← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Σάββας Χαραλάμπους, Αρ. Υπόθεσης: 3995/10, 21/2/2013

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Σάββας Χαραλάμπους, Αρ. Υπόθεσης: 3995/10, 21/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B18 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Δρουσιώτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3995/10 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής και Σάββας Χαραλάμπους Κατηγορούμενου ----------------- Ημερομηνία: 21.2.2013 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για τον Κατηγορούμενο: κ. K. Σιαηλής Κατηγορούμενος παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τέσσερις κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης ενηλίκων κατά παράβαση των άρθρων 2, 9 του Νόμου που αναθεωρεί το νομικό πλαίσιο που διέπει την ειδική προστασία των προσώπων που είναι θύματα εμπορίας και εκμετάλλευσης και για συναφή θέματα, Νόμος 87

(1)/2007 και άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος την 2ην Μαίου του 2009 στην Πάφο, κατά κατάχρηση εξουσίας, μέσω απειλών, εκμεταλλεύτηκε σεξουαλικά την ZINAIDA GARAULAN από τη Μολδαβία και τώρα στην Πάφο, με κερδοσκοπικό σκοπό. Η δεύτερη κατηγορία αφορά το αδίκημα της μαστροπείας, κατά παράβαση του άρθρου 157 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, προήγαγε την ZINAIDA GARAULAN από την Μολδαβία και τώρα στην Πάφο σε κοινή πορνεία. Η τρίτη κατηγορία αφορά το αδίκημα αποζείν από κέρδη πορνείας, κατά παράβαση των άρθρων 164
(1)(α) και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, εν γνώσει του αποζούσε εξ ολοκλήρου ή μερικώς από κέρδη πορνείας. Η τέταρτη κατηγορία αφορά το αδίκημα εκμετάλλευση στην εργασία, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 8(α) του Περί Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και Προστασίας των Θυμάτων Νόμου 87(Ι)/07, άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η, ενώ ήταν εργοδότης της ZINAIDA GARAULAN από τη Μολδαβία, η οποία εργαζόταν στο νυχτερινό κέντρο «ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ», την υπέβαλε σε υποχρεωτική εργασία με την χρήση απειλών, δηλαδή, την ανάγκαζε να πηγαίνει με πελάτες του κέντρου και να έρχεται σε συνουσία παρά την θέληση της. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες και κατατέθηκαν συνολικά 15 τεκμήρια. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορουμένου υπέβαλε εισήγηση ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε καμιά από τις κατηγορίες. Αναφέρθηκε στις αρχές που διέπουν το θέμα και τόνισε ότι η μαρτυρία που έχει δοθεί από την Κατηγορούσα Αρχή είναι τόσο ανεπαρκής που δεν στοιχειοθετείται κανένα στοιχείο των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και ως εκ τούτου το Δικαστήριο από αυτό το στάδιο θα πρέπει να αθωώσει και να απαλλάξει τον κατηγορούμενο. Η ευπαίδευτος δικηγόρος της Κατηγορούσας Αρχής συμφώνησε με το δικηγόρο του κατηγορουμένου όσον αφορά τις κατηγορίες 1 και 2 ότι δεν υπάρχει μαρτυρία η οποία να δίνει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να καλέσει σε απολογία τον κατηγορούμενο. Αντίθετη ήταν η θέση της όσον αφορά τις κατηγορίες 3 και 4 τονίζοντας ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας και ως εκ τούτου με τη μαρτυρία που έθεσε στο στάδιο αυτό η Κατηγορούσα Αρχή δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία για τις κατηγορίες 3 και 4. Είναι θεμελιωμένο ότι μια κατηγορία απορρίπτεται στο στάδιο της συμπλήρωσης της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής αν δεν έχει αποδειχθεί απαραίτητο συστατικό στοιχείο της κατηγορίας ή αν η μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο να μπορεί να βασίσει σ΄ αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου (βλ. Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51). Στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης το ορθό κριτήριο δεν είναι αν έχει αποδειχθεί η ενοχή του κατηγορουμένου αλλά το κατά πόσο, σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο (βλ. Κουννίδης v. Γενικός Εισαγγελέας
(1993)2 Α.Α.Δ. 82). Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Nίκου Π. Κλεάνθους κ.ά.
