πίσω, δεν είχε ούτε οποιοδήποτε φως, φωσφορούχο υλικό και αντανακλαστικά σε φώτα. Εξέφρασε άγνοια κατά πόσο ο κατηγορούμενος στο σημείο σύγκρουσης αν είχε ολοκληρώσει το προσπέρασμα όλων των οχημάτων ή αν υπήρχαν ακόμα και άλλα προπορευόμενα οχήματα, αλλά μέσα από το περιεχόμενο του φακέλλου του, υπάρχει μαρτυρία ότι υπήρχε ένας οδηγός που είδε από το καθρεφτάκι του πίσω την σύγκρουση και συνεπώς το αυτοκίνητο του προπορευόταν του οχήματος του κατηγορούμενου. Ανέφερε ότι ο Μ.Κ. 3 Θάνος Αθανασίου ανέφερε στην κατάθεση του ότι προπορευόταν του μοιραίου μοτοποδηλάτου και πρόσεξε το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου και βγήκε στο παγκέτο και είναι λογικό, όπως ανέφερε ο μάρτυρας ως εμπειρογνώμονας, ο οδηγός του μοιραίου μοτοποδηλάτου να είδε τα φώτα αναμμένα του κατηγορουμένου. Δεν είναι σίγουρος ο μάρτυρας αν ήταν ο οδηγός του μοτοποδηλάτου που φορούσε το κράνος. Τα φώτα του μοτοποδηλάτου του Μ.Κ. 3 όταν την έλεγξε ο μάρτυρας δεν λειτουργούσαν και επίσης στο εν λόγω αυτοκίνητο δεν υπήρχαν αντανακλαστικά φώτων ή άλλα στοιχεία. Τα στοιχεία του μοιραίου μοτοποδηλάτου ήταν αλλοιωμένα και δυσανάγνωστα και φαίνεται ότι κάποιος έχει επέμβει σε αυτά. Η αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του κατηγορουμένου μέχρι την διαχωριστική διακεκομμένη άσπρη γραμμή έχει πλάτος 3 μέτρα και όταν του υποβλήθηκε ότι ο συνάδελφος του ανέφερε ότι το πλάτος είναι 3.10, ανέφερε ότι είναι λογικό να υπάρχει διαφορά από μια μέτρηση από κάποιον άλλο, διότι το πάχος της γραμμής που υπήρχε στο κέντρο του δρόμου είναι 20 εκατοστά επί του σχεδίου και γύρω στα 10 εκατοστά με βάση το πάχος της πένας. Όταν ένα αυτοκίνητο οδηγείται κανονικά στην λωρίδα κυκλοφορίας περίπου στο κέντρο και το πλάτος της εμβέλειας των φώτων ενός συγκεκριμένου αυτοκινήτου μικρού και τύπου σαλούν είναι τα 3 μέτρα της λωρίδας της άσπρης στο οποίο κινείται και περίπου 1 μέτρο δεξιότερα. Τα αυτοκίνητα που προσπερνούσε ο κατηγορούμενος ήταν μικρά αυτοκίνητα. Όταν του υποβλήθηκε η φωτογραφία 7 του τεκμηρίου 16, συμφώνησε ότι το σημείο σύγκρουσης του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου με το μοτοποδήλατο ήταν ακριβώς στην δεξιά μπροστινή γωνιά. Συμφώνησε ότι από το σημείο Χ στα τεκμήρια 8 και 9, τα ίχνη γδαρσίματος του μοτοποδηλάτου που υποδηλώνει και την κίνηση του μοτοποδηλάτου αλλά και την κίνηση του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου, έχουν κίνηση προς την άσπρη πλευρά του δρόμου και συμφώνησε επίσης ότι είναι λογικό ο κατηγορούμενος την στιγμή της σύγκρουσης είχε τουλάχιστον μια μικρή κλίση προς τα αριστερά. Έγινε έλεγχος άλκοτεστ και άλλων ανιχνεύσιμων ουσιών με αρνητικό αποτέλεσμα. Συμφώνησε ο μάρτυρας ότι ο κατηγορούμενος με την ταχύτητα που περίπου και συμπερασματικά είχε, δεν θα μπορούσε να αντιδράσει σε ενδεχόμενο κίνδυνο. Ένας οδηγός που οδηγεί την νύκτα, οφείλει να οδηγεί με τέτοια ταχύτητα όση του παρέχουν τα φώτα του αυτοκινήτου ώστε να μπορεί να αντιδράσει σε έναν ενδεχόμενο κίνδυνο. Συμφώνησε ότι το ανώτατο όριο ταχύτητας σε εκείνον τον δρόμο όπου έγινε το τραγικό ατύχημα είναι 80 Χ.Α.Ω. και ότι ο κατηγορούμενος με βάση την μαρτυρία άλλου οδηγού οδηγούσε με 75 Χ.Α.Ω, τονίζοντας όμως ότι ένας οδηγός πρέπει να προσαρμόζει την ταχύτητα του με βάση τις συνθήκες που υπάρχουν την δεδομένη στιγμή στον δρόμο. Ο μάρτυρας διαφώνησε σε υποβληθείσα θέση ότι δεν υπάρχει καθήκον επιμέλειας από οδηγό ο οποίος προσπερνά και ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να περάσει από το μυαλό του ότι έρχεται μοτοποδήλατο εξ΄ αντιθέτου κινούμενο χωρίς οποιαδήποτε διακριτικά. Ο μάρτυρας εξέφρασε την άποψη ότι από την στιγμή που τα προπορευόμενα οχήματα κινούνται με μια ταχύτητα 55 - 60 Χ.Α.Ω, δεν ήταν ανάγκη ο κατηγορούμενος να προσπεράσει και θα μπορούσε να συνεχίσει να οδηγά με την ταχύτητα των προπορευόμενων οχημάτων, λαμβάνοντας υπόψη το σκοτάδι και την ταχύτητα που ήταν μια φυσιολογική ταχύτητα. Συμφώνησε ότι η ταχύτητα των 80 Χ.Α.Ω, ισχύει για την ημέρα και την νύχτα αλλά ένας οδηγός πρέπει να προσαρμόζει την όποια ταχύτητα σύμφωνα με τις υπάρχουσες συνθήκες που υπάρχουν σε μια δεδομένη στιγμή στον δρόμο. Δεν έχει ο μάρτυρας μαρτυρία ότι την συγκεκριμένη ώρα στην περιοχή ήταν η κίνηση αραιή. Κατέθεσε ο μάρτυρας το τεκμήριο 19 που είναι η κατάθεση κάποιου Peter Henderson ο οποίος είδε το μοτοποδήλατο σε χρόνο λίγο πριν το ατύχημα όταν έστριψε από την διασταύρωση και πήγε στον κύριο δρόμο με κατεύθυνση προς Χλώρακα και ότι το μόνο πράγμα που είδε από το μοιραίο μοτοποδήλατο ήταν την λάμψη του stain steel από πίσω, αλλά αμέσως χάθηκε. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήρια 20 και 21 τις καταθέσεις των κ.κ. Στέλλας και Γιώργου Δημητριάδη οι οποίοι τις έδωσαν στον αστυφύλακα 217 Α. Χαραλάμπους που ήταν και ο πρώτος που έφτασε στην σκηνή του δυστυχήματος. Σύμφωνα με την κατάθεση της Στέλλας Δημητριάδη τα 2 μοτοποδήλατα οδηγούνταν το ένα δίπλα από το άλλο με κατεύθυνση προς Χλώρακα. Ως Μ.