← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. ΑΝΝΑ ΖΗΝΩΝΟΣ, Αρ. Υπόθεσης: 14529/11, 8/3/2013

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. ΑΝΝΑ ΖΗΝΩΝΟΣ, Αρ. Υπόθεσης: 14529/11, 8/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14529/11 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ Κατηγορούσα αρχή εναντίον ΑΝΝΑ ΖΗΝΩΝΟΣ Κατηγορουμένης ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 8/3/2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ευαγγελία Μανώλη Για την κατηγορούμενη: κα Εύα Θεμιστοκλέους Κατηγορούμενη : παρούσα ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους νόμους 166/87, 80

(1)/2000, 5
(1)/2000 και την ΚΔΠ 312/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, η κατηγορούμενη την 10/2/2011 στην Λεωφόρο Ευαγόρα Παλληκαρίδη στην Πάφο, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΕΒ 660 χωρίς την δέουσα προσοχή και φροντίδα και προκάλεσε δυστύχημα. Η ΜΑΡΤΥΡΑ Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε ο αστ. 3199 κ. Γιώργος Αντωνίου ο οποίος αναγνώρισε και κατέθεσε ως τεκμήριο 1 την κατάθεση του ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Σύμφωνα με την κατάθεση του, υπηρετεί στην ΑΔΕ Πάφου και είναι τοποθετημένος στην τροχαία Πάφου στον κλάδο διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων. Την 10/2/2011 και ώρα 07:00 ανέλαβε καθήκον για συνεχές ωράριο μέχρι τις 19:00 της ίδιας ημέρας. Την ίδια ημέρα και περί ώρα 08:00 μαζί με τον αστ. 3882 μετέβηκε στην διασταύρωση των οδών Ευαγόρα Παλληκαρίδη, Ελλάδος, Ελευθερίου Βενιζέλου και Αθηνάς στην Πάφο όπου επεσυνέβηκε τροχαίο δυστύχημα με ενεχόμενο το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΕΒ 660 που οδηγούσε η κατηγορούμενη και την πεζή Νόγκα Πόποβα. Παρών στην σκηνή κατά την άφιξη του ήταν η κατηγορούμενη η οποία όμως είχε μετακινήσει το όχημα της από την τελική του θέση ενώ η τραυματισμένη πεζή μεταφέρθηκε στο γενικό νοσοκομείο Πάφου με ασθενοφόρο. Στην σκηνή με την βοήθεια του αστ. 3882 έλαβε τα αναγκαία μέτρα, ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής του ατυχήματος, σημείωσε με το γράμμα Χ το σημείο σύγκρουσης του οχήματος με την πεζή το οποίο του υπέδειξε η κατηγορούμενη. Ακολούθως επέδειξε και επεξήγησε το πρόχειρο σχεδιαγράφημα στην κατηγορούμενη, αυτή το κατάλαβε και συμφώνησε με αυτό και το υπέγραψε ως ορθό. Στις 10/2/2011 και μεταξύ των ωρών 13:20 και 13:55 στην τροχαία Πάφου, έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη, αφού πρώτα την πληροφόρησε για την υπόθεση που διερευνούσε και της επέστησε την προσοχή στον νόμο, στην οποία ανέφερε μεταξύ άλλων ότι ενώ ήταν σε διαδικασία στροφής, ένιωσε ένα κτύπημα στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου της και είδε το κεφάλι της πεζής στον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου της. Στις 10/2/2011 και μεταξύ των ωρών 14:00 - 14:10 στην τροχαία Πάφου, κατηγόρησε γραπτώς την κατηγορούμενη για το αδίκημα που διέπραξε , ήτοι οδήγηση του μηχανοκίνητου οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΚΕΒ 660 χωρίς την δέουσα προσοχή και δροντίδα και πρόκληση τροχαίου δυστυχήματος, και αφού της επέστησε την προσοχή της στον νόμο αυτή απάντησε ΄΄ δεν παραδέχομαι την κατηγορία΄΄. Στις 12/3/2010 επέδειξε και επεξήγησε το πρόχειρο σχεδιαγράφημα στην πεζή το οποίο αυτή κατάλαβε αλλά δεν επιθυμούσε να το υπογράψει διότι δεν έγινε στην παρουσία της και επίσης δεν επιθυμούσε να μεταβεί στο μέρος που επεσυνέβηκε το δυστύχημα για υπόδειξη σκηνής. Το δυστύχημα έγινε κατά την διάρκεια της ημέρας, ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος στεγνή. Η περιοχή που έγινε το δυστύχημα είναι κατοικημένη και το όριο ταχύτητας 50 ΧΑΩ. Η τροχαία κίνηση στον δρόμο ήταν η αναμενόμενη για τα δεδομένα της ώρας που έγινε το δυστύχημα. Αναγνώρισε και κατέθεσε ως τεκμήριο 2 το πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής του επίδικου ατυχήματος και ως τεκμήριο 3 το συμμετρικό σχέδιο του επίδικου ατυχήματος τα οποία ετοιμάστηκαν από τον ίδιο και υιοθέτησε τα ευρήματα αυτών. Επίσης αναγνώρισε και κατέθεσε ως τεκμήρια 4 και 5 την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από την κατηγορούμενη και την γραπτή κατηγορία που της απαγγέλθηκε, ως τεκμήριο 6 την κατάθεση που έλαβε από την πεζή, και ως τεκμήριο 7 το έντυπο καταγραφής ζημιάς για το όχημα της κατηγορούμενης με αριθμό εγγραφής ΚΕΒ
  2. Το σημείο σύγκρουσης Χ επί του τεκμηρίου 3, βρίσκεται πλησίον του πεζοδρομίου από το οποίο διασταύρωνε η παραπονούμενη και το οποίο του υποδείχθηκε από την κατηγορούμενη. Επί της οδού Αθηνάς υπάρχουν τρεις κάθετες γραμμές και η απόσταση σύμφωνα με το σημείο του βορρά πάνω δεξιά μεταξύ του σημείου Χ έως το σημείο 1 που είναι η γραμμή που είναι πιο δυτικά είναι 24,20 μέτρα. Αναφορικά με την ορατότητα της κατηγορουμένης σε σχέση με την πεζή, ανέφερε ότι είναι μια διασταύρωση και σύμφωνα με την πορεία της κατηγορουμένης και το σημείο σύγκρουσης, δεν υπάρχει οποιοδήποτε φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο, αλλά ούτε και άλλα οχήματα που να εμπόδιζαν την ορατότητα της κατηγορούμενης και αυτό το γνωρίζει από το μαρτυρικό υλικό που έλαβε και ειδικότερα από την ανακριτική κατάθεση της κατηγορούμενης και της παραπονούμενης. Η πεζή διένυσε μια απόσταση 4 μέτρων από την άκρη του πεζοδρομίου μέχρι το σημείο σύγκρουσης. Διευκρινιζοντας τι εννοεί στην κατάθεση του με την πρόταση ΄΄η τροχαία κίνηση στον δρόμο ήταν η αναμενόμενη για τα δεδομένα της ώρας που έγινε το δυστύχημα΄΄ ανέφερε ότι είναι η τροχαία κίνηση που αναμένεται ως τμήμα τροχαίας να υπάρχει την συγκεκριμένη ώρα και ημερομηνία που έγινε το δυστύχημα και στην συγκεκριμένη διασταύρωση ήταν η αναμενόμενη, ήτοι δεν υπήρχε περισσότερη από αυτήν την τροχαία κίνηση που υπάρχει κάθε μέρα σε εκείνο το σημείο. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι περί τις 8:00 π.