Χριστάκης Σταυρινού ν. Σάββας Χριστοδούλου, Αρ. Υπόθεσης: 9362/11, 8/1/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9362/11 Χριστάκης Σταυρινού Παραπονουμένου εναντίον Σάββας Χριστοδούλου Κατηγορουμένου ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 8/1/2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον παραπονούμενο: κος Σάββας Ζαννούπας Για τον Κατηγορούμενο : κος Μιλτιάδης Μιλτιάδους Κατηγορούμενος : παρών ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τελικά μια κατηγορία, ως το τροποποιημένο κατηγορητήριο και δυνάμει προηγούμενης απόσυρσης άλλων δύο κατηγοριών. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της απάτης από πρόσωπο του οποίου είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του, κατά παράβαση ων άρθρων 2 και 118(α) του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5, των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και των νόμων 166/1987 και 43/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατά ή περί τις 2/5/2011 στην Λεμεσό της επαρχίας Λεμεσού, ενώ εγνώριζε από τις 16/9/2010 ή/και προγενέστερα ότι είχε εκδοθεί Διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του στην αίτηση αρ. 278/2009 του Ε.Δ. Λεμεσού με Δικαστικό Διάταγμα ημερομηνίας 22/5/2009, εξασφάλισε πίστωση για το ποσό των € 6,450 από τον Χριστάκη Σταυρινού με ψευδείς παραστάσεις εν γνώσει του ότι οι πιο κάτω παραστάσεις ήταν ψευδείς. Οι παραστάσεις συνίσταντο στην διαβεβαίωση και/ή παράσταση του κατηγορουμένου προς τον παραπονούμενο ότι ήταν αξιόπιστο και/ή φερέγγυο πρόσωπο και/ή πρόσωπο ικανό προς πληρωμή των χρεών του, διαβεβαιώνοντας τον παραπονούμενο ότι ουδέποτε λήφθηκαν οποιαδήποτε Δικαστικά μέτρα σχετικά με την περιουσία του, αλλά και ουδέποτε εκδόθηκε ποτέ διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του και ενώ τούτο ήταν ψευδές εν γνώσει του, καθ΄ ότι γνώριζε ότι είχε εκδοθεί Διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του και δεν αποκαταστάθηκε. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, η πλευρά της υπεράσπισης με την σύμφωνη γνώμη της πλευράς του παραπονουμένου και της έγκρισης από το Δικαστήριο, προέβη στην παραδοχή ότι το περιεχόμενο του τεκμηρίου 1 είναι αποδεχτό και για την αλήθεια του περιεχομένου του, σύμφωνα με το οποίο στα πλαίσια της αίτησης πτώχευσης με αριθμό 278/09 του Ε.Δ. Λεμεσού εκδόθηκε Διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του κατηγορουμένου στις 22/5/2009 και δεν έχει ακόμα κηρυχθεί σε πτώχευση και στις 9/8/2010 ο Επίσημος Παραλήπτης απέστειλε επιστολή στον κατηγορούμενο για να επικοινωνήσει αναφορικά με το εν λόγω διάταγμα και ο κατηγορούμενος στις 16/9/2010 προσήλθε στο γραφείο του Επίσημου Παραλήπτη και υπέβαλε ενόρκως την έκθεση καταστάσεως της περιουσίας του δυνάμει της κείμενης νομοθεσίας. Επίσης σε κατοπινό στάδιο της διαδικασίας και συγκεκριμένα με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του παραπονουμένου, η πλευρά της υπεράσπισης με την σύμφωνη γνώμη της πλευράς του παραπονουμένου και της έγκρισης από το Δικαστήριο, προέβη στην παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος εκλήθη από αρμόδιο αστυνομικό από το ΤΑΕ Λεμεσού και μετέβηκε μια φορά στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού για διερεύνηση καταγγελίας που έγινε από τον παραπονούμενο. Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε ο παραπονούμενος. Αναφέρθηκε στην γραπτή του δήλωση στην γνωριμία του με τον κατηγορούμενο και για το πως συνεργάζονταν σε τυχερό παιγνίδι τόμπολας σε σχετικό σωματείο μοιράζοντας τα τυχόν κέρδη που προέκυπταν. Ουδέποτε περιήλθε στην αντίληψη του ότι εναντίον του κατηγορουμένου είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του και μετά τις 2/5/2011 και περί τα τέλη Ιουνίου 2011 πληροφορήθηκε από το γραφείο του Επίσημου Παραλήπτη ότι ο κατηγορούμενος τελούσε σε πτώχευση και συγκεκριμένα μετά από σχετική έρευνα που έκανε, τον πληροφόρησε το γραφείο του Επίσημου Παραλήπτη ότι ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε σε πτώχευση στις 22/5/2009 στην αίτηση του Ε.Δ. Λεμεσού με αρ. 278/
- Στις 2/10/2012 ο δικηγόρος του τον ενημέρωσε τηλεφωνικώς ότι ο κατηγορούμενος δεν τελούσε τελικά σε πτώχευση αλλά είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του, ως ήταν η θέση του Επίσημου Παραλήπτη. Ο κατηγορούμενος ο ίδιος του ανέφερε τηλεφωνικώς περί τα μέσα Ιουνίου του 2011 ότι είναι πτωχεύσας για να τον ΄΄πικκάρει΄΄, ως ήταν η έκφραση του, ότι δεν μπορούσε να πάρει τα χρήματα που του όφειλε. Στις 30/4/2011 ημέρα Σάββατο το βράδυ τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο ο οποίος βρισκόταν σε σωματείο και του ζήτησε όπως αγοράσει για τον ίδιο 10 κάρτες τις οποίες και θα του τις πλήρωνε με την άφιξη του στο σωματείο αφού εκείνην την ώρα ξεκινούσε από την Πάφο με κατεύθυνση την Λεμεσό όπου βρισκόταν το σωματείο. Ο κατηγορούμενος συμφώνησε και με την άφιξη του ο παραπονούμενος πλήρωσε στον κατηγορούμενο την αξία των καρτών που ήταν € 40 και ο κατηγορούμενος του έδωσε τις κάρτες, δεδομένου όμως ότι πάντα έπαιζαν μεταξύ τους συνεταιρικά, έμεινε και ο κατηγορούμενος στον χώρο σε περίπτωση που οι κάρτες που κρατούσε ο παραπονούμενος κέρδιζαν. Μεταξύ άλλων στην τόμπολα υπήρχε όρος ότι σε περίπτωση που κάποια κάρτα έκλεινε στους 39 αριθμούς και λιγότερους, τότε ο κάτοχος της πέραν του χρηματικού ποσού των € 10,000 θα κέρδιζε μαζί και ένα αυτοκίνητο μάρκας ΄΄RENAULT MEGANE΄΄. Μια από τις κάρτες που κρατούσε ο παραπονούμενος έκλεισε στους 37 αριθμούς και ως νικητής της συγκεκριμένης παρτίδας εκτός από το εν λόγω χρηματικό ποσό έχει κερδίσει και το πιο πάνω αυτοκίνητο και θεώρησε ο ίδιος ότι ήταν σωστό όπως μοιραστεί τα χρήματα και το αυτοκίνητο με τον κατηγορούμενο όπως συνέβαινε πάντα. Το χρηματικό ποσό έχει μοιραστεί μεταξύ τους και έχει συμφωνήσει με τον κατηγορούμενο όπως μεταβούν την Δευτέρα 2/5/2011 στην αντιπροσωπεία της ΄΄RENAULT΄΄ για να κάνουν τις διαδικασίες παράδοσης του αυτοκινήτου. Στις 2/5/2011 ο κατηγορούμενος του τηλεφώνησε και