Κ. 3 κατέθεσε ο κ. Θάνος Αθανασίου. Στην κατάθεση του αρχικά αναφέρθηκε για το ιστορικό της αγοράς των δύο μοτοποδηλάτων που οδηγούσε ο ίδιος και ένα εκ των θυμάτων την μοιραία βραδιά. Αφού έφυγαν από ένα πάρτυ την μοιραία βραδιά και περί ώρα 23:00, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ξεκίνησαν για Χλώρακα, ο μεν μάρτυρας οδηγούσε το πράσινο μοτοποδήλατο και ο Απόστολος Κωνσταντίνου (1ο θύμα) με συνεπιβάτη τον Νικόλα Νικολάου (2ο θύμα). Καθ΄ οδόν προς Χλώρακα ο μάρτυρας οδηγούσε στον παραλιακό δρόμο Πάφου - Πέγειας στην αριστερή πλευρά σύμφωνα με την πορεία τους με κατεύθυνση προς Χλώρακα και λίγο πιο πίσω του οδηγούσε ο Απόστολος. Οδηγούσαν στην αριστερή πλευρά του δρόμου με ταχύτητα περίπου 40 Χ.Α.Ω. Δεν ακολουθούσαν οποιοδήποτε όχημα αλλά από την ανίθετη τους κατεύθυνση οδηγούνταν αρκετά οχήματα. Το μοτοποδήλατο του Απόστολου δεν είχε καθόλου φώτα ούτε μπροστά ούτε πίσω. Τα μπροστινά φώτα του μοτοποδηλάτου που οδηγούσε ο μάρτυρας είχαν πρόβλημα αναμοσβήνοντας για ένα λεπτό κάθε φορά και νομίζει ότι πίσω δεν είχε φώτα. Σε ένα σημείο του δρόμου καθώς οδηγούσαν, είδε ξαφνικά ένα από τα αυτοκίνητα που οδηγούνταν από την αντίθετη τους κατεύθυνση σε απόσταση από αυτούς γύρω στα 200 μέτρα να μπαίνει στην δεξιά πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την κατεύθυνση του και άρχισε να προσπερνά προπορευόμενα του οχήματα με μεγάλη ταχύτητα. Τότε ο μάρτυρας έπιασε παγκέτο και σταμάτησε για να μην του κτυπήσει και στην συνέχεια άκουσε έναν δυνατό θόρυβο και γυρίζοντας πίσω του είδε ότι το αυτοκίνητο αυτό κτύπησε με την μοτοσυκλέτα του Απόστολου. Μετά το δυστύχημα πήγε κοντά στον Απόστολο και στον Νικόλα οι οποίοι ήταν ξαπλωμένοι στην άσφαλτο και δεν είχαν τις αισθήσεις τους. Άφησε την μοτοσυκλέτα που οδηγούσε στο μέρος και κάποιος περαστικός τον έβαλε στο αυτοκίνητο του και τον πήρε στο σπίτι του. Στην συνέχεια της κύριας εξέτασης του αναγνώρισε στην φωτογραφία 14 επί του τεκμηρίου 16 το μοτοποδήλατο που οδηγούσε το μοιραίο βράδυ. Εκείνο το βράδυ ο μάρτυρας φορούσε καφέ γιλέκο, μπλε μπλούζα και τζιν. Το κράνος που βρέθηκε στην σκηνή το φορούσε ο Απόστολος. Δεν μπορούσε ο μάρτυρας να προσδιορίσει επακριβώς πόση απόστασή πίσω ήταν ο Απόστολος αλλά ήταν περίπου 50 μέτρα στην ίδια λωρίδα και επέδειξε επί του τεκμηρίου 9 το σημείο όπου είδε ο μάρτυρας το όχημα να έρχεται από απέναντι. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι μόλις είδε το όχημα, έπιασε παγκέτο, άφησε στο έδαφος το μοτοποδήλατο και επέστρεψε πίσω για να φωνάξει στον Απόστολο να βγει από τον δρόμο αλλά δεν πρόλαβε. Η πλευρά του μάρτυρα ήταν καθαρή όταν είδε το αυτοκίνητο να έρχεται από απέναντι. Μόλις είδε ο μάρτυρας το αυτοκίνητο το οποίο αντιλήφθηκε μόλις άρχισε να προσπερνά, ήταν σίγουρος ότι θα προσπερνούσε πολλά αυτοκίνητα και αυτός ήταν ο λόγος που βγήκε μιας αρχής αφού είδε την ταχύτητα και τα αυτοκίνητα. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι έτρεχε πίσω για 10 με 15 δευτερόλεπτα για να φωνάξει του Απόστολου να βγει από τον δρόμο διότι ήταν σίγουρος ότι δεν τον είδε και ότι το αυτοκίνητο θα συνέχιζε να προσπερνά, δηλαδή ο μάρτυρας την στιγμή της μοιραίας σύγκρουσης ήταν πεζός. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το μοιραίο βράδυ οδήγησε το μοτοποδήλατο για πρώτη ή δεύτερη φορά ενώ ο Απόστολος για πρώτη φορά οδηγούσε το μοιραίο μαύρο μοτοποδήλατο. Τα φώτα του μοτοποδηλάτου που οδηγούσε ο μάρτυρας αναμόσβηναν αλλά το μοιραίο βράδυ δεν έχει προσέξει αν άναψαν έστω και μια φορά. Ο λόγος που οδήγησε τον μάρτυρα να εξέλθει από τον δρόμο είναι επειδή ανησύχησε που ο Απόστολος δεν είχε φώτα και υπήρχε ο κίνδυνος να τον κτυπήσει το αυτοκίνητο που προσπερνούσε αλλά και επειδή ήταν σίγουρος ότι θα προσπερνούσε όλα τα οχήματα με την ταχύτητα που κρατούσε, δεν ήταν όμως σε θέση να προσδιορίσει τον αριθμό αυτών των οχημάτων. Ουσιαστικά ο μάρτυρας αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι το εν λόγω όχημα είχε προσπεράσει και το τελευταίο όχημα, λέγοντας ότι είχε πολλά αυτοκίνητα δίπλα του, το όχημα αυτό δεν έπιασε ην λωρίδα κυκλοφορίας του μετά την σύγκρουση. Την σύγκρουση ο μάρτυρας δεν την είδε με τα μάτια του και πιο συγκεκριμένα επέστρεψε πεζός, άκουγε το μοτοποδήλατο και έτρεχε να φωνάξει του Απόστολου να βγει από τον δρόμο, είδε τα φώτα πάνω και άκουσε την σύγκρουση. Δεν μπορούσε ο μάρτυρας να προσδιορίσει επακριβώς σε ποιο σημείο του δρόμου οδηγούσε αλλά εξέφρασε την άποψη ότι μπορεί να οδηγούσε λίγο προς την αριστερή πλευρά του παγκέτου. Από την σύγκρουση τόσο το μοτοποδήλατο, όσο και τα θύματα έχουν εκτιναχθεί. Πρώτα ο μάρτυρας πήγε προς τον Νικόλα και μετά έβλεπε κάτι δεξιά του και νόμιζε ότι ήταν το μοτοποδήλατο, επειδή είχε τον Νικόλα μπροστά του δεν έδωσε σημασία, ύστερα γύρισε αριστερά και είδε το μοτοποδήλατο και για να είναι το μοτοποδήλατο αριστερά σημαίνει στα δεξιά είναι ο Απόστολος και πήγε προς το μέρος του. Το μοιραίο μοτοποδήλατο έγινε κομμάτια, τα δύο θύματα είχαν διαφορά μεταξύ τους 7 μέτρα. Από το σημείο που άφησε ο μάρτυρας το μοτοποδήλατο μέχρι το σημείο που έγινε η σύγκρουση, η απόσταση μπορεί να είναι και 20 μέτρα, χωρίς όμως ο μάρτυρας να είναι σίγουρος, λέγοντας ότι είναι περίπου το τριπλάσιο με τετραπλάσιο της αίθουσας του Δικαστηρίου. Πριν να αρχίσει το αυτοκίνητο να προσπερνά, ο Απόστολος ήταν πίσω του και δεν άκουγε το μοτοποδήλατο του Απόστολου, χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει την απόσταση που είχαν επειδή ο ίδιος ανέπτυξε πιο γρήγορα ταχύτητα στο αλτ όπου ήταν και οι δύο σταματημένοι και οι δύο οδηγοί ήταν μαζί λίγο στην αρχή. Το αυτοκίνητο που προσπερνούσε τα οχήματα είχε φώτα αλλά δεν έδειχνε με τα ειδικά φώτα (trafficator) ότι θα προσπερνούσε. Ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει το βάρος του μοτοποδηλάτου του. Ο ίδιος κρατούσε μια ταχύτητα 40 - 50 Χ.Α.Ω. αλλά για τον Απόστολο δεν μπορούσε να ξέρει, εξέφρασε όμως την άποψη ότι δεν θα είχε μεγάλη ταχύτητα διότι αγόρασε το μοτοπδήλαο εκίνην την ημέρα και επειδή ήταν και ο Νικόλας σε αυτήν. Ως Μ.Κ. 4 κατέθεσε ο κ. Alan Bernard Mack ο οποίος και υιοθέτησε την κατάθεση του - τεκμήριο
  5. Στην κατάθεση του ανέφερε ότι την νύκτα της 23/5/2009, οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αρ. εγγραφής ΕΖΤ 713 στον κύριο δρόμο από την Πάφο προς την Πέγεια με συνοδηγό την σύζυγο του.Ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο του στην αριστερή λωρίδα του κύριου δρόμου, περίπου 500 μέτρα πριν από την συμβολή με την Λεωφόρο Κόλπου των Κοραλλίων, είδε ένα διπλοκάμπινο αυτοκίνητο ΤΟΥΟΤΑ το οποίο προσπερνούσε το αυτοκίνητο του και τα άλλα δύο αυτοκίνητα που ήταν μπροστά από τον μάρτυρα. Εξέφρασε την βεβαιότητα ότι το εν λόγω αυτοκίνητο προσπέρασε και το αυτοκίνητο που ήταν πίσω από τον μάρτυρα. Εκείνην την στιγμή ο μάρτυρας τηρούσε μια ταχύτητα των 55 - 60 Χ.Α.Ω. και υπολόγισε την ταχύτητα του διπλοκάμπινου στα 75 Χ.Α.Ω. Το επόμενο πράγμα που είδε ο μάρτυρας ήταν το άσπρο διπλοκάμπινο να κάνει ελιγμό προς την αριστερή λωρίδα με κατεύθυνση την Πέγεια και την ίδια στιγμή άκουσε μεγάλο θόρυβο όπως την σύγκρουση αυτοκινήτων. Ο οδηγός του διπλοκάμπινου έκανε ελιγμό στην λωρίδα του πολύ γρήγορα και αυτό έκανε τον μάρτυρα να σκεφτεί ότι αυτός είδε κάτι την τελευταία στιγμή και προσπάθησε να το αποφύγει. Εκείνην την στιγμή κατάλαβε ο μάρτυρας ότι το διπλοκάμπινο κτύπησε κάτι αλλά δεν κατάλαβε τι. Την στιγμή που το εν λόγω αυτοκίνητο τον προσπερνούσε, ο μάρτυρας δεν είδε οποιοδήποτε αυτοκίνητο ή μοτοσυκλέτα να έρχεται από την άλλη πλευρά του δρόμου από Πέγεια προς Πάφο. Τα δύο προπορευόμενα οχήματα από τον μάρτυρα σταμάτησαν, όπως έκανε και ο ίδιος. Βγήκε από το αυτοκίνητο του, περπάτησε και είδε το άσπρο διπλοκάμπινο το οποίο τον προσπέρασε προηγουμένως να είναι σταματημένο στην λωρίδα του. Μπροστά από το αυτοκίνητο κάτω στον δρόμο, ήταν μια μοτοσυκλέτα και πολύ κοντά από αυτήν ήταν δύο πρόσωπα αναίσθητα στον δρόμο και υπέθεσε ότι αυτά ήταν ο οδηγός και ο επιβάτης. Δεν είδε τον οδηγό του διπλοκάμπινου, η απόσταση του οποίου είχε με αυτό που ήταν πίσω από αυτό ήταν περίπου 65 μέτρα. Κατονόμασε το όνομα της οδηγού του αυτοκινήτου που ήταν μπροστά του αλλά δεν ήξερε ποιος ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου που ήταν ακριβώς μετά το διπλοκάμπινο. Στην συνέχεια της κύριας εξέτασης του, ανέφερε ότι είναι βέβαιος για την ταχύτητα που κρατούσε ο ίδιος, διότι είδε φως στα καθρεφτάκια του από το όχημα που ερχόταν από πίσω και είχε την εντύπωση ότι πήγαινε το όχημα αυτό με μεγαλη ταχύτητα (όπου διευκρινήστηκε ότι ο μάρυρας ανέφερε ΄΄γρήγορα΄΄ διότι αυτή είναι η σωστή μετάφραση της λέξης quickly΄΄) και για αυτό κοίταξε την ταχύτητα στο δικό του ταχύμετρο. Εξέφρασε την εκτίμηση ότι το διπλοκάμπινο που τον προσπέρασε θα είχε ταχύτητα 75 Χ.Α.Ω. διότι ο ίδιος είχε ταχύτητα 55 - 60 Χ.Α.Ω και συνεπώς θα είχε μεγαλύτερη ταχύτητα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι την ώρα που τον προσπερνούσε το άσπρο αυτοκίνητο, δεν πρόσεξε να έρχεται από την απέναντι κατεύθυνση οποιοδήποτε όχημα. Όταν έχει αντιληφθεί το ατύχημα, δεν έχει προσέξει κατά πόσο υπήρχε στην δεξιά πλευρά του δρόμου ως η κατεύθυνση του άλλο μοτοποδήλατο αλλά ούτε είχε ο μάρτυρας φωτισμό, ως επίσης δεν είχε προσέξει οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο στην δεξιά πλευρά του δρόμου και εκτός αυτού οποιοδήποτε πρόσωπο να τρέχει προς την κατεύθυνση που πήγαινε ο ίδιος. Όταν το διπλοκάμπινο προσπερνούσε, υπήρχε ένα αυτοκίνητο μπροστά από τον μάρτυρα και δύο πίσω του. Ο ελιγμός που έκανε ο οδηγός του διπλοκάμπινου όπως ανέφερε στην κατάθεση του, ήταν ελιγμός στα αριστερά. Σε κατοπινό στάδιο της αντεξέτασης του ο μάρτυρας διευκρίνησε ότι ο οδηγός του διπλοκάμπινου προσπέρασε τον ίδιο ο οποίος ήταν ο τρίτος από τα τέσσερα αυτοκίνητα, μετά προσπέρασε τους άλλους δύο που ήταν μπροστά, συνέχισε για 60 μέτρα, μετά πήγε προς τα αριστερά και τότε έγινε το ατύχημα. Όταν έγινε η σύγκρουση, ο μάρτυρας ήταν πίσω στα 65 μέτρα, τα αυτοκίνητα που προσπέρασε ο κατηγορούμενος και