← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 4500/11, 8/2/2013

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 4500/11, 8/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4500/11 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ Κατηγορούσα αρχή εναντίον ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Κατηγορουμένου ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 8/2/2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ευαγγελία Μανώλη Για τον κατηγορούμενο: κος Αλέξανδρος Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος : παρών ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 2, 8, 19 και 20Α του περί Μηχ. Οχημάτων και Τροχ. Κιν. Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από τους νόμους 166/87, 80

(1)/2000 και την ΚΔΠ 312/
  1. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος στις 13.3.2010 στον παλαιό δρόμο Λεμεσού Πάφου παρά την Τίμη της Επαρχίας Πάφου οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΚPV 482 χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα και προκάλεσε δυστύχημα. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε ο αστ. 2697 Νεόφυτος Ανδρέου. Ανέφερε ότι υπηρετεί στον αστυνομικό σταθμό Κελλοκεδάρων. Κατέθεσε ως τεκμήριο 1 την κατάθεση του την οποία και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του και στην οποία επεξηγεί τις ενέργειες που έχει προβεί ως εξεταστής της υπόθεσης, ως τεκμήριο 2 το πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής του επίδικου δυστυχήματος, ως τεκμήριο 3 το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, ως τεκμήριο 4 την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο, ως τεκμήριο 5 την γραπτή κατηγορία του κατηγορουμένου και υιοθέτησε τα ευρήματα του ως αυτά καταγράφονται στα τεκμήρια 2 και
  2. Ανέφερε ότι στο τεκμήριο 2 σημείωσε την πορεία των δύο οχημάτων, με το τόξο με το γράμμα Α σημείωσε την κατεύθυνση του οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος και με το τόξο με το γράμμα Β σημείωσε την πορεία του άλλου εμπλεκόμενου οχήματος. Η κατεύθυνση με το γράμμα Α ήταν η πορεία Κούκλια - Λεμεσός και η κατεύθυνση με το γράμμα Β ήταν η πορεία προς Πάφο. Σημείωσε το τόξο Α στην δεξιά λωρίδα του δρόμου απλώς για να δείξει την πορεία και την κατεύθυνση του οχήματος και τα δύο βέλη με τα γράμματα Α και Β τα ανέγραψε με αυτόν τον τρόπο διότι τα δύο βελάκια δείχνουν στην ίδια λωρίδα του δρόμου και για να δείξει ότι η πορεία του οχήματος του κατηγορούμενου έχει παρεκλίνει και κατευθύνθηκε προς το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Διευκρίνησε ότι επί του τεκμηρίου 2 ανέγραψε λάθος το επώνυμο Χρυσοστόμου αντί Χριστοδούλου που είναι του πατέρα, επειδή ο οδηγός και συνοδηγός του άλλου εμπλεκόμενου οχήματος μεταφέρθησαν με ασθενοφόρο στο γενικό νοσοκομείο Πάφου και οι συγγενείς έδωσαν λάθος πληροφορία επί αυτού του θέματος. Το σημείο σήγκρουσης Χ επί του τεκμηρίου 3, βρίσκεται στην κάτω δεξιά λωρίδα στην πλευρά που κινείτο το άλλο εμπλεκόμενο όχημα με κατεύθυνση την Πάφο και κατέληξε σε αυτό το σημείο λόγω του γδαρσίματος που βρήκε σε εκείνο το σημείο και το οποίο καταγράφει με το γράμμα Δ στο τεκμήριο 3, αλλά και από το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου το οποίο βρέθηκε σε χαντάκι στην δεξιά πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του. Το εν λόγω γδάρσιμο είναι μήκους 50 εκατοστών και προήλθε από την σύγκρουση των δύο αυτοκινήτων. Ερωτώμενος πόσο απέχει το σημείο σύγκρουσης από την άκρη του χωμάτινου παγκέτου αριστερά ως η πορεία του οχήματος που οδηγούσε ο άλλος οδηγός, ανέφερε ότι από την βασική