← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Γεώργιου Παπαονησιφόρου, Αρ. Υπόθεσης: 10065/09, 5/2/2013

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Γεώργιου Παπαονησιφόρου, Αρ. Υπόθεσης: 10065/09, 5/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B11 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ν. Κονή, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10065/09 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου και Γεώργιου Παπαονησιφόρου Κατηγορούμενου ------------------------- Ημερομηνία: 5.2.13 Για την Κατηγορούσα Αρχή: Κος N. Nεοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: Κος Γ. Γεωργίου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες: Kυκλοφορία πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 331, 332, 333, 336 και 339 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Στις λεπτομέρειες αδικήματος αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος την 20.11.02 στην Πάφο, έθεσε σε κυκλοφορία στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου, πλαστό ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο (κατηγορία αρ. 1) και Εξασφάλιση εγγραφής δια ψευδών παραστάσεων, κατά παράβαση του άρθρου 305 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Στις λεπτομέρειες αδικήματος αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος κατά τον ως άνω χρόνο και τόπο, εσκεμμένα εξασφάλισε με ψευδείς παραστάσεις την εγγραφή των τεμαχίων γης με αριθμούς 55 και 56 και αριθμούς εγγραφής 7259 και 7296 στην τοποθεσία Βουριάς, έδαφος Άρμου, στο όνομα άλλων προσώπων, χρησιμοποιώντας πλαστογραφημένο ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο (κατηγορία αρ. 2). Για να αποδείξει την υπόθεση της η κατηγορούσα αρχή, παρουσίασε επτά συνολικά μάρτυρες, τον Λοχία 837 Γεώργιο Χρυσάνθου (Μ.Κ.1), τον Σοφοκλή Γ. Παπαονησιφόρου (Μ.Κ.2), τον Α/Αστυφύλακα 2639 Ζήνωνα Ζήνωνος (Μ.Κ.3), την Κατερίνα Χαραλάμπους (Μ.Κ.4), τη Λίζα Μιχαήλ (Μ.Κ.5), τον Φοίβο Παπαονησιφόρου (Μ.Κ.6) και την Ελευθερία Παπαονησιφόρου Χαραλάμπους (Μ.Κ.7). Οι δύο πλευρές κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, κατέθεσαν εκ συμφώνου κάποια έγγραφα και δήλωσαν κάποια παραδεκτά γεγονότα τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο σε ενδιάμεση απόφαση του, έκρινε ότι η κατηγορούσα αρχή είχε κατορθώσει να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και στις δύο κατηγορίες και τον κάλεσε σε απολογία αφού του εξήγησε τα δικαιώματα του. Ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, ενώ κάλεσε ως μάρτυρα υπεράσπισης την Θεοδώρα Χριστοφόρου (Μ.Υ.). Ο Μ.Κ.1, πραγματογμώνομας του Εργαστηρίου Γραφολογίας, στην Υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών της Αστυνομίας, κατέθεσε στο Δικαστήριο την εμπιστευτική του Έκθεση ημερ. 13.2.09 (Τεκμήριο 1) που αφορούσε τρεις αμφισβητούμενες υπογραφές στο Ειδικό Πληρεξούσιο Έγγραφο ημερομηνίας 20.11.12 (Τεκμήριο 2) κάτω από τον τίτλο «Οι εντολείς» το οποίο κατέθεσε στο Δικαστήριο. Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ακόμα στο Δικαστήριο 20 φωτοαντίγραφα ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου με δείγμα γραφής και υπογραφής που αποδίδεται στον Σοφοκλή Παπαονησιφόρου (Τεκμήριο 3), 10 φωτοαντίγραφα ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου με δείγμα γραφής και υπογραφής που αποδίδονται στον Εύη Παπαονησιφόρου (Τεκμήριο 4), 20 φωτοαντίγραφα ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου με δείγμα γραφής και υπογραφής που αποδίδεται στον Γεώργιο Παπαονησιφόρου (Τεκμήριο 5), 10 φωτοαντίγραφα ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου με δείγμα γραφής και υπογραφής που αποδίδεται στον Φοίβο Παπαονησιφόρου (Τεκμήριο 6), το Διαβατήριο της Κυπριακής Δημοκρατίας με αρ. Α218143 στο όνομα Χαράλαμπος Παπαονησιφόρου με υπογραφή δείγμα (Τεκμήριο 7), αντίγραφο (carbon copy) απόδειξης κατάθεσης μετρητών του Ελληνικού Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου με υπογραφή δείγμα στο όνομα Χ. Παπαονησιφόρου (Τεκμήριο 8), δύο αποδείξεις πληρωμής της ΣΠΕ Πολεμιδιών υπ. αρ. 320302 ημερ. 11.5.05 και 333783 ημερ. 27.9.05 στο όνομα Σ. Παπαονησιφόρου με υπογραφή δείγμα στη θέση «Πελάτης» (Τεκμήρια 9Α και 9Β αντίστοιχα), δύο αποδείξεις ανάληψης μετρητών του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού υπ΄ αρ. 238851 ημερ. 23.11.07 και 1088209 ημερ. 2.10.08 στο όνομα Σ. Παπαονησιφόρου με υπογραφή δείγμα στη θέση «Υπογραφή Πελάτη» (Τεκμήρια 10Α και 10Β αντίστοιχα), απόδειξη πληρωμής της ΣΠΕ Πολεμιδιών υπ' αρ. 196491 ημερ. 26.3.03 στο όνομα Άννα Λιασή με υπογραφή δείγμα στη θέση «Πελάτης» (Τεκμήριο 11), την επιταγή των Κοινωνικών Ασφαλίσεων υπ' αρ. 43319510 ημερ. 31.3.04 στο όνομα Σοφοκλής Παπαονησιφόρου με υπογραφή δικαιούχου δείγμα (Τεκμήριο 12) και την επιταγή των Κοινωνικών Ασφαλίσεων υπ' αρ. 42886854 ημερ. 30.1.04 στο όνομα Άννα Λιασή με υπογραφή δικαιούχου δείγμα (Τεκμήριο 13). Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε στη συνέχεια στο Δικαστήριο το συγκριτικό πίνακα - τεκμήριο 14 και εξήγησε πως κατέληξε στο συμπέρασμα υπ' αρ. 1 του Τεκμηρίου 1, ότι δηλαδή η αμφισβητούμενη υπογραφή στο Τεκμήριο 2 στο όνομα Σ. Παπαονησιφόρου σε σύγκριση με τα δείγματα γραφής και υπογραφής που αποδίδονται στον Σοφοκλή Παπαονησιφόρου, όσο και με τις υπογραφές δείγμα (Τεκμήρια 3, 9Α, 9Β, 10Α, 10Β και 12) παρουσιάζουν διαφορές μεταξύ τους στα γραφολογικά γνωρίσματα, καθώς επίσης στις μικρολεπτομέρειες της γραφής και κατά την γνώμη του δεν πρόκειται για γνήσια υπογραφή, αλλά για προσπάθεια απομίμησης ή αντιγραφής από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του γνήσια υπογραφή του Σοφοκλή Παπονησιφόρου. Όσον αφορά το συμπέρασμα υπ' αρ. 2 στο Τεκμήριο 1, ο Μ.Κ.1 κατέθεσε τον συγκριτικό πίνακα - Τεκμήριο 15. Σύμφωνα με το συμπέρασμα υπ' αρ. 2, τα δείγματα που υποβλήθηκαν για σκοπούς σύγκρισης με την αμφισβητούμενη υπογραφή στο Τεκμήριο 2, στο όνομα Χαράλαμπος Παπαονησιφόρου, είναι περιορισμένα αφού πρόκειται για δύο δείγματα μόνο. Επίσης το ένα από αυτά είναι αντίγραφο στο οποίο τα ιδιαίτερα ατομικά χαρακτηριστικά δεν αποτυπώνονται με ακρίβεια. Τα πιο πάνω δεδομένα καθιστούν αδύνατη την εκφορά απόλυτης γνώμης ως προς το κατά πόσο η πιο πάνω αμφισβητούμενη υπογραφή είναι γνήσια υπογραφή του Χαράλαμπου Παπαονησιφόρου. Παρόλα αυτά, συνεχίζει ο Μ.Κ.1 στο συμπέρασμα υπ' αρ. 2, συγκρίνοντας την πιο πάνω αμφισβητούμενη υπογραφή με τις δύο υπογραφές δείγμα (Τεκμήρια 7 και 8) παρατηρούνται διαφορές στον τρόπο σχηματισμού και στη μορφή διαφόρων γραμμάτων, στις ενώσεις κάποιων γραμμάτων, στον χαρακτηριστικό τρόπο τονισμού των δειγμάτων και στην κλήση των γραμμάτων. Οι πιο πάνω διαφορές που εντοπίζονται, χαρακτηρίζονται από τον Μ.Κ.1 ως διαφορές ουσίας και ως εκ τούτου του δημιουργούν την ισχυρή πεποίθηση ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή δεν είναι γνήσια υπογραφή του Χαράλαμπου Παπαονησιφόρου. Όσον αφορά το συμπέρασμα υπ' αρ. 3, ο Μ.Κ.1 κατέθεσε στο Δικαστήριο τον συγκριτικό πίνακα - Τεκμήριο 16. Σύμφωνα με το συμπέρασμα υπ' αρ. 3 για την αμφισβητούμενη υπογραφή στο Τεκμήριο 2 στο όνομα Άννα Γ. Παπαονησιφόρου, τα δείγματα τα οποία υποβλήθηκαν για σκοπούς σύγκρισης (Τεκμήρια 11 και 13) είναι περιορισμένα αφού και πάλι πρόκειται για δύο μόνο, ενώ και η γραφή δεν είναι εξ ολοκλήρου αντίστοιχη αφού στα δείγματα αναφέρεται στο όνομα Άννα Λιασή και όχι Άννα Παπαονησιφόρου, όπως είναι η αμφισβητούμενη υπογραφή. Τα πιο πάνω, σύμφωνα πάντα με τον Μ.Κ.1 καθιστούν και πάλι αδύνατη την εκφορά απόλυτης γνώμης ως προς το κατά πόσο η αμφισβητούμενη υπογραφή είναι η γνήσια υπογραφή της Άννας Παπαονησιφόρου. Παρόλον τούτο, συνεχίζει ο Μ.Κ.1, συγκρίνοντας την πιο πάνω αμφισβητούμενη υπογραφή με τις υπογραφές δείγμα (Τεκμήρια 11 και 13) παρατηρούνται διαφορές στη μορφή και στον τρόπο σχηματισμού κάποιων γραμμάτων, στη σχέση των γραμμάτων «ννα» στο όνομα «Άννα» ως προς τη γραμμή και το γράμμα «Α» και τη σχέση των γραμμάτων με την οριζόντια γραμμή. Οι πιο πάνω διαφορές σύμφωνα με τον Μ.Κ.1 είναι διαφορές ουσίας και ως εκ τούτου του δημιουργούν την ισχυρή πεποίθηση ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή δεν είναι γνήσια υπογραφή της Άννας Παπαονησιφόρου. Στο συμπέρασμα αρ. 4 ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι δεδομένου ότι οι τρεις αμφισβητούμενες υπογραφές παρουσιάζουν έντονο το στοιχείο της προσπάθειας απομίμησης ή αντιγραφής, είναι γραμμένες με αργό ρυθμό και έχουν ασυνέπεια στα γραφολογικά γνωρίσματα που περικλείουν, η εκφορά γνώμης ως προς το κατά πόσο αυτές έγιναν από το ίδιο πρόσωπο, ή από τα συγκεκριμένα πρόσωπα, των οποίων τα δείγματα υποβλήθηκαν για σκοπούς σύγκρισης (Εύης Παπαονησιφόρου, Γεώργιος Παπαονησιφόρου (κατηγορούμενος) και Φοίβος Παπαονησιφόρου) είναι επισφαλής. Τέλος, ο Μ.