μ. όταν έφτασε στην σκηνή, εκεί ήταν και η κατηγορούμενη και επανέλαβε την θέση του ως προς την αναμενόμενη τροχαία κίνηση επί του σημείου που έγινε το επίδικο ατύχημα και την ίδια απάντηση έδωσε όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι η ώρα 8:00 π.μ. η τροχαία κίνηση είναι πυκνή επειδή ο κόσμος μεταβαίνει στην δουλειά του και επειδή εκεί είναι κεντρική αρτηρία. Όταν έφτασε στο σημείο, η κατηγορούμενη ήταν ήρεμη και μπορούσε να συνομιλήσει μαζί της. Το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης δεν ήταν στο σημείο Χ αλλά είχε μετακινηθεί από την τελική του θέση και αυτός ήταν και ο λόγος που δεν σημειώθηκε και στα δύο σχέδια και δεν θυμόταν αν είχε ρωτήσει για αυτό την κατηγορούμενη ή του το έχει αναφέρει η ίδια η κατηγορούμενη. Έχει ελέγξει τις ζημιές του αυτοκινήτου και δεν υπήρχαν θραύσματα, καθρέφτες ή γυαλιά ή ίχνη τροχοπέδησης στο σημείο Χ. Το πρόχειρο σχεδιαγράφημα έχει υπογραφεί από την κατηγορούμενη ενώ το συμμετρικό σχέδιο όχι. Η παραπονούμενη δεν το έχει υπογράψει επειδή δεν το επιθυμούσε, ως είναι το δικαίωμα της και έστω και αν της έχει επεξηγηθεί. Ο μάρτυρας δεν έχει μεταβεί στην σκηνή με την παραπονούμενη διότι η ίδια δεν το επιθυμούσε και δεν του έχει υποδείξει σημείο σύγκρουσης. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι το σημείο σύγκρουσης που του έχει υποδειχθεί από την κατηγορούμενη δεν είναι το ορθό επειδή η κατηγορούμενη ήταν σε κατάσταση πανικού, ουσιαστικά την αρνήθηκε λέγοντας ότι έχει συνομιλήσει μαζί της και ότι μεταξύ άλλων του έχει υποδείξει το σημείο σύγκρουσης και στην παρουσία της έχει λάβει και τις ανάλογες μετρήσεις. Οι ζημιές επί του οχήματος βρίσκονταν στην αριστερή μπροστινή πλευρά. Δεν έχει λάβει μετρήσεις από την μια άκρη στην άλλη άκρη του πεζοδρομίου επί της οδού Ευαγόρα Παλληκαρίδη διότι το ατύχημα έχει γίνει πριν την οδό Ευαγόρα Παλληκαρίδη και ο δρόμος αυτός αποτυπώνεται στο σχέδιο για να φαίνεται ότι είναι διασταύρωση. Αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι αν το σημείο σύγκρουσης Χ ήταν αυτό που κατέγραψε θα είχε ως αποτέλεσμα η κατηγορούμενη να κτυπήσει την παραπονούμενη είτε στην μπροστινή πλευρά είτε στην δεξιά πλευρά, λέγοντας ότι στο σημείο που του υποδείχθηκε ως σημείο σύγκρουσης, θα μπορούσε να γίνει η σύγκρυση σε οποιοδήποτε μέρος του αυτοκινήτου και ότι απλά λόγω της καμπύλης τροχιάς που είχε το όχημα, κτύπησε την παραπονούμενη με την αριστερή πλευρά. Στο σημείο όπου έγινε το ατύχημα και στο σημείο σύγκρουσης εντός της διασταύρωσης δεν υπάρχουν λωρίδες κυκλοφορίας. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι τα μέτρα βρίσκονται στην απέναντι λωρίδα από τον δρόμο που βρισκόταν η κατηγορούμενη και ότι η παραπονούμενη θα είχε κτυπηθεί από την δεξιά πλευρά, ανέφερε ότι δεν έχει μετρήσει την οδό Ευαγόρα Παλληκαρίδη αλλά ο δρόμος σημειώνεται για να διαπιστωθεί ότι ο δρόμος είναι διασταύρωση. Η απόσταση που σημειώθηκε επί του σχεδίου μεταξύ του Δ και του Χ είναι 24,20 μέτρα και δεν έχει μετρήσει την απόσταση από το Δ μέχρι το απέναντι πεζοδρόμιο αλλά σίγουρα ήταν μεγαλύτερο από 24,20 μέτρα. Όταν υπάρχουν άλλα εμπόδια η ορατότητα δεν είναι η ίδια αλλά με βάση το μαρτυρικό υλικό δεν υπήρχαν άλλα οχήματα κατά την διασταύρωση και επ΄ αυτού ρώτησε την κατηγορούμενη η οποία κάνει αναφορά στην κατάθεση της. Ως Μ.