γραμμή μέτρησης απέχει 2,30 μέτρα, ο δρόμος όπου έγινε το ατύχημα διαχωρίζεται από δύο λωρίδες πλάτους 3,20 μέτρων έκαστη, στο σημείο του ατυχήματος ο δρόμος είναι ευθύς και επίπεδος και δεν υπήρχε στροφή. Η ορατότητα του κατηγορούμενου ως προς την πορεία του στο σημείο εκείνο είναι αρκετά καλή και το ίδιο ίσχυε και για τον άλλον οδηγό, και το ατύχημα έγινε υπό το φως της ημέρας. Το σημείο σύγκρουσης Χ απέχει από την άκρη του χωμάτινου παγκέτου αριστερά 2,30 μέτρα και από την άκρη της διαχωριστικής γραμμής δεξιά ως η πορεία του άλλου εμπλεκόμενου οχήματος 90 εκατοστά. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν έχει μεταβεί στην αστυνομική ακαδημία για να κάνει το traffic course το οποίο είναι εξειδικευμένο σεμινάριο για εξεταστές τροχαίων ατυχημάτων, υπηρέτησε για 4 χρόνια στο γραφείο εξέτασης ατυχημάτων και λόγω εμπειρίας μπορεί να ανταποκριθεί σε σκηνή ατυχήματος. Στην αστυνομική δύναμη έχει προσληφθεί το 1997 και η τελευταία φορά που υπηρέτησε στο γραφείο εξέτασης ατυχημάτων ήταν το 2006 -
  3. Ανέφερε ότι κατέγραψε και τις ζημιές των δύο αυτοκινήτων χωρίς να τις φωτογραφήσει και με βάση τα γραφόμενα του φαίνεται ότι η επαφή και των δύο αυτοκινήτων ήταν στην αριστερή μπροστινή πλευρά. Δεν έχει φωτογραφήσει αναφορικά με τις ζημιές που υπέστησαν τα δύο εμπλεκόμενα οχήματα και με βάση την εμπειρεία του, όταν συγκρούστηκαν τα δύο αυτοκίνητα αυτό έγινε στην αριστερή μπροστινή πλευρά και των δύο αυτοκινήτων. Ερωτηθείς κατά πόσο στο σημείο σύγκρουσης όπως φαίνεται στο τεκμήριο 3 σημαίνει ότι το δεξί μέρος του αυτοκινήτου Β εβρίσκετο εντός της αντίθετης λωρίδας για να είναι το αριστερό μέρος στο σημείο Χ, ανέφερε ότι την τελική θέση των αυτοκινήτων την κατέγραψε όπως την βρήκε επί τόπου και δεν μπορεί να ξέρει κατά πόσο η δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου Β πριν ή μετά την σύγκρουση βρισκόταν στην δεξιά λωρίδα. Συμφώνησε σε ερώτημα που του υποβλήθηκε ότι από την στιγμή που τοποθετεί το σημείο σύγκρουσης 90 εκατοστά από την μέση διαχωριστική γραμμή του δρόμου τότε η σύγκρουση έγινε στην αριστερή πλευρά. Ερωτώμενος κατά πόσο σημαίνει ότι το υπόλοιπο μέρος του αυτοκινήτου η δεξιά πλευρά βρίσκεται μέρος της μέσα στο αντίθετο μέρος κυκλοφορίας, εξέφρασε άγνοια αν αυτό ίσχυε πριν από την σύγκρουση. Ανέφερε ότι το πλάτος του αυτοκινήτου είναι γύρω στα 2,30 μέτρα. Ερωτώμενος κατά πόσο από την στιγμή που η αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου ήταν στο σημείο σύγκρουσης Χ αν σημαίνει ότι το υπόλοιπο μέρος ήταν προς την κατεύθυνση που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, ανέφερε ότι δεν είναι ειδικός. Το γδάρσιμο προκλήθηκε από σιδερένιο μέταλλο που προερχόταν είτε από το ένα είτε από το άλλο εμπλεκόμενο όχημα και αυτό το γδάρσιμο ήταν νωπό διότι δεν υπήρχε προηγουμένως και υπήρχαν κομμάτια του δρόμου γδαρμένα. Ερωτώμενος αν αυτό το γδάρσιμο επακολούθησε της σύγκρουσης, ανέφερε ότι η θέση του είναι ότι δημιουργήθηκε στην σύγκρουση διότι κατά την διάρκεια της νύκτας ή τα ξημερώματα δεν υπήρχαν ατυχήματα σε εκείνον τον δρόμο και δεν μπορεί να δημιουργηθεί τέτοιο σημάδι απλά με την διέλευση κάποιου οχήματος και το γδάρσιμο σημειώθηκε ακριβώς δίπλα από το αυτοκίνητο Β και με την λίγη εμπειρία που έχει κατάλαβε ότι μετά την σύγκρουση μπορούν να γίνουν σημάδια και γδαρσίματα. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι το γδάρσιμο μπορεί να δημιουργήθηκε κατά το στάδιο που έγινε η σύγκρουση και μετέπειτα, δηλαδή κατά το στάδιο που πάνε τα δύο οχήματα στην τελική τους θέση, ανέφερε ότι το γδάρσιμο έγινε από την σύγκρουση των δύο οχημάτων όταν συγκρούστηκαν και αν υπήρχαν γδαρσίματα μετά την σύγκρουση για να πάρουν τα οχήματα την τελική τους θέση, θα υπήρχαν τέτοια γδαρσίματα και θα τα είχε σημειώσει. Ερωτώμενος από ποιό μέρος του αυτοκινήτου προκλήθηκε το γδάρσιμο, ανέφερε ότι αυτό προκλήθηκε από αιχμηρό μέταλλο από ένα εκ των δύο οχημάτων. Για να τοποθετήσει το σημείο σύγκρουσης, έλαβε υπόψη του γδάρσιμο και την τελική θέση των οχημάτων και ερωτώμενος εάν έχει εντοπίσει οποιαδήποτε ίχνη ως προς την πορεία του κατηγορουμένου, ανέφερε ότι όποια ίχνη εντόπισε τα έχει καταγράψει όπως και τα περιέγραψε, όπως π.χ. και το αυτοκίνητο Α το οποίο βρίσκεται στο χαντάκι στην δεξιά πλευρά του δρόμου ως η πορεία του. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι δεν έχει μετρήσει το μήκος και το πλάτος των οχημάτων ως εκ λάθους και συνεπώς η προηγούμενη αναφορά του σε πλάτος 2,30 προέρχεται από άλλες μετρήσεις και όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι ένα σαλούν αυτοκίνητο έχει πλάτος από 1,60 - 1,80, περιορίστηκε στο να αναφέρει ότι αυτό φτάνει μέχρι και 2,
  4. Ερωτώμενος γιατί δεν πήρε τον κατηγορούμενο στην σκηνή για να του δείξει ο τελευταίος το σημείο σύγκρουσης, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος και ο οδηγός του οχήματος Β με την μητέρα του έχουν τραυματιστεί και έχουν μεταφερθεί στο νοσοκομείο. Ο μάρτυρας ζήτησε από τον κατηγορούμενο να του υποδείξει στο πρόχειρο σχέδιο το σημείο σύγκρουσης επειδή δεν ήταν στην σκηνή όταν αυτό σχεδιαζόταν, εξήγησε στον κατηγορούμενο τα ευρήματα του και του ανέφερε ότι μπορεί να του δείξει οποιοδήποτε σημείο του δρόμου που νομίζει ότι έγινε η σύγκρουση, αλλά ο κατηγορούμενος αρνήθηκε και του ανέφερε ότι δεν υπογράφει το εν λόγω σχέδιο. Αναφορικά με τις πορείες των δύο οχημάτων, ανέφερε ότι αυτό το έμαθε από τις καταθέσεις των δύο οδηγών και ότι ο ίδιος δεν βρήκε κάποιο σημάδι που να δείχνει ότι το ατύχημα έγινε στην αριστερή πλευρά του δρόμου ως η πορεία του αυτοκινήτου Α όπως λέει ο κατηγορούμενος, υπήρχαν ελάχιστα κομμάτια γυαλιού που ήταν θρυμματισμένα κοντά στο σημείο Χ και ο λόγος που δεν τα τοποθέτησε ήταν επειδή ήταν κοντά στα γδαρσίματα και επειδή τα γυαλιά μετακινούνταν. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι τα γυαλιά που προήλθαν από την σύγκρουση ήταν διάσπαρτα προς την πλευρά που οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Το χωμάτινο παγκέτο που υπήρχε στην σκηνή ήταν χρησιμοποιήσιμο και η απόσταση είναι 3,30 μέτρα από την βασική γραμμή μέτρησης στο σημείο 23,50 η κάθετη γραμμή μέχρι την άκρη του αυτοκινήτου που είναι στο χαντάκι. Ερωτήθηκε ο μάρτυρας εάν ρώτησε τον παραπονούμενο γιατί δεν έκανε χρήση του παγκέτου και ο μάρτυρας απάντησε ότι όταν ρώτησε τον οδηγού του αυτοκινήτου Β, του απάντησε ότι η αντίδραση του ήταν να πάει δεξιά διότι αριστερά ήταν το χαντάκι και ήθελε να αποφύγει τον οδηγό που ήταν απέναντι, άρα ο παραπονούμενος του ανέφερε ότι έκανε προσπάθεια να πάει δεξιά, ως αναφέρεται στην κατάθεση του εν λόγω ατόμου και χωρίς να θυμάται ο μάρτυρας πότε του αναφέρθηκε αυτό. Ρώτησε τον παραπονούμενο αν μπήκε στην αντίθετη λωρίδα και ο μάρτυρας ανέφερε ότι ρώτησε τον παραπονούμενο και του είπε ότι δεν έχει μπει, διευκρινίζοντας ο μάρτυρας ότι αν ο παραπονούμενος έμπαινε στην αντίθετη λωρίδα θα ήταν διαφορετικά τα σχέδια. Στην πλευρά του κατηγορούμενου υπάρχει όχτος και διαφώνησε ο μάρτυρας σε υποβληθείσα θέση ότι ο παραπονούμενος δεν είχε χαντάκι στην αριστερή του πλευρά, την κατάθεση του οποίου κατέθεσε ως τεκμήριο 6 και όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι ο παραπονούμενος δεν του ανέφερε ότι έκανε κίνηση προς τα δεξιά, περιορίστηκε στο να αναφέρει ότι κατέγραψε ότι του ανέφερε ο παραπονούμενος και δεν θυμόταν τι είπε προηγουμένως. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι εκεί στην σκηνή, υπάρχει ένα χωμάτινο παγκέτο και ακολουθεί χαντάκι και αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι είναι αυθαίρετη η εκτίμηση του ως προς το σημείο σύγκρουσης. Του υποβλήθηκε η θέση ότι ένα από τα βασικά στοιχεία που έπρεπε να δει, ήταν η πορεία που ακολουθούσαν τα δύο αυτοκίνητα για να καταλήξουν στην τελική τους θέση, ανέφερε ότι είδε την πορεία τους πως κατέληξαν και υιοθέτησε εκ νέου το σχέδιο του. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι δεν φαίνεται στο σχέδιο η πορεία του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου μέχρι να καταλήξει στην τελική του θέση, ανέφερε ότι καταγράφεται ότιδήποτε αφήνει ίχνη των δύο αυτοκινήτων πρν, κατά και μετά την σύγκρουση και αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι από την σύγκρουση των δύο οχημάτων έπεσαν γυαλιά στον δρόμο ενώ αργότερα ανέφερε ότι τα φανάρια θρυμματίστηκαν και έγιναν πολλά κομμάτια και τα πιο πολλά ήταν στο σημείο Δ και έσπασαν και οι ανεμοθώρακες. Αρνήθηκε σχετική θέση ότι η σύγκρουση έγινε στην λωρίδα κυκλοφορίας του κατηγορούμενου. Ερωτώμενος ποια είναι η απόσταση από το σημείο σύγκρουσης που τοποθέτησε μέχρι την τελική θέση του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου, ανέφερε ότι είναι γύρω στα 8 μέτρα σύμφωνα με την βασική γραμμή μέτρησης, το σημείο Χ το τοποθέτησε στα 13 μέτρα και το πιο κοντινό σημείο των αυτοκινήτων είναι στα 21 μέτρα. Τα αυτοκίνητα συγκρούστηκαν με τις αριστερές τους γωνιές και εξέφρασε την άποψη, αν και ανέφερε ότι αυτό είναι θέμα εμπειρογνώμενα, ότι το όχημα πήγε προς τα πίσω και γύρισε. Τέλος, ο μάρτυρας αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι δεν είναι σε θέση να εξετάζει σκηνές ατυχημάτων και να ετοιμάζει τα σχέδια αυτών. Ως Μ.Κ. 2 κατέθεσε ο κ. Ονούφριος Χριστοδούλου, ο οποίος υιοθέτησε την κατάθεση του - τεκμήριο 6 - και αναγνώρισε το τεκμήριο 2 το οποίο και υπόγραψε, ως επίσης αναγνώρισε και τον κατηγορούμενο. Στην κατάθεση του ανέφερε ότι στις 13/3/2010, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KVD 305 και είχε συνοδηγό την μητέρα του και οδηγούσε με ταχύτητα 50 - 60 Χ.Α.Ω. Όταν εισήλθε στον κύριο δρόμο Λεμεσού - Πάφου, συνέχισε με την ίδια ταχύτητα και δεν έχει δει μπροστά και πίσω του αυτοκίνητα. Όταν πέρασε το χωριό Τίμη και πέρασε το φυτώριο ΄΄Γ. Χαραλάμπους΄΄ που βρισκόταν αριστερά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του, είδε σε απόσταση γύρω στα 150 με 200 μέτρα ένα αυτοκίνητο χρώματος μπλε να οδηγά μέσα στην μεριά του με τα φώτα αναμμένα ενώ ήδη είχε ξημερώσει. Διευκρίνησε ο μάρτυρας ότι το εν λόγω αυτοκίνητο οδηγούσε με κατεύθυνση την Λεμεσό αλλά κρατούσε την λωρίδα που οδηγεί στην Πάφο. Ο μάρτυρας μόλις τον είδε, άρχισε να του ανάβει τα φώτα και να χρησιμοποιεί την σειρήνα του αυτοκινήτου του επειδή ερχόταν προς το μέρος του. Σε κλάσματα δευτερολέπτου έκανε μια κίνηση προς την λωρίδα που έπρεπε να οδηγεί ο οδηγός του εν λόγω οχήματος και αμέσως εισήλθε ξανά στην λωρίδα που οδηγούσε ο μάρτυρας και ερχόταν προς το μέρος του. Ο μάρτυρας προσπάθησε να αποφύγει την σύγκρουση αλλά αριστερά του ήταν χαντάκι και δεξιά του ήταν η άλλη λωρίδα. Δεν πρόλαβε ο μάρτυρας να κάνει τίποτα παρά μόνο ελάττωσε την ταχύτητα του περίπου στα 10 ΧΑΩ. Στην συνέχεια το μπλε αυτοκίνητο κτύπησε στο αυτοκίνητο του μάρτυρα στην αριστερή γωνιά όπως οδηγούσε και κατέληξε στο χαντάκι. Αμέσως τηλεφώνησε στην αστυνομία η οποία κατεύθασε, όπως έγινε με