που προπορεύονταν του μάρτυρα είχαν μεταξύ τους απόσταση τρία μέτρα, απόσταση που είχε και ο μάρτυρας από το προπορευόμενο του όχημα. Η απόσταση που είχε ο μάρτυρας από το πρώτο αυτοκίνητο ήταν 60 - 65 μέτρα. Σε κατοπινό στάδιο της αντεξέτασης του ο μάρτυρας διευκρινησε ότι 65 μέτρα ήταν η απόσταση που είχε το διπλοκάμπινο από το πρώτο αυτοκίνητο από τα τέσσερα που είχαν προσπεραστεί και ο μάρτυρας ήταν 6 μέτρα πίσω από το πρώτο αυτοκίνητο από τα τέσσερα που είχαν προσπεραστεί. Το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου είχε απόσταση 65 περίπου μέτρα από τα αυτοκίνητα που είχαν προσπεραστεί την ώρα που έκανε ελιγμό προς τα αριστερά και εκείνη την ώρα έγινε η σύγκρουση. Όταν είδε το ταχύμετρο του, αυτό είναι σε μίλια και όχι σε χιλιόμετρα και αυτός είναι ο λόγος που ανέφερε ότι είχε 55 - 60 Χ.Α.Ω. και συνεπώς η ταχύτητα του ήταν 40 - 42 μίλια ανά ώρα. Αμέσως μετά το δυστύχημα ο κατηγορούμενος σταμάτησε στην αριστερή λωρίδα και τα υπόλοιπα αυτοκίνητα που προσπεράστηκαν σταμάτησαν πίσω από το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου. Κατονόμασε την οδηγό του αυτοκινήτου που προπορευόταν από τον μάρτυρα και δεν ξέρει αν έδωσε κατάθεση στην αστυνομία αυτή η οδηγός και δεν ήξερε ποιος ήταν ο οδηγός του επόμενου από αυτήν αυτοκινήτου. Όταν έγινε το ατύχημα δεν υπήρχε οδικός φωτισμός και δεν είδε κάποιο μοτοποδήλατο στον δρόμο πριν το ατύχημα. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος επέλεξε όπως τηρήσει σιωπή και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 αναφέρει ότι όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος. Είναι επίσης φανερό, ότι υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, η κατηγορούσα αρχή στήριξε την υπόθεση της και ο κατηγορούμενος την γραμμή υπεράσπισης του, επικεντρωμένοι στο άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και συνεπώς το Δικαστήριο έχοντας υπόψη κατά νου τα πιο πάνω, αλλά και εν΄ όψει της μαρτυρίας που τέθηκε ενωπιον του Δικαστηρίου, τις αγορεύσεις αμφοτέρων των πλευρών αλλά και του περιεχομένου των άρθρων 211 και 213 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, κρίνει ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση οι πρόνοιες των άρθρων 211 και 213 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Όπως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου στο οποίο βασίζονται οι κατηγορίες, απαιτείται η απόδειξη ότι ο κατηγορούμενος προκάλεσε το θάνατο του θύματος λόγω κάποιας αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς. Οι προαναφερόμενοι όροι υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Ζυπίτης κ.α ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220, Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 409) ). Ως «αλόγιστη» νοείται κάθε μη λελογισμένη πράξη ή συμπεριφορά, δηλαδή κάθε ενέργεια η οποία δεν απορρέει από την κοινή λογική (βλ. Ζυπίτης κ.α. ν. Αστυνομίας, πιο πάνω). Όσον αφορά τον όρο «απερίσκεπτη», όπως έχει νομολογηθεί δεν στοιχειοθετείται απερίσκεπτη ενέργεια ή συμπεριφορά μόνο με την απόδειξη αμελούς οδήγησης, με την έννοια της οδήγησης που εξ αντικειμένου υπολείπεται της αναμενόμενης από το μέσο συνετό οδηγό. Υπεισέρχεται ως συστατικό του όρου, με τη συνήθη του έννοια, και υποκειμενικό στοιχείο. Αυτό είναι συναρτημένο προς τη συγκεκριμένη ενέργεια, και στην προκειμένη περίπτωση την οδήγηση (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 473). Στην βασική αγγλική αυθεντία επί του θέματος R v. Lawrence [1981] 1 All E.R. 974 (η οποία επιβεβαιώθηκε στην R. v. Reid [1992] 3 All ER 673 (και στην οποία αναφέρθηκε κατ'επανάληψιν και το Ανώτατο Δικαστήριο) διατυπώθηκαν οι παράμετροι του όρου απερίσκεπτη οδήγηση. Πρώτον, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος πράγματι οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργούσε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης σε κάποιον άλλον, ο οποίος θα τύγχανε να χρησιμοποιεί το δρόμο, ή πρόκλησης ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία. Δεύτερον, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατ' αυτόν τον τρόπο, χωρίς να είχε στρέψει την προσοχή του στην πιθανότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή, παρά το ότι αναγνώρισε ότι υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εντούτοις προχώρησε διακινδυνεύοντας. Επιπλέον, όπως λέχθηκε στη Χρυσοστόμου, πιο πάνω, σε κατηγορία δυνάμει του άρθρου 210 για «απερίσκεπτη» πράξη ή συμπεριφορά, το ζήτημα δεν περιορίζεται αποκλειστικά στο συγκεκριμένο τρόπο οδήγησης και η απερισκεψία μπορεί να μη συνδέεται με αυτόν καθ΄ εαυτόν τον τρόπο της οδήγησης. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση αυτή παρέπεμψε συναφώς στη νομολογία που συνοψίζεται στο Wilkinson΄s Road Traffic Offences, 4η έκδοση, παράγραφοι 1-302 και 1-307, σε σχέση με τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος και στις περιπτώσεις οδήγησης με γνώση ελαττώματος στο αυτοκίνητο ή με γνώση του κινδύνου να πέσει το φορτίο του ή μετά από κατανάλωση οινοπνεύματος σε βαθμό που επηρέαζε την ικανότητα οδήγησης. Όπως αναφέρθηκε στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18, απαιτείται τουλάχιστον απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού, ο οποίος έστω και στιγμιαία πέφτει κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού (βλ. R. v. Gosney
