← Κύπρος

ΡΟΔΑ ΜΑΡΙΑ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΑΝΔΡΕΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΣΑΒΒΑ, Αρ. Υπόθεσης: 14465/11, 8/3/2013

ΡΟΔΑ ΜΑΡΙΑ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΑΝΔΡΕΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΣΑΒΒΑ, Αρ. Υπόθεσης: 14465/11, 8/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14465/11 ΡΟΔΑ ΜΑΡΙΑ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Παραπονουμένων εναντίον ΑΝΔΡΕΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΣΑΒΒΑ Κατηγορουμένου ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 8/3/2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους παραπονούμενους: κα Μαρία Πιερή Για τον Κατηγορούμενο : κος Παύλος Ευθυμίου Κατηγορούμενος : παρών ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορά απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297, 298 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από τους νόμους 18

(1)/06, 130
(1)/06 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά/ ή περί τις 17/10/2003 με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό καταδολίευσης, απέσπασε από τους παραπονούμενους το ποσό των Λ.Κ. 10,000 ισάξιο σε ευρώ € 17,086,01 ως προκαταβολή για την αγορά δύο ακινήτων τα οποία θα παραδίδονταν και μεταβιβάζονταν στους παραπονούμενους καθ΄ ων χρόνο ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι δεν ήταν εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των εν λόγω ακινήτων και γνώριζε ότι δεν θα μεταβίβαζε τα εν λόγω ακίνητα στους παραπονούμενους. Η δεύτερη κατηγορία αφορά απάτη με δόλιο τέχνασμα, κατά παράβαση του άρθρου 300 του Ποινικού Κώδικα Κεφ, 154 όπως τροποποιήθηκε από τον νόμο 18
(1)/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά/ ή περί την 17/10/2003 με δόλια τεχνάσματα εξασφάλισε από τους παραπονούμενους το ποσό των Λ.Κ. 10,000 ισάξιο σε ευρώ € 17,086,01 για την πώληση προς τους παραπονούμενους δύο ακινήτων τα οποία θα παραδίδονταν και θα μεταβιβάζονταν στους παραπονούμενους έχοντας πρόθεση να εξαπατήσει τους παραπονούμενους αφού γνώριζε ότι δεν ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των εν λόγω ακινήτων και γνώριζε ότι δεν θα μεταβίβαζε τα εν λόγω ακίνητα στους παραπονούμενους. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης δήλωσε ως παραδεχτό γεγονός με το οποίο συμφώνησε η ευπαίδευτη συνήγορος των παραπονουμένων και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, ότι στον ουσιώδη χρόνο, ήτοι στις 17/10/2003 ο κατηγορούμενος δεν ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του τεμαχίου που αφορά την επίδικη συμφωνία. Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε ο κ. Ανδρέας Αναξαγόρας ο οποίος κατέθεσε γραπτή δήλωση την οποία και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Στην γραπτή του δήλωση, αναφέρει ότι είναι ο διευθυντής των παραπονουμένων η οποία ασχολείται μεταξύ άλλων με την ανάπτυξη γης και διεξαγωγή αγοραπωλησιών ακίνητης ιδιοκτησίας. Κατά τον ουσιώδη χρόνο συναλλάχθηκε με τον κατηγορούμενο για την αγορά τεμαχίων για τα οποία ο κατηγορούμενος παρουσιαζόταν στον ίδιο και στους παραπονούμενους ως ιδιοκτήτης τεμαχίων υπ΄ αριθμούς εγγραφής 0/3309 Φ/Σχ 35/46 και 3309 Φ/Σχ 35/54 τεμάχιο 60 που βρίσκονται στο χωριό Δρύμου της Επαρχίας Πάφου. Δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ημερομηνίας 17/10/2003 η οποία υπογράφτηκε στην Πάφο μεταξύ της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου ο οποίος παρουσίαζε τον εαυτό του ως ιδιοκτήτη των πωλούμενων τεμαχίων, η παραπονούμενη συμφώνησε την αγορά από τον κατηγορούμενο των πιο πάνω ακινήτων. Το τίμημα πώλησης των εν λόγω ακινήτων συμφωνήθηκε μεταξύ της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου στο ποσό των Λ.Κ. 10,000 ισάξιο σε ευρώ € 17,086,01 για το τεμάχιο με αριθμό 60 και στο ποσό των Λ.Κ. 30,000 ισάξιο σε ευρώ € 51,258,