την πυροσβεστική και δύο ασθενοφόρα. Η πυροσβεστική απεγκλώβισε την μητέρα του από το αυτοκίνητο και στην συνέχεια το ένα ασθενοφόρο μετέφερε τον ίδιο και την μητέρα του στο νοσοκομείο Πάφου και το άλλο ασθενοφόρο έπραξε το ίδιο με τον άλλον οδηγό. Ο οδηγός του άλλου αυτοκινήτου μετά το κτύπημα και μέχρι να έρθει η αστυνομία βγήκε μόνος του από το αυτοκίνητο του και αφού έκατσε στην άκρη του δρόμου ανέφερε στον μάρτυρα ΄΄εν είδες τον κάττο ρε φίλε;΄΄ και ο μάρτυρας του απάντησε ότι δεν είδε τίποτε. Μετά όταν άρχισε να μαζεύεται κόσμος ήρθε προς το μέρος του ο άλλος οδηγός και του είπε ΄΄ όταν γιάνω θα σε σκοτώσω΄΄ και ο μάρτυρας δεν του απάντησε τίποτα. Στο νοσοκομείο τον εξέτασαν στις πρώτες βοήθειες και τον έστειλαν στον χειρουργικό θάλαμο επειδή κτύπησε στο στήθος και στο κεφάλι και την μητέρα του την κράτησαν στην εντατική μονάδα επειδή είχε ρήξη πνεύμονα. Το αυτοκίνητο του μάρτυρα υπέστη ζημιές και συγκεκριμένα έχει στραβώσει το σασί. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι τα τεκμήρια 2 και 3 τα έχει ξαναδεί και συμφωνεί με το περιεχόμενο τους και αυτός είναι και ο λόγος που τα υπέγραψε και αντιλήφθηκε το περιεχόμενο τους. Συμφώνησε ότι στα εν λόγω τεκμήρια καταγράφεται τόξο με το γράμμα Β με το οποίο φαίνεται η κατεύθηνση του. Διέκρινε ο μάρτυρας στα τεκμήρια 2 και 3 ότι αριστερά του δρόμου ως ήταν η πορεία του καταγράφεται παγκέτο τριών μέτρων, διευκρινίζοντας ότι όλα έγιναν τόσο γρήγορα που δεν πρόσεξε καν ότι υπήρχε παγκέτο. Όταν είδε τον κατηγορούμενο να έρχεται κατά πάνω του, το μόνο πράγμα που έκανε ο μάρτυρας ήταν να ελαττώσει την ταχύτητα του, να χρησιμοποιήσει την σειρήνα του και να ανάψει τα φώτα του, ο κατηγορούμενος έκανε κίνηση για να πάει στην πλευρά που έπρεπε να οδηγεί, ενώ σε κλάσματα δευτερολέπτου εισήλθε ξανά στην πλευρά του μάρτυρα και δεν κοίταξε ο μάρτυρας οτιδήποτε άλλο. Ο μάρτυρας οδηγούσε καθημερινά και εκείνην την ώρα δεν κατάλαβε ότι υπήρχε παγκέτο επειδή ήρθε το αυτοκίνητο πολύ απότομα από απέναντι και ήταν η πρώτη φορά που του συνέβηκε. Τα δύο οχήματα είχαν απόσταση που δεν ήξερε ο μάρτυρας τι γινόταν με τον άλλον οδηγό, έκανε την κίνηση, ήτοι άναψε τα φώτα του και χρησιμοποίησε την σειρήνα του, νομιζόμενος ότι ο άλλος οδηγός θα πάει προς την πλευρά που έπρεπε να οδηγεί, αλλά ξαφνικά ενώ έκανε τον ελιγμό ο άλλος οδηγός για να πάει στην πλευρά του, εισήλθε ξανά προς την πλευρά του μάρτυρα και σε δευτερόλεπτα έγινε η σύγκρουση και δεν είχε χρόνο να αποφύγει την σύγκρουση ο μάρτυρας και ούτε χρόνο για να σκεφτεί ότι υπήρχε πεζοδρόμιο δίπλα του. Ο μάρτυρας πήγε όσο πιο αριστερά μπορούσε και δεν μπορούσε να πέσει κάτω διότι υπήρχε χαντάκι δίπλα του και γεφυράκι. Δεν διαφώνησε με το περιεχόμενο των τεκμηρίων 2 και 3 και ερωτώμενος κατά πόσο σε αυτά φαίνεται χαντάκι, ανέφερε ότι υπάρχει γεφυράκι δίπλα από το χαντάκι εκεί δίπλα στο σημείο της σύγκρουσης. Ερωτώμενος κατά πόσο ο Μ.Κ. 1 δεν έλεγε την αλήθεια στα σχετικά σχέδια, ανέφερε ότι στο σχέδιο φαίνονται η τελικές θέσεις των αυτοκινήτων. Συμφώνησε ο μάρτυρας ότι καταγράφεται παγκέτο στα τεκμήρια 2 και 3 και ότι στα εν λόγω τεκμήρια δεν φαίνονται ούτε γεφυράκι αλλά ούτε και χαντάκι, τονίζοντας όμως ότι εκείνην την δεδομένη στιγμή δεν μπορούσε να κάνει οτιδήποτε, ούτε καν τον χρόνο δεν είχε για να πέσει κάτω, αφού έβλεπε τον κατηγορούμενο απέναντι με το αυτοκίνητο του και το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να βλέπει τον κατηγορούμενο και όλα έγιναν σε κλάσματα δευτερολέπτου. Το αυτοκίνητο που οδηγούσε εκείνην την ημέρα το οδηγεί μέχρι και σήμερα δεν το έχει μετρήσει ενώ περίπου το πλάτος ενός σαλούν