(1971)55 Crim. App. R. 502, Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 223). Η δε λέξη «επικίνδυνος» στη συνήθη της γραμματική έννοια σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους. Βασική προϋπόθεση αποτελεί πάντοτε η θεμελίωση αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς με το αποτέλεσμα, δηλαδή το θάνατο άλλου προσώπου. Θέματα τα οποία έχουν σχέση με την οδική συμπεριφορά, με προβλήματα της οδήγησης, με τις δυνατότητες και τις ενδεχόμενες αντιδράσεις οδηγών, αντικρίζονται με βάση τη γενική αντίληψη του Δικαστηρίου ως προς τα πράγματα, υπό το φως πάντοτε της λογικής. Δεν χρειάζεται οποιαδήποτε εμπειρογνωμοσύνη σε σχέση με τέτοια θέματα, εκτός βέβαια στις περιπτώσεις όπου παρουσιάζεται κάποια επιστημονική ή τεχνική πτυχή (Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 120, 125). Στην υπόθεση Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233 επεξηγήθηκε ότι για την επικίνδυνη οδήγηση απαιτείται η απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού. Λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 238: «Σε σχέση με επικίνδυνη οδήγηση σύμφωνα με τη νομολογία, απαιτείται τουλάχιστο απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους (fault) εκ μέρους του οδηγού και στην αγγλική απόφαση R v. Gosney
(1971)55 Cr. App. R. 502 σε σχέση με κατηγορία επικίνδυνης οδήγησης αναφέρεται ότι: «the fault certainly does not necessarily involve deliberate misconduct or recklessness or intention to drive in a manner inconsistent with proper standards of driving . Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of driving and the relevant circumstances of the case». Στην υπόθεση Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115 λέχθηκε με αναφορά στην R v. Gosney (ανωτέρω) πως το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί και λέχθηκε ότι σε μια τέτοια περίπτωση, αυτό που το Δικαστήριο αναζητά, είναι αν η συγκεκριμένη οδήγηση είναι επικίνδυνη. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα. Ως προς την έννοια του σφάλματος που αρκεί για την στοιχειοθέτηση της επικίνδυνης οδήγησης αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τη σελίδα 224 της R v. Gosney (ανωτέρω), σε μετάφραση: «Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία, πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης, Είναι αρκετό αν, βλέποντας το λογικά, αποτελεί μία αιτία». Σε σχέση με την απερίσκεπτη οδήγηση σχετική είναι η υπόθεση R v. Lawrence
(1981)1 All. E. R. 974. Στην απόφαση αυτή, αποφασίστηκε ότι η ένοχη σκέψη (mens rea) υπάρχει όταν ένας οδηγός πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που περιέχει σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπόψη τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει οδηγώντας με αυτό τον τρόπο. (βλέπε επίσης R v. Reid
(1992)3 ALL ER 673). Στις πλείστες των περιπτώσεων το σφάλμα συμπεραίνεται από το Δικαστήριο από τα γεγονότα της υπόθεσης. Το αδίκημα, όμως, δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Αν ο κατηγορούμενος προτίθεται να αποδείξει κάποιο ειδικό γεγονός (special fact) με σκοπό να αποτρέψει το Δικαστήριο από του να εξαγάγει το συμπέρασμα δεν πρέπει να εμποδιστεί από το να το πράξει. Είναι επίσης, σαφώς νομολογημένο, ότι στο αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν υπεισέρχεται το στοιχείο της ένοχης διάνοιας (mens rea ) (βλ. Hill v. Baxter
(1958)42 Cr. App. Rep. 51 και Simpson v. Peat
(1952)2 QB 24). Ενώ αυτό υποδηλοί, ότι η κατηγορούσα αρχή δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να οδηγήσει επικίνδυνα ή άσχημα, δεν σημαίνει, ότι το αδίκημα μπορεί να διαπραχθεί χωρίς σφάλμα του οδηγού. Σημαντική υπόθεση υπό το πρίσμα των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, είναι και η υπόθεση που άπτεται του θέματος του μη φωτισμένου οχήματος και πιο συγκεκριμένα είναι η υπόθεση Pavlou .v. Lazarou
(1982)1 C.L.R. 850. Το Ανώτατο Δικαστήριο σχολιάζοντας τις αποφάσεις Andreas Kyriakou Katsiou .v. Antonios N. Shakalis
(1969)1 C.L.R. 346, Michalakis Karagiorghis .v. Iordanis Kyriacou
(1974)1 C.L.R. 133, Sofocleous and other .v. Georghiou and other
(1978)1 C.L.R. 149 και Eteria Leoforion Lefkonicou Ltd .v. Sotiris Antoni Pampori