(1999)2 Α.Α.Δ., σελ. 320, αφού έγινε αναφορά στη σχετική Αγγλική και Κυπριακή νομολογία, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε τα όσα τονίστηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, ότι δηλαδή η απαλλαγή ενός κατηγορουμένου, μετά τη συμπλήρωση της παράθεσης της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής δικαιολογείται όταν: α) Δεν στοιχειοθετείται εξ΄ αντικειμένου η υπόθεση λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του εγκλήματος και, β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ΄ αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Μελέτησα με προσοχή όλα τα ενώπιον μου στοιχεία, έχοντας υπόψη τις αρχές της νομολογίας σύμφωνα με τις οποίες δεν αποδεικνύεται εκ πρώτης όψεως υπόθεση όταν η Κατηγορούσα Αρχή αποτύχει να προσφέρει μαρτυρία αναφορικά με ουσιώδες συστατικό στοιχείο του αδικήματος ή όταν η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο να μπορεί να βασιστεί σ΄ αυτή. Η έρευνα μου περιστράφηκε γύρω από το κατά πόσο προσφέρθηκε μαρτυρία που αποδεικνύει εκ πρώτης όψεως, τόσο την αντικειμενική όσο και την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος (actus reus και mens rea). Έχω μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή τη μαρτυρία που έχει θέσει ενώπιον μου η Κατηγορούσα Αρχή τόσο προφορικά όσο και υπό μορφή παραδεκτών γεγονότων έχοντας υπόψη μου την εισήγηση των δικηγόρων της κάθε πλευράς. Θεωρώ σκόπιμο σ΄ αυτό το σημείο, χωρίς να προβαίνω σε αξιολόγηση της μαρτυρίας, να θέσω τα κύρια σημεία της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου. Ο Μ.Κ.1 Λοχίας 3990, Ζωνάκης Γεωργίου, είναι ο αστυνομικός ο οποίος έλαβε την ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο και αυτός που είχε στην κατοχή του όλα τα τεκμήρια τα οποία και κατέθεσε. Ο Μ.Κ.2 Αστ. 1799 Χαράλαμπος Χαραλάμπους ανέφερε ότι το Μάιο του 2009 εργάζετο στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου και ήταν τοποθετημένος στον ΟΠΕ. Στις 2.5.2009 οργανώθηκε συντονισμένη επιχείρηση από μέλη του ΤΑΕ και του ΟΠΕ Πάφου. Στις 00:30 της ιδίας μέρας επισκέφθηκε το καπαρέ με την ονομασία «ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ». Μπαίνοντας στο καπαρέ είδε δύο γυναίκες να κάθονται σε ένα καναπέ στο κέντρο του καπαρέ και ένα άντρα με άσπρο πουκάμισο να βρίσκεται πίσω από το μπαρ. Κάθισε σε ένα καναπέ, ήρθε ως γκαρσόνι ο άντρας που βρισκόταν πίσω από το μπαρ και τον ρώτησε τι θα πιεί. Μετά ήρθε δίπλα του και κάθισε η μια από τις δύο κοπέλες, επανήλθε το γκαρσόνι και τον ρώτησε πόσα θέλει για να πάρει την κοπέλα μαζί του με σκοπό να έρθει σε σεξουαλική επαφή μαζί της. Αυτός του είπε ότι πρέπει να βάλει πέντε ποτά στην κοπέλα και να πληρώσει €140 και θα μπορούσε να φύγει με την κοπέλα η ώρα 03:00. Συμφώνησε, κάθισε η κοπέλα και το γκαρσόνι της έφερνε ποτά. Η κοπέλα του ανέφερε ότι ονομαζόταν Ζήνα και ήταν από την Μολδαβία. Η ώρα 03:00 πλήρωσε το γκαρσόνι το ποσό των €150 σε τρία χαρτονομίσματα των €50 και του είπε να κρατήσει τα €10. Το πρόσωπο που του παρουσιάστηκε ως το γκαρσόνι και στο οποίο έδωσε το ποσό των €150 ανέφερε ότι ήταν ο κατηγορούμενος. Στη συνέχεια μετέβηκε σε ξενοδοχείο μαζί με την κοπέλα. Αφού μπήκαν στο δωμάτιο τη ρώτησε στην αγγλική γλώσσα πόσα θέλει να έρθει σε σεξουαλική επαφή μαζί του και του είπε €100. Της έδωσε δύο χαρτονομίσματα των €50 και τα έβαλε στην πίσω τζέπη του παντελονιού που φορούσε. Ο μάρτυρας αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο ίδιος ήπιε δύο ουίσκια και σε ερώτηση ότι το ποσό των €140 που πλήρωσε στο καπαρέ αφορούσε τα ποτά που ήπιε ο ίδιος και τα ποτά που προσέφερε στην κοπέλα απάντησε αρνητικά και ανέφερε ότι το ποσό των €140 το πλήρωσε για να έλθει σε σεξουαλική επαφή μαζί με την κοπέλα. Στην παρουσία του δεν είδε να πιέζει κανείς την κοπέλα. Η υπόλοιπη μαρτυρία δόθηκε υπό τη μορφή παραδεκτών γεγονότων. Θα προχωρήσω να εξετάσω τη μαρτυρία χωρίς φυσικά σε αυτό το στάδιο να προβαίνω σε αξιολόγηση της σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Η κατηγορία 1 αφορά την σεξουαλική εκμετάλλευση ενηλίκων κατά παράβαση του άρθρου 9 του Νόμου 87
