← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. ΣΑΒΒΑ ΣΑΒΒΑ, Αρ. Υπόθεσης: 9990/11, 15/2/2013

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. ΣΑΒΒΑ ΣΑΒΒΑ, Αρ. Υπόθεσης: 9990/11, 15/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B17 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9990/11 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ Κατηγορούσα αρχή εναντίον ΣΑΒΒΑ ΣΑΒΒΑ Κατηγορουμένου ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 15/2/2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Μανώλη Για τον κατηγορούμενο: κα Στεφάνου Κατηγορούμενος : παρών ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 2, 8, 19 και 20Α του περί Μηχ. Οχημάτων και Τροχ. Κιν. Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από τους νόμους 166/87, 80

(1)/2000 και την ΚΔΠ 312/
  1. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος στις 20/10/2010 στον κύριο δρόμο Πάφου - Πόλης Χρυσοχούς στην Πόλη Χρυσοχούς της Επαρχίας Πάφου οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΚWV 342 χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα και προκάλεσε δυστύχημα. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε ο αστυφύλακας 726 κ. Ιάκωβος Παναγή ο οποίος και δεν αντεξετάστηκε. Ανέφερε ότι υπηρετεί στην τροχαία Πάφου και κατέθεσε τα τεκμήρια 1, 2 και
  2. Το τεκμήριο 1 είναι η κατάθεση του Μ.Κ. 1 και στην οποία αναφέρει ότι έχει λάβει την ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο - τεκμήριο 2 - και ότι τον έχει κατηγορήσει γραπτώς - τεκμήριο
  3. Ως Μ.Κ. 2 κατέθεσε ο αστυφύλακας 3468 κ. Νεόφυτος Χ΄΄ Χριστοδούλου. Ανέφερε ότι υπηρετεί στον αστυνομικό σταθμό Πόλεως Χρυσοχούς. Στις 20/10/2010 και ώρα 07:30 π.μ. μετέβηκε στην σκηνή του δυστυχήματος και κατέθεσε ως τεκμήριο 4 την κατάθεση του. Σύμφωνα με την κατάθεση του, επισκέφθηκε την σκηνή του δυστυχήματος μαζί με τον αστυφύλακα 2464 όπου στην παρουσία του Πυγμαλίωνα Τσαμαδού, ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής - τεκμήριο 5 - σημειώνοντας σε αυτό με γράμμα ΄΄Χ΄΄ το σημείο σύγκρουσης που του υπέδειξε και πήρε όλα τα αναγκαία μέτρα. Ακολούθως του το επεξήγησε και το υπέγραψε ως ορθό. Την ίδια ημέρα και ώρα 08:10 π.μ. έκανε έλεγχο αλκοτέστ στον Πυγμαλίωνα Τσαμαδού με μηδενική ένδειξη. Διενήργησε εξετάσεις και διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε την μοτοσικλέτα του με ληγμένη μαθητική άδεια οδηγού με συνέπεια χωρίς κάλυψη από πιστοποιητικό ασφάλειας έναντι τρίτου. Την 17/11/2010 και ώρα 11:00 του εξήγησε το πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος και αυτός αρνήθηκε να το υπογράψει, λέγοντας ότι δεν συμφωνεί, ως επίσης αρνήθηκε να μεταβεί στην σκηνή. Κατέθεσε ο μάρτυρας το τεκμήριο 6 το οποίο αποτελεί το συμμετρικό σχέδιο και κατέθεσε επίσης την κατάθεση του παραπονούμενου - Μ.Κ.
  4. Ο μάρτυρας υιοθέτησε τα ευρήματα και τις μετρήσεις των δύο σχεδίων που ετοίμασε. Εξετάζει τροχαία ατυχήματα για 15 χρόνια. Στο τεκμήριο 6 με το γράμμα ΄΄Χ΄΄ απεικονίζεται το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων, ήτοι αυτό του κατηγορουμένου και αυτό του παραπονούμενου - Μ.Κ.