αυτοκινήτου είναι 1,90 - 2,00 μέτρα και εξέφρασε άγνοια κατά πόσο αυτό είναι από 1,60 - 1,70 μέτρα. Συμφώνησε ο μάρτυρας ότι ο αστυνομικός του εξήγησε ότι περίπου εκεί έγινε η σύγκρουση. Η δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου του ήταν στο σημείο σύγκρουσης Χ και η αριστερή πλευρά του οχήματος ήταν στο σημείο που ο μάρτυρας έδειξε επί των τεκμηρίων 2 και 3 με τα γράμματα ΑΠ και ο μάρτυρας συμφώνησε με το σημείο σύγκρουσης Χ που τοποθέτησε ο αστυνομικός διότι ο αστυνομικός έβαλε σημάδι. Το σημείο σύγκρουσης Χ ήταν η δεξιά γωνιά του αυτοκινήτου του που έβαλε ο αστυνομικός το σημάδι, όμως ήταν η αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του που κτυπήθηκε και το αυτοκίνητο του ανυψώθηκε με την δεξιά του πλευρά και βγήκε το σημάδι στο σημείο Χ. Διαφώνησε σε σχετική υποβολή ότι η δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου βρισκόταν στην αντίθετη πλευρά του δρόμου, διότι κρατούσε την αριστερή λωρίδα. Ο μάρτυρας δεν είδε πόσο κοντά ήταν η αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του από το παγκέτο αφού τον εμπόδιζε ο παράγοντας χρόνος. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι το χαντάκι το είδε και την ώρα που σταμάτησε και περίμενε ήταν τότε ήταν που είδε το παγκέτο, δεν το ανέφερε όμως αυτό στην αστυνομία διότι δεν ήθελε να παραπλανήσει κανέναν, δεν είχε τον χρόνο να δει το παγκέτο και έδωσε την κατάθεση του αργότερα επειδή ήταν στο νοσοκομείο και ο μάρτυρας έχει ξαναπάει στο μέρος του ατυχήματος πριν να δώσει κατάθεση. Ο μάρτυρας έχει διανύσει απόσταση 15 - 20 μέτρων από την ώρα που αντιλήφθηκε τον κατηγορούμενο και επανέλαβε τις ίδιες θέσεις του όταν ερωτήθηκε κατά πόσο ήταν ικανοποιητικός ο χρόνος του για να πάει αριστερά στο παγκέτο και να αποφύγει το ατύχημα. Το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου έφυγε ανεξέλεγκτα μέχρι που του είπε η μητέρα του ΄΄εσκότωσεν μας τούτος γιε μου΄΄ έγινε η σύγκρουση και δεν μπορούσε να την αποφύγει. Συμφώνησε ο μάρτυρας ότι υπήρχε όχτος και χαντάκι στην πλευρά που οδηγούσε αλλά διαφώνησε ότι δεν υπήρχε χαντάκι εκεί. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι οδηγούσε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και ότι αυτός ήταν ο λόγος που έγινε το ατύχημα, ως επίσης διαφώνησε ότι ακόμα και με το περιεχόμενο των τεκμηρίων 2 και 3 διαφαίνεται ότι από την στιγμή που κτύπησε με την αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του η δεξιά ήταν στην αντίθετη λωρίδα. Συμφώνησε ως προς το πλάτος του δρόμου και της κάθε λωρίδας ότι είναι 6,40 και 3,20 μέτρα αντίστοιχα. Εξέφρασε άγνοια από ποια πλευρά του αυτοκινήτου έγινε η σύγκρουση αλλά αυτή έγινε στο σημείο Χ. Δεν ήξερε τον Μ.Κ. 1 πριν το ατύχημα και αρνήθηκε σχετικές υποβολές ότι οι στοιχομιθίες που ανέφερε στην κατάθεση του είναι δικές του επινοήσεις διότι ο κατηγορούμενος έχασε τις αισθήσεις του, επαναλαμβάνοντας ο μάρτυρας εκ νέου την εκδοχή του. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του Μ.Κ. 2, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος επέλεξε όπως προβεί στην ανώμοτη δήλωση ΄΄ τα πράγματα έγιναν όπως τα είπα στην κατάθεση μου, εγώ δεν φταίω για το δυστύχημα, είμαι αθώος΄΄ και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Νομική Πτυχή Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, είναι ένοχος αδικήματος. Το τι συνιστά αμέλεια έχει επανειλημμένα κριθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 ΑΑΔ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελίδα 73: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Το τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Όπως αναφέρεται στη Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 στη σελίδα 4: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». Βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86. Όπως προκύπτει και από τη σχετική Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Constantinou v. Katsouri