(1974)12 J.S.C. 1280, ανέφερε τα ακόλουθα: <<The above cases establish primarily the following principles: (a.) Bringing an unlighted object into a thoroughfare at night constitutes prima facie evidence of negligence (Shakallis supra). This is but a result of the application of the basic duty of care owed by users of the road to their fellow users. One of their duties is to make the presence of the vehicle they drive onto a road conspicuous so that other users may adjust their position accordingly; (b) parking a vehicle on the road in a way obstructing the reasonable use of the thoroughfares may, depending on the circumstances, constitute nuisance quite independently of the illumination of the scene (Sofocleous supra). The use of the road must on every occasion be reasonable which in turn is determined by reference to the rights of others.>> ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Τα σχέδια (τεκμήρια 8 και 9) αποτελούν στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος. Βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή ν. Κυριάκου,
(1996)1Α ΑΑΔ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1362, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1388. Σίγουρα το Δικαστήριο, δεν δύναται να προσδώσει οποιαδήποτε αποδειχτική βαρύτητα στις καταθέσεις των ατόμων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια και οι οποίοι τελικά δεν παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα για να εξεταστούν και κυρίως για να αντεξεταστούν, έτσι ώστε το Δικαστήριο να δύναται να εξάξει ευρήματα και συμπεράσματα από αυτές κατόπιν αξιολόγησης τους και δικανικού συλλογισμού και αναπόφευκτα το εν λόγω μαρτυρικό υλικό δεν δύναται να ληφθεί υπόψη, με εξαίρεση βεβαίως τις καταθέσεις οι οποίες κατατέθηκαν εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Το Δικαστήριο έχει παρατηρήσει, ότι ουσιαστικά τα κύριας και κρίσιμης σημασίας γεγονότα είναι αποδεχτά, διότι μέσα από την γραμμή που χάραξε η υπεράσπιση κατά το στάδιο της αντεξέτασης αλλά και της τελικής της αγόρευσης, περιορίστηκε σε διευκρινιστικές ως επί των πλείστων ερωτήσεις και κάλεσε το Δικαστήριο να αξιολογήσει την τεθείσα ενώπιον του μαρτυρία ως έχει, καλώντας το Δικαστήριο να αποδεχθεί την θέση της ότι ο κατηγορούμενος ουσιαστικά δεν μπορούσε να προβλέψει ότι θα ερχόταν από απέναντι ένα μοτοποδήλατο, χωρίς φωτισμό, με ενδυμασία των αναβατών να είναι σκούρου χρώματος, το μοτοποδήλατο να είναι επίσης σκούρου χρώματος και ο δρόμος να στερείται οδικού φωτισμού και συνεπώς να μην μπορούσε ο κατηγορούμενος να προβλέψει αυτόν τον κίνδυνο και να τον αποτρέψει. Αυτό που απομένει στο Δικαστήριο, είναι να τα αξιολογήσει για να εξάξει τα αναγκαία ευρήματα και συμπεράσματα έτσι ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο ο κατηγορούμενος διέπραξε τα υπό κρίση ποινικά αδικήματα όπως αυτά καταγράφονται στο κατηγορητήριο. Οι απόψεις του Μ.Κ. 2 αναφορικά με την εκτίμηση του ότι ο κατηγορούμενος όφειλε να μην προσπεράσει και ότι δεν τηρούσε τέτοια ταχύτητα σε συνδυασμό με την εμβέλεια των φώτων του, θα αξιολογηθούν πιο κάτω, διότι ουσιαστικά εκεί επικεντρώθηκε η εισήγηση της κατηγορούσας αρχής ως προς την επικινδυνότητα της οδήγησης του κατηγορουμένου αλλά και στο ότι ο κατηγορούμενος όφειλε να μην προσπεράσει τα προπορευόμενα από αυτόν οχήματα εν΄ όψει και των συνθηκών που επικρατούσαν στον δρόμο την δεδομένη στιγμή, ήτοι το βράδυ. Επουσιώδης κρίνεται ούτως ή άλλως και το σφάλμα που υπάρχει στις γραμμές στο πρόχειρο σχέδιο που αναγνωρίστηκαν έτσι και αλλιώς και που δεν διαδραμματίζουν οποιοδήποτε βασικό ρόλο στην προσπάθεια εξαγωγής κρίσιμων συμπερασμάτων. Τα κρίσιμα λοιπόν ερωτήματα που καλείται το Δικαστήριο να απαντήσει, είναι συνοπτικά τα εξής: Α) ήταν ασφαλές υπό τις περιστάσεις ο κατηγορούμενος να επιχειρήσει την προσπέραση των οχημάτων; Β) η ταχύτητα που τηρούσε ήταν ασφαλής υπό τις περιστάσεις; Γ) θα μπορούσε να αποφύγει το μοιραίο ατύχημα; Δ) μπορούσε ο κατηγορούμενος να προβλέψει ή να διακρίνει ότι στην λωρίδα που εισήλθε για να προσπεράσει, υπήρχε το μοτοποδήλατο των θυμάτων και αν ναι έκανε ότι ήταν αναγκαίο για να αποφύγει την μοιραία σύγκρουση; Ε) η όλη του οδική συμπεριφορά ήταν αμελής ή επικίνδυνη ή αλόγιστη ή απερίσκεπτη; Ζ) οι συνθήκες που επικρατούσαν στον δρόμο του επέτρεπαν να προσπεράσει; Η) οι συνθήκες που επικρατούσαν στον δρόμο του επέτρεπαν να αποφύγει το μοιραίο ατύχημα; Θ) ο θάνατος των θυμάτων προήλθε συνεπεία αμελής ή επικίνδυνης ή αλόγιστης ή απερίσκεπτης οδήγησης του κατηγορουμένου; Ι) η ταχύτητα που κρατούσε ο κατηγορούμενος σε συνδυασμό με την εμβέλεια των φώτων του, ήταν επικίνδυνη υπό τις περιστάσεις; Οι μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, άφησαν γενικά καλή εντύπωση. Παρέθεσαν στο Δικαστήριο με καλή πίστη, τα όσα γεγονότα περιήλθαν εις γνώσην τους αναφορικά με το ομολογουμένως τραγικότατο επίδικο θανατηφόρο ατύχημα. Τόσο μέσα από την μαρτυρία τους στην κύρια εξέταση εκάστου μάρτυρα, με την βοήθεια της εποικοδομητικής και διευκρινιστικής αντεξέτασης από την πλευρά της υπεράσπισης, το Δικαστήριο δύναται να εξάξει τα πιο κάτω ευρήματα και συμπεράσματα, έτσι ώστε να αξιολογήσει κατά πόσο ευσταθούν οι εισηγήσεις της κατηγορούσας αρχής ή της υπεράσπισης ως προς την ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου. Μέσα λοιπόν από τα πιο πάνω παραδεχτά γεγονότα και έγγραφα τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, σε