του είπε όπως μεταβούν στην εν λόγω αντιπροσωπεία στην Λεμεσό για να παραλάβουν το κλειδί του αυτοκινήτου και να τους δοθεί από την αντιπροσωπεία ο αριθμός πλαισίου του αυτοκινήτου για να εκδοθεί η ασφάλεια έναντι τρίτου. Με την άφιξη τους στην αντιπροσωπεία, αμφότεροι εκδήλωσαν την πρόθεση τους προς τους υπεύθυνους της αντιπροσωπείας όπως τους δοθούν σε μετρητά η αξία του αυτοκινήτου και όταν αυτό δεν έγινε αποδεχτό και επειδή έπρεπε να βρουν έναν τρόπο για να παραλάβουν το αυτοκίνητο που βρισκόταν στο σωματείο, ο κατηγορούμενος εξέφρασε την επιθυμία όπως κρατήσει το αυτοκίνητο για τον γιο του τον Χρίστο ο οποίος εκείνην την περιοδο αποφοιτούσε από το λύκειο και θα το χρειαζόταν για τις μετακινήσεις του λόγω της κατάταξης του στην Εθνική Φρουρά. Ο παραπονούμενος δεν επιθυμούσε να κρατήσει το αυτοκίνητο διότι δεν ήταν αυτόματο για να το δώσει στην κόρη του που γνωρίζει να οδηγεί μόνο αυτόματο. Συνεπώς συμφώνησαν όπως κρατήσει το αυτοκίνητο ο κατηγορούμενος, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν είχε καμία συμφωνία με τον γιο του κατηγορουμένου και δεν εξέφρασε καμία πρόθεση όπως το αυτοκίνητο εγγραφεί στο όνομα του γιου του κατηγορουμένου. Ως προς τι θα ελάμβανε ο παραπονούμενος, ανέφερε ότι συμφώνησε προφορικά με τον κατηγορούμενο στην παρουσία υπαλλήλου της αντιπροσωπείας, όπως ο κατηγορούμενος του δώσει το ποσό των € 6,450 μέσα στις επόμενες 30 ημέρες και το εν λόγω ποσό καθορίστηκε ως το μισό της αξίας του αυτοκινήτου σύμφωνα με την τιμή πώλησης του από την πιο πάνω αντιπροσωπεία η οποία τους ενημέρωσε σχετικά. Με την σύναψη αυτής της συμφωνίας ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον ασφαλιστή του όπως εκδώσει ασφαλιστικό σημείωμα για το εν λόγω αυτοκίνητο για να μπορεί να το εγγράψει στο όνομα του. Ο παραπονούμενος ρωτώντας τον κατηγορούμενο ποια διασφάλιση θα είχε ότι θα ελάμβανε το πιο πάνω χρηματικό ποσό, ο κατηγορούμενος τον διαβεβαίωσε ότι είναι φερέγγυο και αξιόπιστο άτομο ικανό προς πληρωμή των χρεών του, πράγμα που εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι ήταν ψευδές διότι ο κατηγορούμενος γνώριζε από τις 16/9/2010 και/ή προγενέστερα ότι είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του στην αίτηση με αριθμό 278/2009 του Ε.Δ. Λεμεσού στις 22/6/
- Γνωρίζοντας ότι ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε κάποια οικονομικά προβλήματα, ο κατηγορούμενος τον διαβεβαίωσε ότι ουδέποτε λήφθηκαν οποιαδήποτε Δικαστικά μέτρα σχετικά με την περιουσία του, αλλά και ουδέποτε αυτός κηρύχτηκε σε πτώχευση ή εκδόθηκε ποτέ διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος τον διαβεβαίωσε ότι είχε καταχωρήσει στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου και ανέμενε να λάβει το χρηματικό ποσό των € 52,000 και από το ποσό αυτό θα του έδινε το πιο πάνω συμφωνηθέν ποσό. Ο παραπονούμενος γνωρίζοντας ότι κάποιος ο οποίος τελεί υπό πτώχευση δεν μπορεί να κινήσει αγωγή και δεδομένης της μακροχρόνιας φιλίας τους, είχε κάθε λόγο να πιστεύει ότι αυτά που του έλεγε ο κατηγορούμενος ήταν αληθινά και εύλογα να πιστεύει ότι ο κατηγορούμενος δεν τελούσε υπό πτώχευση ή να είχε εκδοθεί Διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του. Μετά την πάροδο 30 ημερών κάλεσε τον κατηγορούμενο για να του καταβάλει το πιο πάνω συμφωνηθέν ποσό, ο κατηγορούμενος κωλυσιεργούσε ζητώντας πίστωση χρόνου για λίγες μέρες και με την πάροδο άλλων 20 ημερών κάλεσε εκ νέου τον κατηγορούμενο ο οποίος αυτήν την φορά και που ήταν περί τα τέλη Ιουνίου 2011 του ανέφερε ότι είναι πτωχεύσας και ότι δεν μπορεί να του κάνει τίποτε και έκτοτε δεν απαντά στο τηλέφωνο. Τότε ο παραπονούμενος μετέβηκε στο ΤΑΕ Λεμεσού αλλά δεν λήφθηκε γραπτή κατάθεση παρόλο που οι αστυνομικοί τον άκουσαν και οι οποίοι επικοινώνησαν μαζί του σε κατοπινό στάδιο και τον προέτρεψαν να διορίσει δικηγόρο και τότε έμαθε ότι το πιο πάνω αυτοκίνητο έχει εγγραφεί τελικά στο όνομα του γιου του κατηγορούμενου και όχι στον κατηγορούμενο. Μετά από προτροπή του δικηγόρου του και μετά από ότι έμαθε από κάποιους γνωστούς του, πληροφορήθηκε για πρώτη φορά ότι ο κατηγορούμενος ήταν πτωχεύσας με Δικαστικό Διάταγμα από τις 22/5/2009 και στις 2/10/2012 ο δικηγόρος του τον πληροφόρησε ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι τελικά πτωχεύσας αλλά εκδόθηκε Διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του. Από τότε έδωσε οδηγίες στον δικηγόρο του να κινήσει την παρούσα διαδικασία και εξέφρασε την άποψη ότι η όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου έδειχνε ότι από την αρχή είχε αποφασίσει να μην του επιστρέψει τα χρήματα εξ΄ ου και του έδωσε τις ψεύτικες διαβεβαιώσεις αλλά και της μεταγενέστερης ενέργειας του να μεταβιβάσει το αυτοκίνητο επ΄ ονόματι του γιου του. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι στις 2/5/2011 και αφού έχουν κερδίσει, συμφώνησε με τον κατηγορούμενο όπως μεταβούν στην Λεμεσό για να παραλάβουν το συγκεκριμένο αυτοκίνητο ή να κάνουν αντιπρόταση στο σωματείο ή στην αντιπροσωπεία για να τους δοθεί χρηματικό ποσό και να το μοιραστούν εξ΄ ημισίας. Εξέφρασε την άποψη ότι ο κατηγορούμενος τον έχει ξεγελάσει και έχει εγγράψει το αυτοκίνητο στο όνομα του γιου του και αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι γνώριζε από το 2009 ότι ο κατηγορούμενος ήταν πτωχεύσας όταν τον πληροφόρησε υπάλληλος της Σ.Π.Ε. Γεροσκήπου ότι ο κατηγορούμενος ήταν πτωχεύσας και αυτός ήταν ο λόγος που ο κατηγορούμενος δεν γινόταν αποδεχτός ως εγγυητής του παραπονούμενου. Στις 2/5/2011 ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι θα εγγράψει το αυτοκίνητο στο όνομα του και ο παραπονούμενος συνομιλούσε με υπάλληλο της αντιπροσωπείας και ο κατηγορούμενος με ασφαλιστή για να του σταλεί το ασφαλιστικό έγγραφο, αργότερα όμως πληροφορήθηκε όταν έκανε την καταγγελία στο ΤΑΕ Λεμεσού ότι το αυτοκίνητο έχει εγγραφεί στο όνομα του γιου του κατηγορουμένου. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι ο κατηγορούμενος την ημέρα που βρίσκονταν στην αντιπροσωπεία του ανέφερε ότι το αυτοκίνητο δεν μπορεί να μεταβιβαστεί στο όνομα του επειδή είναι πτωχεύσας, λέγοντας ότι ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι θα κρατούσε το αυτοκίνητο για τις μετακινήσεις του γιου του που θα καταταγόταν στην Εθνική Φρουρά αλλά θα εγγραφόταν στο όνομα του κατηγορουμένου. Την επίμαχη βραδιά όπου έχουν κερδιθεί τα πιο πάνω, τηλεφώνησε από πριν στον κατηγορούμενο για να του αγοράσει κάρτες αξίας 40 ευρώ και θα του τα έδινε μέχρι την στιγμή που θα κατεύθανε από την Πάφο, αρνούμενος ταυτόχρονα σχετική υποβολή περί του αντιθέτου και επαναλαμβάνοντας τα όσα είχε πει στην κύρια εξέταση του. Αρνήθηκε σχετικές υποβολές ότι το αυτοκίνητο εγγράφηκε εν γνώσει, με την συγκατάθεση και στην παρουσία του στο όνομα του γιου του κατηγορουμένου επιδεικνύοντας του την ταυτότητα του γιου του. Ο κατηγορούμενος τον εξαπάτησε διότι του ζήτησε μέχρι το τέλος του Μάη του 2011 να του δώσει την αξία του αυτοκινήτου την οποία δικαιούτο που ήταν η μισή, και όταν πέρασε η 30/5/2011 και δεν του παρέδωσε τα χρήματα, ο κατηγορούμενος ζήτησε παράταση λόγω της εκκρεμοδικίας της αγωγής και ο παραπονούμενος το αποδέχτηκε, αρνούμενος σχετική υποβληθεία θέση περί του αντιθέτου. Ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ήταν πτωχεύσας και αυτό το έμαθε ο παραπονούμενος μετά από επικοινωνία που είχε με τον Έφορο, μέχρι που έμαθε πλήρεις λεπτομέρειες από τον δικηγόρο του και έπειτα από την παραδοχή του ιδίου του κατηγορουμένου όπως την προανέφερε. Αναφορικά με την καταγγελία που έκανε στο ΤΑΕ Λεμεσού, ο κατηγορούμενος προέβη σε παραδοχή λέγοντας όμως ότι δεν θα δώσει τίποτα και οι αστυνομικοί τον παρέπεμψαν να διορίσει δικηγόρο διότι δεν μπορούσαν να χειριστούν την υπόθεση, αρνούμενος σχετική υποβληθείσα θέση περί του αντιθέτου. Ως Μ.Κ. 2 κατέθεσε η κα Olena Yan. Ανέφερε ότι είναι η σύζυγος του παραπονουμένου και γνωρίζει επίσης τον κατηγορούμενο. Ανέφερε ότι μια φορά πήγε στο σπίτι του κατηγορουμένου με τον σύζυγο τους για τραπέζι μετά την πιο πάνω περιγραφόμενη επιτυχία στην τόμπολα και μια άλλη φορά μόνη της στο σπίτι του κατηγορουμένου όπου βρίσκονταν και η οικογένεια του για να τον ρωτήσει τι οδήγησε στην διαφωνία μεταξύ των διαδίκων αναφορικά με τα πιο πάνω κέρδη, συζητώντας το πιο πάνω θέμα και ο κατηγορούμενος της ανέφερε ότι αδυνατούσε τότε να κάνει κάτι για αυτό το θέμα και τελικά δεν πλήρωσε τον παραπονούμενο ο κατηγορούμενος. Αντεξεταζόμενη αναφέρθηκε για τις πιο πάνω επισκέψεις εκ νέου, ως επίσης και τις γενικότερες επισκέψεις που είχε με τον σύζυγο της στο σπίτι του κατηγορουμένου. Αναφορικά με τα επίδικα κέρδη, ανέφερε ότι αυτό έλαβε χώρα το τελευταίο Σάββατο του Μάη, ως επίσης και σε διάφορες άλλες ημερομηνίες μεταγενέστερες των κερδών όπου έχουν βρεθεί στο ίδιο σωματείο και για τις οποίες αναφέρθηκε και ο ίδιος ο παραπονούμενος. Με την ολοκλήρωση της κατάθεσης της πιο πάνω μάρτυρα, ο παραπονούμενος έκλεισε την υπόθεση του και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος ανέφερε στην γραπτή του δήλωση ότι κατά τον Ιούνιο του 2009 ο παραπονούμενος του ζήτησε να τον εγγυηθεί για ένα δάνειο που θα έκαμνε από την Σ.Π.Ε Γεροσκήπου. Όταν μετέβηκαν στο εν λόγω ίδρυμα, υπέγραψε τα σχετικά έγγραφα και εξήλθε περιμένοντας τον παραπονούμενο και όταν αυτός εξήλθε, του είπε ότι η υπάλληλος που είχε τα έγγραφα του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος ήταν πτωχεύσας και δεν μπορεί να τον εγγυηθεί και έφυγαν από το μέρος. Το τελευταίο Σάββατο του Απρίλη του 2011, πήγε στο σωματείο η ώρα 10:00 μ.μ. και αγόρασε 10 τόμπολες αξίας € 40 και ο παραπονούμενος του τηλεφώνησε γύρω στις 11:00 μ.μ. αναφέροντας του ότι θα έρθει γύρω στις 1:00π.μ. Όταν ο παραπονούμενος προσήλθε στο μέρος του έδωσε € 20 και έβαλαν όλες τις τόμπολες μπροστά τους και αργότερα κέρδισαν τα ίδια έπαθλα που ανέφερε και ο παραπονούμενος, μοίρασαν το χρηματικό ποσό αλλά δεν έχουν συμφωνήσει τι θα γινόταν με το αυτοκίνητο. Μετά πήγε και ζήτησε το αυτοκίνητο και του ζήτησαν να πάει την Δευτέρα 2/5/2011 και συμφώνησε με τον παραπονούμενο να πάει με το αυτοκίνητο του εκείνην την ημέρα για να τον πάρει στην Λεμεσό για να πάρει το αυτοκίνητο που κέρδισε. Την Κυριακή 1/5/2011 ο κατηγορούμενος πήγε στην Λεμεσό για να δει το αυτοκίνητο και επέστρεψε στο σπίτι του στην Αυδήμου και ο παραπονούμενος εκείνην την ημέρα δεν πήγε στο σπίτι του αλλά τυχαία μετά από λίγες μέρες. Την Δευτέρα 2/5/2011 ήλθε στην Αυδήμου ο παραπονούμενος και στην διαδρομή προς Λεμεσό συμφώνησαν όπως το αυτοκίνητο εγγραφεί στον γιο του κατηγορουμένου κ. Χρίστο Χριστοδούλου γιατί ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε να το εγγράψει επ΄ ονόματι του διότι ήταν πτωχεύσας και επειδή ο παραπονούμενος ανέφερε ότι είχε προβλήματα με τις τράπεζες. Έτσι μετέβηκαν ο κατηγορούμενος και ο παραπονούμενος στην αντιπροσωπεία του αυτοκινήτου στην Λεμεσό για να παραλάβουν το αυτοκίνητο και εκεί στην παρουσία και με την συγκατάθεση του παραπονουμένου και με τα στοιχεία της ταυτότητας του γιου του κατηγορουμένου ο οποίος δεν ήταν παρών, μεταβιβάστηκε το αυτοκίνητο στο όνομα του γιου του κατηγορουμένου και τηλεφώνησε σε ασφαλιστική εταιρεία για να ασφαλιστεί το αυτοκίνητο. Εκεί συμφώνησαν επίσης όπως ο κατηγορούμενος δώσει στον παραπονούμενο σε μετρητά το μισό της αξίας του αυτοκινήτου σε ένα μήνα και ο παραπονούμενος δεν ζήτησε εγγυήσεις για την πληρωμή του συμφωνηθέντος ποσού και ούτε τον ρώτησε καμιά φορά αν λήφθηκαν Δικαστικά μέτρα στην περιουσία του κατηγορουμένου ή εάν ήταν πτωχεύσας διότι αυτό το γνώριζε ο παραπονούμενος από τον Ιούνιο του
- Το επόμενο Σάββατο στις 7/5/2011 στο ίδιο σωματείο έγινε μια διαφωνεία μεταξύ των διαδίκων αναφορικά με νέα κέρδη στο ίδιο παιγνίδι και ο κατηγορούμενος αποφάσισε συνέπεια αυτής της διαφωνείας να μην δώσει τα συμφωνηθέντα χρήματα στον παραπονούμενο. Γύρω στα μέσα του Μάη, προφανώς του 2011, ο παραπονούμενος κατάγγειλε τον παραπονούμενο στο ΤΑΕ Λεμεσού για το θέμα του αυτοκινήτου και ο κατηγορούμενος αφού μετέβηκε εκεί και έδωσε την δική του εκδοχή, ο επί καθήκοντι λοχίας του ανέφερε ότι θα τον ειδοποιήσει σε περίπτωση που έχει κάτι, πράγμα που δεν έγινε μέχρι και σήμερα και ούτε ανοίχτηκε όποια υπόθεση εναντίον του από την αστυνομία για αυτό το θέμα. Τελευταία φορά που μίλησε με τον παραπονούμενο στο τηλέφωνο ήταν στις 7/5/2011 και καμιά φορά μετά και ούτε ο παραπονούμενος του ζήτησε τα χρήματα μετά, διότι δεν απαντούσε στα τηλεφωνήματα του μετά από αυτό που έγινε στις 7/5/