  2. Το τίμημα αγοράς και για τα δύο τεμάχια ανερχόταν συνολικά στο ποσό των Λ.Κ. 40,000 ισάξιο σε ευρώ € 68,344,06 και η καταβολή του συνολικού ποσού και για τα δύο τεμάχια σύμφωνα με τους ουσιώδεις όρους της παραγράφου 2 της επίδικης συμφωνίας θα γινόταν ως εξής: Α) Το ποσό των Λ.Κ. 10,000 ισάξιο σε ευρώ € 17,086,01 πληρώθηκε στον κατηγορούμενο ταυτόχρονα με την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας ως προκαταβολή. Β) Το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ. 30,000 ισάξιο σε ευρώ € 51,258,04 θα πληρονόταν ταυτόχρονα με την μεταβίβαση των ακινήτων επ΄ ονόματι της παραπονουμένης, νοουμένου ότι ο κατηγορούμενος θα διεκπεραιώσει όλες τις απαιτούμενες ενέργειες ούτως ώστε τα πιο πάνω ακίνητα να εγγραφούν επ΄ ονόματι της παραπονούμενης. Ήταν ρητός και ουσιώδης όρος της επίδικης συμφωνίας ότι ο κατηγορούμενος όφειλε να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την εγγραφή των ακινήτων επ΄ ονόματι της παραπονούμενης. Σύμφωνα με την επίδικη συμφωνία, ήταν επίσης ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας ότι τα πωλούμενα ακίνητα θα ήταν ελεύθερα από οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος και/ή δεν θα είχαν οποιοδήποτε κώλυμα για την μεταβίβαση τους επ΄ ονόματι της παραπονούμενης. Ήταν επίσης ρητός όρος της επίδικης συμφωνίας ότι με την υπογραφή της έγγραφης συμφωνίας τα επίδικα ακίνητα θα περιέρχονταν στην κυριότητα της παραπονούμενης και ότι με την αποπληρωμή του τιμήματος πώλησης ο κατηγορούμενος αναλάμβανε την υποχρέωση να μεταβιβάσει το ακίνητο στο όνομα της παραπονούμενης. Σήμερα η αξία του τεμαχίου 286 ανέρχεται στο ποσό των € 391,320 και η σημερινή αξία του τεμαχίου 60 ανέρχεται σήμερα στο ποσό των € 36,440 σύμφωνα με αιτιολογημένη έκθεση εκτίμησης που διενεργήθηκε στο ακίνητο. Η παραπονούμενη μετά από τις πιο πάνω διαβεβαιώσεις και/ή παραστάσεις και/ή διαβεβαιώσεις του κατηγορούμενου κατά ή περί την 17/10/2003 με την υπογραφή της έγγραφης συμφωνίας κατέβαλε στον κατηγορούμενο το ποσό των Λ.Κ. 10,000 ισάξιο σε ευρώ € 17,086,01 και ανέμενε από τον κατηγορούμενο την εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων. Μετά την υπογραφή της συμφωνίας η παραπονούμενη ανέμενε την επ΄ ονόματι της μεταβίβαση των ακινήτων και μετά από έρευνα που διενήργησε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου, διαπίστωσε ότι το τεμάχιο 286 ήταν εγγεγραμμένο επ΄ ονόματι των Τάκη Γ. Χ΄΄Οικονόμου και Κλείτου, Αμαλίας, Ζωής και Κώστα Χ΄΄Οικονόμου κατά 1/5 μερίδιο έκαστος. Ιδιοκτήτης του τεμαχίου 60 φαινόταν αρχικά να είναι ο Χριστάκης Χ΄΄Οικονόμου και μετέπειτα η Μαρούλα Κούκου κατά ½ μερίδιο και ο Ανδρέας Δημητρίου κατά 1/
  3. Ο κατηγορούμενος ψευδώς παρουσίαζε στην παραπονούμενη ότι είναι ο ιδιοκτήτης των εν λόγω τεμαχίων και η παραπονούμενη βασιζόμενη στις ψευδείς παραστάσεις του κατηγορούμενου προέβη στην καταβολή του ποσού των Λ.Κ. 10,000 ισάξιο σε ευρώ € 17,086,
  4. Σύμφωνα με την έγγραφη συμφωνία που υπέγραψε ο κατηγορούμενος κατά ή περί την 17/10/2003, ο κατηγορούμενος παρουσιαζόταν ψευδώς ως ο ιδιοκτήτης των τεμαχίων 268 και 60, ότι θα μεταβίβαζε το εν λόγω τεμάχιο επ΄ ονόματι της παραπονούμενης και παρείχε διαβεβαιώσεις και/ή ψευδείς παραστάσεις ότι ήταν ιδιοκτήτης των ακινήτων και ότι αυτά θα ήταν ελεύθερα από οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος και βάσει όλων αυτών των διαβεβαιώσεων η παραπονούμενη προέβη στην υπογραφή της συμφωνίας αυτής και στην καταβολή των Λ.Κ. 10,000 ισάξιο σε ευρώ € 17,086,
  5. Κατ΄ ακολουθία η παραπονούμενη κάλεσε πολλές φορές τον κατηγορούμενο όπως της επιστρέψει το εν λόγω ποσό, όμως ο κατηγορούμενος αρνείται και/ή αμελεί και/ή παραλείπει να το πράξει μέχρι σήμερα. Η όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου, τα λόγια του και οι πράξεις του δείχνουν την πρόθεση που είχε να εξαπατήσει την παραπονούμενη, αφού με τις ψευδείς του παραστάσεις ότι ήταν ο ιδιοκτήτητης των ακινήτων, έπεισαν την παραπονούμενη στην πληρωμή του ποσού των Λ.