συνδυασμό με την πιο πάνω αξιολόγηση της τεθείσας μαρτυρίας, το Δικαστήριο προβαίνει στα πιο κάτω ευρήματα και συμπεράσματα: Α) Στις 23/5/2009 επισυνέβη θανατηφόρο τροχαίο δυστύχημα στον παραλιακό δρόμο Κισσόνεργας - Πέγειας με ενεχόμενα το όχημα ΚΕΜ 060 που οδηγούσε ο κατηγορούμενος Γρηγόρης Παπαγρηγορίου και το μοτοποδήλατο χωρίς αριθμούς εγγραφής το οποίο οδηγούσε ο Απόστολος Κωνσταντίνου ( εν τοις εφεξοίς το πρώτο θύμα ) ηλικίας 14 ετών τέως από την Χλώρακα και είχε ως συνεπιβάτη του τον Νικόλα Νικολάου, ( εν τοις εφεξοίς το δεύτερο θύμα ) ηλικίας 13 ετών τέως από την Χλώρακα. Β) Από το δυστύχημα τραυματίστηκαν θανάσιμα και τα δύο θύματα, δηλαδή τόσο ο Απόστολος Κωνσταντίνου, όσο και ο Νικόλας Νικολάου. Γ) Την ίδια μέρα και περί ώρα 23:35 ο Όμηρος Χαραλαμπίδης, νοσηλευτικός λειτουργός του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, μετέβηκε με ασθενοφόρο στην σκηνή του δυστυχήματος, όπου εξέτασε τα δύο θύματα και διαπίστωσε ότι αυτά δεν παρουσιάζουν ζωτικά σημεία. Ακολούθως τα παρέλαβε και τα μετέφερε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου τα παρέδωσε στον επί καθήκοντι ιατρό Γρηγόρη Τρύφωνος ο οποίος αφού εξέτασε τα θύματα διαπίστωσε ότι ήταν νεκροί και εξέδωσε σχετικά πιστοποιητικά θανάτου. Δ) Στις 25/5/2009 και περί ώρα 10:30 ο Κύπρος Καριλίδης, θείος του 1ου θύματος Απόστολου Κωνσταντίνου τέως από την Χλώρακα, αναγνώρισε στο νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου την σωρό του. Στις 25/5/2009 και περί ώρα 10:15 ο Ζαχαρίας Νεοφύτου, θείος του 2ου θύματος Νικόλα Νικολάου τέως από την Χλώρακα, , αναγνώρισε στο νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου την σωρό του. Ε) Στις 25/5/2009 ο ιατροδικαστής Δρ. Νικολάς Χαραλάμπους διενήργησε την νενομισμένη νεκροψία επί των σορών των δύο θυμάτων και απεφάνθη ότι ο θάνατος τους οφείλεται σε πολυτραυματισμό ως είναι κατά τροχαίο ατύχημα. Ζ) Ο δρόμος στον οποίο έγινε το τροχαίο ατύχημα είναι ευθύς και επίπεδος και κατά την διάρκεια της ημέρας υπάρχει απεριόριστη ορατότητα, τόσο μπροστά αλλά όσο και πίσω από το σημείο σύγκρουσης Χ το οποίο δεν έχει αμφισβητηθεί. Το σημείο όπου έγινε το ατύχημα ονομάζεται ΄΄Πότιμα΄΄ και κατά την στιγμή της μοιραίας σύγκρουσης δεν είχε καθόλου οδικό φωτισμό και ούτε φωτιζόταν από παρακείμενα υποστατικά διότι τότε δεν υπήρχαν. Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στον εν λόγω δρόμο είναι 80 χιλιόμετρα ανά ώρα. Ο δρόμος διαχωρίζεται στην μέση από μια άσπρη διακεκομμένη γραμμή και αυτό σημαίνει ότι οι οδηγοί δύνανται να προσπερνούν, νοουμένου ότι αυτό είναι ασφαλές υπό τις περιστάσεις. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο κατηγορούμενος με μια ταχύτητα 75 χιλιομέτρων ανά ώρα, επιχείρησε να προσπεράσει, όπως και έπραξε, προπορευόμενα από αυτόν οχήματα. Η κατεύθυνση του κατηγορουμένου ήταν από την Κισσόνεργα προς Πέγεια. Κατά την προσπάθεια του να προσπεράσει και αφού ήδη έχει προσπεράσει προπορευόμενα οχήματα και ενώ ο κατηγορούμενος βρισκόταν στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας ως είναι η πορεία του, ήτοι στην αντίθετη λωρίδα που οδηγεί προς Πάφο και Χλώρακα, την ίδια στιγμή τα θύματα επέβαιναν επί ενός μοτοποδηλάτου αγνώστων στοιχείων και τηρούσαν την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας ως ήταν η πορεία τους με κατεύθυνση την Χλώρακα και Πάφο, ήτοι βρίσκονταν στην λωρίδα που βρισκόταν και ο κατηγορούμενος. Το μοτοποδήλατο δεν είχε φωτισμό είτε μπροστά είτε πίσω από αυτό, δεν είχε οποιοδήποτε αντανακλαστικό φωτισμό ή υλικό ή οποιοδήποτε φωσφορούχο υλικό, ήταν σκούρου χρώματος. Το μοτοποδήλατο οδηγείτο από τον Απόστολο Κωνσταντίνου με συνεπιβάτη τον Νικόλα Νικολάου, ο ρουχισμός των οποίων ήταν επίσης σκούρου χρώματος. Ο κατηγορούμενος εκείνην την στιγμή που βρισκόταν στην πιο πάνω αναφερθήσα λωρίδα κυκλοφορίας, κτύπησε με την δεξιά μπροστινή πλευρά του αυτοκινήτου του το μοτοποδήλατο των θυμάτων και τα θύματα πετάχτηκαν στην άσφαλτο όπου κατέληξαν και απεβίωσαν και το μοτοποδήλατο σύρθηκε στην άσφαλτο για 40 μέτρα. Η εμβέλεια των φώτων του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου ήταν 16 μέτρα και με βάση την ταχύτητα που κρατούσε ο κατηγορούμενος, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι χρειαζόταν ένα δευτερόλεπτο για να αντιδράσει σε οποιοδήποτε κίνδυνο γινόταν αντιληπτός χρησιμοποιώντας τα φρένα του, θα χρειαζόταν να διανύσει σε αυτό το ένα δευτερόλεπτο απόσταση 19 μέτρων. Ο Μ.Κ. 3 ο οποίος βρισκόταν στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας με αυτήν των θυμάτων και που ο ίδιος προπορευόταν των θυμάτων την στιγμή της σύγκρουσης, πρόλαβε και είδε τον κατηγορούμενο και πήρε κλίση αριστερά προς το παγκέτο γιατί κατάλαβε ότι ο κατηγορούμενος θα προσπερνούσε όλα τα οχήματα, άφησε το μοτοποδήλατο του και έτρεξε πίσω προς το μέρος των θυμάτων για να τους προειδοποιήσει από τον επερχόμενο κίνδυνο επειδή δεν είχε φωτισμό το μοιραίο μοτοποδήλατο, αλλά δυστυχώς δεν πρόλαβε. Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω ευρήματα και συμπεράσματα, το Δικαστήριο καλείται να απαντήσει στα πιο πάνω ερωτήματα που αναγράφησαν υπό Α - Ι, σε συνδυασμό με τις επιταγές που τέθηκαν από την νομοθεσία και την σχετική επί του θέματος νομολογία όπως τέθηκαν στο κεφάλαιο με τίτλο ΄΄ ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ΄΄. Υπό τις περιστάσεις, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν δύναται να στοιχειοθετηθεί ποινική ευθύνη εις βάρος του κατηγορουμένου αναφορικά με τον τραγικό θάνατο των δύο θυμάτων για τους εξής λόγους: Ο κατηγορούμενος επιχείρησε, με ταχύτητα που ήταν κάτω του ανωτάτου ορίου στον επίδικο δρόμο, να προσπεράσει προπορευόμενα οχήματα του, πράγμα το οποίο έπραξε και αυτό επιτρεπόταν στον εν λόγω δρόμο αφού ήταν διαχωρισμένος με διακεκομμένη άσπρη γραμμή. Ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε να προβλέψει, αλλά και να αντιληφθεί, ότι στην λωρίδα όπου εισήλθε για να προσπεράσει, θα ερχόταν το μοτοποδήλατο των θυμάτων, επειδή αυτό δεν μπορούσε να γίνει διακριτό και αντιληπτό λόγω της έλλειψης φώτων, αντανακλαστικών υλικών, ήταν σκούρου χρώματος, ως επίσης και ο ρουχισμός των θυμάτων και συνεπώς ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε να αντιληφθεί την παρουσία τους εκ των προτέρων για να διαμορφώσει την θέση του Pavlou .v. Lazarou
(1982)1 C.L.R. 850 και να μην επιχειρήσει το προσπέρασμα. Ο κατηγορούμενος λόγω του ότι ο δρόμος ήταν ευθύς και επίπεδος και επειδή το μοιραίο μοτοποδήλατο δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτό, ως επίσης και τα θύματα, καλόπιστα επιχείρησε την προσπέραση των προπορευόμενων του οχημάτων διότι δεν είχε διακρίνει και ούτε μπορούσε να διακρίνει οποιοδήποτε όχημα ή εμπόδιο να έρχεται από απέναντι. Η ταχύτητα συνεπώς ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις εν΄ όψει και του γεγονότος ότι ήταν κάτω από το ανώτατο όριο. Η εμβέλεια των φώτων των προπορευόμενων οχημάτων, δεν μπορούσε να βοηθήσει τον κατηγορούμενο από του να αντιληφθεί το μοιραίο μοτοποδήλατο διότι ελλείπει σχετική μαρτυρία επί τούτου. Η ταχύτητα που τηρούσε ο κατηγορούμενος, σε συνδυασμό με την εμβέλεια των φώτων του, δεν μπορούσε να αποτρέψει το ατύχημα, διότι όπως και ο ίδιος ο Μ.Κ. 2 ανέφερε, ο χρόνος αντίδρασης του ενός δευτερολέπτου μειώνεται αφού ληφθεί υπόψη και η ταχύτητα του μοιραίου μοτοποδηλάτου. Όμως το Δικαστήριο δεν αποδέχεται τις θέσεις του Μ.Κ. 2 ότι ο κατηγορούμενος δεν έπρεπε να επιχειρήσει την προσπέραση και ότι ήταν αμελής επειδή τηρούσε τέτοια ταχύτητα σε συνδυασμό με την εμβέλεια των φώτων του, διότι το Δικαστήριο έχει ήδη αποδεχθεί ότι δεν ήταν εύλογα προβλεπτό και αναμενόμενο να έρχεται από απέναντι ένα σκούρο όχημα που δεν φωτίζεται σε έναν σκοτεινό δρόμο και οι αναβάτες να φορούν σκούρα χρώματα έτσι ώστε να μην υπάρχει κάτι διακριτό και να μην επιχειρηθεί η μοιραία προσπέραση. Αναφορικά με την αποδοχή μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα και απόρριψης άλλου μέρους παραπέμπω στη Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 39. Ενδεχομένως το Δικαστήριο να είχε διαφορετική κατάληξη εάν το μοιραίο μοτοποδήλατο και οι αναβάτες του είχαν φωτισμό ή κάτι που να αντανακλά την παρουσία τους, όμως αυτό το θέμα παραμένει σε θεωρητικό επίπεδο διότι δεν ίσχυε κάτι τέτοιο στην παρούσα, τραγική ομολογουμένως, υπόθεση. Ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε να αντιδράσει, έχοντας την αντίληψη του μέσου συνετού οδηγού, διότι δεν μπορούσε να αναμένει το μοιραίο μοτοποδήλατο, σε συνδυασμό με τις συνθήκες που επικρατούσαν στον δρόμο, όπως αναφέρθησαν πιο πάνω. Ο θάνατος των θυμάτων προήλθε από την μοιραία σύγκρουση μεν, αλλά ο κατηγορούμενος δεν δύναται να είναι ποινικά υπεύθυνος, διότι δεν μπορούσε ούτε να προβλέψει αλλά ούτε και να αντιδράσει στον κίνδυνο που του παρουσιάστηκε, ως πιο πάνω αναφέρθηκε. Η όλη οδική συμπεριφορά του κατηγορούμενου υπό τις περιστάσεις δεν ήταν αμελής, αλόγιστη ή επικίνδυνη και ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε αμελώς, απερίσκεπτα, αλόγιστα ή επικίνδυνα και αναπόφευκτα ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσεται και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Όμως, το Δικαστήριο αισθάνεται την ανάγκη, εν΄ όψει των τραγικών συνεπειών του επίδικου δυστυχήματος, να εκφράσει την επιθυμία όπως οι αρμόδιες αρχές φροντίσουν όπως εγκαταστήσουν τον αναγκαίο και απαραίτητο οδικό φωτισμό σε δρόμους όπου στερούνται φωτισμού, έτσι ώστε να μην βιώσει καμία οικογένεια τέτοιο τραγικό χαμό δύο νέων ανθρώπων που είχαν όλη την ζωή μπροστά τους. Θα πρέπει βεβαίως και όσοι χρησιμοποιούν οποιονδήποτε δρόμο, είτε πεζοί, είτε ποδηλάτες, είτε οδηγοί μηχανοκίνητων οχημάτων, να έχουν τον απαραίτητο και επαρκή φωτισμό έτσι ώστε να γίνονται αντιληπτοί στον δρόμο από τους άλλους οδηγούς και ιδίως οι πεζοί και οι αναβάτες ποδηλάτων ή μοτοποδηλάτων να φέρουν τέτοιον ρουχισμό ή εξοπλισμό, ο οποίος να αντανακλά την παρουσία τους. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.