- Η σύζυγος του παραπονουμένου 15 μέρες μετά την καταγγελία στο ΤΑΕ Λεμεσού από τον παραπονούμενο, πήγε στην Αυδήμου και του ζήτησε χρήματα για το αυτοκίνητο και αυτός αρνήθηκε λέγοντας της ότι γνωρίζει πολύ καλά τον λόγο. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν είναι μέλος της Σ.Π.Ε. Γεροσκήπου. Αναφορικά με το θέμα που προέκυψε με την υπάλληλο της Σ.Π.Ε. Γεροσκήπου μίλησε με την κα Χρυστάλλα Μακρή και του είπε ότι είναι πτωχεύσας όταν υπέγραψε τα έγγραφα για το δάνειο του παραπονούμενου και συνεπώς δεν μπορεί να είναι εγγυητής και αυτό έγινε στην παρουσία του παραπονούμενου. Ανέφερε ότι η εν λόγω υπάλληλος του είπε ότι αυτό το γεγονός φαίνεται μέσα από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και ότι αν το Δικαστήριο επιθυμεί μπορεί η υπάλληλος να το παρουσιάσει, λέγοντας επίσης ότι έχει στην κατοχή του έγγραφο που αναγράφει ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να υπογράψει επειδή είναι πτωχεύσας. Την ημέρα που έγινε το περιστατικό στην Σ.Π.Ε. Γεροσκήπου ανέφερε ότι όλα έγιναν στην παρουσία του παραπονουμένου και όταν ο παραπονούμενος εξήλθε, ρώτησε τον κατηγορούμενο αν ήταν πτωχεύσας και αφού ο κατηγορούμενος δήλωσε άγνοια για το γεγονός, τηλεφώνησε σε μια δικηγόρο που τον πτώχευσε, ως η έκφραση του, και του είπε ότι είναι πτωχεύσας, αλλά δεν παρουσιάστηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και δεν ήξερε ότι ήταν πτωχεύσας, αρνούμενος ταυτόχρονα σχετικές υποβληθείσες θέσεις περί του αντιθέτου, ως επίσης αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι η υπάλληλος της Σ.Π.Ε. Γεροσκήπου του ανέφερε ότι δεν μπορεί να υπογράψει επειδή δεν είναι μέλος της. Το επίδικο βράδυ που δημιουργήθηκαν τα επίδικα κέρδη, ο παραπονούμενος του τηλεφώνησε γύρω στις 10:00 μ.μ. για να του αγοράσει τόμπολες για να παίξουν μαζί και ο κατηγορούμενος με δικά του χρήματα τις αγόρασε και για τους δύο και άξιζαν € 40 και ήταν 10 κάρτες, πέντε για τον κάθε ένα όπως του ζήτησε ο παραπονούμενος, αρνούμενος σχετικές υποβληθείσες θέσεις περί του αντιθέτου, λέγοντας ότι όλη η τύχη ήταν δική του αφού διάλεξε τις κάρτες με τα χέρια του και πλήρωσε με τα χρήματα του. Ανέφερε ότι ήταν συμφωνημένοι οι διάδικοι για το μοίρασμα των χρημάτων και όχι του αυτοκινήτου. Ανέφερε ότι είπε στον παραπονούμενο ότι δεν μπορεί να εγγραφεί το αυτοκίνητο στο όνομα του κατηγορουμένου επειδή είναι πτωχεύσας και με την ταυτότητα του γιου του ενεγγράφη σε αυτόν. Ο ίδιος ο παραπονούμενος προσφέρθηκε για να πάρει τον κατηγορούμενο στην Λεμεσό διότι το σπίτι του κατηγορουμένου είναι στο ενδιάμεσο μεταξύ Λεμεσού και Πάφου. Από το σωματείο ανέφεραν στον κατηγορούμενο να μεταβεί την Δευτέρα για να του παραδώσουν το αυτοκίνητο το οποίο ήταν σταθμευμένο έξω από το σωματείο και έτσι του παρέδωσαν τα κλειδιά, αρνούμενος ταυτόχρονα υποβολή ότι στις 1/5/2011 στο σπίτι του γιόρταζαν το γεγονός των κερδών. Αναφορικά με το ποσό των € 5,000 είπε ότι το έκανε δώρο στον παραπονούμενο και το συμφωνηθέν ποσό της μισής αξίας του αυτοκινήτου δεν το έδωσε στον παραπονούμενο διότι μετά από 15 μέρες από την πιο πάνω κερδοφορία, ο παραπονούμενος δεν του έδωσε το ακριβές ποσό που δικαιούτο από μια καινούργια κερδοφορία από την τόμπολα στο ίδιο σωματείο, παρόλο που ο κατηγορούμενος έπραξε το αντίθετο σε μια καινούργια κερδοφορία. Επανέλαβε εκ νέου τις θέσεις του αναφορικά με το πότε είχε τελευταία φορά επικοινωνία με τον παραπονούμενο και για το περιστατικό στο ΤΑΕ Λεμεσού, αρνούμενος σχετική υποβολή ότι στο ΤΑΕ Λεμεσού παραδέχθηκε ότι οφείλει το ποσό των € 6,
- Ανέφερε ότι ο παραπονούμενος του είχε εμπιστοσύνη, αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι η συμφωνία ήταν να εγγραφεί στο όνομα του κατηγορουμένου αλλά συμφώνησε σε υποβληθείσα θέση ότι ανέφερε στον παραπονούμενο ότι έχει να λαμβάνει το ποσό των € 52,
- Τέλος ανέφερε ότι σχετικό έγγραφο δεν έχει ο ίδιος αλλά έχει η Σ.Π.Ε. Γεροσκήπου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 118(α) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5, προνοεί τα ακόλουθα: «Αν πρόσωπο το οποίο κηρύχθηκε σε πτώχευση ή αναφορικά με την περιουσία του οποίου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής: (α) με την ανάληψη χρέους ή υποχρέωσης, εξασφάλισε πίστωση βάσει ψευδών παραστάσεων ή με άλλη απάτη∙ (β) με πρόθεση καταδολίευσης των πιστωτών του ή οποιουδήποτε από αυτούς διενήργησε ή προκάλεσε τη διενέργεια δωρεάς, παράδοσης ή μεταβίβασης ή επιβάρυνσης επί της περιουσίας του∙ (γ) . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .» είναι ένοχο αδικήματος και με την καταδίκη του υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος κατά παράβαση του άρθρου 118(α) του Κεφ. 5 είναι τα ακόλουθα: (α) Η εξασφάλιση πίστωσης (β) από πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του, (γ) με ψευδείς παραστάσεις ή άλλο δόλιο μέσο. (δ) Κατά την ανάληψη χρέους ή υποχρέωσης. Πίστωση σύμφωνα με το Λεξικό της Ελληνικής γλώσσας του Γεωργοπαπαδάκου είναι: παροχή χρημάτων δανείου, παροχή εμπορευμάτων που θα πληρωθούν αργότερα, εγγραφή χρέους και εγγραφή ποσού σε κρατικό προϋπολογισμό, διαθέσιμο ποσό. Σύμφωνα επίσης με το ίδιο λεξικό: Χρέος σημαίνει κάθε τι που χρωστά καθένας σε άλλο, κάθε οφειλή. Αναφορικά με τον όρο <<ψευδείς παραστάσεις>>, το άρθρο 297 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, προνοεί τα ακόλουθα: «Άρθρο 297:- Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή. Το δε άρθρο 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, προνοεί τα ακόλουθα: << Άρθρο 298:-
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.