Κ.1 διευκρίνισε ότι λέγοντας ισχυρή πεποίθηση, εννοεί ότι σαν ειδικός γραφολόγος έχει, για τους λόγους που εξήγησε, την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται για γνήσιες υπογραφές των προσώπων αυτών. Όμως επειδή το δειγματικό υλικό που του υποβλήθηκε ήτο περιορισμένο και στην περίπτωση της Άννας Παπαονησιφόρου δεν ήτο εξ ολοκλήρου αντίστοιχο, δεν μπορεί να κατατάξει το συμπέρασμα του στην απόλυτη βεβαιότητα και οι λόγοι που το κατατάσσει είναι θεωρητικοί. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι όταν κάποιο πρόσωπο γράψει κάτι με το χέρι του, δεν μπορεί να καθοριστεί με ποιο χέρι το έγραψε. Απλά σε κάποιες περιπτώσεις δύναται να υπάρχουν κάποιες ενδείξεις. Ερωτώμενος με βάση τις ενδείξεις κατά πόσο μπορούσε να αναφέρει με ποιο χέρι γράφτηκαν οι αμφισβητούμενες γραφές και υπογραφές, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι δεν μπορεί να καθοριστεί κάτι τέτοιο. Αν ο γράφων ήτο άνδρας ή γυναίκα, αν τα γραφόμενα έγιναν με το δεξί ή αριστερό χέρι, αν ο γράφων ήτο όρθιος ή καθήμενος, σε καλή ή κακή ψυχολογική κατάσταση, δεν μπορούν να καθοριστούν από δικαστικό ψυχολόγο και τα πιο πάνω δεδομένα δεν μπορούν να παρουσιαστούν μέσω μιας συνετής γραφολογικής εξέτασης. Αν ο γράφων ήτο καθήμενος ή όρθιος, μπορεί να επηρεάσει μια γραφή. Όμως την επηρεάζει σε κάποιο βαθμό και αυτό θα κριθεί από το σύνολο της γραφής. Επανερχόμενος στο Τεκμήριο 2, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι δεν μπορεί να απαντήσει ερωτήματα όπως αν ο συγγραφέας των αμφισβητούμενων γραφών και υπογραφών ήτο όρθιος ή καθήμενος, ή ήτο σε καλή ή κακή ψυχολογική κατάσταση ή αν είχε προβλήματα υγείας. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε στη συνέχεια ότι σε όλους μας η γραφή περικλείει μικρές ή μεγάλες παραλλαγές. Σε κάποια άτομα η παραλλαγή είναι μεγαλύτερη από άλλα πρόσωπα. Σε περιπτώσεις μη μορφωμένων προσώπων που δεν γράφουν συχνά και δυσκολεύονται όταν το κάνουν, οι αυξομειώσεις είναι σε πιο χαμηλά επίπεδα από περιπτώσεις μορφωμένων ατόμων που γράφουν πιο συχνά, πιο μηχανοποιημένα όπου υπάρχει αυτοματισμός στη γραφή τους. Όμως οι παραλλαγές αυτές δεν είναι τέτοιου βαθμού ώστε να επηρεάζουν τη γραφή άλλων προσώπων. Υπάρχει δηλαδή ένας συνδυασμός ιδιαίτερων χαρακτηριστικών στη γραφή ενός προσώπου. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε ακόμα ότι κατά τη διεξαγωγή μιας γραφολογικής εξέτασης όσα περισσότερα δείγματα γραφής ή υπογραφής έχει ο εμπειρογνώμονας, τόσο το καλύτερο. Όσον αφορά τον όρο «ισχυρή πεποίθηση» που αναφέρει στο Τεκμήριο 1, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι ο ίδιος ως γραφολόγος έχει πεισθεί ότι δεν είναι αυθεντική η υπογραφή που εξετάζεται, όμως επειδή δεν είχε ικανοποιητικό μαρτυρικό υλικό, αναφέρει στο Τεκμήριο 1 ισχυρή πεποίθηση και όχι απόλυτη βεβαιότητα, χωρίς ο ίδιος να χαρακτηρίζεται από αμφιβολία. Ως όρος όμως ο βαθμός της ισχυρής πεποίθησης είναι κατώτερος από το βαθμό της απόλυτης βεβαιότητας. Δηλαδή ο ίδιος, μετά από την επιστημονική εξέταση την οποία διενέργησε, εκφράζει ισχυρή πεποίθηση και όχι απόλυτη βεβαιότητα. Ζητήθηκε από τον Μ.Κ.1 να συγκρίνει τις υπογραφές στο Τεκμήριο 2 με αυτές του Τεκμηρίου Α γι' αναγνώριση και ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι με βάση την ειδικότητα του δεν μπορεί να απαντήσει. Ως ένας μάρτυρας όμως που τις βλέπει με γυμνό μάτι λέει ότι η γενική μορφή των γραφών αυτών ομοιάζει. Επανεξεταζόμενος ο Μ.Κ.1 σχολιάζοντας την αναφορά του όσον αφορά τη σύγκριση με γυμνό μάτι των υπογραφών στο Τεκμήριο 2 και Τεκμήριο Α γι' αναγνώριση, ανέφερε ότι το δικό του μάτι λόγω ιδίως της ειδικότητας του να λειτουργεί διαφορετικά από το μάτι άλλων ανθρώπων. Ο Μ.Κ.2 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι κατάγεται από τη Μεσόγη της Επαρχίας Πάφου και διαμένει στη Λεμεσό. Είχε δύο αδέλφια, τον Χαράλαμπο που ήταν ο μεγαλύτερος από τα αδέλφια και απεβίωσε το Σεπτέμβριο του έτους 2003 και την Άννα που ήταν μεγαλύτερη του και απεβίωσε την 15.2.2004. Ο κατηγορούμενος είναι αδελφότεχνος του. Ο Μ.Κ.2 ανέφερε στη συνέχεια ότι όταν πέθανε η Άννα, ήρθε μια μέρα στο σπίτι του ο Γιώργος Παπαονησιφόρου, γιος του αδελφού του Χαράλαμπου (ο κατηγορούμενος) μαζί με τη γυναίκα του Μυριάνθη. Ο κατηγορούμενος του είχε φέρει κάποια έγγραφα για να τα υπογράψει και του ανέφερε ότι ήταν για να γίνει έρευνα στο Κτηματολόγιο της Πάφου για να διαπιστώσει τι περιουσία είχαν οι γονείς του. Ο ίδιος επειδή δεν ήξερε τι ακριβώς είχε ο πατέρας του στο όνομα του, δέχτηκε και υπέγραψε τα έγγραφα που του έδωσε ο κατηγορούμενος για να γίνει η έρευνα. Όταν πέθαναν και τα δύο του αδέλφια, ο νόμιμος κληρονόμος της περιουσίας των γονιών του ήταν ο ίδιος. Ο ίδιος δεν είχε αποκτήσει παιδιά. Μετά που υπέγραψε τα έγγραφα αυτά, δεν άκουσε οτιδήποτε από τον κατηγορούμενο, ούτε τον πήρε τηλέφωνο για να του πει τι έγινε. Τότε αποφάσισε από μόνος του να κάνει κάποιες ενέργειες μέσω δικηγόρου. Έτσι το Σεπτέμβριο του έτους 2007, έδωσε την υπόθεση σε κάποια δικηγόρο. Κατά το τέλος του μήνα Οκτωβρίου 2007 η δικηγόρος του ανέφερε ότι κατά την έρευνα που έκανε στο Κτηματολόγιο στην Πάφο βρήκε ένα ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο υπογραμμένο από τον ίδιο και τα δύο του αδέλφια, το οποίο χρησιμοποιήθηκε για να μεταβιβαστούν δύο χωράφια που ήταν των γονιών του και τα κληρονόμησαν στο όνομα του κατηγορούμενου. Η δικηγόρος του έδειξε φωτοαντίγραφο του πληρεξουσίου που είναι ημερομηνίας 20.11.2002 (Τεκμήριο 2) και σ' αυτό αναφέρεται ότι αυτός και τα δύο του αδέλφια, διόρισαν τον Γιώργο Παπαονησιφόρου που έχει ταυτότητα 67662, όπως παρουσιαστεί στο Κτηματολόγιο της Πάφου και μεταβιβάσει στο όνομα του δύο κτήματα που βρίσκονται στην τοποθεσία «Βουριάς-Λαονίτης» στο χωριό Άρμου στην Πάφο. Το ένα έχει στοιχεία αρ. εγγραφής 7295, Φύλλο Σχέδιο 4/5, αριθμός τεμαχίου 55, έκτασης δύο δεκαρίων και 342 τετραγωνικών μέτρων. Το άλλο έχει αριθμό εγγραφής 7296, Φύλλο Σχέδιο 4/5, τεμάχιο 56 και έχει έκταση τρία δεκάρια και 679 τετραγωνικά μέτρα. Τα δύο κτήματα εφάπτονται μεταξύ τους. Ο ίδιος ανέφερε στη δικηγόρο του ότι τέτοιο πληρεξούσιο έγγραφο δεν υπέγραψε ποτέ του και ούτε του ζήτησε ποτέ ο κατηγορούμενος να υπογράψει τέτοιο έγγραφο. Επίσης πριν πεθάνουν τα αδέλφια του, δεν έγινε καμία συζήτηση από τους συγγενείς για την περιουσία που είχε ο πατέρας του. Τα δύο κτήματα εγγράφηκαν στις 8.10.02 στο όνομα του και των δύο του αδελφιών. Στο πληρεξούσιο υπάρχει υπογραφή δική του, δηλαδή το όνομα του, αλλά δεν υπέγραψε ο ίδιος. Μοιάζει με την υπογραφή του αλλά είναι σίγουρος ότι δεν είναι η δική του και ούτε υπάρχει περίπτωση να υπέγραψε το πληρεξούσιο χωρίς να ξέρει τι υπογράφει. Ο ίδιος ενημέρωσε τον αδελφότεχνο του τον Φοίβο Παπαονησιφόρου (Μ.Κ.6)που είναι ο αδελφός του κατηγορούμενου και μόλις είδε το πληρεξούσιο έγγραφο, ανέφερε ότι αποκλείεται να είναι η υπογραφή του πατέρα του Χαράλαμπου και ότι ουδέποτε ο πατέρας του υπέγραψε τέτοιο πληρεξούσιο έγγραφο. Ο ίδιος υποψιάζεται ότι και οι τρεις υπογραφές είναι πλαστογραφημένες. Η Άννα ήταν παντρεμένη και ο σύζυγος της πέθανε το 1990 και δεν απέκτησε παιδιά. Ο αδελφός του ο Χαράλαμπος είχε πέντε παιδιά, τον Μ.Κ.6, τον Γιώργο (κατηγορούμενο), τον Ανδρέα που μένουν στην Πάφο και την Ελευθερία (Μ.Κ.7) και τον Ευστάθιο που ζουν μόνιμα στην Ελλάδα. Το πληρεξούσιο αυτό είναι πιστοποιημένο από τον Πρόεδρο του Κοινοτικού Συμβουλίου Μεσόγης Νικόλα Λάμπρου, ο οποίος ήταν Κοινοτάρχης μέχρι το έτος 2008. Ο ίδιος ουδέποτε υπέγραψε το πληρεξούσιο αυτό έγγραφο αυτό και ούτε υπέγραψε την παρουσία του Νικόλα Λάμπρου. Πρόκειται για πλαστογραφία της υπογραφής του και υποψιάζεται ότι την υπογραφή του πλαστογράφησε ο κατηγορούμενος και η γυναίκα του. Ο Μ.Κ.2 ανέφερε τέλος ότι ούτε η υπογραφή που υπάρχει στο Τεκμήριο 2 στο όνομα της αδελφής του Άννας, ανήκει σ' αυτήν αφού η αδελφή του φοίτησε μέχρι τη δευτέρα τάξη του Δημοτικού και θα έπρεπε να της αναφέρει κάποιος τα γράμματα για να γράψει οτιδήποτε. Ούτε η υπογραφή στο όνομα του αδελφού του Χαράλαμπο ανήκει στον ίδιο. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι γνωρίζει τον Νικόλα Λάμπρου, Κοινοτάρχη Μεσόγης. Ανέφερε ακόμα ότι πριν συνταξιοδοτηθεί εργάστηκε ως Τελωνειακός υπάλληλος και έφθασε μέχρι τη βαθμίδα του Τελωνειακού Λειτουργού 2ης Τάξης. Προηγουμένως είχε ολοκληρώσει τη φοίτηση του στο Λύκειο και έδωσε κάποιες εξετάσεις στα Αγγλικά. Μετέβηκε στην Αγγλία όπου παρακολούθησε μαθήματα στενογραφίας. Υποδείχθηκε στον Μ.Κ.2 το Τεκμήριο Α γι' αναγνώριση και αναγνώρισε σ' αυτό την υπογραφή του. Ανέφερε ότι το έγγραφο αυτό το υπέγραψε χωρίς να το διαβάσει έχοντας την εντύπωση ότι έδινε τη δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε έρευνα στο Κτηματολόγιο για κάποια «καταπατημένα» εδάφη. Ο ίδιος έχει πέντε αδελφότεχνους και τους εκτιμά όλους. Δεν διάβασε το Τεκμήριο Α γι' αναγνώριση προτού το υπογράψει γιατί είχε εμπιστοσύνη στον κατηγορούμενο. Όταν έθεσε την υπογραφή του επί του Τεκμηρίου Α γι' αναγνώριση, δεν υπήρχαν σ' αυτό άλλες υπογραφές. Ο ίδιος θεωρεί ότι οι υπογραφές που υπάρχουν στο όνομα των αδελφιών του δεν είναι αυθεντικές υπογραφές τους. Αρνήθηκε ότι υπέγραψε το Τεκμήριο Α γι' αναγνώριση ενώπιον του Κοινοτάρχη Μεσόγης και δύο μελών του Κοινοτικού Συμβουλίου. Αρνήθηκε επίσης ότι υπέγραψε το Τεκμήριο 2 ενώπιον του Κοινοτάρχη Μεσόγης και δύο μελών του Κοινοτικού Συμβουλίου. Αρνήθηκε ακόμα ότι ο ίδιος και τα αδέλφια του μετάνιωσαν που υπέγραψαν και ανέφεραν ότι δεν υπέγραψαν τα έγγραφα αυτά. Ο Μ.