  5. Το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του Μ.Κ. 3 και ο μάρτυρας κατέληξε σε αυτό το σημείο διότι του το υπέδειξε ο Μ.Κ. 3, αλλά και επειδή σε κοντινή απόσταση υπήρχαν τριψίματα από την μοτοσικλέτα και στην ίδια λωρίδα υπήρχαν μερικά κομμάτια πλαστικού από το όχημα του κατηγορουμένου και τα ίχνη τριψίματος φαίνονται επί του τεκμηρίου 6 με τα γράμματα Δ.1 - Δ.4 ( το οποίο αναγράφεται ως Δ:0,4). Το όριο ταχύτητας στο σημείο όπου έγινε το ατύχημα είναι 65 Χ.Α.Ω και αριστερά ως η πορεία του παραπονούμενου, υπάρχει είσοδος σε τεμάχιο και η είσοδος αυτή είναι χωμάτινος δρόμος. Ο κατηγορούμενος σε σχέση με την πορεία του είχε απεριόριστη ορατότητα. Οι ζημιές των δύο οχημάτων καταγράφονται στο πίσω μέρος του πρόχειρου σχεδιαγραφήματος. Ο παραπονούμενος κατευθυνόταν από την Πάφο προς Αργάκα και στο συγκεκριμένο σημείο η πορεία του ήταν ευθεία, ο κατηγορούμενος στο σημείο αυτό βρισκόταν στο αριστερό ασφάλτινο παγκέτο και έστριψε για να πάει σε αγροτικό δρόμο, όπου και ανέκοψε την πορεία του παραπονούμενου. Ο παραπονούμενος έστριψε δεξιά για να αποφύγει την σύγκρουση, όμως δεν το κατάφερε. Ο αγροτικός δρόμος είναι εκεί όπου κατέληξε το αυτοκίνητο του παραπονουμένου. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι σε περιπτώσεις τροχαίων ατυχημάτων, λαμβάνονται διάφορες μετρήσεις του δρόμου, το πλάτος του δρόμου και του παγκέτου, τα ενεχόμενα αυτοκίνητα και τις πορείες τους, αν υπάρχουν ίχνη των τροχών και λοιπά ευρήματα. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, στην δεξιά λωρίδα ως η πορεία του παραπονούμενου, υπήρχαν τριψίματα και κατέληγαν κοντά στο σημείο του κατηγορούμενου όπου ήταν εκεί και η μοτοσικλέτα του. Όλα αυτά είναι καταγεγραμμένα στο σχέδιο, αρνούμενος ταυτόχρονα σχετική υποβολή ότι δεν πρέβηκε σε εξαντλητική έρευνα για να λάβει όλη την μαρτυρία για να εξετάσει το επίδικο ατύχημα. Το σημείο σύγκρουσης του υποδείχθηκε από τον παραπονούμενο, αλλά κατέληξε στο εν λόγω σημείο επειδή υπήρχαν τα τριψίματα, τα μικρά κομμάτια πλαστικού που ήταν στην ίδια λωρίδα και δεν ήταν άλλο άτομο παρών που να του υποδείξει το σημείο σύγκρουσης. Ερωτώμενος εάν έκανε έρευνα για να διαπιστώσει εάν υπήρχε άλλο πρόσωπο είτε πεζός είτε με όχημα που να είδε το επίδικο ατύχημα, ανέφερε ότι αυτό δεν συνέβηκε την ώρα του ατυχήματος, όμως ακολουθούσαν τον κατηγορούμενο άλλα οχήματα όπου οι οδηγοί τους είδαν τον κατηγορούμενο να βγαίνει στο αριστερό παγκέτο ασφάλτου και συγκεκριμένα να υπήρχε και προσπέραση, ως ήταν η κατάθεση τρίτου προσώπου, η κατάθεση του οποίου κατατέθηκε ως τεκμήριο 8, που όμως δεν κλητεύθηκε ως μάρτυρας και το περιεχόμενο της εν λόγω κατάθεσης θα αξιολογηθεί πιο κάτω. Αρνήθηκε σχετικές υποβολές ότι οι μετρήσεις και τα ευρήματα επί του σχεδίου και ειδικώτερα το σημείο σύγκρουσης δεν βρίσκεται εκεί όπου το τοποθέτησε και υπεραμύνθηκε της ορθότητας και πληρότητας της έρευνας του, έκανε εξέταση αλκοόλης στον παραπονούμενο διότι αυτό γίνεται σε όσους ενέχονται σε τροχαία ατυχήματα και δεν έκανε έρευνα κατά πόσο ο παραπονούμενος υπερέβηκε το ανώτατο όριο ταχύτητας. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι προέβηκε στην εξέταση αλκοόλης επειδή διαπίστωσε ότι ο παραπονούμενος έτρεχε, λέγοντας ότι δεν είναι απαραίτητο όπως προβεί σε εξέταση ταχύτητας των ενεχόμενων οχημάτων. Ως Μ.Κ. 3 κατέθεσε ο κ. Πυγμαλίων Τσαμαδού ο οποίος αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεση του - τεκμήριο 7, ως επίσης αναγνώρισε και συμφώνησε με το τεκμήριο 5, ήτοι το πρόχειρο σχεδιαγράφημα. Σύμφωνα με την κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα, στις 20/10/2010 οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αριθμούς εγγραφής KHV 543 με κατεύθυνση του την εργασία του στην Αργάκα και φορούσε την ζώνη ασφαλείας του. Κατά η ώρα 07:25 βρισκόταν στον κύριο δρόμο Πάφου - Πόλης παρά τις αποθήκες του Αζίνα και οδηγούσε με ταχύτητα 65 Χ.