Κ. 10,000 ισάξιο σε ευρώ € 17,086,01 προκαλώντας μια ψευδή προσδοκία. Με την συμπεριφορά του, τις πράξεις του και τις υποσχέσεις του, της παρέστησε ψευδώς ότι θα της μεταβίβαζε τα επίδικα ακίνητα. Η παραπονούμενη βασίστηκε στα λόγια, στις υποσχέσεις και στην συμπεριφορά του κατηγορούμενου και εξ΄ αιτίας αυτών κατέβαλε στον κατηγορούμενο το πιο πάνω αναφερόμενο ποσό. Με τις ψευδείς του παραστάσεις ο κατηγορούμενος κατάφερε να αποσπάσει από την παραπονούμενη το ποσό αυτό. Η συμπεριφορά του κατηγορουμένου είναι καθ΄ όλα παράνομη και αντικανονική, καθώς ο κατηγορούμενος υπέγραψε το ως άνω αναφερόμενο έγγραφο ενώ εγνώριζε ότι ουδέποτε είχε πρόθεση να της μεταβιβάσει τα επίδικα ακίνητα και η όλη του συμπεριφορά αυτό αποδεικνύει. Στην συνέχεια και προφορικά, αναγνώρισε και κατέθεσε ως τεκμήριο 1 την γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 17/10/2003 την οποία και υπέγραψε εκ μέρους της παραπονούμενης εταιρείας και που γίνεται αναφορά στην παράγραφο 4 της γραπτής του δήλωσης. Διευκρινίζοντας το ποσό των £10,000 για το οποίο γίνεται αναφορά στην παράγραφο 10 της γραπτής του δήλωσης, ανέφερε ότι αυτό το ποσό πληρώθηκε με επιταγή. Υπήρχαν δύο συναλλαγές και αυτός ήταν και ο λόγος που υπήρχαν και άλλες επιταγές συνολικής αξίας £60,000 και £40,
  6. Τα σχετικά τεμάχια συνορεύουν και συγκεκριμένα για 4 τεμάχια ήταν αξίας £60,000 και δύο τεμάχια για £40,
  7. Τα 4 τεμάχια έχουν μεταβιβαστεί κανονικά όπως έχει συμφωνηθεί για το ποσό των £60,000 και η πληρωμή έγινε με επιταγή των £59,000 και μετρητά £1,000 το πρωί έξω από το κτηματολόγιο και η δεύτερη συναλλαγή των £40,000 είχε δώσει επιταγή για το ποσό των £10,000 ως προκαταβολή το οποίο ποσό δεν του επιστράφηκε. Αντίγραφα των εν λόγω επιταγών κατατέθηκαν ως τεκμήριο 2, λέγοντας ότι αυτές τις έχει λάβει από την Τράπεζα Κύπρου και ότι έχει το ΄΄αντίτσεκκο΄΄ στο οποίο αναγράφονται σε ποιον εκδόθηκαν οι επιταγές. Κατέθεσε επίσης ο μάρτυρας ως τεκμήριο 3 την έκθεση εκτίμησης την οποία ζήτησε από τον κ. Πολυβίου μετά την αγορά του ακινήτου και για την οποία έκανε αναφορά στην παράγραφο 9 της γραπτής του δήλωσης και κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 4 τον τίτλο ιδιοκτησίας του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/3309 Φ/Σχ 35/46 τεμάχιο 286 τοποθεσία ρίζες στην Δρύμου της Επαρχίας Πάφου. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι κάνει την ίδια δουλειά που έκανε και το 2003 και που είναι η ανάπτυξη γης, η δε εταιρεία του στην οποία είναι διευθυντής και ιδιοκτήτης με την σύζυγο του, έχει ιδρυθεί το
  8. Κατά την διάρκεια των χρόνων, ακολουθείτο μια διαδικασία για να μεταβιβαστεί ένα ακίνητο και πιο συγκεκριμένα χρησιμοποιείτο δικολάβος και ετοιμάζονταν τα σχετικά έγγραφα όπου και χαρτοσημαίνοντο και μαζί αγοραστής και πωλητής προχωρούσαν στην μεταβίβαση του εκάστοτε ακινήτου. Ερωτώμενος εάν προέβαινε σε οποιονδήποτε έλεγχο πριν αγοράσει κάποιο ακίνητο, ανέφερε ότι στις πράξεις που έγιναν μέχρι σήμερα και που αριθμούσαν γύρω στις δέκα, αφορούσαν αγοραπωλησίες με γνωστά του άτομα γύρω στις επτά και στις άλλες δυό - τρεις αγοραπωλησίες έχει χρησιμοποιήσει τις υπηρεσίες δικολάβου για την ετοιμασία εγγράφων, φοροαπαλλαγών, προκαταβολών κλπ, λέγοντας ότι ο ίδιος δεν έτυχε πανεπιστημιακής μόρφωσης. Ερωτώμενος κατά πόσο είχε προηγουμένως ελέγξει τίτλους ιδιοκτησίας, ανέφερε ότι όλα τα αναλάμβανε ο δικολάβος χωρίς κανένα πρόβλημα. Ειδικότερα στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος του έχει παρουσιαστεί ως ιδιοκτήτης γειτονικής ακίνητης ιδιοκτησίας με αυτής που είχε αγοράσει ο ίδιος και ενδιαφερόμενος να του πουλήσει και την δική του ακίνητη ιδιοκτησία. Ο μάρτυρας του ανέφερε ότι ενδιαφέρεται και προσήλθαν σε δικολάβο όπου και του πρόσφερε μια προκαταβολή και ορισμένα ακίνητα έχουν μεταβιβαστεί ενώ άλλα όχι, αρνούμενος ταυτόχρονα σχετικές υποβληθείσες θέσεις ότι απευθύνθηκε ο ίδιος πρώτα στον κατηγορούμενο ζητώντας του όπως του πουλήσει στην εταιρεία του τα εν λόγω ακίνητα, ότι ο ίδιος ζήτησε όπως μεταβούν σε δικολάβο για να ετοιμάσουν τα σχετικά έγγραφα και ότι ο κατηγορούμενος του υπέδειξε τίτλο ιδιοκτησίας στον οποίον εμφαίνονταν άλλα άτομα ως εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες. Στην συνέχεια ο μάρτυρας έκανε αναφορά και σε προηγούμενη συναλλαγή που είχε με τον κατηγορούμενο για άλλα τέσσερα ακίνητα και που προηγήθηκε της επίδικης συναλλαγής, τα οποία και μεταβιβάστηκαν και εξοφλήθηκε το τίμημα της εν λόγω δικαιοπραξίας και ακολούθησε η δικαιοπραξία για τα άλλα δύο ακίνητα και ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση ουσιαστικά να αιτιολογήσει γιατί υπάρχει επιταγή που αναγράφεται στο τεκμήριο 2 με ημερομηνία 3/3/2004 για το ποσό των Λ.Κ. 50,000 αν και συμφώνησε προηγουμένως ότι οι πληρωμές θα έπρεπε να γίνουν σε χρονικό διάστημα 30 - 35 ημερών από τις 17/10/