Κ.2 ανέφερε επίσης ότι ο ίδιος έμενε μαζί με την αδελφή του Άννα στο ίδιο μέρος, στην ίδια πόλη. Η αδελφή του δεν μπορούσε να γράψει οτιδήποτε μόνη της και για να κάνει κάτι τέτοιο θα έπρεπε να της κρατάει το μολύβι. Η υπογραφή στο Τεκμήριο 2 που της αποδίδεται, δεν ανήκει σ' αυτήν. Όσον αφορά τον αδελφό του Χαράλαμπο, αυτός ήξερε να υπογράφει αφού εργάστηκε ως επιστάτης σε οδικά έργα. Ο ίδιος ήξερε το γραφικό του χαρακτήρα και η υπογραφή που του αποδίδεται στο Τεκμήριο 2 δεν ανήκει σ' αυτόν. Τέλος, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι το Τεκμήριο Α γι' αναγνώριση το υπέγραψε όταν η αδελφή του Άννα ήτο εν ζωή και΄όχι μετά που πέθανε η αδελφή του ως αναφέρει στη γραπτή του κατάθεση στην Αστυνομία (Τεκμήριο 17), η οποία αποτελεί μέρος της κυρίως εξέτασης του και απέδωσε την αναφορά του αυτή στο Τεκμήριο 17 σε λάθος. Επανεξεταζόμενος ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι όταν ο κατηγορούμενος του προσκόμισε το Τεκμήριο Α γι' αναγνώριση για να το υπογράψει το έγγραφο αυτό δεν έφερε σφραγίδες ή χαρτόσημα. Ο Μ.Κ.3 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι είναι ο ανακριτής της υπόθεσης. Ο Μ.Κ.3 αναφέρθηκε απλά στις διάφορες ενέργειες στις οποίες προέβηκε ως επίσης στα διάφορα τεκμήρια τα οποία συνέλεξε, παρέλαβε ή παρέδωσε, όπως το ειδικό πληρεξούσιο - Τεκμήριο 2, τα δείγματα γραφής, υπογραφής των Σοφοκλή Παπαονησιφόρου, Γεώργιου Παπαονησιφόρου (κατηγορούμενος), Εύη Παπαονησιφόρου (Τεκμήρια 3, 5 και 4 αντίστοιχα), το Κυπριακό Διαβατήριο υπ' αρ. Α218143 του Χαράλαμπου Παπαονησιφόρου (Τεκμήριο 7), το αντίγραφο απόδειξης μετρητών του Ελληνικού Ταμιευτηρίου Πάφου ημερ. 7.8.97 (Τεκμήριο 8). Ο Μ.Κ.3 κατέθεσε στο Δικαστήριο τη γραπτή κατάθεση του κατηγορούμενου ημερ. 3.3.09 (Τεκμήριο 19), ως επίσης τη γραπτή κατηγορία (Τεκμήριο 20), αλλά και τη γραπτή κατάθεση του κατηγορούμενου ημερ. 21.2.08 (Τεκμήριο 21). Ο Μ.Κ.3 κατέθεσε ακόμα υπεύθυνη δήλωση του κατηγορούμενου ημερομηνίας 29.11.02 (Τεκμήριο 22), δύο φόρμες τύπου Ν.63 του Κτηματολογίου Πάφου (Τεκμήριο 23) ένα πιστοποιητικό της Χωριτικής Αρχής Άρμου (Τεκμήριο 24), ένα αρχικό πιστοποιητικό της Χωριτικής Αρχής Άρμου (Τεκμήριο 25), μια επιστολή της Άννας Γ. Παπαονησιφόρου (Τεκμήριο 26), δύο πιστοποιητικά (τίτλους) εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας που αφορούν τα τεμάχια γης 7295 και 7296 στην τοποθεσία «Βουριάς» του χωριού Άρμου με ιδιοκτήτες την Εύη Σοφοκλέους και τους Γιάννη και Εύη Παπαονησιφόρου αντίστοιχα (Τεκμήριο 27) και δύο πιστοποιητικά (τίτλους) εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας που αφορούν τα τεμάχια γης 7295 και 7296 στην τοποθεσία «Βουριάς» του χωριού Άρμου με ιδιοκτήτες τους Αντρέα Κωνσταντίνου και Μιχάλη Νικολάου αντίστοιχα. Τέλος, ο Μ.Κ.3 αναφέρθηκε σε άλλα έγγραφα, όπως στα Τεκμήρια 10Α, 10Β, 11, 9Α, 9Β, 13 και 12. Σημειώνεται ότι κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του Μ.Κ.3 οι δύο πλευρές δήλωσαν ως παραδεκτά γεγονότα ότι τα τεκμήρια που είχαν ήδη κατατεθεί, είναι αυτά που αναφέρει ο Μ.Κ.3 στη γραπτή του κατάθεση ημερ. 10.3.09 - Τεκμήριο 18 (και αποτελεί μέρος της κυρίως εξέτασης του) ως επίσης ότι λήφθηκαν και διακινήθηκαν νομότυπα. Τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Κ.3, συμφώνησε ότι τις 28.7.08 έλαβε κατάθεση από τον Νικόλα Λάμπρου, Κοινοτάρχη του χωριού Μεσόγης, ως επίσης ότι κατά το χρόνο που του λάμβανε κατάθεση, του υπέδειξε το Τεκμήριο 2. Το εν λόγω πρόσωπο βεβαίωσε ότι τα άτομα που υπέγραψαν το Τεκμήριο 2 παρουσιάστηκαν ο καθένας ξεχωριστά στο γραφείο του. Ο Μ.Κ.3 συμφώνησε επίσης με τη θέση ότι το Τεκμήριο 26 (επιστολή της Άννας Γ. Παπαονησιφόρου προς το Διευθυντή Κτηματολογίου Πάφου), είναι το μόνο έγγραφο στο οποίο αναφέρεται το πλήρες όνομα του εν λόγω προσώπου, συμπληρώνοντας ότι το εν λόγω πρόσωπο σε άλλα έγγραφα υπέγραψε με διαφορετικό τρόπο. Το Τεκμήριο 26 ανέφερε ακόμα ο Μ.Κ.3 δεν στάληκε για γραφολογικές εξετάσεις γιατί είναι αντίγραφο και αντίγραφα δεν αποστέλλονται για τέτοιου είδους εξετάσεις. Λίγο μετά το τέλος της μαρτυρίας του, ο Μ.Κ.3 επανακλήθηκε ως μάρτυρας. Η Κατηγορούσα Αρχή δεν είχε ερωτήσεις και κατά την αντεξέταση η υπεράσπιση ζήτησε να κατατεθεί στο Δικαστήριο η γραπτή κατάθεση του Κοινοτάρχη Μεσόγης Νικόλα Λάμπρου (Τεκμήριο 29). Η Μ.Κ.4 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι εργάζεται στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου ως υπεύθυνη του Κλάδου Δηλώσεων/Μεταβιβάσεων και υποθηκών. Η Μ.Κ.4 ανέφερε στη συνέχεια ότι στις 29.11.02 ο Γιώργος Παπαονησιφόρου (κατηγορούμενος) με ειδικό πληρεξούσιο παρουσιάστηκε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της ΄Αννας Γ. Παπαονησιφόρου και Χαράλαμπου Γ. Παπαονησιφόρου και Σοφοκλή Παπαονησιφόρου και με τη δήλωση Δωρεάς αρ. Α2325/02 μεταβίβασε επ' ονόματι του τα ακίνητα με αρ. εγγραφής 7295 και 7296 του χωριού Άρμου. Το ειδικό πληρεξούσιο ήταν ικανοποιητικό και πιστοποιημένες οι υπογραφές από τον Κοινοτάρχη του χωριού Μεσόγης και παρέδωσε το πρωτότυπο του στην Αστυνομία, καθώς επίσης και τη σχετική Υπεύθυνη Δήλωση του Γεώργιου Παπαονησιφόρου με αρ. ΔΕ 100. Υποδείχθηκαν στην Μ.Κ.4 το Τεκμήριο Α γι' αναγνώριση και το Τεκμήριο 2 και η Μ.Κ.4 ανάφερε ότι είναι και τα δύο ειδικά πληρεξούσια υπογραμμένα και πιστοποιημένα. Το λεκτικό του Τεκμηρίου 2 είναι ορθό και συνάδει με τις οδηγίες του Τμήματος της, ενώ το περιεχόμενο του Τεκμηρίου Α γι' αναγνώριση είναι κάπως αόριστο αφού δεν αναφέρει ποια ακριβώς ακίνητα, δηλαδή τα ακριβή στοιχεία τους, που θα πρέπει να μεταβιβαστούν. Επομένως, συνέχισε η Μ.Κ.4, δεν θα μπορούσε να γίνει μεταβίβαση ακινήτου μέσω του Τεκμηρίου Α γι' αναγνώριση αφού δεν θα γινόταν αποδεκτό. Αντεξεταζόμενη η Μ.Κ.4 συμφώνησε ότι με βάση το Τεκμήριο 2 θα μπορούσε να γίνει μεταβίβαση μόνο δύο ακινήτων (δηλαδή αυτών που αναφέρονται σ' αυτό) στο χωριό Άρμου. Η Μ.Κ.4 δέχθηκε επίσης ότι το Τεκμήριο Α γι' αναγνώριση αναφέρεται σε όλα τα ακίνητα στο χωριό Άρμου. Διευκρίνισε όμως ότι δεν μπορούσε να γίνει μεταβίβαση δυνάμει του Τεκμηρίου Α γι' αναγνώριση. Η Μ.Κ.5 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο ο οποίος είναι συγχωριανός της. Η Μ.Κ.5 ανέφερε στη συνέχεια ότι από το έτος 2000 μέχρι και τον Οκτώβριο του έτους 2005 εργαζόταν ως έκτακτη υπάλληλος στο Κτηματολόγιο Πάφου στο Τμήμα Μεταβιβάσεων και Υποθηκών. Την 9.3.09 της υποδείχθηκε από τον αστυφύλακα 2639 Ζ. Ζήνωνος (Μ.Κ.3) μια υπεύθυνη δήλωση του Κτηματολογίου - τύπος Δ.Ε. 100 με δηλών τον Γεώργιο Παπαονησιφόρου Δ.Τ. 067662 (κατηγορούμενο) με ημερομηνία υπογραφής 29.11.02. Η υπογραφή του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού που φαίνεται στο πιο πάνω έγγραφο αναγνώρισε ότι είναι δική της και θυμάται ότι ο Γεώργιος Παπαονησιφόρου (κατηγορούμενος) υπέγραψε στην παρουσία της. Υποδείχθηκε στην Μ.Κ.5 το Τεκμήριο 22 και η Μ.Κ.5 αναγνώρισε σ' αυτό τη δική της υπογραφή ως επίσης ότι πρόκειται για το έγγραφο που υπέγραψε ο κατηγορούμενος στην παρουσία της. Το Τεκμήριο 22 συνέχισε, είναι μια υπεύθυνη δήλωση, Δ.Ε.100 η οποία συμπληρώνεται από τον αντιπρόσωπο όταν έχει στην κατοχή του πληρεξούσιο έγγραφο και στο οποίο αναγράφει τα στοιχεία του και δήλωση ότι έχει εξουσιοδοτηθεί να προχωρήσει στη συγκεκριμένη μεταβίβαση. Η Μ.Κ.5 αναγνώρισε στο Τεκμήριο 2 την υπογραφή της συμπληρώνοντας ότι πρόκειται για το έγγραφο (ειδικό πληρεξούσιο) με βάση το οποίο έγινε η μεταβίβαση. Υποδείχθηκε στην Μ.Κ.5 το Τεκμήριο Α γι' αναγνώριση και η Μ.Κ.5 ανέφερε ότι δεν θα δεχόταν να γίνει η μεταβίβαση τη συγκεκριμένη ημερομηνία σε περίπτωση που της παρουσιαζόταν αυτό το έγγραφο (αντί του Τεκμηρίου 2) γιατί το Τεκμήριο Α γι' αναγνώριση έχει αόριστο περιεχόμενο. Ένα ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο θα πρέπει να αναφέρει τα στοιχεία του ακινήτου που θα μεταβιβαστεί. Η Μ.Κ.5 δεν αντεξετάστηκε. Ο Μ.Κ.6 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ο πατέρας του Χαράλαμπος Παπαονησιφόρου απεβίωσε το έτος 2003 και η μητέρα του Ελισάβετ το έτος 1996. Ο ίδιος έχει τέσσερα αδέλφια, τον Γιώργο (κατηγορούμενος) που είναι ο πρωτότοκος, τον Ανδρέα, τον Ευστάθιο και την Ελευθερία (Μ.Κ.7). Ο Ευστάθιος και η Μ.Κ.7 διαμένουν μόνιμα στην Αθήνα με τις οικογένειες τους. Ο Μ.