Α.Ω περίπου. Από ότι θυμόταν, ακολουθούσε δύο αυτοκίνητα που δεν θυμόταν τους αριθμούς εγγραφής και τον τύπο τους, και βρισκόταν περί τα 15 - 20 μέτρα πίσω από το πρώτο όχημα που προπορευόταν μπροστά του. Ξαφνικά αντιλήφθηκε να εισέρχεται στον δρόμο από τα αριστερά του σύμφωνα με την πορεία του μια μοτοσικέτα και να προσπαθεί να περάσει προς τα δεξιά του. Προσπάθησε να τον αποφύγει στρίβοντας το αυτοκίνητο του προς τα δεξιά αλλά δυτυχώς δεν πρόλαβε με αποτέλεσμα να κτυπήσει η μοτοσικέτα στο μπροστινό φτερό του αυτοκινήτου του και να πέσει στο δεξιό παγκέτο του δρόμου. Αμέσως σταμάτησε το αυτοκίνητο του και κατέβηκε για να δει τον οδηγό της μοτοσικέτας με αριθμούς εγγραφής KWV 342 ο οποίος ήταν τραυματισμένος στην κεφαλή και την ίδια ώρα τηλεφώνησε στην αστυνομία, προσήλθε στο μέρος ασθενοφόρο και παρέλαβε τον τραυματία όπου τον μετέφερε στο νοσοκομείο της Πόλης Χρυσοχούς. Στο μέρος προσήλθε επίσης και η αστυνομία από την Πόλη Χρυσοχούς όπου προέβηκαν στις απαραίτητες μετρήσεις με τις οποίες συμφώνησε αφού υπέγραψε και το σχετικό σχεδιαγράφημα. Δεν είδε τον μοτοσικλετιστή να βρίσκεται στον παρακείμενο χωμάτινο δρόμο που βρίσκεται στο αριστερό πλευρό σύμφωνα με την πορεία του, αλλά τον είδε να εισέρχεται λοξά μέσα στον κύριο δρόμο και ο οδηγός δεν φορούσε κράνος. Προφορικά, όταν του ζητήθηκε και αφού του υποδείχθηε το τεκμήριο 6, ανέφερε ότι η πορεία του ήταν η Πόλη Χρυσοχούς και πιο συγκεκριμένα η Αργάκα όπου είναι η εργασία του ως δάσκαλος και οδηγούσε στην αριστερή πλευρά του δρόμου προς Πόλη Χρυσοχούς. Η απόσταση που είχε από την μοτοσικλέτα όταν την είδε να εισέρχεται στον δρόμο από αριστερά ήταν 8 - 10 μέτρα. Ενώ κατευθυνόταν ο μάρτυρας προς την Πόλη Χρυσοχούς πίσω από το προπορεύμενο από αυτόν όχημα και μόλις ξεκαθάρισε από το οπτικό του πεδίο το εν λόγω όχημα, είδε να εισέρχεται στον δρόμο η μοτοσικλέτα και να προσπαθεί να διασχίσει τον δρόμο για να πάει προφανώς δεξιά, η πορεία της μοτοσικλέτας δεν ήταν κάθετη σε σχέση με την πορεία του μάρτυρα αλλά λοξώς προς την απέναντι πλευρά. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν μπορούσε να δει τον κατηγορούμενο από πριν διότι προπορεύονταν δύο οχήματα σε σχέση με τον μάρτυρα και η θέση του οδηγού από δεξιά εμπόδιζε να δει τον κατηγορούμενο από πριν και η απόσταση από τα προπορευόμενα οχήματα ήταν 15 - 20 μέτρα και δεν ήταν δυνατό από αυτήν την απόσταση να δει τον κατηγορούμενο. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν σταματημένος με την μοτοσικέτα του με καταφανή πρόθεση του να περάσει απέναντι στην πάροδο και το σημείο αυτό βρίσκεται σε τέτοια θέση στον συγκεκριμένο δρόμο που σύμφωνα με την κατέυθυνση του μάρτυρα είχε απεριόριστη ορατότητα από απόσταση 300 περίπου μέτρων, ανέφερε ότι από ότι ξέρει, όταν κάποιος θέλει να στρίψει δεξιά, πρέπει να βρίσκεται στην μέση του οδοστρώματος με βάση τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας, επαναλαμβάνοντας εκ νέου τις θέσεις του. Ανέφερε επίσης ότι η μέγιστη ταχύτητα που τηρούσε εκείνην την ώρα ήταν 65 Χ.Α.Ω και εξέφρασε την άποψη ότι σε εκείνο το μέρος δεν υπάρχει περιορισμός στην ταχύτητα και ότι δεν είναι κατοικημένη περιοχή, αρνούμενος σχετική υποβολή ότι τηρούσε μεγαλύτερη ταχύτητα. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι δεν τηρούσε την αναγκαία παρατηρητικότητα και προσοχή στον δρόμο παρόλο που ήταν σε κατοικημένη περιοχή και αυτός ήταν ο λόγος που έγινε το επίδικο ατύχημα, ανέφερε ότι η προσοχή του ήταν στα προπορευόμενα από αυτόν οχήματα από όπου ανέμενε να συμβεί το οποιοδήποτε απρόοπτο και το σημείο όπου βρισκόταν ο κατηγορούμενος δεν δικαιολογούσε να υπάρχει όχημα για να κινηθεί απέναντι από αριστερά. Ερωτώμενος εάν έχει αντιληφθεί ότι το επίδικο ατύχημα το έχει δει και άλλο άτομο, ανέφερε ότι προφανώς οι οδηγοί των προπορευόμενων οχημάτων θα το είδαν και επίσης υπήρχε και μια κοπέλα στο σημείο η οποία τον βοήθησε να δώσει τις πρώτες βοήθειες στον κατηγορούμενο και να ειδοποιήσει την αστυνομία και το ασθενοφόρο. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του, έκρινε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας νόμου Κεφ. 155, προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση με την οποία ανέφερε ΄΄ περιορίζομαι σε ότι έχω πει στην κατάθεση μου΄΄ και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Νομική Πτυχή Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, είναι ένοχος αδικήματος. Το τι συνιστά αμέλεια έχει επανειλημμένα κριθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 ΑΑΔ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελίδα 73: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Το τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Όπως αναφέρεται στη Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 στη σελίδα 4: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». Βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86. Όπως προκύπτει και από τη σχετική Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Constantinou v. Katsouri
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Τέλος, η αξιολόγηση της συμπεριφοράς του οδηγού προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη θετικής μαρτυρίας όσον αφορά την πορεία του θύματος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Σάζου
(2001)2 Α.Α.Δ. 18 στη σελ. 26). Η θεμελίωση της αμέλειας της κατηγορουμένης απαιτεί την απόδειξη ότι παρέλειψε να δει κάτι που ήταν απλά ορατό και ότι η πιθανότητα κινδύνου ήταν εύλογα αντιληπτή και παρέλειψε να λάβει ενέργειες προφύλαξης. Η μη αποφυγή της σύγκρουσης δεν εξυπακούει αμέλεια (βλ. Παππάς ν. Ναθαναήλ
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 275 στη σελίδα 279). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Όσον αφορά την επιλογή του κατηγορουμένου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση , κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι αυτό αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση η επιλογή του αυτή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία της, είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι η χωρίς όρκο δήλωση ενός κατηγορούμενου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 CLR 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Το Δικαστήριο, δεν δύναται να προσδώσει στην πιο πάνω ανώμοτη δήλωση οποιαδήποτε βαρύτητα, διότι ούτως ή άλλως αποτελεί υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του κατηγορουμένου, αλλά και επειδή η κατάθεση του κατηγορουμένου δεν δύναται να έχει οποιαδήποτε βαρύτητα διότι δεν έχει υποστεί ο κατηγορούμενος την βάσανο της αντεξέτασης. Αναφορικά με το τεκμήριο 8, επίσης το Δικαστήριο δεν δύναται να αποδώσει σε αυτήν οποιαδήποτε αποδειχτική βαρύτητα, ως επίσης και τα όσα λέχθησαν από τον Μ.Κ. 1 αναφορικά με την εν λόγω κατάθεση, διότι το εν λόγω άτομο δεν έχει κλητευθεί για να καταθέσει και η μαρτυρία αυτή αποτελεί εξ΄ ακοής μαρτυρία. Δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση για την μη κλήτευση του εν λόγω ατόμου και η πλευρά της υπεράσπισης η οποία έκανε επίκληση της μαρτυρίας του εν λόγω ατόμου, είχε την ευκαιρεία εάν το επιθυμούσε, να την κλητεύσει και να αξιολογηθεί η μαρυρία της αφού υποβαλλόταν στην βάσανο της αντεξέτασης. Έτσι η απουσία του προσώπου που έκανε τις αρχικές δηλώσεις και διαπιστώσεις, στέρησε από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να κρίνει το αξιόπιστο η όχι των όσων αναφέρονται σε αυτά (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τάσου Γεωργίου, Ποινική Έφεση 74/05, ημερ. 22.5.06). Το σχέδιο αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος. Βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή ν. Κυριάκου,