  9. Όσον αφορά την επιταγή επί του τεκμηρίου 2 για το ποσό των Λ.Κ. 12,000 ημερομηνίας 21/11/2003 ανέφερε ότι αφορά την συναλλαγή των τεσσάρων ακινήτων. Διευκρίνησε ο μάρτυρας ότι για την συναλλαγή των τεσσάρων τεμαχίων η προκαταβολή ανερχόταν σε Λ.Κ. 40,000 και για την συναλλαγή των δύο τεμαχίων η προκαταβολή ανερχόταν σε Λ.Κ. 10,000 και έδωσε προς αυτόν τον σκοπό μια επιταγή των Λ.Κ. 50,000 διότι η συναλλαγή έγινε την ίδια ημέρα και για το ποσό των Λ.Κ. 10,000 φαίνεται αυτό βάσει του συμβολαίου και δεν υπάρχει οποιαδήποτε απόδειξη είσπραξης για το ποσό των Λ.Κ. 10,000, αρνούμενος ταυτόχρονα σχετική υποβληθείσα θέση ότι ο κατηγορούμενος δεν είσπραξε το εν λόγω ποσό. Αναφορικά με το τεκμήριο 4, ανέφερε ότι για πρώτη φορά το είδε για πρώτη φορά το 2007 όταν προσέφυγε σε δικηγόρο αφού έδωσε ευελιξία στον πωλητή και αφού προηγήθησαν πολλά τηλεφωνήματα και καθησυχασμοί από τον γιο του κατηγορουμένου ότι θα γινόταν η μεταβίβαση. Το 2007 τον προσέγγισαν κάποιοι από την Δρύμου διαμαρτυρόμενοι ότι προσπαθεί να αγοράσει την γη τους και ο μάρτυρας τους καθησύχασε λέγοντας του ότι αυτό δεν θα γίνει αφού δεν θέλει να πάρει ξένη γη. Το τεκμήριο 1 έχει ετοιμαστεί από την δικολάβο Παρασκευή Ματθαίου η οποία παρείχε τις υπηρεσίες της για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Όταν κλήθηκε να σχολιάσει τον όρο 2Γ που αναφέρει ΄΄ το υπόλοιπο 30,000 λίρες θα πληρωθεί ταυτόχρονα με την μεταβίβαση, νοουμένου ότι ο πωλητής θα διεκπεραιώσει ενέργειες για τα πιο πάνω ακίνητα να εγγραφούν επ΄ ονόματι του΄΄, αναγνώρισε την υπογραφή του επί του εν λόγω τεκμηρίου για λογαριασμό της εταιρείας του και αφορούσε το ποσό των 30,000 αφού δόθησαν 10,000 προκαταβολή. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι γνώριζε κατά το στάδιο της υπογραφής του τεκμηρίου 1 ότι το ακίνητο δεν ανήκε στον κατηγορούμενο και αυτός ήταν ο λόγος που έχει γραφτεί ο πιο πάνω όρος, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος παρουσιαζόταν ως πωλητής και ιδιοκτήτης αυτών. Ο τίτλος έχει περιέλθει στην κατοχή του όταν η δικηγόρος του έκανε έρευνα στο κτηματολόγιο και ερωτηθείς κατά πόσο η δικολάβος του δεν ήξερε ή δεν έλεγξε ποιος ήταν ο ιδιοκτήτης αυτών, εξέφρασε την άποψη ότι μπορεί να ήθελε να τον εκδικηθεί. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι πριν υπογράψει το τεκμήριο 1 το έχει διαβάσει. Η σχετική εκτίμηση του κ. Γιαννάκη Πολυβίου που κατέθεσε στο Δικαστήριο έχει γίνει με την δική του συγκατάθεση μέσω της δικηγόρου του. Ερωτηθείς πότε έχει αντιληφθεί ότι έχει εξαπατηθεί από τον κατηγορούμενο, ανέφερε ότι μετά από 3 - 4 μήνες έχει γίνει αυτό και επανέλαβε το τι έχει προηγηθεί με τα σχετικά τηλεφωνήματα και υποσχέσεις αλλά και τις διαμαρτυρίες των ατόμων που έχουν αναφερθεί πιο πάνω. Ο μάρτυρας έχει κάνει αναφορά στις διαδικασίες που έχει προβεί δικαστικά και αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι έχει προβεί σε καταγγελία στην αστυνομία, λέγοντας ότι ο επιδότης δυσκολευόταν να βρει τον κατηγορούμενο και αυτός ζήτησε την βοήθεια της αστυνομίας. Ουσιαστικά έχει ανακαλύψει ποιοι ήταν οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες το 2007 από τον δικηγόρο του. Ερωτηθείς εάν συμφωνεί ότι το τεκμήριο 4 έχει εκδοθεί στις 15/1/2009, ανέφερε ότι αυτό μπορεί να έχει χαθεί και ότι μέχρι πρότινος προσπάθησε ο δικηγόρος του να το βρει και εξεδόθη κάποιο άλλο. Ανέφερε ότι τρεις εκ των ιδιοκτητών τον έχουν συναντήσει διαμαρτυρόμενοι για την προσπάθεια του να αγοράσει τα επίδικα ακίνητα και αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι κανείς εκ των ιδιοκτητών δεν βρίσκονται εν ζωή. Ουσιαστικά ο μάρτυρας έχει αρνηθεί σχετική υποβληθείσα θέση ότι του έχει επεξηγηθεί από τον κατηγορούμενο και την δικολάβο ότι ο κατηγορούμενος κατέχει την ακίνητη ιδιοκτησία από το 1943 και ότι βρισκόταν στην διαδικασία έκδοσης τίτλου από το κτηματολόγιο, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τις θέσεις του και εξέφρασε άγνοια σε υποβληθείσα θέση ότι ο κατηγορούμενος είναι σήμερα ιδιοκτήτης της ακίνητης ιδιοκτησίας που αφορά η παρούσα υπόθεση. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι είναι αντιφατικό να μην είχε ζητήσει τον τίτλο ιδιοκτησίας ή να πάρει πληροφορίες αναφορικά με τον τίτλο ιδιοκτησίας των επιδίκων ακινήτων, ουσιαστικά επανέλαβε τις θέσεις του ότι παρουσιαζόταν ως ιδιοκτήτης και ότι αργότερα έμαθε για το ιδιοκτησιακό καθεστώς όταν άρχισαν να διαμαρτύρονται οι άμεσα εμπλεκόμενοι. Ο μάρτυρας ανέφερε σε κατοπινό στάδιο της αντεξέτασης ότι ουσιαστικά δεν υπάρχει απάτη αλλά αδυναμία ολοκλήρωσης της επίδικης συμφωνίας διότι ο κατηγορούμενος υπολόγιζε να γίνει η μεταβίβαση αλλά δεν έγινε και ανέφερε επίσης ότι εάν δεν πειθόταν από τον κατηγορούμενο δεν θα έδινε την σχετική προκαταβολή. Επανεξεταζόμενος ανέφερε ότι η επιταγή με την οποία πλήρωσε το ποσό των Λ.Κ. 10,000 είναι με την επιταγή που φαίνεται στο τεκμήριο 2 και που φέρει ως αριθμό 39705950 ημερομηνίας 17/10/2003 για το ποσό των Λ.Κ. 50,000 και που ήταν προκαταβολές και για τις δύο συναλλαγές, σαράντα και δέκα χιλιάδες λίρες αντίστοιχα Ως Μ.Κ. 2 κατέθεσε ο κ. Σωτήρης Ζίγκας. Ανέφερε ότι εργάζεται στο κτηματολόγιο Πάφου και ανάμεσα στα καθήκοντα του, είναι υπεύθυνος του συστήματος πληροφοριών γης του κτηματολογίου, υπεύθυνος του κλάδου εγγραφών, υπεύθυνος του κλάδου αιτήσεων και εργάζεται στο κτηματολόγιο Πάφου από το
  10. Έχει στην κατοχή του τον φάκελλο αναφορικά με το τεμάχιο 60 στο χωριό Δρύμου της Επαρχίας Πάφου και φέρει αριθμό Α 846/2004, όπου υπάρχει ημερομηνία αίτησης 21/10/2004 και με αιτητές τους Μάριο και Χριστιάνα Κυπριανίδου. Κατά το έτος 2003, δεν υπήρχε εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης αλλά υπήρχε καταχωρημένος ιδιοκτήτης ο οποίος ήταν ο κ. Ανδρέας Γεωργίου ο οποίος καταγράφηκε το όνομα του για φορολογικούς σκοπούς το 1925 όταν ιδρυόταν το κτηματολόγιο επί Αγγλοκρατίας. Ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης είναι αυτός ο οποίος μπορεί να διαθέτει το ακίνητο όπως ο ίδιος θέλει. Η λέξη ΄΄καταχωρημένος΄΄ ιδιοκτήτης αναφέρεται από το 1920 όταν καταγράφηκαν όλες οι περιουσίες στην Κύπρο και ήταν καθαρά για φορολογικούς σκοπούς της Μεγ. Βρετανίας. Ο καταχωρημένος ιδιοκτήτητης δεν δύναται να διαθέσει το ακίνητο, διότι δεν είναι εγγεγραμμένος δυνάμει της κείμενης νομοθεσίας. Για πρώτη φορά υπήρξε αίτηση από τους Μάριο και Χριστιάνα Κυπριανίδου προσκομίζοντας το πιστοποιητικό από τον κοινοτάρχη ότι το κατέχει ως συνηθίζεται, από το οποίο εσωκλείεται στην Α 846/2004 με την αίτηση τους να εγγραφούν επ΄ ονόματι τους και μετά στις 16/1/2005 ο συνάδελφος του ο κ. Ανδρέας Γ. Ιωάννου επισκέφθηκε το ακίνητο αυτό και συμπλήρωσε ένα έντυπο Ν63 στο οποίο γράφει ότι είναι καταχωρημένο χωράφι με έκταση 911 m2 με εκτιμημένη αξία στις 1/1/1920 τις 0,33 λίρες το όλο μερίδιο στον Ανδρέα Γεωργίου με κατάστοιχο στο φορολογικό μητρώο του χωριού Δρύμου 20 Α. Στο έντυπο Ν 63 στον τρόπο απόκτησης αναφέρει ο κ. Ανδρέας Ιωάννου ΄΄κληρονομιά από την μητέρα τους Μαρίνα Ανδρέα Κυπριανίδη που πέθανε το 1989 και έχει και διαμονή που έγινε από τους συγκληρονόμους τους Ιωάννα Κυπριανίδη όπου ήταν ιδιοκτήτης δυνάμει δωρεάς το 1958 που το απέκτησε από τον πατέρα της Ανδρέα Σάββα Γεωργίου που πέθανε το 1978, ο Ανδρέας ήταν ιδιοκτήτης δυνάμει δωρεάς από τους γονείς του΄΄. Αυτήν την στιγμή για το τεμάχιο 768, πρώην τεμάχιο 60 του Φ/Σχ 35/54 και με αριθμό εγγραφής 5025 εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες είναι οι κ.κ. Μάριος Κυπριανίδη με αριθμό ταυτότητας 1061371 και Χριστιάνα Κυπριανίδη με αριθμό ταυτότητας 1131898 από ½ μερίδιο εξ΄ αδιαιρέτου. Το ακίνητο με αριθμό τεμαχίου 286 του Φ/Σχ 35/46 από τις 8/2/1938 εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες ήταν ο Τάκης Γ. Χ΄΄Οικονόμου, Κλείτος Χ΄΄Οικονόμου, Αμαλία Γ. Χ΄΄Οικονόμου, Ζωή Γ. Χ΄΄Οικονόμου και Κώστας Γ. Χ΄΄Οικονόμου από 1/5 μερίδιο εξ΄ αδιαιρέτου σύμφωνα με τον φάκελλο Α1656/