Κ.6 ανέφερε στη συνέχεια ότι το καλοκαίρι του έτους 2007 ο ίδιος μαζί με όλα τα αδέλφια του αποφάσισαν να προβούν σε έρευνα στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου ούτως ώστε να πληροφορηθούν τα περιουσιακά στοιχεία των γονέων τους. Έτσι συμφώνησαν με τη δικηγόρο τους όπως διενεργήσει για λογαριασμό τους σχετική έρευνα για όλα τα περιουσιακά στοιχεία των γονέων τους. Την 28.10.07 και περί ώρα 12:30 το μεσημέρι, αφού είχε μιλήσει τηλεφωνικώς προηγουμένως με την δικηγόρο, αυτή ήρθε στο σπίτι του και του παρουσίασε κάποιο πληρεξούσιο έγγραφο με υπογραφές. Αφού ήρθε, του υπέδειξε κάποιο πληρεξούσιο στο οποίο αναγράφετο ότι η Άννα Παπαονησιφόρου, η οποία είναι αδελφή του πατέρα του, ο πατέρας του και ο Σοφοκλής Παπαονησιφόρου (Μ.Κ.2), ο οποίος είναι αδελφός του πατέρα του του μακαρίτη εξουσιοδοτούσαν ως ειδικό πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τον Γεώργιο Παπαονησιφόρου, Δ.Τ. 67662 από τη Μεσόγη, ο οποίος είναι αδελφός του (κατηγορούμενος), για δύο κτήματα στην τοποθεσία «Βουριάς - Λαονίτης» του χωριού Άρμου στην Πάφο με πιστοποιητικά εγγραφής αρ. 7295 και 7296 του Φ/Σχ. 51/5, τεμ. 55 και 56. Στο τέλος του πληρεξουσίου από ότι είδε, υπήρχαν οι υπογραφές κατά σειρά της θείας του Άννας, του πατέρα του και του θείου του Σοφοκλή ημερομηνίας 20.11.02. Όσον αφορά το πληρεξούσιο αυτό, κάτι δεν του άρεσε στις υπογραφές λόγω του ότι γνώριζε την υπογραφή του πατέρα του και η υπογραφή που υπήρχε στο πληρεξούσιο αυτό δεν έμοιαζε με αυτή του πατέρα του. Εν συνεχεία, μετέβηκε στο σπίτι του Μ.Κ.2 στη Λεμεσό για να δει κατά πόσο η υπογραφή που φαινόταν στο όνομα του ήταν πράγματι δική του. Αφού του έδειξε το πληρεξούσιο αυτό, ο θείος του διαπίστωσε ότι πράγματι η υπογραφή που υπήρχε στο πληρεξούσιο δεν ήταν δική του. Όσον αφορά όμως τη θεία του την Άννα, αυτή πέθανε το 2004. Ο πατέρας του κατά την πιο πάνω ημερομηνία βρισκόταν μόνιμα στην Ελλάδα και συγκεκριμένα διέμενε μόνιμα στην αδελφή του λόγω του ότι έπασχε και από την ασθένεια Αλσχάϊμερ και ήθελε βοήθεια. Ο πατέρας του ήρθε ξανά στην Κύπρο το Φεβρουάριο του 2003 λόγω του ότι πάντρευε την κόρη του και έμεινε μόνιμα μέχρι που πέθανε. Επίσης στο τέλος του πληρεξουσίου εγγράφου υπήρχε πιστοποίηση των υπογραφών από τον κοινοτάρχη του χωριού Μεσόγης Νικόλα Λάμπρου, ο οποίος και υπογράφει σχετικά. Σε καμία περίπτωση ο πατέρας του δεν του ανέφερε για τέτοιο πληρεξούσιο και ούτε πρόκειτο να κάνει τέτοιο πράγμα. Όσον αφορά τα τεμάχια με αριθμούς 55 και 56, έχουν έκταση 2.342 τ.μ. και 3.679 τ.μ. αντίστοιχα, τα οποία από ότι έμαθε, ο κατηγορούμενος τα έκανε δωρεά, το ένα στη νύφη του Εύη Παναγιώτου και το άλλο στα δύο του παιδιά Εύη και Γιάννη. Ο ίδιος αμφισβητεί τις υπογραφές και νομίζει ότι ο κατηγορούμενος ή κάποιος άλλος έκανε την πλαστογραφία αυτή. Σε καμία περίπτωση ο πατέρα του δεν θα έκανε τέτοιο πράγμα γιατί είχε όλα του τα παιδιά το ίδιο. Ο Μ.Κ.6 ανέφερε ακόμα ότι από ότι πληροφορήθηκε, τα δύο πιο πάνω ακίνητα πωλήθηκαν σε τρίτα πρόσωποα έναντι του συνολικού ποσού των €500.000 περίπου. Ο Μ.Κ.6 ανέφερε επίσης ότι στο μεταξύ ο ίδιος και τα υπόλοιπα αδέλφια του ήλθαν σε συμφωνία με τον κατηγορούμενο να δώσει σε όλους από ένα μερίδιο για να «κλείσει» η υπόθεση και ο κατηγορούμενος έδωσε σε όλα τα αδέλφια του επιταγές για το ποσό των €50.000 η κάθε μια. Είναι η δεύτερη φορά που έκανε κάτι τέτοιο ο κατηγορούμενος, και την πρώτη φορά οι επιταγές είχαν «λήξει» το Μάρτιο του έτους 2011. Έτσι ο κατηγορούμενος έδωσε στον ίδιο και τα αδέλφια του νέες επιταγές. Κατέθεσε στο Δικαστήριο αντίγραφο της επιταγής υπ' αρ. 01188236 της Alpha Bank Cyprus Ltd, η οποία εκδόθηκε επ' ονόματι του για το ποσό των €50.000 πληρωτέα την 25.10.11 (Τεκμήριο 33). Ο ίδιος δεν γνωρίζει πόσο άξιζαν τα εν λόγω ακίνητα και ο ίδιος και τα αδέλφια του δέχθηκαν να λάβουν από ένα ποσό για να «κλείσει» η υπόθεση. Την πρώτη φορά η επιταγή είχε έρθει στα χέρια του στο τέλος του έτους 2010 περίπου. Ο Μ.Κ.6 ανέφερε ακόμα ότι ο πατέρας του παρέμεινε στην Αθήνα από το έτος 2001 μέχρι το Φεβρουάριο του έτους 2003, όταν ο ίδιος πάντρεψε την κόρη του. Ο πατέρας του κατά το διάστημα αυτό, δεν είχε έρθει ενδιάμεσα στην Κύπρο. Διέμενε στην Αθήνα γιατί τον παρακολουθούσε γιατρός αφού σύμφωνα με τα όσα του ανέφερε η αδελφή του έπασχε από τη νόσο Αλσχάϊμερ. Επομένως ο πατέρας του είχε ανάγκη από φροντίδα. Ερωτώμενος κατά πόσο ο κατηγορούμενος είχε επισκεφθεί τον πατέρα του αυτό το διάστημα, ανέφερε ότι δεν είναι σίγουρος. Ο Μ.Κ.6 ανέφερε επίσης ότι παρέδωσε στην αστυνομία το τεκμήριο 8 που αφορά απόδειξη, αντίγραφο (carbon copy) κατάστασης μετρητών στο Ελληνικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ, στην οποία περιέχεται η υπογραφή του πατέρα του την οποία αναγνώρισε πάνω από τις λέξεις «Υπογραφή Καταθέτη» στο κάτω δεξιό μέρος του. Αναγνώρισε ακόμα την υπογραφή του πατέρα του στο διαβατήριο του (Τεκμήριο 7), το οποίο επίσης παρέδωσε στην Αστυνομία ως επίσης τις υπογραφές του θείου του Μ.Κ.2 στα Τεκμήρια 9Α και 9Β πάνω από τη λέξη «Πελάτης» στο κάτω αριστερό μέρος τους. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Κ.6 ανέφερε ότι η αδελφή του - Μ.Κ.7 πήρε, δηλαδή μεταβιβάστηκε στο όνομα της κληρονομική περιουσία, δηλαδή ένα χωράφι που ανήκει στη μητέρα του. Μεταβιβάστηκε επίσης επ' ονόματι της ένα σπίτι δυνάμει διαθήκης και δέχθηκε ότι πληροφορήθηκε ότι την 12.9.07 ο κατηγορούμενος κατέθεσε ένσταση σ' αυτό και διεκδίκησε τη μοίρα του. Αρνήθηκε ότι ο ίδιος και τα αδέλφια του προχώρησαν στην καταγγελία που αφορά η παρούσα υπόθεση ως αντίδραση στην ως άνω ενέργεια του κατηγορούμενου, η οποία δεν τους άρεσε. Συμπλήρωσε ότι η ως άνω ένσταση του κατηγορούμενου καταχωρήθηκε μια εβδομάδα μετά την πληροφόρηση που είχαν για τα περιουσιακά στοιχεία του πατέρα τους και έμαθαν για τη μεταβίβαση των δύο πιο πάνω ακινήτων στο όνομα του κατηγορούμενου. Ο Μ.Κ.6 δέχθηκε επίσης ότι ο δικηγόρος του ιδίου και των αδελφιών του, έστειλε επιστολή στο Γενικό Εισαγγελέα για αναστολή της ποινικής δίωξης στην παρούσα υπόθεση, ο οποίος απάντησε αρνητικά (Τεκμήριο 36). Ο δικηγόρος του τον είχε πληροφορήσει ότι θα απέστελλε και ο δικηγόρος του κατηγορούμενου παρόμοια επιστολή στο Γενικό Εισαγγελέα. Ο λόγος που ο ίδιος και τα αδέλφια του έδωσαν οδηγίες στη δικηγόρο τους να αποστείλει την επιστολή στο Γενικό Εισαγγελέα, ήτο γιατί οι ίδιοι θα έπαιρναν κάποιο ποσό αλλά και επειδή δεν ήθελαν ο κατηγορούμενος να καταλήξει στη φυλακή. Οι επιταγές που δόθηκαν για πρώτη φορά, δόθηκαν απευθείας στον ίδιο και τα αδέλφια του, ενώ τη δεύτερη φορά στη δικηγόρο τους και ο ίδιος και τα αδέλφια του έλαβαν φωτοαντίγραφο των επιστολών. Οι επιστολές δόθηκαν στη δικηγόρο τους επειδή ανέλαβε να στείλει επιστολή στο Γενικό Εισαγγελέα. Ο ίδιος και τα αδέλφια του συναντήθηκαν με τη δικηγόρο τους και δέχθηκαν αυτή τη διευθέτηση. Υποβλήθηκε στον Μ.Κ.6 ότι η έκδοση των επιταγών εκ μέρους του κατηγορούμενου προς τον ίδιο και τα αδέλφια του, προέκυψε στις 24.5.11 όταν ήταν ορισμένη η παρούσα υπόθεση μετά από εισήγηση, με καλή θέληση, του συνηγόρου του κατηγορούμενου προς τον κατηγορούμενο, στην παρουσία του ιδίου και των αδελφιών του, ως επίσης του δικηγόρου τους ότι επειδή τα ως άνω δύο ακίνητα κατέληξαν στον κατηγορούμενο δυνάμει δωρεάς, να δώσει για ηθικούς λόγους στα αδέλφια του τα μισά χρήματα από την αξία των δύο ακινήτων, ως επίσης μερίδιο στον Μ.Κ.2, αλλά και η αδελφή του (Μ.Κ.7) να έδινε στον κατηγορούμενο ένα ποσό €15.000 ως μερίδιο από το ως άνω σπίτι για να «κλείσει» η όλη υπόθεση. Έτσι ο δικηγόρος τους ανέλαβε να αποστείλει επιστολή στο Γενικό Εισαγγελέα για αναστολή ποινικής δίωξης. Ο Μ.Κ.2 απάντησε ότι εφόσον επρόκειτο για δωρεά, τότε γιατί κανείς δεν είπε στον ίδιο και στα αδέλφια του οτιδήποτε; Αναφορικά με το Τεκμήριο Α γι' αναγνώριση, ο Μ.Κ.6 ανέφερε ότι και πάλι η υπογραφή σ' αυτό που αποδίδεται στον πατέρα του, δεν ανήκει σ' αυτόν. Ο ίδιος γνωρίζει την υπογραφή του πατέρα του και δεν υπέγραφε με τον τρόπο που φαίνεται στο Τεκμήριο Α γι' αναγνώριση. Ο Μ.Κ.6 ανέφερε ακόμα ότι οι ως άνω επιταγές δόθηκαν στη δικηγόρο του ιδίου και των αδελφιών του και θα δίνονταν σ' αυτούς σε περίπτωση που ο Γενικός Εισαγγελέας έκανε αποδεκτό το αίτημα για αναστολή της ποινικής δίωξης. Αν ο ίδιος και τα αδέλφια του λάμβαναν τα ποσά για τα οποία εκδόθηκαν οι επιταγές, δεν θα ήθελαν να καταλήξει στη φυλακή ο αδελφός τους (κατηγορούμενος). Ερωτώμενος κατά πόσο ο πατέρας του ταξίδευε συχνά, ο Μ.Κ.6 ανέφερε ότι ο πατέρας του μετέβηκε σε μια-δύο περιπτώσεις στην Αφρική και μερικές φορές στην Αθήνα. Αρνήθηκε ότι δεν είχε καλές σχέσεις είτε με τον πατέρα του, είτε με τη θεία του Άννα, ως επίσης ότι δεν τους επισκεπτόταν. Σε σχετική υποβολή ότι δεν επισκεπτόταν ούτε το θείο του - Μ.Κ.2, ανέφερε ότι αυτό δεν έχει σχέση με την παρούσα υπόθεση. Υποβλήθηκε στον Μ.Κ.6 ότι ο πατέρας του την 1.8.02 βρισκόταν στην Κύπρο, ως επίσης την 20.11.02 όταν υπέγραψε το Τεκμήριο 2 και ο Μ.Κ.6 ανέφερε ότι ήρθε στην Κύπρο μια φορά το έτος 2002 με σκοπό να εισαχθεί σε γηροκομείο. Μαζί του ήταν και η αδελφή του - Μ.Κ.7. Έμεινε λίγες μέρες στο γηροκομείο, δεν του άρεσε και μετέβηκε ξανά στην Αθήνα μαζί με την Μ.Κ.7. Ο πατέρας του ήρθε ξανά στην Κύπρο το έτος 2003 όταν πάντρεψε την κόρη του. Ο Μ.