Κ. 2 κατέθεσε η κα Nonka Popova η οποία αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεση της - τεκμήριο 6 - ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. Σύμφωνα με την κατάθεση της, στις 10/2/2011 και κατά η ώρα 07:40 το πρωί, περπατούσε στην οδό Ελευθερίου Βενιζέλου προς την διασταύρωση με την οδό Ευαγόρα Παλληκαρίδη. Περπατούσε στο αριστερό πεζοδρόμιο σύμφωνα με την πορεία της. Αφού έφτασε στην διασταύρωση περπάτησε στο πεζοδρόμιο στα αριστερά της και εισήλθε στην οδό Ευαγόρα Παλληκαρίδη την οποία ήθελε να διασταυρώσει. Όμως λόγω του ότι υπήρχε τροχαία κίνηση από την Λεωφόρο Ελλάδος προς την οδό Ευαγόρα Παλληκαρίδη και αντίστροφα, αφού τα φανάρια τους ήταν πράσινα περίμενε. Όταν άναψε κόκκινο για αυτούς και πράσινο για τις οδούς Ελευθερίου Βενιζέλου και Αθηνάς, έλεγξε τον δρόμο και είδε ένα αυτοκίνητο στα δεξιά της στην οδό Ελευθερίου Βενιζέλου το οποίο δεν έδειχνε προς τα που θα κατευθυνόταν αλλά δεν έχει εκκινήσει ακόμα. Έτσι άρχισε η ίδια να διασταυρώνει την οδό Ευαγόρα Παλληκαρίδη και μετά από αυτό δεν θυμάται τίποτα και ξύπνησε στο νοσοκομείο. Από το δυστύχημα έχει τραυματιστεί και δεν επιθυμούσε να υπογράψει το σχέδιο διότι δεν έγινε στην παρουσία της και η ίδια αναφέρει στην κατάθεση της ότι μιλά και γράφει Ελληνικά. Προφορικά, και για να δικαιολογήσει τις υπηρεσίες μεταφραστή, ανέφερε ότι διαμένει στην Κύπρο για 8 χρόνια και διαβάζει, γράφει και μιλά Ελληνικά αλλά κάποιες λέξεις μπορεί να μην τις αντιλαμβάνεται. Αναγνώρισε το τεκμήριο 2 το οποίο και υιοθέτησε αλλά δεν το έχει υπογράψει επειδή δεν ήταν παρούσα. Μετά το ατύχημα δεν έχει μεταβεί στην σκηνή του ατυχήματος με τον αστυνομικό διότι δεν ήθελε, είχε γύψο και διάφορα προβλήματα. Όταν της υποδείχθηκε το τεκμήριο 3 και ερωτήθηκε από ποιο σημείο άρχισε να διασταυρώνει τον δρόμο μέχρι την ώρα που έγινε η σύγκρουση, ανέφερε ότι ξεκίνησε από το σημείο Β για να διασταυρώσει εκεί που ξεκινά το τόξο και μετά δεν θυμόταν τίποτα. Διευκρινίζοντας με την φράση που είπε στην κατάθεση της ότι έλεγξε τον δρόμο, ανέφερε ότι κοίταξε αριστερά και δεξιά, δεν υπήρχαν αυτοκίνητα και ο δρόμος ήταν καθαρός. Το αυτοκίνητο το οποίο ήταν δεξιά και που κάνει αναφορά στην κατάθεση της, ήταν εντελώς ακινητοποιημένο. Αναφορικά με τα τραύματα της, ανέφερε ότι τραυματίστηκε στο πόδι, στα πλευρά, στο κεφάλι και το δεξί της χέρι και κατέθεσε προς αυτόν τον σκοπό τα τεκμήρια 8 έως 12 που αφορούν ιατρικά πιστοποιητικά και πιστοποιητικά ασθενείας τα οποία έλαβε από το νοσοκομείο και τα έδωσε στον δικηγόρο τους. Απουσίαζε από την εργασία της για περίοδο 3 ½ μηνών και υποβλήθηκε σε δύο εγχειρίσεις συνεπεία των τραυμάτων που υπέστη από το επίδικο ατύχημα και κατέθεσε προς αυτόν τον σκοπό το τεκμήριο