  11. Μεταγενέστερα το 2010 με τον φάκελλο Α643/2010 ημερομηνία αίτησης 10/9/2010, αποτάθηκε ο κ. Νίκος Τσιαπαλής με αίτηση για να εγγράψει το εν λόγω τεμάχιο δυνάμει Δικαστικής Απόφασης στους κ.κ. Ανδρέα Δημητρίου και Μαρούλλα Γεωργίου ανά ½ μερίδιο εξ΄ αδιαιρέτου και η εν λόγω απόφαση εσωκλείεται στον πιο πάνω φάκελλο. Μέχρι τις 14/10/2010 εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες ήταν τα πιο πάνω αναφερθέντα 5 άτομα και στις 15/10/2012 ενεγράφησαν οι κ.κ. Ανδρέα Δημητρίου και Μαρούλλα Γεωργίου οι οποίοι είναι μέχρι σήμερα εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες, αλλά εκκρεμεί η αγωγή με αριθμό 119/2011 η οποία είναι ορισμένη για ακρόαση τον Μάιο του 2013 με ενάγοντες τους κ.κ. Αλέξανδρο Οικονόμου εκ Λεμεσού και Αγγελικής Παναγιώτη Ιορδάνου εκ Λεμεσού ως ενάγοντες και Ανδρέα Δημητρίου εκ Λευκωσίας, Μαρούλλα Γεωργίου Κούκου εκ Πάφου, Αχιλλέα Ρεμή Ψιλογένη εκ Πάφου, Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ως εναγομένων. Αντεξεταζόμενος υπεραμύνθηκε της ερμηνείας που απέδωσε στους όρους ΄΄εγγεγραμμένος΄΄ και ΄΄καταχωρημένος΄΄ ιδιοκτήτης, επικαλούμενος την σχετική νομοθεσία και αρνούμενος σχετικές υποβολές περί του αντιθέτου και επεξήγησε την διαδικασία μεταβίβασης ενός ακινήτου αναλόγως της περίπτωσης και υπό ποιες περιπτώσεις θα γινόταν αποδεχτή από το κτηματολόγιο, αναλόγως της περίπτωσης, μια συμφωνία πώλησης ενός ακινήτου. Αναφορικά με το τεμάχιο 60, υπάρχει καταχωρημένη αίτηση στις 14/2/2005 και ο αριθμός φακέλου είναι ο Α 149/2005 και στην οποία υπάρχει πιστοποιητικό από τον κοινοτάρχη ημερομηνίας 21/9/
  12. Ο φάκελος ανοίχθηκε βάσει της ένστασης του κ. Ανδρέα Δημητρίου Σάββα ο οποίος είναι και ο αιτητής, επεξηγώντας ότι το ίδιο άτομο έστειλε μια επιστολή με λογότυπο ένστασης και ανοίχθηκε ο φάκελος και το εν λόγω άτομο απέσυρε την ένσταση του στις 7/2/2008 και που η εν λόγω διαδικασία έγινε κατά της διαδικασίας που ξεκίνησαν οι κ.κ. Κυπριανίδου. Ο Ανδρέας Δημητρίου ενίστατο στο ότι δεν εξακριβώθηκε και δεν κατατοπίστηκε ο πρόεδρος του κοινοτικού συμβουλίου και να πει τις απόψεις του για το εν λόγω τεμάχιο και ότι το είχε κάποιος άλλος και όλα αυτά περιλαμβάνονται στον σχετικό φάκελλο. Πριν την έκδοση του τίτλου ανά ½ μεριδίου, δεν γνωρίζει εάν έχει καταχωρηθεί το 2004 αίτηση από τον Ανδρέα Δημητρίου, αλλά συμφώνησε όταν του υποδείχθηκαν σχετικά έγγραφα τα οποία δεν κατατέθηκαν ως τεκμήρια, ότι υπήρχαν δύο συνεχόμενες αιτήσεις, οι Α 823/2004 που αφορούσε το τεμάχιο Φ/Σχ 35/46 και τεμάχιο 286 και δεν ξέρει το αποτέλεσμα αυτής της αίτησης. Όμως όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι η εν λόγω αίτηση που αφορούσε το τεμάχιο 286 απορρίφθηκε και ο αιτητής παραπέμφθηκε στο Δικαστήριο για να διεκδικήσει το ακίνητο Δικαστικά διότι διαφάνηκε ότι υπήρχαν άλλα άτομα που διεκδικούσαν αυτό το ακίνητο, ανέφερε ότι είναι συνήθης τακτική όταν υπάρχουν αιτήσεις δυνάμει κατοχής και κάποιοι ενίστανται για τον τρόπο κατοχής, να αποστέλλονται στο Δικαστήριο για να αποφασίσει περί τούτου και αυτήν την στιγμή αναφορικά με το τεμάχιο 60 εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες είναι οι κ.κ. Μάριος Ιωάννου Κυπριανίδη και Χριστιάνα Ιωάννου Κυπριανίδη. Ως Μ.Κ. 3 κατέθεσε ο κ. Στέφανος Μιλιατός ο οποίος δεν έχει αντεξεταστεί. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου για 12 χρόνια και είναι σύμβουλος εξυπηρέτησης πελατών. Η παραπονούμενη εταιρεία διατηρούσε λογαριασμό ο οποίος έχει κλείσει και που έφερε αριθμό 0661-11-
  13. Αναγνώρισε επί του τεκμηρίου 2 τις επιταγές των παραπονουμένων και κατέθεσε το τεκμήριο 5 πιστά αντίγραφα των επιταγών, οι οποίες εκδόθηκαν προς όφελος του Ανδρέα Δημητρίου και οι οποίες έχουν εξαργυρωθεί. Ως Μ.Κ. 4 κατέθεσε η κα Άντρη Λαζάρου η οποία δεν έχει αντεξεταστεί. Ανέφερε ότι είναι υπεύθυνη στο Πολιτικό Τμήμα του Πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Έχει στην κατοχή της τον φάκελλο της αγωγής με αριθμό 1191/2011 στον οποίο υπάρχουν πιστά αντίγραφα της έκθεσηε απαίτησης, της μονομερούς αιτήσεως και του εκδοθέντος διατάγματος στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής και κατατέθηκαν προς αυτόν τον σκοπό τα τεκμήρια 6 έως
  14. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του Μ.Κ. 4, οι παραπονούμενοι έκλεισαν την υπόθεση τους και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος επέλεξε όπως παραμείνει σιωπηλός και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ Το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, έχει νομοθετικό έρεισμα στα άρθρα 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 τα οποία προνοούν τα ακόλουθα: «Άρθρο 297:- Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» << Άρθρο 298:-
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.