Κ.6 επέμενε ότι γνώριζε την υπογραφή του πατέρα του. Το έτος 1999 μετέβηκε στην Αφρική μαζί με τον αδελφό του Ανδρέα και έμεινε εκεί τρεις μήνες. Κατά το διάστημα αυτό, ο πατέρας του βοηθούσε σε κάποιο μαγαζί και παραλάμβανε εμπορεύματα και ο ίδιος τον έβλεπε όταν υπόγραφε. Επανεξεταζόμενος ο Μ.Κ.6 ανέφερε ότι επισκεπτόταν το μαγαζί που βοηθούσε ο πατέρας του σχεδόν καθημερινά. Ο πατέρας του υπέγραφε «Χ. Παπαονησιφόρου» και όχι «Χαράλαμπος Παπαονησιφόρου», δηλαδή το μικρό του όνομα όταν υπέγραφε δεν το έγραφε ολογράφως. Η Μ.Κ.7 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι είναι αδελφή του κατηγορούμενου, ο οποίος είναι ο μεγαλύτερος αδελφός της. Η Μ.Κ.7 ανέφερε στη συνέχεια ότι η ίδια και τα αδέλφια της δεν γνώριζαν ότι ο πατέρας τους, ήτο συνιδιοκτήτης των ακινήτων 7295 και 7296 στην τοποθεσία Βουριάς, έδαφος χωριού Άρμου, τεμάχια 55 και 56 αντίστοιχα. Η ίδια το έμαθε μετά το Πάσχα του έτους 2007 όταν της τηλεφώνησε ο αδελφός της - Μ.Κ.6. Την πληροφόρησε ότι έμαθε ότι ο κατηγορούμενος είχε χαρίσει στη νύφη του ένα χωράφι στο χωριό Άρμου, όπου είχε κάποια οπωροκηπευτικά. Η ίδια ήξερε ότι ο παππούς της καταγόταν από την Άρμου. Διερωτήθηκε κατά πόσο το εν λόγω χωράφι ανήκε στην περιουσία του παππού της, ως επίσης κατά πόσο περιλαμβάνετο σε κάποια χωράφια του παππού της που είχαν καταπατηθεί από τρίτα πρόσωπα. Τότε η ίδια και τα αδέλφια της αποφάσισαν να προβούν σε κάποια έρευνα στο Κτηματολόγιο για να τους βοηθήσει να έχουν μια καλύτερη εικόνα για τα περιουσιακά στοιχεία των γονιών τους. Η Μ.Κ.7 ανέφερε στη συνέχεια ότι την περίοδο 1997-2000 ο πατέρας της βρισκόταν στη Νότιο Αφρική και την περίοδο 2000-2003 μαζί της στην Αθήνα. Ο πατέρας της έπασχε από τη νόσο Αλτσχάϊμερ. Συμπλήρωσε ότι ο πατέρας της ήρθε μόνο μια φορά στην Κύπρο και αυτό έγινε τις πρώτες 15 μέρες του Αυγούστου του έτους 2002 όταν είχε έρθει μαζί της. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα, ο πατέρας της έμενε στο πατρικό τους σπίτι μαζί με την ίδια και τα παιδιά της και η ίδια ήταν συνεχώς μαζί του και τον φρόντιζε, εκτός από κάποια πολύ μικρά χρονικά διαστήματα που επισκεπτόταν τη θεία της που έμενε πολύ κοντά στο πατρικό της σπίτι. Τα υπόλοιπα αδέλφια της έρχονταν και τον έβλεπαν στο πατρικό σπίτι στην παρουσία της. Σε μια περίπτωση τα αδέλφια της επέμεναν ότι ο πατέρας τους θα έπρεπε να εισαχθεί σε γηροκομείο και τελικά έμεινε μόνο ένα βράδυ σ' αυτό. Το πρωί μετέβηκε η ίδια και τον πήρε από εκεί. Την περίοδο αυτή των 15 ημερών, η ίδια ουδέποτε μετέφερε τον πατέρα της στον Κοινοτάρχη Μεσόγης Νικόλα Λάμπρου για να υπογράψει οτιδήποτε, ούτε και σε σχέση με τα τεμάχια 55 και 56 στο χωριό Άρμου. Κατά το χρονικό διάστημα που ο πατέρας της έμενε μαζί της στην Αθήνα, είχε συγχυτικά επεισόδια λόγω της νόσου που έπασχε. Η υγεία του ήτο επιβαρυμένη. Κατά την περίοδο αυτή, η ίδια εργαζόταν τα πρωινά και είχε δύο παιδιά στην εφηβεία. Ζήτησε βοήθεια από τα αδέλφια της, όμως η σύζυγος του κατηγορούμενου της αρνήθηκε λέγοντας της ότι περιήλθε σ' αυτή την κατάσταση λόγω του ότι δεν παρέμεινε στο γηροκομείο. Όταν ο πατέρας της είχε συγχυτικά επεισόδια, δεν θυμόταν τίποτε και δεν αναγνώριζε ούτε την ίδια, ούτε τα παιδιά της. Όταν ο πατέρας της είχε τέτοια επεισόδια, έπρεπε να μεταφερθεί σε νοσοκομείο. Κατά τα άλλα, ο πατέρας της έπαιρνε καθημερινά φαρμακευτική αγωγή και βρισκόταν κάτω από μόνιμη παρακολούθηση από ιδιώτη γιατρό. Η Μ.Κ.7 κατέθεσε διάφορα έγγραφα που αναφέροντο τόσο στην ιατρική παρακολούθηση, όσο και στη φαρμακευτική αγωγή που λάμβανε ο πατέρας της (Τεκμήρια 37 εως 46). Κατά το χρονικό διάστημα που ο πατέρας της διέμενε μαζί της στην Αθήνα, ο κατηγορούμενος τον επισκέφθηκε σε δύο - τρεις περιπτώσεις. Τον επισκέφθηκε ακόμα μια φορά όταν ταξίδευε μαζί με τον αδελφό της Ευστάθιο στη Νότιο Αφρική και στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος μαζί με τη σύζυγο του συναντήθηκαν με τον πατέρα της για περίοδο 2-3 ωρών. Σε μια περίπτωση, όταν ο κατηγορούμενος ήρθε μαζί με τη σύζυγο του στην Αθήνα και επισκέφθηκαν τον πατέρα της και του ζήτησε να υπογράψει ένα έγγραφο για να γίνει έρευνα για περιουσιακά στοιχεία στο χωριό Άρμου και ο πατέρας της υπέγραψε στην παρουσία της. Στην ίδια δεν αναφέρθηκε το αποτέλεσμα της έρευνας. Ακόμα το Σεπτέμβριο του έτους 2002 όταν την είχε επισκεφθεί η θεία της Άννα την είχε πληροφορήσει ότι είχε υπογράψει κάποιο έγγραφο για να γίνει τέτοια έρευνα. O πατέρας της ουδέποτε της ανέφερε ότι μετέβηκε στον Κοινοτάρχη Μεσόγης ούτως ώστε να προβεί σε δωρεά προς τον κατηγορούμενο εν σχέσει με τα ως άνω ακίνητα. Εξάλλου ο χαρακτήρας του πατέρα της ήταν τέτοιος που αν ήθελε να προβεί σε δωρεά, θα την έκανε προς όλα τα παιδιά του. Οι σχέσεις του πατέρα της με τον Μ.Κ.6 ήταν οι ίδιες όπως με όλα του τα παιδιά. Ο πατέρας της δεν είχε κανένα παράπονο από οποιοδήποτε από τα παιδιά του και στην ίδια δεν είχε αναφέρει οτιδήποτε. Όσον αφορά το πατρικό τους σπίτι, αυτό ανήκε στη μητέρα της και το άφησε στην ίδια δυνάμει διαθήκης από το έτος 1979. Κατέθεσε στο Δικαστήριο αντίγραφο της εν λόγω διαθήκης (Τεκμήριο 47). Ο κατηγορούμενος έφερνε πάντοτε ένσταση σ' αυτήν την εξέλιξη. Η Μ.Κ.7 ανέφερε επίσης ότι γνωρίζει την υπογραφή του πατέρα της η οποία ήταν χαρακτηριστική. Υποδείχθηκε στην Μ.Κ.7 η υπογραφή στο Τεκμήριο 2 που υπάρχει στο όνομα του και ανέφερε ότι η υπογραφή αυτή δεν ανήκει σ' αυτόν. Ο πατέρας της στις υπογραφές δεν έγραφε ολογράφως το μικρό του όνομα, αλλά έγραφε μόνο το πρώτο γράμμα του, δηλαδή υπέγραφε ως «Χ. Παπαονησιφόρου». Η ίδια ουδέποτε έδωσε τη συγκατάθεση της στον κατηγορούμενο να εγγράψει τα ως άνω ακίνητα στο όνομα του. Ο κατηγορούμενος δεν την είχε ρωτήσει. Η ίδια γνώριζε ότι είχε γίνει κάποια έρευνα για τα περιουσιακά στοιχεία του πατέρα της και το γεγονός της δωρεάς το έμαθε εντελώς τυχαία. Μέχρι σήμερα η ίδια δεν έχει λάβει οποιαδήποτε αποζημίωση εν σχέσει με αυτά τα ακίνητα. Αντεξεταζόμενη η Μ.Κ.7, δέχθηκε ότι το πατρικό σπίτι της οικογένειας είχε δοθεί σ' αυτήν ως προίκα αφού ήταν το μοναδικό κορίτσι της οικογένειας, ως ήταν το έθιμο, ως επίσης η μητέρα της λόγω του ότι το οικόπεδο που ήταν κτισμένο ανήκε στην προγιαγιά της, δεν ήθελε να πωληθεί σε τρίτα πρόσωπα για να πάρουν όλα τα αδέλφια της μερίδιο. Δέχθηκε ακόμη ότι οι γονείς της της άφησαν και ένα κομμάτι γης στη Μεσόγη, αρνήθηκε όμως ότι ο πατέρας της της έδωσε όλο το ποσό που έλαβε από το Ταμείο Προνοίας του, λέγοντας ότι απλώς της έδωσε κάποια λεφτά όταν ήταν άνεργη. Αρνήθηκε ότι ο πατέρας της της έδωσε λεφτά από καταθέσεις του. Δέχθηκε ακόμα ότι για να αγοράσει σπίτι, υποθήκευσε το πατρικό σπίτι στην Κύπρο, ως επίσης ότι μέρος του χρέους της το πλήρωσε ο πατέρας της. Η Μ.Κ.7 ανέφερε στη συνέχεια ότι ο πατέρας της υπέγραφε πάντοτε γράφοντας μόνο το αρχικό γράμμα του μικρού του ονομάτος (και όχι ολογράφως), εκτός από το Διαβατήριο του όπου το μικρό του όνομα το έγραψε ολογράφως. Η θεία της Άννα της ανέφερε για την έρευνα που θα γινόταν για εντοπισμό των «καταπατημένων» ακινήτων του παππού της (Γεώργιου Παπαονησιφόρου) στα τέλη Σεπτεμβρίου του έτους 2002 όταν την φιλοξένησε στο σπίτι της λόγω ενός γάμου που θα τελείτο. Ανέφερε τα πιο πάνω στην ίδια και στον αδελφό της Ευστάθιο λέγοντας τους ότι υπέγραψε για να διεξαχθεί έρευνα στο Κτηματολόγιο. Η θεία της ήθελε ακόμα να μαζευτούν στην Κύπρο όλα τα αδέλφια σχετικά με την περιουσία του άνδρα της. Η Μ.Κ.7 ανέφερε ακόμα ότι όταν έγιναν γνωστές οι εξελίξεις που αφορούσαν τα τεμάχια 55 και 56 και αφού ο αδελφός της είχε τηλεφωνήσει στον κατηγορούμενο, ο κατηγορούμενος της τηλεφώνησε εκνευρισμένος και της ζήτησε εξηγήσεις γιατί ανέφερε τα της έρευνας στο Κτηματολόγιο στα υπόλοιπα αδέλφια της, ως επίσης ερευνήθηκαν τα περιουσιακά στοιχεία του. Η ίδια και τα αδέλφια της ρωτούσαν τον κατηγορούμενο στα τέλη Σεπτεμβρίου του έτους 2007 (27-28 Σεπτεμβρίου) για τα καταπατούμενα κτήματα και ο κατηγορούμενος τους είπε να τα ξεχάσουν. Η ίδια είχε καλές σχέσεις με τον κατηγορούμενο μέχρι τα πιο πάνω γεγονότα. Η Μ.Κ.7 ανέφερε ότι για την ένσταση που υπέβαλε ο κατηγορούμενος για το πατρικό σπίτι, δηλαδή να δοθεί σ' αυτήν, η ίδια το πληροφορήθηκε το Σεπτέμβριο του έτους 2007. Όσον αφορά τις εξελίξεις σχετικά με τα τεμάχια 55 και 56, η Μ.Κ.7 αρχικά ανέφερε ότι τις πληροφορήθηκε τον Αύγουστο του έτους 2007, ενώ στη συνέχεια ανέφερε ότι αυτό μπορεί να συνέβηκε το Σεπτέμβριο ή τον Οκτώβριο του έτους 2007. Η Μ.Κ.7 ανέφερε στη συνέχεια ότι για την έρευνα που θα γινόταν το έτος 2002, υπέγραψε ο πατέρας της και στη συνέχεια ο θείος της (Μ.Κ.2) και η θεία της Άννα. Ο πατέρας της υπέγραψε πρώτος και με το έγγραφο αυτό εξουσιοδοτήθηκε ο κατηγορούμενος να διενεργήσει έρευνα στο Κτηματολόγιο. Δεν θυμόταν πότε έγινε αυτό. Η Μ.Κ.7 ανέφερε ακόμα ότι περίπου το πρώτο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου του έτους 2002, η ίδια βρισκόταν στην Κύπρο. Κατά το χρόνο αυτό, ο πατέρας της βρισκόταν συνέχεια μαζί της και απέκλεισε το ενδεχόμενο ο πατέρας της να υπέγραψε το Τεκμήριο Α γι' αναγνώριση ενώπιον του Κοινοτάρχη Μεσόγης. Η Μ.