  3. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι περνά συχνά ως πεζή από τον δρόμο όπου έγινε το επίδικο ατύχημα και κατά η ώρα 7:40 π.μ. υπήρχε κίνηση στον δρόμο. Όταν έφτασε στην διασταύρωση για την ίδια υπήρχε κόκκινος σηματοδότης και σταμάτησε. Υπήρχε κόκκινος σηματοδότης από την οδό Ελευθερίου Βενιζέλου προς την οδό Αθηνας. Δεν θυμόταν επακριβώς την κίνηση που υπήρχε στον δρόμο αλλά το μόνο που θυμόταν ήταν ότι ανέμενε να διασταυρώσει και εξέφρασε την άποψη ότι αν δεν υπάρχει φωτεινός σηματοδότης για τους πεζούς τότε θα πρέπει να παρακολουθεί τους σηματοδότες για τα μηχανοκίνητα οχήματα και δεν θυμόταν αν υπήρχαν αυτοκίνητα κατά την ώρα της σύγκρουσης. Δεν θυμόταν πόση απόσταση έχει διανύσει μέχρι την στιγμή που σταμάτησε στο πεζοδρόμιο για να διασταυρώσει. Από το σημείο που σταμάτησε για να διασταυρώσει, το φανάρι απέναντι στην οδό Αθηνάς ήταν στα δεξιά της χωρίς να μπορεί να το προσδιορίσει επακριβώς. Όταν ερωτήθηκε από που γνωρίζει αυτό που ανέφερε στην κατάθεση της ΄΄όταν άναψε κόκκινο για αυτούς και πράσινο για τις οδούς Ελευθερίου Βενιζέλου και Αθηνάς΄΄, ανέφερε ότι έβλεπε τα φώτα τροχαίας. Όταν ερωτήθηκε εάν υπήρχαν άλλα αυτοκίνητα πέραν αυτού που υπήρχε στα δεξιά της στην διασταύρωση, ανέφερε ότι αυτό ήταν το μοναδικό αυτοκίνητο που την εμπόδιζε να διασταυρώσει. Η μάρτυρας στην συνέχεια έδωσε μια λεπτομερή περιγραφή για την φωτεινή σηματοδότηση που υπήρχε στην εκεί διασταύρωση και τις ενέργειες που έκανε πριν να διασταυρώσει, διευκρινίζοντας ότι το αυτοκίνητο που ήταν στα δεξιά της και που ήταν το μοναδικό που θα μπορούσε να την εμποδίσει και το οποίο δεν έκανε καμια ένδειξη ότι θα στρίψει αριστερά, έτσι ξεκίνησε να διασταυρώνει. Απάντησε ότι δεν θυμάται σε υποβληθείσα θέση ότι όταν κοίταξε στα φώτα της οδού Αθηνάς με πράσινο φως ότι υπήρχαν στάσιμα αυτοκίνητα. Δεν θυμόταν που κοίταξε πρώτα όταν άρχισε να διασταυρώνει αλλά αυτό που θυμάται ήταν το ότι κοίταξε δεξιά και αριστερά και γενικά στον δρόμο και ουσιαστικά αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι υπήρχαν αυτοκίνητα την ώρα που παρατήρησε τον δρόμο για να διασταυρώσει. Δεν θυμόταν η μάρτυρας εάν στις 10/2/2011 ήταν Παρασκευή και όταν της υποβλήθηκε η θέση ότι στο σημείο εκείνο είναι κεντρικός δρόμος και ο κόσμος τον χρησιμοποιεί για να μεταβεί στην εργασία του και ότι στο σημείο υπάρχουν σχολεία και υπεραγορά και συνεπώς η κίνηση είναι πυκνή, ανέφερε ότι αυτός είναι και ο σκοπός της ύπαρξης των φώτων για να ρυθμίζουν την κίνηση. Ανέφερε η μάρτυρας ότι στο σημείο του ατυχήματος δεν υπάρχουν φώτα για τους πεζούς και συνεπώς είναι υποχρεωμένη να παρακολουθήσει τα φώτα τροχαίας. Στην οδό Ελλάδος δεν υπάρχει διάβαση πεζών που ούτως ή άλλως δεν ήταν στον δρόμο της και η ίδια ήθελε να διασταυρώσει την οδό Ευαγόρα Παλληκαρίδη. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει επακριβώς πόση απόσταση διένυσε στον δρόμο μέχρι που κτυπήθηκε αλλά εξέφρασε την άποψη ότι μπορεί να ήταν μέχρι την μέση του δρόμου. Δεν υπέγραψε το σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος όταν της το υπέδειξε ο αστυνομικός επειδή δεν ήταν παρούσα όταν αυτό συντασσόταν, αν και συμφώνησε με το σχέδιο, λέγοντας ότι της επεξηγήθηκε το σχέδιο, τις διαστάσεις και που αυτή στεκόκαν και αυτό έγινε ένα μήνα μετά το ατύχημα, αρνούμενη ταυτόχρονα σχετική υποβολή ότι δεν το υπέγραψε επειδή διαφωνούσε. Ανέφερε επίσης η μάρτυρας ότι δεν υπήρχαν αυτοκίνητα όταν ξεκίνησε να διασταυρώνει και εξέφρασε άγνοια σε υποβληθείσα θέση ότι δεν θα μπορούσε ένα αυτοκίνητο να εμφανιστεί ξαφνικά σε μια τόσο μεγάλη απόσταση όπως ήταν αυτή του σημείου του ατυχήματος χωρίς να έχει ήδη εισέλθει στην οδό Αθηνάς. Τέλος, αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι είχε δει το αυτοκίνητο που την κτύπησε και ότι θεώρησε σωστό ότι είχε χρόνο μέχρι να περάσει απέναντι. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της εν λόγω μάρτυρα, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της υπόθεση της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση του απόφαση, έκρινε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης και αφού της επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα της δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, η κατηγορούμενη επέλεξε όπως τηρήσει σιωπή και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, είναι ένοχος αδικήματος. Το τι συνιστά αμέλεια έχει επανειλημμένα κριθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 ΑΑΔ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελίδα 73: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Το τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Όπως αναφέρεται στη Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 στη σελίδα 4: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». Βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86. Όπως προκύπτει και από τη σχετική Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Constantinou v. Katsouri
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Περαιτέρω, στις περιπτώσεις όπου επίδικη είναι η φύση του καθήκοντος επιμέλειας έναντι πεζού, έχει νομολογηθεί ότι το καθήκον για λήψη εξαιρετικά αποτρεπτικών μέτρων προκύπτει αφού εκδηλωθεί κίνδυνος στο δρόμο, για την αποφυγή του οποίου ο συνετός οδηγός πρέπει να δράσει. Η παρουσία ενήλικου πεζού στο κράσπεδο του δρόμου δεν υποδηλώνει αφ'εαυτής την ύπαρξη κινδύνου, για τον οποίο πρέπει να ληφθούν προφυλακτικά μέτρα. Κίνδυνος μπορεί να προκύψει αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει το δρόμο (βλ. Murrel ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 217 στις σελ. 223-4). Εν τούτοις, τονίζω πως για τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης της Κατηγορουμένης, είναι αδιάφορο κατά πόσο υπάρχει συντρέχουσα ευθύνη της πεζής (βλ. Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 748). Τέλος, η αξιολόγηση της συμπεριφοράς του οδηγού προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη θετικής μαρτυρίας όσον αφορά την πορεία του θύματος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Σάζου