(1)/2007 και η κατηγορία 2 αφορά μαστροπεία κατά παράβαση του άρθρου 157 του Ποινικού Κώδικα. Το άρθρο 9 αναφέρει τα ακόλουθα: «Όποιος εκμεταλλεύεται σεξουαλικά ή εκπορνεύει πρόσωπο μέσω- (α) απειλών, (β) χρήσης βίας ή άλλων μορφών εξαναγκασμού, (γ) απαγωγής, (δ) δόλου ή απάτης, (ε) κατάχρησης εξουσίας ή μιας ευπαθούς θέσης τέτοιας φύσεως ώστε το εν λόγω πρόσωπο να μην έχει άλλη αποδεκτή δυνατότητα παρά να υποταχθεί στην κατάχρηση, (στ) παροχής ή λήψης πληρωμών ή ωφελημάτων για εξασφάλιση της συγκατάθεσης του προσώπου που ασκεί έλεγχο επί άλλου προσώπου,.» Και το άρθρο 157 του Ποινικού Κώδικα αναφέρει: «Όποιος (α) .................... (β) προάγει γυναίκα σε κοινή πορνεία, είτε στη δημοκρατία είτε αλλού ή (γ) .................... (δ) ..................... Νοείται ότι κανένας δεν καταδικάζεται για αδίκημα δυνάμει του άρθρου αυτού βάσει της μαρτυρίας ενός μόνο μάρτυρα εκτός εάν τέτοια μαρτυρία ενισχύεται σε ουσιώδες σημείο της από άλλο ενοχοποιητικό αποδεικτικό στοιχείο για τον κατηγορούμενο.» Μελετώντας την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία και σε συνδυασμό με τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος στην πρώτη και δεύτερη κατηγορία διαπιστώνω ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ότι το πρόσωπο με το οποίο ο Μ.Κ.2 πήγε για σεξουαλική επαφή σε ξενοδοχείο να της έχει ασκηθεί οποιαδήποτε βία ή απειλή ή κατάχρηση εξουσίας από τον κατηγορούμενο. Επίσης δεν υπάρχει οποιαδήποτε ενισχυτική μαρτυρία πέραν της μαρτυρίας του Μ.Κ.2 για το αδίκημα της κατηγορίας 2. Ως εκ τούτου τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη κατηγορία θα πρέπει να απορριφθούν από αυτό το στάδιο. Το ίδιο μπορώ να πω ισχύει και για την κατηγορία 4 που αφορά την εκμετάλλευση στην εργασία κατά παράβαση του άρθρου 8Α του Νόμου 87
(1)/
  1. Το άρθρο 8Α αναφέρει: «
  2. Όποιος εκμεταλλεύεται την εργασία ή τις υπηρεσίες προσώπου, το υποβάλλει σε καταναγκαστική ή υποχρεωτική εργασία ή υπηρεσίες ή σε οποιασδήποτε μορφής δουλείας ή παρόμοιας πρακτικής ή υποτέλειας, μέσω- (α) απειλών,.» Επί του θέματος αυτού δεν τέθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ούτε ήρθε να καταθέσει στο Δικαστήριο το πρόσωπο που αναφέρεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος ως εργοδοτούμενη από τον κατηγορούμενο. Ο Μ.Κ.2 ήταν ξεκάθαρος ότι στην παρουσία του δεν αντελήφθηκε οποιαδήποτε απειλή ή πίεση να δέχθηκε το συγκεκριμένο πρόσωπο από τον κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου και η τέταρτη κατηγορία οδηγείται σε απόρριψη. Όσον αφορά την τρίτη κατηγορία για το αδίκημα ότι αποζούσε από κέρδη πορνείας κατά παράβαση του άρθρου 164
(1)(α) του Ποινικού Κώδικα καθοδηγούμενος από τις αρχές της νομολογίας για την εξέταση του υπό συζήτηση θέματος κατέληξα πως η Κατηγορούσα Αρχή για τη συγκεκριμένη κατηγορία έχει αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου και ο κατηγορούμενος καλείται σε απολογία στην τρίτη κατηγορία. Οι κατηγορίες 1, 2 και 4 απορρίπτονται από αυτό το στάδιο, ο κατηγορούμενος γι΄ αυτές τις κατηγορίες αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Επεξηγούνται τα δικαιώματα του κατηγορούμενου) (Υπ.) .............. Μ. Δρουσιώτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /ΑΜ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.