Κ.7 ανέφερε επίσης ότι ο πατέρας της ήρθε στην Κύπρο και το έτος 2003. Η Μ.Κ.7 ανέφερε ότι όταν ο πατέρας της έφυγε από την Αφρική, ήρθε και παρέμεινε στην Κύπρο για περίοδο μιας εβδομάδας. Σε ερώτηση κατά πόσο το έτος 2001 (31.7.01) ο πατέρας της ταξίδεψε εκτός Αθηνών, απάντησε ότι δεν θυμάται. Η Μ.Κ.7 αρνήθηκε ότι οι γονείς της είχαν επιλεκτική αδυναμία σε κάποια από τα παιδιά τους γι' αυτό και η περιουσία τους μεταβιβάστηκε στον κατηγορούμενο και στην ίδια. Η Μ.Κ.7 απέκλεισε το ενδεχόμενο οι γονείς της να άφηναν περιουσία τους σε ένα μόνο αγόρι, ενώ στην ίδια ότι της δόθηκε, της δόθηκε λόγω εθίμου επειδή ήταν ο μοναδικό κορίτσι της οικογένειας. Η Μ.Κ.7 διαφώνησε με σχετική υποβολή ότι κατά το χρονικό διάστημα που ο πατέρας της διέμενε μαζί της στην Αθήνα, επισκεπτόταν την Κύπρο περισσότερες από μια φορά κάθε χρόνο. Δέχθηκε ακόμα ότι το Φεβρουάριο του έτους 2003 όταν ο πατέρας της ήρθε στην Κύπρο, εισήχθηκε σε γηροκομείο. Ο κατηγορούμενος σε ανώμοτη δήλωση του, δήλωσε ότι είναι αθώος. Αρνήθηκε ότι πλαστογράφησε το πληρεξούσιο ημερομηνίας 20.11.02 (Τεκμήριο 2), ούτε γνώριζε ότι είναι πλαστό, αν είναι πλαστό. Ανέφερε ακόμα ότι η θεία του Άννα του έδωσε το πληρεξούσιο ημερ. 1.8.02 (Τεκμήριο Α γι' αναγνώριση) για να προχωρήσει στη μεταβίβαση των ακινήτων επ' ονόματι του. Όταν πήγε για πρώτη φορά στο Κτηματολόγιο, του λέχθηκε ότι για να γίνει δεκτό το πληρεξούσιο, θα πρέπει να αναφέρει ρητά τα συγκεκριμένα κτήματα και έτσι δεν έγινε η μεταβίβαση. Όταν ανέφερε το πρόβλημα που προέκυψε στο Κτηματολόγιο, η θεία του του ανέφερε ότι θα διευθετούσε το θέμα προσκομίζοντας του άλλο πληρεξούσιο που να πληρούσε τους όρους που είχαν τεθεί από το Κτηματολόγιο. Μετά από λίγο καιρό η θεία του Άννα του έφερε το πληρεξούσιο ημερ. 20.11.02 (Τεκμήριο 2). Ο ίδιος διάβασε το Τεκμήριο, διαπίστωσε ότι το περιεχόμενο του ήτο περίπου ίδιο με το Τεκμήριο Α γι' αναγνώριση, το υπέγραφε ο ίδιος κοινοτάρχης, είχε τις ίδιες υπογραφές και ήτο βέβαιος ότι ήτο γνήσιο αφενός γιατί δεν είχε κανένα λόγο να πιστεύει κάτι διαφορετικό και αφετέρου γιατί ήξερε ότι ο πατέρας του, ο θείος του (Μ.Κ.2) και η θεία του ήθελαν να του δώσουν τα συγκεκριμένα χωράφια. Έτσι με το Τεκμήριο 2 και πιστεύοντας ότι όλα είναι εντάξει προχώρησε και ολοκλήρωσε τις μεταβιβάσεις στο Κτηματολόγιο. Ο κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση ημερ. 21.2.08 (Τεκμήριο 21) αναφέρει τα ακόλουθα: «Είμαι παντρεμένος και διαμένω μαζί με την οικογένεια μου στη Μεσόγη. Είμαι παντρεμένος με την Μυριάνθη Παναγιώτου από τη Μεσόγη. Από το γάμο μας αποκτήσαμε πέντε παιδιά τους 1) Χαράλαμπο 42 ετών, 2) Εύης (Ευριπίδης) 40 ετών, 3) Έλενα 38 ετών, 4) Γιάννης 36 ετών και Παναγιώτης 31 ετών. Όσον αφορά την Σοφοκλέους Εύη, είναι η σύζυγος του μεγαλύτερου μου υιού Χαράλαμπου Π"Ονησιφόρου. Ο πατέρας μου είναι ο Χαράλαμπος Π"Ονησιφόρου ο οποίος απεβίωσε μετά το 2000 χωρίς να θυμούμαι ακριβής ημερομηνία. Η Άννα Παπαονησιφόρου είναι θεία μου, αδελφή του πατέρα μου η οποία απεβίωσε μετά τον πατέρα μου χωρίς πάλι να θυμούμαι ακριβής ημερομηνία. Ο Σοφοκλής Παπαονησιφόρου είναι αδελφός του πατέρα μου και θείος μου οποίος ζει με την σύζυγο του στη Λεμεσό. Οι σχέσεις μας με τον θείο μου ήταν πάντα καλές εκτός από τον τελευταίο καιρό που έχει καιρό να τον δω λόγω προβλημάτων υγείας της γυναίκας μου που βρισκόμαστε στο εξωτερικό, δηλαδή πηγαινοερχόμαστε στην Ελλάδα. Όσο αφορά τα τεμάχια με αρ. εγγραφής 7295 & 7296 αντίστοιχα του Φ/Σχ 51/5 τεμάχια που βρίσκονται στην τοποθεσία Βουριάς στο χωριό Άρμου είχαν περιέλθει στην κατοχή μου μετά από ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο που είχαν υπογράψει η θεία μου Άννα, θείος μου Σοφοκλής και πατέρας μου Χαράλαμπος και με είχαν ορίσει ως ειδικό πληρεξούσιο αντιπρόσωπο των πιο πάνω τεμαχίων. Το ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο που μου δείχνεις με ημερομηνία 20.11.02, το κατέθεσα εγώ στο Κτηματολόγιο Πάφου αφού ήταν πιστοποιημένο από τον Κοινοτάρχη της Μεσόγης Νικόλα Λάμπρου. Το εν λόγω πληρεξούσιο όπως ανέφερα το κατέθεσα στο Κτηματολόγιο Πάφου αφού μου το είχε δώσει η θεία μου Άννα Π"Ονησιφόρου η οποία είχε αναλάβει την όλη διαδικασία πριν αποβιώσει. Όσον αφορά τη χαρτοσήμανση του πληρεξουσίου δεν θυμούμαι εάν την έκανε η θεία μου Άννα ή εγώ. Στη συνέχεια τα δύο πιο πάνω τεμάχια συγκεκριμένα το τεμάχιο με αρ. εγγραφής 7295 Φ/Σχ 51/05, τεμάχιο 55 έκτασης 2 δεκάρια και 342 τ.μ. το μεταβίβασα μέσω του Κτηματολογίου Πάφου στη νύφη μου Σοφοκλέους Εύη μερίδιο όλο. Αφού υπέγραψα μια δήλωση. Το δε τεμάχιο με αρ. εγγραφής 7296 Φ/Σχ 51/05 τεμάχιο 56 που βρίσκεται στην τοποθεσία Βουριάς στο χωριό Άρμου Επαρχίας Πάφου συνολικής έκτασης 3 Δεκάρια και 679 τ.μ. το μεταβίβασα σε ίσα μερίδια δηλ. το ½ μερίδιο του πιο πάνω τεμαχίου το μεταβίβασα μέσω του Κτηματολογίου Πάφου στον υιό μου Εύης (Ευριπίδη) Π"Ονησιφόρου και το υπόλοιπο μισό (1/2) μερίδιο το μεταβίβασα επίσης μέσω Κτηματολογίου Πάφου στον άλλο μου υιό Γιάννη Παπαονησιφόρου. Τώρα που θυμήθηκα ο πατέρας μου πρέπει να απεβίωσε τον Σεπτέμβρη του 2003 και η θεία μου Άννα στις αρχές του έτους 2004. Εγώ να αναφέρω ότι δεν έχω υπογράψει το συγκεκριμένο πληρεξούσιο έγγραφο στο οποίο γίνεται καταγγελία από τον θείο μου Σοφοκλή Π"Oνησιφόρου. Η καταγγελία είναι ανυπόστατη και τα δύο πιο πάνω τεμάχια περιήλθαν στην κατοχή μου νομότυπα μετά από το πληρεξούσιο έγγραφο που κατάθεσα όπως ανέφερα προηγουμένως.» Ο κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση ημερομηνίας 3.3.09 (Τεκμήριο 19) αναφέρει τα ακόλουθα: «Ερώτηση 1: Σε πληροφορώ ότι το ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο το οποίο σε αποκαθιστούσε ως ειδικό πληρεξούσιο αντιπρόσωπο δύο τεμαχίων γης στο χωριό Άρμου που ήταν περιουσία των Άννα, Χαράλαμπο και Σοφοκλή Π"Ονησιφόρου, μετά από επιστημονικές εξετάσεις που έτυχε από τους ειδικούς γραφολόγους της Αστυνομίας, διαπιστώθηκε ότι είναι πλαστογραφημένο. Τι έχεις να πεις; Aπάντηση 1: Λάθος εκτίμηση. Ερώτηση 2: Πριν τις 29.11.02, η σχέση σου με τους συγγενείς σου που αναφέρονται στην πρώτη ερώτηση ήταν καλές; Aπάντηση 2: Άριστες. Ερώτηση 3: Πότε ενημέρωσες τους υιούς σου Γιάννη και Εύη και τη νύφη σου Εύη στους οποίους μεταβίβασες τα εν λόγω χωράφια, για το πώς εσύ τα απέκτησες; Aπάντηση 3: Δεν θυμούμαι αν τους ενημέρωσα και αν τους ενημέρωσα δεν θυμούμαι πότε. Ερώτηση 4: Γνωρίζεις οτιδήποτε σχετικά με το ειδικό πληρεξούσιο όσον αφορά την πλαστογράφηση του που όπως αποφάνθηκε έγινε; Aπάντηση 4: Εγώ έδωσα το πληρεξούσιο στη θεία μου την Άννα και μου το έφερε συμπληρωμένο, υπογραμμένο και πιστοποιημένο. Ερώτηση 5: Σου υποβάλλω ότι εσύ κατάρτισες αυτό το πλαστό έγγραφο ή έβαλες άλλο να το κάμει. Τι έχεις να πεις; Aπάντηση 5: Όχι δεν είναι έτσι αλλά όπως σας είπα προηγουμένως. Ερώτηση 6: Έχεις να μας πεις τίποτα άλλο. Απάντηση 6: Tίποτα.» Tέλος, όταν ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς για καταρτισμό πλαστού εγγράφου, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου και ότι με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση απέσπασε τα πιο πάνω τεμάχια από την Άννα, Χαράλαμπο και Σοφοκλή Παπαονησιφόρου, απάντησε ότι δεν έχει να πει τίποτε και ότι έχει να πει, θα το πει στο Δικαστήριο όταν κληθεί (Tεκμήριο 20). Η Μ.Υ. ανέφερε στο Δικαστήριο ότι είναι δικηγόρος και ασκεί το επάγγελμα στη Λάρνακα. Η Μ.Υ. ανέφερε στη συνέχεια ότι είναι βοηθός του δικηγόρου κ. Γεώργιου Α. Γεωργίου, που είναι ο δικηγόρος του κατηγορούμενου. Σαν βοηθός του κ. Γεωργίου έχει στην κατοχή της όλους τους φακέλους των υποθέσεων που χειρίζεται ο κ. Γεωργίου, τον οποίο και βοηθά στην προετοιμασία των υποθέσεων. Κατά τον Οκτώβριο του 2010 όταν ο κατηγορούμενος ανέθεσε στο γραφείο τους την υπόθεση, μεταξύ άλλων εγγράφων τους παρέδωσε και ένα πρωτότυπο πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 1.8.2002, Τεκμήριο Α γι' αναγνώριση, το οποίο βρισκόταν στο φάκελο της υπόθεσης, τον οποίον είχε στην κατοχή της μέχρι που τον παρέδωσε στον κ. Γεωργίου για να τον μεταφέρει στο Δικαστήριο για την ακρόαση. Εν συνεχεία το Τεκμήριο Α γι' αναγνώριση, σημειώθηκε ως Τεκμήριο 52. Αντεξεταζόμενη η Μ.Υ., ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος παρέδωσε στον κ. Γεωργίου το Τεκμήριο 52 κατά τη διάρκεια του ραντεβού του στο γραφείο που εργαζόταν και ο κ. Γεωργίου τον παρέδωσε σ' αυτήν. Μετά την ολοκλήρωση του ραντεβού, ο φάκελος της υπόθεσης, παρέμεινε στη φύλαξη της. Στον κ. Γεωργίου ο φάκελος της υπόθεσης εδίδετο προτού μεταβεί στο Δικαστήριο και όταν ήθελε να τον μελετήσει. Κατά το υπόλοιπο της αντεξέτασης της, η Μ.Υ. επέμενε στις θέσεις που ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση της. Η πρώτη κατηγορία βασίζεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 339 του Ποινικού Κώδικα Κεφ 154, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: " Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος." Περαιτέρω το άρθρο 333(δ)(