(2001)2 Α.Α.Δ. 18 στη σελ. 26). Η θεμελίωση της αμέλειας της κατηγορουμένης απαιτεί την απόδειξη ότι παρέλειψε να δει κάτι που ήταν απλά ορατό και ότι η πιθανότητα κινδύνου ήταν εύλογα αντιληπτή και παρέλειψε να λάβει ενέργειες προφύλαξης. Η μη αποφυγή της σύγκρουσης δεν εξυπακούει αμέλεια (βλ. Παππάς ν. Ναθαναήλ
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 275 στη σελίδα 279). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Το σχέδιο αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος. Βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή ν. Κυριάκου,
(1996)1Α ΑΑΔ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1362, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1388. O M.K. 1 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο έχει διακρίνει κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, ότι ο εν λόγω μάρτυρας, παρέθεσε με σαφήνεια και πληρότητα, με φυσικό και πηγαίο τρόπο, χωρίς υπεκφυγές και υπερβολές και χωρίς οποιαδήποτε προσπάθεια προσφυγής στο ψεύδος και χωρίς οποιαδήποτε προκατάληψη υπέρ ή εναντίον οποιουδήποτε διαδίκου, όλα όσα γνώριζε και περιήλθαν εις γνώση του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και αποκάλυπτε την πηγή των γνώσεων του σε γεγονότα όταν αυτά δεν ήταν προιόν δικής του άμεσης εμπλοκής ή γνώσης. Η αξιοπιστία του δεν έχει κλονιστεί κατά το στάδιο της αντεξέτασης και ο μάρτυρας επεξήγησε και αιτιολόγησε τα ευρήματα και μετρήσεις του επί των σχεδιαγραφημάτων και ήταν προς αυτόν τον σκοπό διαφωτιστικός και πειστικός, θέτοντας έτσι μια στερεή βάση δεδομένων για να δύναται το Δικαστήριο να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα. Ούτως ή άλλως δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε αντικρουστική και αξιόπιστη μαρτυρία η οποία μετά από αξιολόγηση να θέτει στο Δικαστήριο ένα άλλο υπόβαθρο γεγονότων για να προβεί το Δικαστήριο σε διαφορετικά ευρήματα και συμπεράσματα. Συνεπώς το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του Μ.Κ. 1 στην ολότητα της ως αληθή και αξιόπιστη. Το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή την Μ.Κ. 2 κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, διότι ήταν και το ένα εκ των δύο προσώπων μαζί με την κατηγορούμενη που είχε εμπλακεί στο επίδικο τροχαίο ατύχημα και η μαρτυρία της ήταν κάτω και από τον φακό κατά πόσο επεδίωκε την καταδίκη της κατηγορουμένης για ικανοποίηση ιδίου οφέλους. Όμως το Δικαστήριο, κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, δεν έχει διακρίνει στο πρόσωπο της Μ.