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Τέλος, η αξιολόγηση της συμπεριφοράς του οδηγού προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη θετικής μαρτυρίας όσον αφορά την πορεία του θύματος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Σάζου
(2001)2 Α.Α.Δ. 18 στη σελ. 26). Η θεμελίωση της αμέλειας της κατηγορουμένης απαιτεί την απόδειξη ότι παρέλειψε να δει κάτι που ήταν απλά ορατό και ότι η πιθανότητα κινδύνου ήταν εύλογα αντιληπτή και παρέλειψε να λάβει ενέργειες προφύλαξης. Η μη αποφυγή της σύγκρουσης δεν εξυπακούει αμέλεια (βλ. Παππάς ν. Ναθαναήλ
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 275 στη σελίδα 279). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Το σχέδιο αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος. Βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή ν. Κυριάκου,
(1996)1Α ΑΑΔ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1362, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1388. Όσον αφορά την επιλογή του κατηγορουμένου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση , κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι αυτό αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση η επιλογή του αυτή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία της, είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι η χωρίς όρκο δήλωση ενός κατηγορούμενου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 CLR 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Το Δικαστήριο, δεν δύναται να προσδώσει στην πιο πάνω ανώμοτη δήλωση οποιαδήποτε βαρύτητα, διότι ούτως ή άλλως αποτελεί υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του κατηγορουμένου, αλλά και επειδή η κατάθεση του κατηγορουμένου δεν δύναται να έχει οποιαδήποτε βαρύτητα διότι δεν έχει υποστεί ο κατηγορούμενος την βάσανο της αντεξέτασης. Αναφορικά με τις μαρτυρίες των Μ.Κ. 1 και 2, από το όλο πλέγμα των γεγονότων, διαφαίνεται ότι το μόνο στοιχείο που είναι ουσιαστικά υπό αμφισβήτηση, είναι αυτό του σημείου συγκρούσεως Χ, το οποίο έχει αμφισβητηθεί σφοδρά από την πλευρά της υπεράσπισης, και που ουσιαστικά σφραγίζει και το θέμα της ποινικής ευθύνης ή όχι του κατηγορουμένου, διότι από την στιγμή που το Δικαστήριο αποδεχθεί ότι το σημείο σύγκρουσης βρισκόταν στην πλευρά του παραπονουμένου, τότε σφραγίζεται η καταδίκη του κατηγορουμένου ενώ σε αντίθετη περίπτωση θα οδηγήσει σε αθώωση και απαλλαγή του κατηγορουμένου. Το Δικαστήριο έχει διεξέλθει με πάρα πολλή προσοχή την τεθείσα ενώπιον του προφορική και γραπτή μαρτυρία και ιδίως την πραγματική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του, και κατέληξε ότι έχουν δημιουργηθεί σοβαρές αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου αναφορικά με το σημείο όπου έγινε η σύγκρουση των δύο οχημάτων και οι λόγοι είναι οι εξής: Από την στιγμή που ο Μ.Κ. 1 τοποθετεί το σημείο σύγκρουσης Χ 90 εκατοστά εντός της λωρίδας του Μ.Κ. 2 και από την στιγμή που ο Μ.Κ. 1 ανέφερε ότι η σύγκρουση των δύο οχημάτων έγινε με τις μπροστινές αριστερές πλευρές αμφοτέρων των οχημάτων, θα ήταν λογικό και όποιο και να ήταν το πλάτος των δύο οχημάτων, ήτοι αν ήταν από 1,60 μέτρα έως 2,30 μέτρα, ένα μέρος του οχήματος του Μ.Κ. 2 θα βρισκόταν στην πλευρά του κατηγορουμένου, θέση την οποία δεν έχει προβάλει ο Μ.Κ.