(2)Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων. Από το λεκτικο των άρθρων 297 και 298 συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχείου του αδικήματος αυτού είναι:
- Η ψευδής παράστασης δηλ. παράσταση γεγονότος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία να είναι ψευδής στην πραγματικότητα.
- Εκείνος που προβαίνει στην παράσταση αυτή να γνωρίζει ότι η παράσταση είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή.
- Η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης.
- Με τη ψευδή παράσταση δηλ. ως αποτέλεσμα αυτής ο κατηγορούμενος να εξασφαλίζει ή να αποκτά από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Στην υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, έχει λεχθεί ότι όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή, τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης (βλ. Police v. Petrou alias Yiatros
(1971)12 J.S.C. 1524). Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington ν Fitzmaurice
(1885)29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη». Από τα όσα έχουν λεχθεί ανωτέρω σε σχέση με τα υπό αναφορά αδικήματα, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθούν αυτά πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αδικοπραγών προβαίνει σε ψευδή παράσταση, το ψευδές της οποίας γνωρίζει κατά το χρόνο που κάνει την παράσταση και περαιτέρω ότι τον ίδιο χρόνο το κάνει αυτό με σκοπό καταδολίευσης. Κατά συνέπεια κρίσιμος χρόνος για να κριθεί τόσο η γνώση του αδικοπραγούντος για το ψευδές της παράστασης όσο και η απαιτούμενη πρόθεση καταδολίευσης είναι ο χρόνος που αυτός κάνει την εν λόγω παράσταση. Όσον αφορά το στοιχείο της ψευδούς παράστασης αυτή δεν είναι ανάγκη να είναι με λέξεις. Είναι αρκετή ακόμη και συμπεριφορά και πράξεις χωρίς προφορική επικοινωνία από τα οποία συνάγεται τέτοια παράσταση. Περαιτέρω η παράσταση αυτή πρέπει να αφορά γεγονός του παρελθόντος ή του παρόντος δηλ. παράσταση ότι ένα γεγονός υπάρχει ή υπήρξε. Μια απλή έκθεση γνώμης ή υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον δεν είναι ικανοποιητική για στοιχειοθέτηση ψευδούς παράστασης. Δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά, είτε πρόκειται για παράσταση υπαρκτού γεγονότος είτε όχι, επίσης δεν αποτελεί ψευδή παράσταση. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Αν όμως παράσταση για υπάρχοντα γεγονότα συνοδεύεται και από υπόσχεση ότι ο κατηγορούμενος θα πράξει κάτι στο μέλλον τότε είναι αρκετή για απόδειξη του στοιχείου αυτού. Ψευδής παράσταση μπορεί επίσης να υπάρχει όταν δίδεται υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά σε συνδυασμό με ψευδή παράσταση ότι αυτός που υπόσχεται έχει την εξουσία να κάνει το υποσχεθέν. Πρέπει επίσης να αποδειχθεί ότι η απόσπαση έγινε γιατί η ψευδής παράσταση επενέργησε στο μυαλό του παραπονούμενου ο οποίος επειδή είτε εν όλο είτε εν μέρη στηριζόμενος στην ψευδή παράσταση παρακινήθηκε να δώσει τα χρήματα ή την περιουσία. Με άλλα λόγια η απόσπαση πρέπει να είναι αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης. (Για τα πιο πάνω βλ. Archbold 35th ed. σελ. 758-780, Russel on Crime Τόμος 2, σελ. 1171 - 1184, Police v. Kyzas
(1982)1 J.S.C. 202 και Police v. Petrou
(1971)12 J.S.C. 1524, όπου γίνεται αναφορά στη σχετική αγγλική νομολογία). Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold σελ. 775 ανωτέρω όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 124 και μπορεί να ισχύσει και για το υπό εξέταση αδίκημα έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Με βάση λοιπόν την νομική βάση που επικαλέστηκε η πλευρά του παραπονουμένου, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι ο παραπονούμενος έχει επικαλεστεί στην επίδικη κατηγορία, πέραν του ενός αδικήματος. Αν και δεν έχει προβληθεί οποιαδήποτε ένσταση αναφορικά με την ακυρότητα ή πολλαπλότητα του κατηγορητηρίου, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο υπήρξε δυσμενής επηρεασμός τψν δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 39 (γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, το οποίο διέπει τη σύνταξη κατηγορητηρίων: «η κατηγορία στο κατηγορητήριο περιγράφει εν συντομία σε κοινή γλώσσα το ποινικό αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, αποφεύγοντας στο μέτρο του δυνατού τη χρήση τεχνικών όρων και χωρίς απαραίτητα να εκτίθενται όλα τα ουσιώδη στοιχεία του ποινικού αδικήματος και περιλαμβάνει αναφορά στο άρθρο του νομοθετήματος που δημιουργεί το ποινικό αδίκημα. Όταν κάποιο ποινικό αδίκημα συνιστάται από πράγμα το οποίο απαγορεύεται από το συνδυασμένο αποτέλεσμα περισσοτέρων του ενός νομοθετημάτων, το κατηγορητήριο περιλαμβάνει αναφορά και στα δύο αυτά νομοθετήματα και αν το ποινικό αδίκημα ορίζεται από ένα και η ποινή προβλέπεται από άλλο νομοθέτημα που προβλέπει την ποινή». Σύμφωνα δε με την επιφύλαξη του άρθρου 39 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, σφάλμα στην έκθεση του αδικήματος ή των λεπτομερειών του, τότε μόνο πλήττει το κύρος του κατηγορητηρίου όταν, καταδειχθεί ότι, ο κατηγορούμενος, λόγω του λάθους αυτού παραπλανήθηκε ή επηρεάστηκε δυσμενώς στην υπεράσπιση του. Στην υπόθεση Σ. Μαρκίδη ν. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων,
(1999)2, Α.Α.Δ, 598 και συγκεκριμένα στις σελ.601 και 602, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το ζήτημα που σήμερα εξετάζεται: «Κακή στοιχειοθέτηση του κατηγορητηρίου λόγω παράλειψης συμπερίληψης στην έκθεση του αδικήματος του άρθρου 12 του Ν. 4/78, η παράλειψη συμπερίληψης οποιουδήποτε άρθρου του νόμου σχετικού προς τη στοιχειοθέτηση και οριοθέτηση του αδικήματος δεν επάγεται την ακυρότητα της κατηγορίας όπως ρητά ορίζεται από την επιφύλαξη του άρθρου 39 του Κεφ. 155. Μόνο όπου εμφαίνεται ότι ο κατηγορούμενος παραπλανήθηκε από το λάθος στη διατύπωση της κατηγορίας δικαιολογείται ένα τέτοιο συμπέρασμα. Στην πρωτόδικη απόφαση γίνεται αναφορά σε σειρά αποφάσεων διαφωτιστικών για την ερμηνεία της σχετικής επιφύλαξης. (βλ. Fourri v. The Republic
(1980)2 CLR 152, Constantinides v. The Republic
(1978)2 CLR 337, Begonia Fashions v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 451). Σχετική επί του προκειμένου είναι και η πρόσφατη απόφαση που δόθηκε από τον Ηλιάδη, Δικαστή, στην Ανδρέας Σ. Κοιλιάρης Λτδ ν. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1998)2 ΑΑΔ 194). Η κατηγορία εναντίον του εφεσείοντος θεμελιώνεται στις διατάξεις του άρθρου 20 του Κεφ. 154 η οποία εξομοιώνει τη συνέργεια με την αυτουργία, στην προκειμένη περίπτωση την παράλειψη της εταιρείας να υποβάλει τις προβλεπόμενες από το νόμο δηλώσεις και προβλεπόμενους λογαριασμούς. Το άρθρο 2 του Κεφ. 155, ρητά προβλέπει ότι συνεργός μπορεί να κατηγορηθεί ως αυτουργός. Στην πρόσφατη απόφαση μας Ch. Zakakiotis (Disco) Ltd v. Kalavas and Associates Ltd κ.α.