Κ. 2 οποιαδήποτε προσφυγή στο ψεύδος και στην υπερβολή για να επιτύχει την καταδίκη της κατηγορουμένης και την ικανοποίηση ιδίου οφέλους ενδεχομένως σε αστική διαδικασία. Παρέθεσε τα όσα γεγονότα γνώριζε και που ήταν σε θέση να θυμόταν και δεν έχει περιπέσει σε ουσιαστικές αντιφάσεις στην μαρτυρία της είτε σε ουσιαστικές αντιφάσεις μεταξύ της κατάθεσης της - τεκμήριο 6 - και της προφορικής της μαρτυρίας. Η αξιοπιστία της δεν έχει κλονιστεί κατά την πιεστική αντεξέταση που υπέστη και έδωσε μια κατατοπιστική εικόνα για τις ενέργειες που έχει προβεί πριν αρχίσει να διασταυρώνει την οδό Ευαγόρα Παλληκαρίδη και επεξήγησε και τους λόγους που δεν έχει υπογράψει το πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος, ως επίσης και την προσέλευση της στην σκηνή του ατυχήματος για σχετικές υποδείξεις. Η μάρτυρας έχει προσέλθει στο Δικαστήριο με σκοπό να πει την αλήθεια και το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της στην ολότητα της ως αληθή και αξιόπιστη. Κρίσιμα στοιχεία που αποτελούν τον οδηγό του Δικαστηρίου για να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα, είναι επίσης και οι ενέργειες που προέβη η Μ.Κ. 2 και η κατηγορούμενη επί της σκηνής του δυστυχήματος, έτσι ώστε να κριθεί η όλη τους συμπεριφορά επί του πιο πάνω δρόμου. Αυτό λοιπόν που έχει διαφανεί από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και που έχει κριθεί ως αληθή και αξιόπιστη, είναι το γεγονός ότι η Μ.Κ. 2 ενώ διασταύρωνε την οδό Ευαγόρα Παλληκαρίδη και αφού έχει διανύσει απόσταση τεσσάρων μέτρων από το πεζοδρόμιο, κτυπήθηκε από το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΕΒ 660 που οδηγείτο από την κατηγορούμενη η οποία προερχόταν από την οδό Αθηνάς και χωρίς να δείξει την πρόθεση της να εισέλθει στην πορεία της Μ.Κ. 2 και ουσιαστικά η κατηγορούμενη δεν έχει αντιληφθεί την παρουσία της Μ.Κ. 2 παρόλη την μεγάλη απόσταση που υπήρχε μεταξύ της αρχικής πορείας της κατηγορούμενης από την οδό Αθηνάς και του σημείου όπου βρισκόταν η πεζή επί της οδού Ευαγόρα Παλληκαρίδη. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΕΡΑΣΜΑΤΑ Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολογηθείσα μαρτυρία, το Δικαστήριο προβαίνει στα πιο κάτω ευρήματα και συμπεράσματα: Στις 10/2/2011, η κατηγορούμενη ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΕΒ 660, και ενώ αρχικά βρισκόταν στην οδό Αθηνάς, εισήλθε στην διασταύρωση της εν λόγω οδού με την Λεωφόρο Ελλάδος, της οδού Ελευθερίου Βενιζέλου και της οδού Ευαγόρα Παλληκαρίδη, χωρίς να δείξει την πρόθεση της να εισέλθει στην πορεία της Μ.Κ. 2 και ουσιαστικά η κατηγορούμενη δεν έχει αντιληφθεί την παρουσία της Μ.Κ. 2 παρόλη την μεγάλη απόσταση που υπήρχε μεταξύ της αρχικής πορείας της κατηγορούμενης από την οδό Αθηνάς και του σημείου όπου βρισκόταν η πεζή επί της οδού Ευαγόρα Παλληκαρίδη και εδώ έγκειται ουσιαστικά η αμέλεια της κατηγορούμενης και κτύπησε την Μ.Κ. 2 στην οδό Ευαγόρα Παλληκαρίδη αφού προηγουμένως η Μ.Κ. 2 έχει διανύσει απόσταση τεσσάρων μέτρων από το πεζοδρόμιο επί της οδού Ευαγόρα Παλληκαρίδη μέχρι του σημείου που έχει κτυπηθεί, ήτοι του σημείου Χ επί του σχεδίου. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κατηγορίας και η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.