  1. Το παράδοξο είναι επίσης και το εξής γεγονός: ο Μ.Κ. 2 τοποθέτησε την αριστερή μπροστινή πλευρά του οχήματος του, όχι στο σημείο σύγκρουσης Χ το οποίο τοποθέτησε ο Μ.Κ. 1 και σύμφωνα με τον οποίο εκεί ήταν η αριστερή πλευρά του οχήματος του Μ.Κ. 2 που κτυπήθηκε, αλλά ο Μ.Κ. 2 τοποθέτησε επί των τεκμηρίων 2 και 3 την αριστερή πλευρά πιο αριστερά από το σημείο Χ, δημιουργώντας περαιτέρω αμφιβολίες ως προς το σημείο σύγκρουσης διότι αν πράγματι η αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του Μ.Κ. 2 που κτυπήθηκε ήταν αυτή που ανέφερε, τότε το λογικό θα ήταν η σύγκρουση να ήταν αν όχι πλήρως μετωπική, τουλάχιστον σχεδόν μετωπική, πράγμα που δεν υποστηρίχθηκε από καμία πλευρά. Περαιτέρω αμφιβολίες έχουν δημιουργηθεί και από το εξής γεγονός: ο Μ.Κ. 1 δεν έχει αναγράψει επί των τεκμηρίων 2 και 3 ένα πολύ ουσιαστικής και καίριας σημασίας εύρημα, το οποίο θα αποτελούσε ένα χρήσιμο εργαλείο για το Δικαστήριο για να αξιολογήσει μέσα από την πραγματική μαρτυρία, που ήταν το σημείο σύγκρουσης και δεν είναι άλλο από αυτό της ύπαρξης γυαλιών στην άσφαλτο. Το εν λόγω εύρημα έχει αμφισβητηθεί σφοδρά από την πλευρά της υπεράσπισης διότι ήταν η εισήγηση της, χωρίς βεβαίως να το αποδείξει, ότι αυτά υπήρχαν στην πλευρά του κατηγορουμένου και όχι του Μ.Κ.
  2. Σίγουρα αυτή η απουσία καταγραφής ενός τόσο σημαντικού ευρήματος, αφήνει σκιές ως προς την πληρότητα της έρευνας και των ετοιμασιών των τεκμηρίων 2 και 3 από τον Μ.Κ.
  3. Η αναφορά του Μ.Κ. 1 ως προς το γδάρσιμο που υπήρχε στην άσφαλτο και δυνάμει αυτού κατέληξε στο σημείο Χ, ουδόλως δύναται να αποτελέσει ασφαλή πυξίδα για το Δικαστήριο για να οδηγηθεί σε ασφαλή συμπέρασμα ως προς την ακριβής θέση του σημείου σύγκρουσης, διότι δεν μπορούσε ο Μ.Κ. 1 να προσδιορίσει την πατρότητα του εν λόγω γδαρσίματος αφού δεν ήταν βέβαιος αν προήλθε από την τριβή του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου ή του Μ.Κ.
  4. Συνεπεία των όλων όσων έχουν αξιολογηθεί πιο πάνω και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο ίδιος ο Μ.Κ. 1 επικαλείτο είτε άγνοια, είτε έλλειψη ειδικότητας, είτε έλλειψη μετρήσεων από τον ίδιο σε καίριας σημασίας ερωτήματα αναφορικά με μετρήσεις και αποστάσεις, όπως είναι π.χ. η παραδοχή του ότι η αναφορά του ως προς το πλάτος του αυτοκινήτου σε 2,30 μέτρα δεν προήλθε από δική του μέτρηση αλλά από άλλες υποθέσεις, αφήνουν ένα δυσαναπλήρωτο κενό ως προς την ακριβή τοποθεσία του σημείου σύγκρουσης, το οποίο δεν δύναται να καλυφθεί με υποθέσεις και που το σημείο σύγκρουσης αποτέλεσε ουσιαστικά τον πυρήνα της παρούσας υπόθεσης. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολογηθείσα μαρτυρία, το Δικαστήριο δύναται να εξάξει ως μόνο και ασφαλή συμπέρασμα, ότι ο κατηγορούμενος στις 13.3.2010 στον παλαιό δρόμο Λεμεσού Πάφου παρά την Τίμη της Επαρχίας Πάφου οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΚPV 482 με συνοδηγό την μητέρα του και συγκρούστηκε με το όχημα του Μ.Κ. 2 και από την σύγκρουση τραυματίσθηκαν και οι τρεις επιβαίνοντες επί αμφοτέρων των αυτοκινήτων και διαμετακομίσθησαν στο νοσοκομείο Πάφου για νοσηλεία. Όμως, λόγω των αμφιβολιών που δημιουργήθηκαν στο μυαλό του Δικαστηρίου αναφορικά με την ακριβής θέση του σημείου σύγκρουσης, το Δικαστήριο δεν δύναται να εξάξει ασφαλές συμπέρασμα επί αυτού του θέματος το οποίο θα αποτελούσε και τον μοναδικό ασφαλή οδηγό για να εξακριβωθεί η ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου, το Δικαστήριο κρίνει ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.