(1996)1Α ΑΑΔ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1362, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ,
(1997)1Γ ΑΑΔ
  1. Ο Μ.Κ. 1 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να πει την αλήθεια και όσα γνώριζε και περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Ούτως ή άλλως ο εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε αλλά και η πλευρά της υπεράσπισης κατά τις τελικές της αγορεύσεις, αποδέχθηκε την φιλαλήθεια του εν λόγω μάρτυρα. Συνεπώς το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα στο σύνολο της ως αληθή και αξιόπιστη. Ο Μ.Κ. 2 άφησε επίσης θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο διέκρινε κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, ότι ο μάρτυρας προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να πει την αλήθεια. Απαντούσε άμεσα, με φυσικό και πηγαίο τρόπο χωρίς οποιαδήποτε προσφυγή στο ψεύδος, στην υπερβολή ή στην ασάφεια και δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις. Το Δικαστήριο έχει πεπειστεί για την αλήθεια και πληρότητα των μετρήσεων και των ευρημάτων του για τα οποία ο μάρτυρας ήταν κατατοπιστικός και διαφωτιστικός. Η μαρτυρία του είναι άρρηκτα συνδεδεμένη και με την πραγματική μαρτυρία που υπάρχει και πιο συγκεκριμένα με τα τριψίματα στον δρόμο και τα κομμένα πλαστικά κομμάτια στον δρόμο από την μοτοσικλέτα του κατηγορουμένου. Η αξιοπιστία του δεν έχει κλονιστεί κατά το στάδιο της αντεξέτασης και το Δικαστήριο δεν έχει διακρίνει οποιαδήποτε απόπειρα απόκρυψης της αλήθειας, αφού όταν του ζητήθηκε η κατάθεση του τρίτου ατόμου - τεκμήριο 8 - αυτός την κατάθεσε και η αποδειχτική βαρύτητα του εν λόγω εγγράφου έχει ούτως ή άλλως αξιολογηθεί. Συνεπώς το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα στο σύνολο της ως αληθή και αξιόπιστη. Το ίδιο ισχύει και για τον παραπονούμενο - Μ.Κ.
  2. Το Δικαστήριο εξέτασε με πάρα πολλή προσοχή τον Μ.Κ. 3 κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, τόσο ως προς το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, αλλά όσο και ως προς τον τρόπο που έδιδε την δια ζώσης μαρτυρία του, διότι ήταν και το άμεσα εμπλεκόμενο άτομο αναφορικά με το επίδικο ατύχημα. Το Δικαστήριο έχει πεπειστεί ότι ο Μ.Κ. 3 προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και δεν έχει διακρίνει οποιαδήποτε προσπάθεια αποφυγής οποιωνδήποτε ευθυνών, έδωσε μια πλήρη και λεπτομερή περιγραφή όχι μόνο ως προς τις συνθήκες που οδήγησαν στο επίδικο ατύχημα, αλλά και ως προς το τι επακολούθησε αυτού. Απαντούσε και αυτός ο μάρτυρας άμεσα και με πηγαίο τρόπο, χωρίς ασάφειες, υπεκφυγές ή προσφυγή στο ψεύδος ή στην υπερβολή. Η μαρτυρία του ήταν επίσης άρρηκτα συνδεδεμένη και συμπίπτουσα με την πραγματική μαρτυρία η οποία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τον Μ.Κ. 2 και η οποία έχει γίνει αποδεχτή, ως πιο πάνω έχει αξιολογηθεί. Σίγουρα εκ πρώτης όψεως και χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας, θα ξένιζε το σημείο σύγκρουσης και θα δημιουργούσε αμφιβολίες ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου και σοβαρές ενδείξεις για αμέλεια του Μ.Κ. 3 διότι αυτό βρίσκεται στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας ως η πορεία του Μ.Κ.