  2. i)προνοεί τα ακόλουθα: "Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος - ........................ (δ) υπογράφει έγγραφο - (
  3. i)με το όνομα άλλου χωρίς την εξουσιοδότηση του, ανεξάρτητα αν το όνομα αυτό είναι το ίδιο με εκείνο που υπογράφει αυτός ή όχι." To γεγονός ότι το Τεκμήριο 2 είναι πλαστό, προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 ο οποίος κατά την ένορκη μαρτυρία στο Δικαστήριο, όσο και μέσω της έκθεσης του (Τεκμήριο 1) ανέφερε μετά ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή στο Τεκμήριο 2 στο όνομα Σ. Παπαονησιφόρου δεν αποτελεί γνήσια υπογραφή του Σοφοκλή Παπαονησιφόρου (Μ.Κ.2), αλλά για προσπάθεια απομίμησης ή αντιγραφής από πρόσωπο που γνωρίζει ή είχε στην κατοχή του γνήσια υπογραφή του Σοφοκλή Παπαονησιφόρου (Μ.Κ.2). Ο ίδιος ο Μ.Κ.2 ανέφερε στο Δικαστήριο και δέχομαι τη μαρτυρία του επί τούτου, η πιο πάνω υπογραφή δεν ανήκει στον ίδιο. Όσον αφορά τις αμφισβητούμενες υπογραφές στο όνομα Χαράλαμπος Παπαονησιφόρου και Άννα Γ. Παπαονησιφόρου, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι επειδή είχε στην κατοχή του για σκοπούς σύγκρισης μόνο δύο δείγματα των πιο πάνω προσώπων, τα οποία έχουν αποβιώσει, ήτο αδύνατη η εκφορά απόλυτης γνώμης. Παρόλα αυτά, ανέφερε ότι του δημιουργήθηκε ισχυρή πεποίθηση ότι δεν ήσαν γνήσιες υπογραφές. Ο Μ.Κ.1 κατά τη μαρτυρία του μου έδωσε καλή εντύπωση, ως ανεξάρτητος και αντικειμενικός μάρτυρας που έθεσε τα ευρήματα του στο Δικαστήριο με αντικειμενικότητα και αμεροληψία. Δέχομαι τη μαρτυρία του. Μαρτυρία δόθηκε και από τους Μ.Κ.2, Μ.Κ.6 και Μ.Κ.7 όσον αφορά τις δύο αυτές υπογραφές. Ιδιαίτερα όσον αφορά τον Χαράλαμπο Παπαονησιφόρου, ανέφεραν ότι γνώριζαν την υπογραφή του και υπέγραφε πάντοτε με το αρχικό του μικρού του ονόματος (Χ. Παπαονησιφόρου) και όχι ολογράφως (Χαράλαμπος Παπαονησιφόρου). Αυτό όμως έρχεται σε αντίθεση με το διαβατήριο του Χαράλαμπου Παπαονησιφόρου (Τεκμήριο 7) όπου εκεί το εν λόγω πρόσωπο υπέγραψε με το μικρό του όνομα ολογράφως (Χαράλαμπος Παπαονησιφόρου). Όσον αφορά την Άννα Παπαονησιφόρου, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι δεν ήταν η υπογραφή της, γιατί δεν μπορούσε να γράψει ούτε το όνομα της από μόνη της. Οι πιο πάνω αναφορές δεν με έχουν ικανοποιήσει ότι ανταποκρίνονται πλήρως στην αλήθεια και δεν τις αποδέχομαι. ΄Εχοντας και τη θέση του εμπειρογνώμονα Μ.Κ.1 επί του θέματος, διατηρώ αμφιβολίες κατά πόσο οι πιο πάνω υπογραφές είναι πλαστογραφημένες. Εν πάση περιπτώσει, επειδή η αμφισβητούμενη υπογραφή στο όνομα Σ. Παπαονησιφόρου έχει καταδειχθεί με βεβαιότητα ότι δεν είναι γνήσια υπογραφή του Μ.Κ.2, κρίνω ότι δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Τεκμήριο 2 αποτελεί πλαστό έγγραφο. Η γνώση αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος του άρθρου 339 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154. Επομένως το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι το Τεκμήριο 2 ήτο πλαστό κατά το χρόνο που το έθεσε σε κυκλοφορία. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος έθεσε σε κυκλοφορία το Τεκμήριο 2 την 20.11.02 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου. Η μαρτυρία όμως που έχει δοθεί από τις Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5 είναι ότι αυτό έγινε την 29.11.02 όταν ο κατηγορούμενος παρουσιάστηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου, παρουσίασε το Τεκμήριο 2 ως επίσης υπεύθυνη δήλωση του (Τεκμήριο 22) και μεταβίβασε επ' ονόματι του τα εν λόγω ακίνητα. Στο σημείο αυτό υπογραμμίζεται ότι οι Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5 μου άφησαν καλή εντύπωση αφού ως ανεξάρτητοι μάρτυρες έθεσαν κατά τη μαρτυρία όλα όσα γνώριζαν με αντικειμενικότητα και αμεροληψία. Δέχομαι τη μαρτυρία τους. Το Τεκμήριο 2 φέρει ημερομηνία 20.11.02. Δεν υπάρχει μαρτυρία πότε περιήλθε στην κατοχή του κατηγορούμενου. Υπάρχει μαρτυρία ότι χρησιμοποιήθηκε σε κυκλοφορία την 29.11.02. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε κατά τη μαρτυρία του ότι η εκφορά γνώμης ως προς το κατά πόσο οι αμφισβητούμενες υπογραφές στο Τεκμήριο 2 έγιναν από το ίδιο πρόσωπο ή από συγκεκριμένα πρόσωπα των οποίων τα δείγματα υποβλήθηκαν για σκοπούς σύγκρισης είναι επισφαλής (Εύης Παπαονησιφόρου, κατηγορούμενος, Μ.Κ.6). Ο κατηγορούμενος στη γραπτή του κατάθεση, Τεκμήριο 19 ανέφερε ότι παρέδωσε στη θεία του Άννα το Τεκμήριο 2, η οποία του το επέστρεψε συμπληρωμένο, υπογραμμένο και πιστοποιημένο. Όλα τα πιο πάνω δεδομένα δεν ανατρέπουν την εκδοχή του κατηγορούμενου αλλά μάλλον την υποστηρίζουν. Υπάρχει βεβαίως η μαρτυρία των Μ.Κ.6 και Μ.Κ.7 ότι την 20.11.02 ο πατέρας τους και πατέρας του κατηγορούμενου δεν βρισκόταν στην Κύπρο όμως το στοιχείο αυτό δεν είναι από μόνο του αρκετό για να καταδείξει γνώση του κατηγορούμενου για την πλαστότητα του Τεκμηρίου 2, αφού δεν υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε κάτι τέτοιο. Υπάρχει βεβαίως και το Τεκμήριο 22, δηλαδή η υπεύθυνη δήλωση του κατηγορούμενου ημερ. 29.11.02 που κατέθεσε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου ότι το Τεκμήριο 2 δεν είχε ανακληθεί, ότι ο αντιπροσωπευόμενος εξακολουθούσε να βρίσκεται στη ζωή και είχε συνεχή επικοινωνία μαζί του, ότι ο αντιπροσωπευόμενος είχε δικαιοπρακτική ικανότητα και δεν είχε κηρυχθεί με απόφαση του Δικαστηρίου ως ανίκανο πρόσωπο ή σε πτώχευση και τέλος ήτο σε γνώση του αντιπροσωπευόμενου η σκοπούμενη δικαιοπραξία. Ο κατηγορούμενος όμως υποστηρίζει μέσω της εκδοχής του όπως αυτή διαφαίνεται μέσα από τις γραπτές του καταθέσεις (Τεκμήρια 21 και 19), ως επίσης της ανώμοτης δήλωσης του ότι ενήργησε με τον τρόπο που ενήργησε βασιζόμενος στα όσα του ανέφερε και του προσκόμισε η θεία του Άννα. Επομένως η εκδοχή του δεν καταρρίπτεται από τα πιο πάνω στοιχεία. Σίγουρα εγείρονται ερωτηματικά, σκιές στην όλη συμπεριφορά του αλλά δεν την ανατρέπουν. Θα πρέπει πάντως εδώ να σημειωθεί ότι η ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου έρχεται σε μερική αντίθεση με το Τεκμήριο 19 στο οποίο αναφέρει ότι παρέδωσε στη θεία του Άννα το Τεκμήριο 2, η οποία του το επέστρεψε συμπληρωμένο, υπογραμμένο και πιστοποιημένο. Στην ανώμοτη του δήλωση ανέφερε ότι η θεία του προσκόμισε το Τεκμήριο 2, το οποίο διάβασε, διαπίστωσε ότι είχε παρόμοιο περιεχόμενο με το Τεκμήριο 52 και ότι ήταν συμπληρωμένο και πιστοποιημένο, προχώρησε στην εγγραφή των ακινήτων επ' ονόματι του. Δηλαδή ενώ στην ανώμοτη δήλωση του ο κατηγορούμενος αφήνει σαφώς να νοηθεί ότι δεν γνώριζε προηγουμένως το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2, στο Τεκμήριο 19 αφήνει να νοηθεί ότι γνώριζε το περιεχόμενο του. Παρόλη όμως αυτή τη μικρή αντίφαση που παρατηρείται, η θέση του κατηγορούμενου παραμένει ότι ενήργησε βασιζόμενος σε ότι του προσκόμισε και του ανέφερε η θεία του Άννα. Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η ανώμοτη δήλωση κατηγορούμενου εξετάζεται και αξιολογείται στα πλαίσια του συνόλου της μαρτυρίας της υπόθεσης. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη (βλ. μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic

(1973)2 C.L.R. 139, 188-191, Αnastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, 113, 215, Κhadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1988)1 Α.Α.Δ. 129, Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195 και Κρίνος Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22). Η Μ.Κ.7 ανέφερε ότι ο πατέρας της έπασχε από τη νόσο Αλτσχάιμερ και ότι είχε συγχυτικά επεισόδια καταθέτοντας διάφορα τεκμήρια (Τεκμήρια 37 εως 46). Απουσιάζει όμως οποιαδήποτε επιστημονική μαρτυρία η οποία να διαφωτίζει σε ποια κατάσταση βρισκόταν ο αποβιώσας Χαράλαμπος Παπαονησιφόρου, πόσο είχε προσβληθεί από τη νόσο, ποια ήταν τα συμπτώματα της, υπήρχαν χρονικά διαστήματα που η κατάσταση του του επέτρεπε να επικοινωνεί με το περιβάλλον του, να αντιλαμβάνεται διάφορα πράγματα και καταστάσεις; To γεγονός ότι ο κατηγορούμενος φαίνεται να κινήθηκε με μυστικότητα μεταβιβάζοντας τα ως άνω ακίνητα επ' ονόματι του, δεν αποτελεί απαραίτητα στοιχείο ενοχής αφού και σε περιπτώσεις νόμιμης επιλεκτικής προτίμησης σε κάποιο κληρονόμο, δεν είναι σπάνια η επίδειξη μυστικότητας λόγω ενδεχομένως αντιδράσεων από άλλους κληρονόμους. Απλή έκδοση των επιταγών εκ μέρους του κατηγορούμενου προς τα αδέλφια του και τον Μ.Κ.2, δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι ενήργησε νιώθοντας ότι είναι ένοχος ή ότι είναι στοιχείο που καταδεικνύει την ενοχή του. Ένα άτομο γνωρίζοντας τους κινδύνους που απορρέουν από μια ποινική υπόθεση όπου αντιμετωπίζει σοβαρές κατηγορίες που τιμωρούνται με πολυετείς ποινές φυλάκισης, είναι δυνατόν (ακόμα αν είναι αθώο) να μην θέλει να εκτεθεί σε αυτούς τους κινδύνους και να προβεί στη διευθέτηση που επήλθε μεταξύ του κατηγορούμενου, των αδελφιών του και του Μ.Κ.