(1999)2 ΑΑΔ 523, εξηγείται ότι το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα ρητά προβλέπει ότι ο κάθε ένας ο οποίος εμπλέκεται στο αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών σ' αυτό μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός. (Επί του ιδίου θέματος βλ. Adini κ.α. ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 319). Χωρίς να αποφασίζουμε ότι η συμπερίληψη του άρθρου 12 του Ν. 4/78 στην έκθεση των αδικημάτων ήταν ως θέμα ορθής διατύπωσης του κατηγορητηρίου απαραίτητη, η μη συμπερίληψη του δεν είχε οποιεσδήποτε δυσμενείς επιπτώσεις στη διαμόρφωση και προβολή της υπεράσπισης του εφεσείοντος (κατηγορούμενου), διαπίστωση που θέτει τέρμα στην περαιτέρω εξέταση του θέματος.» Επίσης όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Ηλία κ.α. ν. Αστυνομίας, 1999
(2)ΑΑΔ 395, στην οποία επαναλήφθηκε παλαιότερη επί του θέματος νομολογία, «Η διαπίστωση ελαττώματος στο κατηγορητήριο δεν ακυρώνει απαραίτητα τη δίκη. Μπορεί να οδηγήσει ή να μην οδηγήσει σ' αυτό το αποτέλεσμα ανάλογα με τα περιστατικά. Εφόσον το Ανώτατο Δικαστήριο κρίνει πως το ελάττωμα δεν επηρέασε τους εφεσείοντες στην υπεράσπιση τους ή γενικότερα πως δεν προκάλεσε αδικία, οφείλει να επικυρώσει τη καταδίκη (βλ. Kyriakou v. The Welfare Officer
(1961)2 CLR 227, Panteli v. District Labour Officer Famagusta
(1985)2 CLR, Karasamanis v. Police
(1986)2 CLR 229 και Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 14). Στην υπόθεση Ανδρέας Σ. Κοιλιάρης Λτδ ν. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1998)2ΑΑΔ 194, επαναλήφθηκε η θέση ότι σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του άρθρου 39 (γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αναφορικά με την σύνταξη του κατηγορητηρίου, μόνο ουσιώδεις παρατυπίες που επιφέρουν βλάβη στο κατηγορούμενο, μπορεί να οδηγήσουν σε παραπλάνηση του, επηρεάζουν την εγκυρότητα του κατηγορητηρίου (βλ. επίσης Constantinides v. Republic
(1978)2 CLR 337, Ξυδιά κ.α. ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 174, 225).» Συμπερασματικά λοιπόν και με βάση τις αρχές και τα κριτήρια που τέθηκαν από την πιο πάνω Νομολογία, για να κριθεί ότι ένα κατηγορητήριο είναι άκυρο, θα πρέπει να συνυπάρχουν σε μια κατηγορία περισσότερα του ενός αδικήματα και να δημιουργείται σύγχυση στον κατηγορούμενο αναφορικά με ποιό ή ποιά αδικήματα βρίσκεται αντιμέτωπος, έτσι ώστε η διαδικασία και γενικά η δίκη να επηρέασε τα έννομα συμφέροντα και δικαιώματα του. Στην παρούσα υπόθεση, δεν έχω διακρίνει οποιονδήποτε επηρεασμό στα δικαιώματα του κατηγορουμένου ή στην γραμμή υπεράσπισης που ακολούθησε, διότι έχει αντιληφθεί την υπόθεση που αντιμετώπιζε μέσα από την γραμμή που χάραξε αλλά και την αντεξέταση που έκανε ιδίως στον παραπονούμενο. Συνακόλουθα κρίνω ότι δεν υπάρχει ζήτημα πολλαπλότητας ή ακυρότητας του κατηγορητηρίου. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Είναι κατ΄ αρχήν σημαντικό να τονιστεί ότι και οι δύο πλευρές ουσιαστικά, πέραν βεβαίως από τα πιο πάνω αναγραφόμενα παραδεχτά γεγονότα και του τεκμηρίου 1, συμφωνούν σε αρκετά σημεία και γεγονότα, όπως π.χ. είναι η επιτυχία τους στο τυχερό παιγνίδι, ο διαμερισμός εξ΄ ημισίας του ποσού των € 10,000 και η συμφωνία όπως ο κατηγορούμενος καταβάλει στον παραπονούμενο το ποσό των € 6,450 που αντιστοιχούσε στο μισό της αξίας του πιο πάνω αναφερόμενου αυτοκινήτου που κέρδισαν στο ίδιο παιγνίδι στις 30/4/2011 στο σωματείο ΄΄Παναθηναικός΄΄ στην Λεμεσό. Είναι επίσης παραδεχτό με βάση και το τεκμήριο 1, ότι ο κατηγορούμενος τουλάχιστον από τις 16/9/2010, ήτοι πριν από τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας υπόθεσης που είναι η περίοδος από 30/4/2011 μέχρι τις 2/5/2011, ότι εγνώριζε ότι έχει εκδοθεί εναντίον της περιουσίας του Δικαστικό Διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του στα πλαίσια της αίτησης πτώχευσης με αριθμό 278/2009 Ε.Δ. Λεμεσού στις 22/5/2009, διότι αυτό είναι και το μοναδικό και λογικό συμπέρασμα από την στιγμή που ο κατηγορούμενος σύμφωνα με το τεκμήριο 1 έχει μεταβεί στο γραφείο του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη στις 16/9/2010 και υπέβαλε ενόρκως την έκθεση καταστάσεως της περιουσίας του όπως προνοεί ο νόμος, δηλαδή είναι μια δήλωση που υποβάλλεται όταν εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας κάποιου ατόμου. Αυτό που απομένει επομένως στο Δικαστήριο να αξιολογήσει και να αποφασίσει με βάση και τα πιο πάνω εκτεθέντα συστατικά στοιχεία, κατά πόσο ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο όπως περιγράφηκε πιο πάνω, ήτοι στις 30/4/2011 μέχρι τις 2/5/2011, προέβη στις ψευδείς παραστάσεις που του αποδίδονται σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, κατά πόσο συνιστά πίστωση η ανάληψη της υποχρέωσης από τον κατηγορούμενο προς τον παραπονούμενο για την καταβολή του ποσού των € 6,450, κατά πόσο ο κατηγορούμενος εξαπάτησε τον παραπονούμενο ή απλά αθέτησε συμβατική του υποχρέωση με την μη καταβολή του χρηματικού ποσού, κατά πόσο εξαπατήθηκε ο παραπονούμενος από τον κατηγορούμενο αναφορικά με την μεταβίβαση του αυτοκινήτου στον γιο του κατηγορουμένου ή κατά πόσο αυτή η μεταβίβαση ήταν συμφωνηθείσα ή όχι και κατά πόσο ο κατηγορούμενος είχε σκοπό να καταδολιεύσει τον παραπονούμενο ή όχι. Αναφορικά με την μαρτυρία της Μ.Κ. 2, το Δικαστήριο δεν δύναται να προσδώσει σε αυτήν οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα στην μαρτυρία της έτσι ώστε να εξάξει ασφαλή συμπεράσματα, διότι η μαρτυρία της σε συνδυασμό με τα κρίσιμα αμφισβητούμενα γεγονότα, τον ουσιώδη χρόνο και τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων ως αυτά περιγράφησαν πιο πάνω, εστιάστηκε σε τέτοια θέματα και σε τέτοιους χρόνους οι οποίοι ουδόλως βοηθούν το Δικαστήριο για να το διαφωτίσουν στο έργο του προς την εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων και συμπερασμάτων. Αναπόφευκτα λοιπόν, τα κλειδιά της παρούσας υπόθεσης είναι οι πρωταγωνιστές και άμεσα εμπλεκόμενοι και γνώστες των επίδικων γεγονότων που δεν είναι άλλοι βεβαίως από τον παραπονούμενο και τον κατηγορούμενο και το Δικαστήριο θα εξετάσει και αξιολογήσει τις μαρτυρίες τους, αντιπαραβάλλοντας τις εκεί όπου είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης και εξαγωγής ευρημάτων και συμπερασμάτων. Το Δικαστήριο έχει εξετάσει με πάρα πολλή προσοχή τις μαρτυρίες του παραπονουμένου και του κατηγορουμένου που τέθηκαν τόσο γραπτώς, όσο και προφορικώς ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, ως επίσης και το Δικαστήριο έχει ιδιαίτερα προβληματιστεί για την αλήθεια αλλά και την λογική και πειστικότητα των εκατέρωθεν μαρτυριών. Μέσα λοιπόν από τον πιο πάνω δικανικό διαλογισμό αλλά και την συμπεριφορά των εν λόγω ατόμων κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αμφότεροι είπαν στο Δικαστήριο τόσο αλήθειες, όσο όμως και ψεύδη, για τους λόγους που θα επεξηγηθούν πιο κάτω. Αναφορικά με την αποδοχή μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα και απόρριψης άλλου μέρους παραπέμπω στη Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ.