(2)Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων. Από το λεκτικο των άρθρων 297 και 298 συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχείου του αδικήματος αυτού είναι:
  1. Η ψευδής παράστασης δηλ. παράσταση γεγονότος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία να είναι ψευδής στην πραγματικότητα.
  2. Εκείνος που προβαίνει στην παράσταση αυτή να γνωρίζει ότι η παράσταση είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή.
  3. Η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης.
  4. Με τη ψευδή παράσταση δηλ. ως αποτέλεσμα αυτής ο κατηγορούμενος να εξασφαλίζει ή να αποκτά από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Στην υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, έχει λεχθεί ότι όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή, τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης (βλ. Police v. Petrou alias Yiatros
(1971)12 J.S.C. 1524). Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington ν Fitzmaurice
(1885)29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη». Από τα όσα έχουν λεχθεί ανωτέρω σε σχέση με τα υπό αναφορά αδικήματα, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθούν αυτά πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αδικοπραγών προβαίνει σε ψευδή παράσταση, το ψευδές της οποίας γνωρίζει κατά το χρόνο που κάνει την παράσταση και περαιτέρω ότι τον ίδιο χρόνο το κάνει αυτό με σκοπό καταδολίευσης. Κατά συνέπεια κρίσιμος χρόνος για να κριθεί τόσο η γνώση του αδικοπραγούντος για το ψευδές της παράστασης όσο και η απαιτούμενη πρόθεση καταδολίευσης είναι ο χρόνος που αυτός κάνει την εν λόγω παράσταση. Όσον αφορά το στοιχείο της ψευδούς παράστασης αυτή δεν είναι ανάγκη να είναι με λέξεις. Είναι αρκετή ακόμη και συμπεριφορά και πράξεις χωρίς προφορική επικοινωνία από τα οποία συνάγεται τέτοια παράσταση. Περαιτέρω η παράσταση αυτή πρέπει να αφορά γεγονός του παρελθόντος ή του παρόντος δηλ. παράσταση ότι ένα γεγονός υπάρχει ή υπήρξε. Μια απλή έκθεση γνώμης ή υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον δεν είναι ικανοποιητική για στοιχειοθέτηση ψευδούς παράστασης. Δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά, είτε πρόκειται για παράσταση υπαρκτού γεγονότος είτε όχι, επίσης δεν αποτελεί ψευδή παράσταση. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Αν όμως παράσταση για υπάρχοντα γεγονότα συνοδεύεται και από υπόσχεση ότι ο κατηγορούμενος θα πράξει κάτι στο μέλλον τότε είναι αρκετή για απόδειξη του στοιχείου αυτού. Ψευδής παράσταση μπορεί επίσης να υπάρχει όταν δίδεται υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά σε συνδυασμό με ψευδή παράσταση ότι αυτός που υπόσχεται έχει την εξουσία να κάνει το υποσχεθέν. Πρέπει επίσης να αποδειχθεί ότι η απόσπαση έγινε γιατί η ψευδής παράσταση επενέργησε στο μυαλό του παραπονούμενου ο οποίος επειδή είτε εν όλο είτε εν μέρη στηριζόμενος στην ψευδή παράσταση παρακινήθηκε να δώσει τα χρήματα ή την περιουσία. Με άλλα λόγια η απόσπαση πρέπει να είναι αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης. (Για τα πιο πάνω βλ. Archbold 35th ed. σελ. 758-780, Russel on Crime Τόμος 2, σελ. 1171 - 1184, Police v. Kyzas
(1982)1 J.S.C. 202 και Police v. Petrou
(1971)12 J.S.C. 1524, όπου γίνεται αναφορά στη σχετική αγγλική νομολογία). Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold σελ. 775 ανωτέρω όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 124 και μπορεί να ισχύσει και για το υπό εξέταση αδίκημα έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας, έχει νομοθετικό έρεισμα στο άρθρο 300 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: << Άρθρο 300:- Όποιος με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν, ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιείτο τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων >>. Επίσης μέσα από το λεκτικό του άρθρου 300 του Ποινικού Κώδικα, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: Α) Να υπάρχει δόλιο τέχνασμα ή επινόημα Β) Να υπάρχει απόκτηση από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή να υπάρχει υποκίνηση σε άλλον να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν, ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιείτο τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Οι Μ.Κ. 3 και 4 άφησαν θετική εικόνα στο Δικαστήριο και χωρίς κανένα δισταγμό οι μαρτυρίες τους γίνονται αποδεχτές στο σύνολο τους ως αληθείς και αξιόπιστες. Ούτως ή άλλως οι εν λόγω μάρτυρες δεν έχουν αντεξεταστεί. Ο Μ.Κ. 2 επίσης άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο δεν έχει διακρίνει κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης ότι ο εν λόγω μάρτυρας διακατείχετο από οποιαδήποτε προκατάληψη υπέρ ή εναντίον οποιουδήποτε διαδίκου. Παρέθεσε με σαφήνεια και πληρότητα, με πηγαίο και φυσικό τρόπο όσα γεγονότα περιήλθαν εις γνώση του, δεν έχει περιπέσει σε αντιφάσεις και η αξιοπιστία του δεν έχει κλονιστεί κατά το στάδιο της αντεξέτασης και έδωσε την δική του ερμηνεία αναφορικά με το νομικό καθεστώς των επιδίκων ακινήτων. Βεβαίως το νομικό καθεστώς εν γένει θα αξιολογηθεί από το ίδιο το Δικαστήριο και αυτό που έχει σημασία είναι το νομικό υπόβαθρο των επιδίκων κατηγοριών, σε συνδυασμό με τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών και στα κρίσιμα αμφισβητούμενα γεγονότα για τα οποία θα γίνει ιδιαίτερη αναφορά πιο κάτω κατά την αξιολόγηση του Μ.Κ.