  1. Κρίνω επομένως ότι στην παρούσα περίπτωση παραμένει αμφιβολία κατά πόσο ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι το Τεκμήριο 2 ήτο πλαστό. Συστατικό στοιχείο του αδικήματος αποτελεί και η πρόθεση καταδολίευσης. Ούτε αυτό το συστατικό στοιχείο έχει αποδειχθεί στο βαθμό που απαιτείται. Ο κατηγορούμενος επικαλέστηκε την ύπαρξη του Τεκμηρίου 52 που φέρει ημερομηνία 1.8.
  2. Το ειδικό αυτό πληρεξούσιο έγγραφο αναφέρεται σε όλα τα ακίνητα στο χωριό Άρμου. Για το Τεκμήριο 52 δεν υπάρχει επιστημονική μαρτυρία για την αυθεντικότητα ή όχι των υπογραφών. Είναι και αυτό πιστοποιημένο από τον Κοινοτάρχη Μεσόγης. Ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι η υπογραφή σ' αυτό είναι αυθεντική, ως επίσης το υπέγραψε βασιζόμενος στα όσα του ανέφερε ο κατηγορούμενος, δηλαδή για να διεξαχθεί έρευνα στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου. Δηλαδή υπέγραψε χωρίς να δει το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  3. Αυτό όμως έρχεται σε αντίθεση με τα όσα αναφέρει στη γραπτή του κατάθεση στην Αστυνομία - Τεκμήριο 17 το οποίο αποτελεί μέρος της κυρίως εξέτασης όπου αναφερόμενος στο Τεκμήριο 2 δηλώνει ότι «αποκλείεται να υπέγραψα το πληρεξούσιο χωρίς να ξέρω τι υπογράφω». Εάν λοιπόν αποκλείει το ενδεχόμενο να υπέγραψε το Τεκμήριο 2 χωρίς να ξέρει τι υπογράφει, τότε πώς υποθέτει ότι υπέγραψε το Τεκμήριο 52 χωρίς να ξέρει το περιεχόμενο του και βασιζόμενος στα όσα του ανέφερε ως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος. Σημειώνεται ότι ο Μ.Κ.2 δεν είναι άτομο χαμηλής μόρφωσης, αλλά άτομο που ολοκλήρωσε το Λύκειο, πέρασε αγγλικές εξετάσεις, παρακολούθησε Αγγλική στενογραφία και εργάστηκε ως Τελωνειακός υπάλληλος, αφυπηρετώντας ως Τελωνειακός Λειτουργός 2ας Τάξης. Περαιτέρω, από τη στιγμή που ο Μ.Κ.2 ισχυρίζεται ότι δεν διάβασε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 52, πως μπορεί να είναι βέβαιος ότι είναι αυτό που υπέγραψε; Έφθασε σε αυτό το συμπέρασμα βασιζόμενος στην αναγνώριση της υπογραφής του και μόνο και όχι για οποιοδήποτε άλλο λόγο. Aκόμα η Μ.Κ.7 υποστήριξε μέσω της μαρτυρίας της ότι ο πατέρας της υπέγραψε ενώπιον της σχετικό έντυπο για σκοπούς έρευνας. Επομένως αν ο πατέρας της υπέγραψε ενώπιον της τέτοιο έγγραφο, τότε δεν είναι λογική η εκδοχή του Μ.Κ.2 ότι ο κατηγορούμενος τον ξεγέλασε παροτρύνοντας τον να υπογράψει το ειδικό πληρεξούσιο - Τεκμήριο 52 λέγοντας του ότι θα το χρησιμοποιούσε για έρευνα στο Κτηματολόγιο. Περαιτέρω ο Μ.Κ.2 έπεσε σε αντιφάσεις αναφορικά με το χρόνο υπογραφής του Τεκμηρίου 52, ως ισχυρίζεται, από τον ίδιο. Αρχικά είπε κατά την κυρίως εξέταση του ότι αυτό έγινε μετά το θάνατο της αδελφής του Άννας και του αδελφού του Χαράλαμπου, ενώ στη συνέχεια είπε ότι αυτό έγινε ενώ τα πιο πάνω πρόσωπα ήσαν σε ζωή και το απέδωσε σε δικό του λάθος. Επομένως τα μέρη αυτά της μαρτυρίας του Μ.Κ.2 δεν γίνονται δεκτά. Όσον αφορά τη μαρτυρία του Μ.Κ.2, αλλά και των Μ.Κ.6 και Μ.Κ.7 που αφορά την υπογραφή του πάνω από το όνομα Χαράλαμπος Παπαονησιφόρου, ως επίσης τη μαρτυρία του Μ.Κ.2 όσον αφορά την υπογραφή πάνω από το όνομα Άννα Γ. Παπαονησιφόρου, από τη στιγμή που δεν έγινε επιστημονική εξέταση του Τεκμηρίου 52, δεν γίνεται δεκτό το μέρος αυτό της μαρτυρίας τους και ισχύουν τα όσα έχουν αναφερθεί σχετικά με το Τεκμήριο
  4. Προς συμπλήρωση της όλης εικόνας, σημειώνεται ότι εκτός από τα μέρη της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας, Μ.Κ.2, Μ.Κ.6 και Μ.Κ.7 που έχει αναφερθεί ότι δεν γίνονται αποδεκτά, δέχομαι το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας τους. Υπενθυμίζεται ότι το Τεκμήριο 52 φέρει ημερομηνία 1.8.02 και είναι παραδεκτό από την Μ.Κ.7 ότι την περίοδο αυτή ο πατέρας της βρισκόταν μαζί της στην Κύπρο. Η ύπαρξη του Τεκμηρίου 52 υποστηρίζει τη θέση της υπεράσπισης ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί στο βαθμό που απαιτείται η πρόθεση καταδολίευσης αφού σύμφωνα με το Τεκμήριο 52, ο κατηγορούμενος διορίζεται ως ειδικός πληρεξούσιος αντιπρόσωπος για όλα τα ακίνητα των Χαράλαμπου Παπαονησιφόρου, Άννα Γ. Παπαονησιφόρου και Σοφοκλή Παπαονησιφόρου στο χωριό Άρμου και όχι μόνο για τα δύο ακίνητα που αναφέρονται στο ειδικό πληρεξούσιο - Τεκμήριο
  5. Βεβαίως όπως μαρτύρησαν οι Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5, δεν θα μπορούσε να γίνει μεταβίβαση βάσει του Τεκμηρίου 52 αφού σ' αυτό δεν αναφέρονται τα ακριβή στοιχεία των ακινήτων. Από την άλλη όμως, το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 52 καλύπτει μεγαλύτερο πεδίο, δηλαδή αναφέρεται σε όλα τα ακίνητα στο χωριό Άρμου, δηλαδή περισσότερα σε σχέση με το Τεκμήριο
  6. Με έχει προβληματίσει η μη κλήτευση του Νικόλα Λάμπρου, Κοινοτάρχη του χωριού Μεσόγη, έχοντας υπόψη τα όσα ανέφερε ο Μ.Κ.2 αλλά και του περιεχομένου των Τεκμηρίων 2 και 52, ο οποίος πιστοποιεί τις υπογραφές στα εν λόγω τεκμήρια. Η παρούσα διαδικασία γίνεται στα πλαίσια συνοπτικής δίκης και δεν υπάρχει υποχρέωση κλήτευσης οποιουδήποτε μάρτυρα, ακόμη και αν αναγράφεται στο κατηγορητήριο. Στην παρούσα υπόθεση δεν αναγράφεται το εν λόγω άτομο ως μάρτυρας στο κατηγορητήριο. Ενδεχόμενη κλήτευση του όμως θα μπορούσε να διαφωτίσει κάτω από ποιες συνθήκες έγινε η εν λόγω πιστοποίηση στα Τεκμήρια 2 και 52 και ενδεχομένως να διαφώτιζε και άλλα ζητήματα για τα οποία η μαρτυρία ήταν ανεπαρκής. Ο Μ.Κ.3, εξεταστής της υπόθεσης ο οποίος μου άφησε καλή εντύπωση με την αντικειμενικότητα και αμεροληψία του και δέχομαι τη μαρτυρία του, ανέφερε κατά την αντεξέταση του ότι παρουσίασε το Τεκμήριο 52 στο εν λόγω πρόσωπο και αυτός του ανέφερε ότι τα αναφερόμενα πρόσωπα υπέγραψαν ενώπιον του, ο κάθε ένας ξεχωριστά. Πάντως το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (Τεκμήριο 29) δεν θα ληφθεί υπόψη αφού το πρόσωπο αυτό δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και να υποστεί αντεξέταση. Κρίνω επομένως ότι ούτε σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης καταδολίευσης υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία προς στοιχειοθέτηση του στο βαθμό που απαιτείται. Η Κατηγορούσα Αρχή προσπάθησε να αποδείξει τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος μέσω περιστατικής μαρτυρίας. Στην υπόθεση Γεωργίου άλλως Παφίτης ν. Δημοκρατία
(1999)2 Α.Α.Δ. 444, 450-451 επεξηγείται η σημασία της περιστατικής μαρτυρίας και πότε αποδεικνύει την ενοχή του κατηγορουμένου με αναφορά στη νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων, Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 72, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172, Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258). Αφού διευκρινίζεται ότι ποιοτικά η περιστατική μαρτυρία δεν υπολείπεται, ούτε είναι υποδεέστερης σημασίας από την άμεση μαρτυρία, επεξηγείται ότι η σημασία της έγκειται στα συμπεράσματα της που μπορεί να εξαχθούν από το περιεχόμενο της. Καταδίκη του κατηγορούμενου μπορεί να υπάρξει όταν όλα τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης σωρευτικά αποτιμούμενα οδηγούν συμπερασματικά στην ενοχή του. Όταν δηλαδή αυτά τα χαρακτηριστικά δεν επιδέχονται λογικά άλλης ερμηνείας ή εξήγησης από την ενοχή του κατηγορουμένου. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση. Όπως έχει αναφερθεί στη Πέγκερος
(1995)2 Α.Α.Δ. 143, αλλά και στη Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 263, η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την 1η κατηγορία, της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Aπομένει η 2η κατηγορία της εξασφάλισης εγγραφής δια ψευδών παραστάσεων, κατά παράβαση του άρθρου 305 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: " Όποιος εσκεμμένα εξασφαλίζει ή αποπειράται να εξασφαλίσει για τον εαυτό του άλλον, εγγραφή, άδεια ή πιστοποιητικό δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού, με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων." Περαιτέρω το άρθρο 297 του Ποινικού Κώδικα, προνοεί ότι: " Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή." Σημειώνεται ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία της Μ.Κ.4, ο κατηγορούμενος την 29.11.02 ενέγραψε τα εν λόγω ακίνητα επ' ονόματι του και όχι επ' ονόματι άλλων προσώπων όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος. Παρόλα αυτά κρίνω ότι και σε αυτή την περίπτωση η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει την κατηγορία για τους ίδιους λόγους που αναφέρονται για την 1ην κατηγορία, δηλαδή της μη στοιχειοθέτησης στον απαιτούμενο βαθμό των συστατικών στοιχείων της πρόθεσης, ως επίσης της γνώσης των ψευδών παραστάσεων όπως αναλύονται πιο πάνω. Συνεπεία των πιο πάνω, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) .............. Α. Ν. Κονής, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΔΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.