- Το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι αληθής και αξιόπιστος ο ισχυρισμός του παραπονουμένου ότι δεν γνώριζε για την έκδοση του Διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του κατηγορουμένου. Ο λόγος που οδήγησε το Δικαστήριο σε αυτό το συμπέρασμα, είναι διότι ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι ο παραπονούμενος γνώριζε από το 2009 ότι είχε εκδοθεί Διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του συνεπεία της αναφοράς από αρμόδιο υπάλληλο της Σ.Π.Ε Γεροσκήπου, παρέμεινε ατεκμηρίωτος και μετέωρος διότι δεν κλήθηκε η εν λόγω υπάλληλος, αν και έχει επικαλεστεί ο κατηγορούμενος την εν λόγω υπάλληλο αναφέροντας μάλιστα ότι θα την κλητεύσει, πράγμα που τελικά δεν έγινε αν και έχει δοθεί από το Δικαστήριο σχετική αναβολή για σκοπούς κλήτευσης της και δεν έχει τεθεί οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος για την μη κλήτευση της και ο κατηγορούμενος επέλεξε να κλείσει την υπόθεση του. Το Δικαστήριο, κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης διέκρινε ότι ο κατηγορούμενος ήθελε ουσιαστικά να αποποιηθεί τις συμβατικές του ευθύνες ως προς την καταβολή προς τον παραπονούμενο του ποσού των € 6,450 που είχαν συμφωνήσει και που αντιστοιχούσε στο μισό της αξίας του αυτοκινήτου που έχουν κερδίσει οι διάδικοι. Ο λόγος που οδήγησε το Δικαστήριο στο εν λόγω συμπέρασμα, είναι επειδή ο κατηγορούμενος επικαλείτο συνεχώς, πολλές φορές και με προκλητικό και ερειστικό τρόπο, ότι όλα οφείλονταν στον ίδιο, λέγοντας ότι διάλεξε τις κάρτες με τα δικά του χέρια, πλήρωσε με τα δικά του χρήματα, ότι όλη η τύχη ήταν δική του και ότι το ποσό των € 5,000 το έδωσε στον παραπονούμενο ως δώρο, επιδεικνύοντας ομολογουμένως μια υποτιμητική και αχάριστη συμπεριφορά προς τον παραπονούμενο, αφού και οι δύο πλευρές συμφώνησαν επί τόπου να μοιράσουν το ποσό των € 10,000 όπως και έγινε και που δεν αμφισβητήθηκε από καμία πλευρά. Παρόλα αυτά όμως, το Δικαστήριο κρίνει ως μια πιο λογική και πειστική την εκδοχή του κατηγορούμενου ως προς τι οδήγησε στην ρήξη των σχέσεων μεταξύ των διαδίκων και αυτό διαφάνηκε μέσα από την ομολογουμένως αυταρχική, εγωιστική, αλαζονική και άπλειστη στάση του κατηγορουμένου απέναντι προς τον παραπονούμενο. Δηλαδή το Δικαστήριο αποδέχεται, την ομολογουμένως κυνική ομολογία του κατηγορουμένου, ότι δεν θα εκπληρώσει την συμβατική του υποχρέωση, όταν στις 7/5/2011 στο ίδιο σωματείο και στα πλαίσια του ίδιου παιγνιδιού όπου κερδήθηκαν τα πιο πάνω, ο κατηγορούμενος δεν αποδέχτηκε το ποσό που του πρόσφερε ο παραπονούμενος στα πλαίσια καινούργιας κερδοφορίας και αποφάσισε μονομερώς την μη καταβολή του εν λόγω ποσού προς τον παραπονούμενο. Συνεπώς ο κατηγορούμενος απλά παραβίασε στις 7/5/2011, ήτοι μετά τον ουσιώδη χρόνο όπως πιο πάνω διατυπώθηκε, την συμβατική του υποχρέωση αδικαιολόγητα ( αφού η νέα κερδοφορία ήταν ανεξάρτητη και αυτοτελής από την κερδοφορία των € 10,000 και του αυτοκινήτου ) η οποία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως πίστωση αλλά απλά ως ανάληψη χρέους, και συνεπώς ο κατηγορούμενος κατά την ανάληψη της υποχρέωσης του στις 2/5/2011, δεν είχε πρόθεση να εξαπατήσει τον παραπονούμενο και δεν είχε πρόθεση να τον καταδολιεύσει, αλλά είχε πρόθεση να εκπληρώσει την συμβατική του υποχρέωση και αυτό που τον οδήγησε να μην θέλει να καταβάλει το πιο πάνω ποσό είναι εξ΄ αιτίας της παρεξήγησης που έγινε στις 7/5/
- Είναι σημαντικό το λεκτικό των πιο πάνω νομοθετικών διατάξεων που δεν αφήνει καμία αμφιβολία ότι κρίσιμος χρόνος που εξετάζεται η ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου είναι ο χρόνος της ανάληψης χρέους και της τυχόν προβολής οποιονδήποτε παραστάσεων και οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία θα κατέληγε στο αποτέλεσμα να ποινικοποιούνται οι συναλλαγές και συγκεκριμένα η αθέτηση συμβατικών υποχρεώσεων σε μεταγενέστερο στάδιο. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ως αληθείς και αξιόπιστους τους ισχυρισμούς του παραπονούμενου για το αντίστοιχο θέμα και που αφορούν στο τι οδήγησε στην ρήξη των σχέσεων μεταξύ των διαδίκων και την μη καταβολή σε αυτόν του συμφωνηθέντος ποσού. Αναφορικά με την τύχη του επίδικου αυτοκινήτου, έπεισε το Δικαστήριο ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι οι διάδικοι έχουν συμφωνήσει εκ των προτέρων για την μεταβίβαση του αυτοκινήτου στο όνομα του γιου του κατηγορουμένου όπως και τελικά έγινε ( η μεταβίβαση στο όνομα του γιου του κατηγορουμένου δεν έχει αμφισβητηθεί, αμφισβητήθηκε όμως η νομιμότητα της μεταβίβασης ). Δεν έπεισε το Δικαστήριο ο ισχυρισμός του παραπονουμένου ότι έχει εξαπατηθεί με την εν λόγω μεταβίβαση, διότι το λογικά αναμενόμενο θα ήταν, αφού ήταν παρών στις 2/5/2011 στην αντιπροσωπεία και συνομιλούσε με τον αρμόδιο υπάλληλο της αντιπροσωπείας, να επιβεβαιώσει το γεγονός της μεταβίβασης στο όνομα του κατηγορουμένου, άρα να παρακολουθήσει την διαδικασία της μεταβίβασης ενός αυτοκινήτου με τέτοια αξία και όχι να μένει έκπληκτος, ως είναι ο μη αποδεχτός ισχυρισμός του, όταν έμαθε για την μεταβίβαση του αυτοκινήτου στο όνομα του γιου του κατηγορουμένου αργότερα με την καταγγελία στο ΤΑΕ Λεμεσού. Το εν λόγω συμπέρασμα ενισχύεται και από το γεγονός ότι συμφωνήθηκε να