  1. Το Δικαστήριο, χωρίς κανένα δισταγμό, έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία του Μ.Κ. 1 είναι ουσιαστικά τόσο αντιφατική, εμποτισμένη και μιασμένη με το στοιχείο της προμελέτης, της προκατάληψης που απώτερο σκοπό είχε να πείσει, ανεπιτυχώς, το Δικαστήριο ότι έτυχαν εξαπάτησης και παραπλάνησης από τον κατηγορούμενο. Το Δικαστήριο δεν αποδέχεται τις θέσεις και τους ισχυρισμούς του Μ.Κ. 1 ότι ο κατηγορούμενος προέβη στις ψευδείς παραστάσεις και δόλια τεχνάσματα που του αποδίδονται για τους πιο κάτω απλούστατους λόγους: Α) Το λεκτικό που υπάρχει στο τεκμήριο 1 και πιο ειδικά στον όρο 2Γ, είναι σαφέστατο και ουσιαστικά είναι ισοπεδοτικός καταπέλτης στο οικοδόμημα της υπόθεσης των παραπονουμένων που φθάνει στον πυρήνα αυτής και πλήττει συθέμελα το εν λόγω οικοδόμημα, διότι από την στιγμή που καταγράφεται ξεκάθαρα και με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι ο κατηγορούμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση όπως προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για να εγγραφούν τα επίδικα ακίνητα στο όνομα του, εξάγεται αβίαστα ένα και μόνο συμπέρασμα, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος δεν έχει παρουσιάσει τον εαυτό του ως ιδιοκτήτη των εν λόγω ακινήτων και συνεπώς δεν προέβη σε οποιαδήποτε ψευδή παράσταση ή δόλια τέχνασμα για να αποσπάσει χρηματικά ποσά από τους παραπονούμενους. Αυτό το οποίο ουσιαστικά έχει γίνει, είναι μια συμφωνία πώλησης και μεταβίβασης των επιδίκων ακινήτων (και μάλιστα χωρίς χρονικό προσδιορισμό για το πότε αυτό θα γίνει, δημιουργώντας έτσι επιπλέον νομικά κωλύματα που ενδεχομένως να οδηγούν και σε ακυρότητα της εν λόγω συμφωνίας, εξανεμιζοντας κάθε ίχνος ύπαρξης θετικής ή περιστατικής μαρτυρίας περί ύπαρξης γνώσης για το ψευδές των ισχυριζόμενων παραστάσεων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο) από τον κατηγορούμενο προς τους παραπονούμενους, υπό την αίρεση μεταβίβασης αυτών πρώτα επ΄ ονόματι του κατηγορούμενου, αφού αυτά δεν ήταν εγγεγραμμένα στις 17/10/2003 επ΄ ονόματι του κατηγορουμένου όταν υπογράφτηκε η επίδικη συμφωνία - τεκμήριο
  2. Όπως προκύπτει ούτως ή άλλως μέσα από τις μαρτυρίες των Μ.Κ. 2 και 4, το ιδιοκτησιακό καθεστώς των επιδίκων ακινήτων είναι ακόμα υπό αμφισβήτηση εν΄ όψει αστικών εκκρεμοδικιών. Συνεπώς τα χρηματικά ποσά δόθησαν στα πλαίσια της συμφωνίας - τεκμήριο 1 - από τους παραπονούμενους προς τον κατηγορούμενο και ουδεμία ψευδής παράσταση ή δόλιο τέχνασμα έλαβε χώρα από τον κατηγορούμενο εις βάρος των παραπονουμένων και ουδεμία πρόθεση καταδολίευσης υπήρχε. Β) Ο ίδιος ο Μ.Κ. 1, ουσιαστικά παραδέχθηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, αναιρόντας ουσιαστικά την όλη εκδοχή και οικοδόμημα που έκτισε κατά την κύρια εξέταση του, ότι δεν υπάρχει θέμα εξαπάτησης αλλά αδυναμία μεταβίβασης και ουσιαστικά αδυναμία εκπλήρωσης συμβατικών υποχρεώσεων από πλευράς του κατηγορουμένου. Η πιο πάνω θέση και παραδοχή του Μ.Κ. 1 σφραγίζει και τελειωτικά την τύχη της παρούσας υπόθεσης, αφού δεν νοείται σε καμία περίπτωση ποινικοποίηση της αθέτησης συμβατικών υποχρεώσεων, σύμφωνα με το πνεύμα του νομοθέτη αλλά της νομολογίας (βλ. Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861). ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει πιο πάνω κατά το στάδιο της αξιολόγησης της τεθείσας ενώπιον του μαρτυρίας, οι παραπονούμενοι απέτυχαν να αποδείξουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αξιόπιστη μαρτυρία, τα συστατικά στοιχεία των ψευδών παραστάσεων, της πρόθεσης καταδολίευσης και του δόλιου τεχνάσματος και ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσεται από αμφότερες τις κατηγορίες. Εν΄ όψει της πιο πάνω κατάληξης, καθίσταται άνευ αντικειμένου η εξέταση του θέματος της καθυστέρησης στην προώθηση της παρούσας υπόθεσης. Οι παραπονούμενοι να καταβάλουν στον κατηγορούμενο τα δικηγορικά έξοδα όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.