  3. Όμως μετά από προσεκτική μελέτη τόσο της πραγματικής μαρτυρίας, όσο και της μαρτυρίας του Μ.Κ. 3, υπάρχει λογική εξήγηση, διότι είναι πιο λογικό και πειστικό όπως ο Μ.Κ. 3 βλέποντας ξαφνικά τον κατηγορούμενο να εισέρχεται στον δρόμο σε μια προσπάθεια του να εισέλθει στον δρόμο και να περάσει απέναντι, ο Μ.Κ. 3 προσπάθησε να αποφύγει τον κατηγορούμενο στρίβοντας δεξιά το όχημα που οδηγούσε με αριθμούς εγγραφής KHV 543 με κατεύθυνση την Χλώρακα και με ταχύτητα 65 Χ.Α.Ω, ήτοι εντός του ανωτάτου επιτρεπτού ορίου στον εν λόγω δρόμο, και αυτό εξηγεί το σημείο σύγκρουσης, πλην όμως η σύγκρουση δεν έχει αποφευχθεί διότι ο Μ.Κ. 3 είδε ξαφνικά τον κατηγορούμενο αφού έχει ξεκαθαρίσει το οπτικό του πεδίο από τα προπορευόμενα από αυτόν οχήματα. Η αμέλεια του κατηγορουμένου συνίσταται στο γεγονός ότι εισήλθε στο κύριο δρόμο Πάφου - Πόλης Χρυσοχούς με σκοπό να περάσει απέναντι, χωρίς αυτό να ήταν ασφαλές διότι δεν έχει υπολογίσει ορθά την παρουσία και την ταχύτητα του Μ.Κ. 3 με αποτέλεσμα να επέλθει η σύγκρουση. Το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί για την φιλαλήθεια του εν λόγω μάρτυρα και συνεπώς αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα στο σύνολο της ως αληθή και αξιόπιστη. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολόγηση της γραπτής και προφορικής μαρτυρίας, το Δικαστήριο προβαίνει στα πιο κάτω ευρήματα και συμπεράσματα: Ο Μ.Κ. 3, στις 20/10/2010 οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα (αυτοκίνητο) με αριθμούς εγγραφής KHV 543 στον κύριο δρόμο Πάφου - Πόλης Χρυσοχούς με κατεύθυνση την Αργάκα. Βλέποντας ο Μ.Κ. 3 ξαφνικά τον κατηγορούμενο, ο οποίος οδηγούσε την μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής KWV 342 να εισέρχεται στον δρόμο σε μια προσπάθεια του να εισέλθει στον δρόμο και να περάσει απέναντι με λοξή πορεία, ο Μ.Κ. 3 προσπάθησε να αποφύγει τον κατηγορούμενο στρίβοντας δεξιά το όχημα που οδηγούσε και με ταχύτητα 65 Χ.Α.Ω, ήτοι εντός του ανωτάτου επιτρεπτού ορίου στον εν λόγω δρόμο, και αυτό εξηγεί το σημείο σύγκρουσης το οποίο βρίσκεται στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας ως η πορεία του Μ.Κ. 3, πλην όμως η σύγκρουση δεν έχει αποφευχθεί διότι ο Μ.Κ. 3 είδε ξαφνικά τον κατηγορούμενο αφού έχει ξεκαθαρίσει το οπτικό του πεδίο από τα προπορευόμενα από αυτόν οχήματα. Η αμέλεια του κατηγορουμένου συνίσταται στο γεγονός ότι εισήλθε στο κύριο δρόμο Πάφου - Πόλης Χρυσοχούς με σκοπό να περάσει απέναντι, χωρίς αυτό να ήταν ασφαλές διότι δεν έχει υπολογίσει ορθά την παρουσία και την ταχύτητα του Μ.Κ. 3 με αποτέλεσμα να επέλθει η σύγκρουση. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που προσπάθησε το Δικαστήριο να εξηγήσει, η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αποδεχτή μαρτυρία, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.