καταβληθεί στον παραπονούμενο το πιο πάνω ποσό και είναι πειστικος ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι το αυτοκίνητο θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες του γιου του εν΄ όψει της επικείμενης κατάταξης του στην Εθνική Φρουρά. Δεν έπεισε το Δικαστήριο ο ισχυρισμός του παραπονουμένου ότι ο κατηγορούμενος προέβη στις διαβεβαιώσεις και παραστάσεις που αποδίδονται σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, διότι δεν είναι λογικός και πειστικός ο ισχυρισμός του παραπονούμενου να ερωτά τον κατηγορούμενο τον οποίον γνωρίζει από τον στρατό και που ήταν χρόνια φίλοι και μοιράζονταν και στο παρελθόν κέρδη από τυχερά παιγνίδια χωρίς κανένα πρόβλημα και μάλιστα με πιο πρόσφατο παράδειγμα τον διαμοιρασμό εξ΄ ημισίας του ποσού των € 10,000 στις 30/4/2011, ποια θα ήταν η εξασφάλιση ή εγγύηση του ότι θα τηρούσε ο κατηγορούμενος την υπόσχεση του ότι θα του κατέβαλλε το ποσό των € 6,
- Αυτό το οποίο ουσιαστικά έγινε ήταν η ανάληψη της πιο πάνω υποχρέωσης από τον κατηγορούμενο χωρίς οποιαδήποτε διαβεβαίωση ή παράσταση και μάλιστα ως προς το εξειδικευμένο ζήτημα της έκδοσης διατάγματος παραλαβής της περιουσίας ή πτώχευσης. Συνεπώς ο ισχυρισμός του παραπονούμενου όχι μόνο δεν πείθει αλλά και ξενίζει εν΄ όψει της μακροχρόνιας φιλίας μεταξύ των διαδίκων και αναπόφευκτα το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτός ο ισχυρισμός είναι ψευδής και υστερόβουλος. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με βάση λοιπόν τα παραδεχτά γεγονότα, το τεκμήριο 1 το περιεχόμενο του οποίου είναι παραδεχτό, αλλά και την πιο πάνω αξιολογηθείσα μαρτυρία, το Δικαστήριο προβαίνει στα πιο κάτω ευρήματα και συμπεράσματα: Στα πλαίσια της αίτησης πτώχευσης με αριθμό 278/09 του Ε.Δ. Λεμεσού, εκδόθηκε Διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του κατηγορουμένου στις 22/5/2009 και δεν έχει ακόμα κηρυχθεί σε πτώχευση. Στις 9/8/2010 ο Επίσημος Παραλήπτης απέστειλε επιστολή στον κατηγορούμενο για να επικοινωνήσει αναφορικά με το εν λόγω διάταγμα και ο κατηγορούμενος στις 16/9/2010 προσήλθε στο γραφείο του Επίσημου Παραλήπτη και υπέβαλε ενόρκως την έκθεση καταστάσεως της περιουσίας του δυνάμει της κείμενης νομοθεσίας και συνεπώς ο κατηγορούμενος από τις 16/9/2010 γνώριζε για την ύπαρξη του εν λόγω Διατάγματος. Ο κατηγορούμενος εκλήθη από αρμόδιο αστυνομικό από το ΤΑΕ Λεμεσού και μετέβηκε μια φορά στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού για διερεύνηση καταγγελίας που έγινε από τον παραπονούμενο. Στις 30/4/2011 οι διάδικοι κέρδισαν στο παιγνίδι ΄΄τόμπολα΄΄ στο σωματείο ΄΄Παναθηναικός΄΄ στην Λεμεσό το χρηματικό ποσό των € 10,000 το οποίο συμφώνησαν να μοιράσουν μεταξύ τους εξ΄ ημισίας, όπως και έγινε, ως επίσης κέρδισαν και ένα αυτοκίνητο μάρκας ΄΄RENAULT MEGANE΄΄. Για το εν λόγω αυτοκίνητο οι διάδικοι συμφώνησαν στις 2/5/2011 όπως το εν λόγω όχημα μεταβιβαστεί επ΄ ονόματι του γιου του κατηγορουμένου για τις ανάγκες του εν΄ όψει της κατάταξης του στην Εθνική Φρουρά και εις αντάλλαγμα αυτού ο κατηγορούμενος ανέλαβε την υποχρέωση προς τον παραπονούμενο όπως του καταβάλει το ποσό των € 6,450 το οποίο αντιπροσωπεύει το μισό της αξίας του εν λόγω αυτοκινήτου. Κατά την ανάληψη της πιο πάνω υποχρέωσης που είναι και το κρίσιμο χρονικό ορόσημο με βάση την νομική βάση όπως τέθηκε πιο πάνω, ο κατηγορούμενος δεν προέβαλε τις διαβεβαιώσεις και παραστάσεις που του αποδίδονται στις λεπτομέρειες του αδικήματος. Κατά την ανάληψη της υποχρέωσης που είναι και το κρίσιμο χρονικό ορόσημο με βάση την νομική βάση όπως τέθηκε πιο πάνω, ο κατηγορούμενος δεν είχε πρόθεση καταδολίευσης του παραπονούμενου διότι είχε πρόθεση να εκπληρώσει την πιο πάνω συμβατική του υποχρέωση. Μετά τον κρίσιμο και ουσιώδη χρόνο, ήτοι στις 7/5/2011 όπου είναι ημερομηνία μεταγενέστερη της ανάληψης του χρέους, ο κατηγορούμενος χωρίς νόμιμο έρεισμα παραβίασε την συμβατική του υποχρέωση αδικαιολόγητα ( αφού η νέα κερδοφορία ήταν ανεξάρτητη και αυτοτελής από την κερδοφορία των € 10,000 και του αυτοκινήτου ) η οποία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως πίστωση αλλά απλά ως ανάληψη χρέους, και συνεπώς κατά την ανάληψη της υποχρέωσης του στις 2/5/2011 δεν είχε πρόθεση να εξαπατήσει τον παραπονούμενο και δεν είχε πρόθεση να τον καταδολιεύσει, αλλά είχε πρόθεση να εκπληρώσει την συμβατική του υποχρέωση και αυτό που τον οδήγησε να μην θέλει να καταβάλει το πιο πάνω ποσό είναι εξ΄ αιτίας της παρεξήγησης που έγινε στις 7/5/
- ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από τα αδικήματα που του αποδίδονται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει, διότι δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των ψευδών παραστάσεων και της πρόθεσης καταδολίευσης κατά την ανάληψη χρέους, ήτοι στις 2/5/2011, ως επίσης δεν έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος πέτυχε με δόλιο, απατηλό τρόπο και ψευδείς παραστάσεις την μεταβίβαση του οχήματος επ΄ ονόματι του γιου του κατηγορουμένου. Ως προς τα έξοδα, η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικά της, διότι και οι δύο πλευρές προέβαλαν ψευδείς ισχυρισμούς επί ουσιωδών θεμάτων, ως πιο πάνω αναφέρεται στο κεφάλαιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο