Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Μανώλης Δημητρίου, Αρ. Υπόθεσης: 3075/2013, 13/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B24 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3075/2013 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής και Μανώλης Δημητρίου Κατηγορουμένου ----------------------- Ημερομηνία: 13 Μαρτίου 2013 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Χρ. Περγαντή Για τον κατηγορούμενο: κ. Αλ. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος: παρών ----------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες που αφορούν αδικήματα που διαπράχθηκαν κατά παράβαση του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου Ν.29/77, όπως τροποποιήθηκε. Συγκεκριμένα αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, ήτοι 0,0658 γραμμαρίων κάνναβης στην πρώτη περίπτωση (πρώτη κατηγορία), 132,6013 γραμμαρίων κάνναβης στην δεύτερη περίπτωση (τρίτη κατηγορία) και ιχνών κάνναβης στην τρίτη περίπτωση (τέταρτη κατηγορία), δύο κατηγορίες χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β ήτοι κάνναβης (δεύτερη και έκτη κατηγορία) και το αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, ήτοι κάνναβης βάρους 132,6013 γραμμαρίων. Η υπόθεση τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου για πρώτη φορά στις 8.3.2013 και ο κατηγορούμενος αρνήθηκε όλες τις πιο πάνω κατηγορίες. Η Κατηγορούσα Αρχή ζήτησε την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την δίκη του αναφέροντας ότι υπάρχει κίνδυνος ο κατηγορούμενος να μην εμφανιστεί σε αυτή αλλά και ότι ο κατηγορούμενος σε περίπτωση που αφεθεί ελεύθερος υπάρχει πιθανότητα να διαπράξει άλλα αδικήματα. Αίτημα το οποίο προσέκρουσε σε ένσταση του συνηγόρου του κατηγορούμενου. Η Κατηγορούσα Αρχή, για να στηρίξει το αίτημα της για την κράτηση του κατηγορούμενου, κάλεσε ως μάρτυρα τον Αστ. 2791 Χ. Γιαννακού, εξεταστή της υπόθεσης. Τα όσα ο πιο πάνω μάρτυρας έχει αναφέρει στο δικαστήριο τόσο κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης του όσο και κατά το στάδιο της αντεξέτασης του δεν θα τα επαναλάβω. Σχετική αναφορά στην μαρτυρία του, γίνεται στη συνέχεια, εκεί που κρίνεται αναγκαίο για σκοπούς επίλυσης των αναγκαίων ζητημάτων που αφορούν την παρούσα διαδικασία και απόφαση. Οι εξουσίες του Δικαστηρίου επί του θέματος που αφορά η παρούσα διαδικασία και του αιτήματος της αστυνομίας για να παραμείνει υπό κράτηση ο Κατηγορούμενος, εδράζεται στα άρθρα 48 και 157.1 της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155. Στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ. κ. Λοϊζου & Πική, στη σελ 35 αναφέρεται ότι: «Θα πρέπει κάποιος να ξεκινά από το σημείο ότι κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα δικαιούται σε απόλυση με εγγύηση εκτός αν υπάρχουν ικανοποιητικοί και πειστικοί λόγοι για το αντίθετο». (σε ελεύθερη μετάφραση) Στην υπόθεση Rex ν. Solomonides
(1935)C.L.R. XIV 127 έχει υποδειχθεί ως θέμα αρχής ότι ο υπόδικος πρέπει να απολύεται με εγγύηση σε κάθε περίπτωση που υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στο Δικαστήριο για να δικαστεί. Όπως σημειώνεται στην υπόθεση Ιωάννου ν. Δημοκρατίας Π.Ε. 7154, ημερ. 08.08.2001, η προδιάθεση για απόλυση του υποδίκου εκκρεμούσης της δίκης αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας, το οποίο κατοχυρώνει το Σύνταγμα (άρθρο 12.4). Επίσης η κράτηση υποδίκου καθίσταται παραδεκτή, εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης. Η απόλυση του υποδίκου αποτελεί, όπως διαπιστώνεται στην Arkadia Amirov ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 7164, ημερ. 17.08.2001, την προέχουσα επιλογή. Το δικαίωμα επίσης που απολαμβάνει στην ελευθερία του το άτομο τυγχάνει συνταγματικής κατοχύρωσης (άρθρο 11 του Συντάγματος), αλλά βρίσκει επίσης έρεισμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (άρθρο 5), που η Κυπριακή Δημοκρατία έχει κυρώσει με τον Νόμο 39/62. Από την άλλη η νομολογία μας είναι σε απόλυτη αρμονία με αυτή του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (βλέπε Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 109). Η ερμηνεία που δίνεται από τη δική μας νομολογία σε δικές μας συνταγματικές διατάξεις είναι ταυτόσημη με αυτή που το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δίδει σε αντίστοιχα άρθρα της πιο πάνω σύμβασης (βλέπε Δ. Οικονομίδης ν. Αστυνομίας Π.Ε. 7514, ημερ. 05.11.2003). Η απόλυση ή όχι του Κατηγορουμένου με εγγύηση είναι θέμα που αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (προς τούτο χρησιμοποιείται στο νόμο η λέξη «δύναται» (βλέπε Τσιάκκας κ.α. ν. Δημοκρατίας Π.Ε. 7264,7265 και 7266, ημερ. 26.04.2002 και Δ. Οικονομίδης (ανωτέρω) Η ευχέρεια του Δικαστηρίου εξασκείται με βάση καλά καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Στην υπόθεση Κάννας ν. Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 444 αναφέρθηκαν τα εξής: « Τρεις είναι οι βασικοί λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο μπορεί να κρίνει επιβεβλημένη την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την δίκη του. Η πιθανότητα: (α) μη προσέλευσης του στη δίκη, (β) διάπραξης του ίδιου ή άλλου εγκλήματος, και (γ) επηρεασμού μαρτύρων. Το πρώτο στοιχείο εξετάζεται στη βάση, και σε συσχετισμό με τη σοβαρότητα του εγκλήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και την πιθανότητα καταδίκης του.» Σύμφωνα με την νομολογία οποιοσδήποτε από τους πιο πάνω λόγους ή συνδυασμός τους είναι αρκετός για να δικαιολογήσει την κράτηση του κατηγορουμένου μέχρι την δίκη του (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 7). Στην Κρίνος Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφεση 7237 κ.α., ημερ. 19.03.2002, αναφέρθηκαν τα εξής: «Είναι όμως επίσης νομολογημένο πως σε καμιά περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης και την επιβληθησόμενη ποινή, αυτόματα δηλαδή, χωρίς τον συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων. Το εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικασθεί ο κατηγορούμενος αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος». Στην Χ"Δημητρίου (ανωτέρω) ανασκοπήθηκε η νομολογία και εξηγήθηκε ακριβώς πως η πρόβλεψη σε σχέση με τα ενδεχόμενα μπορεί να έχει ως πηγή «εγγενείς ενδείξεις» που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της υπόθεσης αλλά και το ιστορικό του υποδίκου και στοιχεία από την ίδια την υπόθεση. Άλλοι σχετικοί παράγοντες είναι εκείνοι που συνδέονται με το χαρακτήρα του Κατηγορουμένου, την κατοικία του, το επάγγελμά του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με τη χώρα στην οποία διώκεται (βλέπε Neumeister ν. Austria A8 p.39
(1968)). Όλοι αυτοί οι παράγοντες έχουν αναγνωρισθεί από τη Νομολογία μας. Ωστόσο, όπως υπογραμμίσθηκε στη Βασιλείου (πιο πάνω), δεν υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης». Όλες οι πιο πάνω αρχές και παράγοντες επαναβεβαιώθηκαν στην Ονουφρίου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 7558, ημερ. 08.03.2004, στην οποία επισημαίνονται τα ακόλουθα: «Οι κατηγορούμενοι τεκμαίρεται ότι είναι αθώοι και ως θέμα γενικής αρχής πρέπει να αφήνονται ελεύθεροι εκτός αν συντρέχουν σοβαροί λόγοι περί του αντιθέτου. Η νομολογία έχει συμπεριλάβει σε αυτούς τους λόγους και την πιθανότητα της μη προσέλευσης του κατηγορουμένου κατά τη δίκη. Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και επιβολή αυστηρής ποινής αποτελούν βασικούς δείκτες που αφορούν στην εκτίμηση της πιθανότητας προσέλευσης του κατηγορούμενου στη δίκη του». Με γνώμονα τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω θα προχωρήσω στην εξέταση των παραγόντων που θα ληφθούν υπόψη στην τελική μου απόφαση. Ο κίνδυνος μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στο δικαστήριο εξετάζεται αρχικά με βάση την σοβαρότητα των αδικημάτων. Στην Θεοδωρίδη κ.α. ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 7079, ημερ. 19.03.2001, επισημάνθηκε, ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία, ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του υπόδικου να αποφύγει τη δίκη του. Στην Ψύλλας ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 7211, ημερ. 21.12.2001, αναφέρθηκε ότι: «Ο κίνδυνος να μην παρουσιασθεί ένας Κατηγορούμενος στο Δικαστήριο δεν καταδεικνύεται μόνο από τα στοιχεία που διαθέτει η Κατηγορούσα Αρχή, αλλά θεωρείται πως ελλοχεύει ένεκα της σοβαρότητας των αδικημάτων που αφορούν τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει». Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος συναρτάται άμεσα με τo ανώτατο ύψος των προβλεπόμενων από το Νόμο ποινών σε περίπτωση καταδίκης του. Συγκεκριμένα σε σχέση με τα αδικήματα για τη διάπραξη των οποίων κατηγορείται ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση προβλέπονται πολυετής ποινές φυλάκισης. Η κατοχή ναρκωτικών ουσιών και η κατοχή τους με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα είναι αδικήματα εκ της φύσης τους σοβαρά, όμως υπήρχαν διαβαθμίσεις ως προς την ποινική μεταχείριση ανάλογα με την τάξη που αυτά ανήκουν, της ποσότητας και των ιδιαίτερων περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. Ο δεύτερος παράγοντας, είναι η αξιολόγηση της πιθανότητας καταδίκης του κατηγορουμένου. Είναι η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι, μέσα από την μαρτυρία που προσκόμισε, έχει καταδειχτεί ότι υπάρχει πιθανότητα καταδίκης του, κάτι με το οποίο διαφώνησε ο συνήγορο. Επί του προκειμένου η μαρτυρία του πιο πάνω μάρτυρα, έχει ως εξής: «Η μαρτυρία που υπάρχει εναντίον του επικεντρώνεται στον τόπο που βρέθηκαν τα ναρκωτικά επικεντρώνεται στις απαντήσεις που έδωσε, στην θεληματική του κατάθεση μετά την σύλληψη του με δικαστικό ένταλμα σύλληψης και στην γραπτή κατηγορία του». Διερωτώμαι εάν υπάρχει κάτι από τα πιο πάνω που η Κατηγορούσα Αρχή αναμένει από το δικαστήριο να αξιολογήσει ακόμα και για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Η γενικότητα, η αοριστία και η μη παράθεση οιονδήποτε στοιχείων δεν αφήνει κανένα περιθώριο για ένα τέτοιο εγχείρημα. Αναφορικά με το θέμα της πιθανότητας διάπραξης του ιδίου ή άλλων αδικημάτων από τον Κατηγορούμενο, σε περίπτωση που αυτός αφεθεί ελεύθερος, ζήτημα που αποτέλεσε εισήγηση της Κατηγορούσας Αρχής και συνάντησε την αντίθετη εισήγηση της Υπεράσπισης έχω να παρατηρήσω τα ακόλουθα: Στην Τσιάκκας (ανωτέρω) επιδοκιμάσθηκε από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως ήταν τότε, κ. Νικήτα, το εξής απόσπασμα από την σελ. 131 της απόφασης Σιακκαλής ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 130, στο οποίο ο Δικαστής κ. Νικολαϊδης, που εξέδωσε την απόφαση, παρατήρησε ότι: «Η πιθανότητα διάπραξης αδικήματος στο μέλλον, δεν μπορεί να αποδειχθεί με την αυστηρή έννοια του όρου. Εκείνο που μετρά είναι αν με βάση όλα τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα. Δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία για την ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος». Στην υπόθεση Σιακαλλή (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα εξής: « Όπως τονίζεται και στην υπόθεση Φώτος Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας Ποινική Εφεση 6285 ημερ. 5.3.97 η πρόβλεψη αναφορικά με την ύπαρξη και αποτίμηση των διαφόρων κινδύνων που σταθμίζονται κατά την εξέταση του ενδεχόμενου κράτησης, όπως είναι η πιθανότητα διάπραξης στο μεταξύ άλλων αδικημάτων, δεν μπορεί παρά να στηρίζεται είτε σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υπόδικου ή της υπόθεσης είτε σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της. Τα στοιχεία που είναι σχετικά περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου σε προηγούμενες περιπτώσεις ή η προηγούμενη καταδίκη για παρόμοια αδικήματα, αλλά και οι τάσεις που επιδεικνύει και οι οποίες ανάγονται βέβαια στο μέλλον όπως είναι η πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων ή η πιθανολόγηση περί της διάπραξης και άλλων αδικημάτων. Για κατάληξη σε συμπέρασμα για την ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Αρκεί αν με βάση όλα τα ενώπιον του δικαστηρίου στοιχεία δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει η πιθανότητα. Πλήρης απόδειξη της πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν είναι εξάλλου ούτε και θεωρητικά δυνατή. Διερωτάται κανείς πως μπορεί να αποδειχθεί μια πιθανολόγηση. Το δικαστήριο μπορεί, τηρώντας πάντα ορισμένους κανόνες, να καταλήξει σε συμπεράσματα ως προς την πιθανότητα διάπραξης αδικήματος στο μέλλον. Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο μέλλον για την οποία το δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα βασιζόμενο μεταξύ άλλων στο ιστορικό του ή σε άλλες διάφορες περιστάσεις..» Θα πρέπει να τονιστεί, επειδή έχει γίνει εισήγηση περί του αντιθέτου, ότι η πιθανότητα διάπραξης άλλου αδικήματος δεν περιορίζεται κατ΄ ανάγκη σε παρόμοιο με το υπό εκδίκαση αδίκημα (βλ. Lefkios Rodosthenous and Another n. The Police 1961 C.L.R. 50) Παραπέμπω επίσης στην υπόθεση Φώτος Χατζηδημητρίου (πιο πάνω) αναφορικά με το ζήτημα αυτό. Σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα που εξετάζω η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής επικεντρώνεται στα εξής: Ο κατηγορούμενος είναι γνωστός στην ΥΚΑΝ, απασχόλησε την ΥΚΑΝ και του έγιναν έρευνες στο παρελθόν, ανάφερε αρχικά ο μάρτυρας στην κυρίως εξέταση του, για να πει στην αντεξέταση του, ερωτηθείς σχετικά, ότι δεν ήταν πρόσφατες οι έρευνες και σε υποβολή αν ήταν πριν από πολλά χρόνια απάντησε πιθανόν. Το αν κατά τις έρευνες που έστω και το παρελθόν έχουν γίνει, ανεβρέθηκε κάτι παράνομο, ο μάρτυρας θεωρώ ότι δεν εμποδιζόταν να το αναφέρει, συνεπώς τούτο που συμπεραίνω είναι ότι δεν έχει αναβρεθεί κάτι παράνομο. Ότι ο κατηγορούμενος και στο παρελθόν απασχόλησε την ΥΚΑΝ, όπου σχετικές είναι η κατηγορίες 1 και
- Ως προς τον λόγο που έχουν στην παρούσα προστεθεί οι σχετικές κατηγορίες, για αδικήματα που διαπράχθηκαν την 12.2.2012, ο μάρτυρας ανέφερε ότι εμπλέκονταν και άλλα δύο πρόσωπα αλλά ο ένας δεν εντοπίζετο για να συμπληρωθεί ο φάκελος, ενώ κατά την ημέρα που συνελήφθηκε ο κατηγορούμενος την 1.3.2013, έτυχε να συλληφθεί και το άλλο πρόσωπο έτσι ώστε να συμπληρωθεί ο φάκελος και να καταχωρηθεί τώρα στο Δικαστήριο. Δεν έχω εντοπίσει καμία επαρκή δικαιολογία γιατί δεν καταχωρήθηκε οποιαδήποτε υπόθεση εναντίον του συγκεκριμένου κατηγορούμενου για τα αδικήματα του Φεβρουαρίου του 2012 σε προγενέστερο χρόνο. Η δικαιολογία που δόθηκε δεν με έχει ικανοποιήσει και δεν μπορώ να αποκλείσω το ενδεχόμενο να επιλέχτηκε σε αυτό το στάδιο η συμπερίληψη στο παρών κατηγορητήριο αδικημάτων του έτους 2012 για να προκληθεί η εντύπωση ότι ο κατηγορούμενος παρουσιάζει ροπή στην διάπραξη αδικημάτων ορισμένης κατηγορίας. Το δεδομένο είναι ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει πλέον μόνο την παρούσα υπόθεση την οποία έχουν συμπεριληφθεί και τα δύο αδικήματα του 2012 τα οποία δείχνουν μια χρονική συνέχεια σε μια συγκεκριμένη συμπεριφορά. Όμως από μόνο του το πιο πάνω στοιχείο δεν είναι αρκετό ώστε να καταλήξω στην διαπίστωση ότι υπάρχει η πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων καθότι παρά την ύπαρξη κάποιον αδικημάτων του 2012, ενώπιον μου δεν έχουν τεθεί ικανοποιητικά στοιχεία έτσι ώστε να μου δημιουργούν ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων στο μέλλον. Η μαρτυρία του μάρτυρα αστυνομικού δεν ήταν η αναμενόμενη μαρτυρία από μάρτυρα που καταθέτει για τους σκοπούς μιας τέτοιας διαδικασίας. Όπως στην περίπτωση που αναφέρω πιο πάνω σε σχέση με την μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή έχει στην διάθεση της εναντίον του κατηγορούμενου η οποία ήταν αόριστη και γενική. Επίσης, δεν μπορώ να αποδεχτώ την θέση του και είναι άνευ ερείσματος η αναφορά του ότι ο κατηγορούμενος μπορεί να διαφύγει γιατί χρωστά χρήματα σε κάποιο πρόσωπο ή ότι το στοιχείο που του δημιουργεί ανησυχίες ότι θα διαφύγει ο κατηγορούμενος είναι γιατί δεν έδωσε εξηγήσεις για το διαβατήριο του. Παρά την πιο πάνω διαπίστωση, σε σχέση με την σοβαρότητα των αδικημάτων που συνιστά ένα σοβαρό παράγοντα και κριτήριο εκτίμησης της πιθανότητας μη προσέλευσης του κατηγορούμενου στην δίκη έχει θεωρηθεί ότι αυτός ο παράγοντας δεν είναι πάντοτε και σε κάθε περίπτωση αρκετός ώστε από μόνος του να επενεργεί αυτόματα στην κρίση του δικαστηρίου για την κράτηση του κατηγορούμενου χωρίς να συνυπολογιστούν και άλλα σχετικά στοιχεία και δεδομένα ( βλ. Χριστόδουλος Χριστοδούλου ν. Αστυνομία και Ανδρέα Χρίστου ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 7812 και 7813 ημερ. 25.10.2004). Παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Χριστοδούλου (ανωτέρω): Αδικήματα τα οποία σχετίζονται με τα ναρκωτικά είναι εκ της φύσεως του σοβαρά. Υπάρχουν βέβαια διαβαθμίσεις οι οποίες προσδιορίζουν ανάλογα με το είδος και το μέγεθος της προβλεπόμενης από το νόμο ποινή για κάθε περίπτωση. Η προμήθεια κοκαΐνης είναι ένα από τα σοβαρότερα τους είδους αν λάβουμε υπόψη ότι ο νόμος προβλέπει μέχρι δια βίου φυλάκιση. Έχουμε ήδη αναφέρει ότι αυτός ο παράγων είναι πρωταρχικής σημασίας αδικήματα και προσμετρά ιδιαίτερα στην κρίση του Δικαστηρίου. Ωστόσο εδώ θα πρέπει να δούμε και κάποια άλλα επί μέρους στοιχεία όπως για παράδειγμα την ποσότητα της κοκαΐνης (13 γραμμάρια), την υποθετικά ανώτατη ποινή που θα μπορούσε να επιβληθεί στους εφεσείοντες από ένα λογικό δικαστήριο δοθέντος ότι δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες και όλα αυτά σε συνάρτηση προς το γεγονός ότι είναι Κύπριοι και διαμένουν μονίμως στην Κύπρο με τα δικά τους πρόσωπα και όπου ο δεύτερος εφεσείον έχει την εργασία του. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ακυρώθηκε η διαταγή για κράτηση υπόπτων και αντικαταστάθηκε με δεσμευτικούς όρους. Με βάση το σκεπτικό της πιο πάνω υπόθεσης και επίσης αφού συνεκτίμησα όλα τα στοιχεία τα οποία τέθηκαν ενώπιον μου, ως επίσης και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είναι Κύπριος πολίτης, μόνιμος κάτοικος Πάφου, διαμένει με την μητέρα του και την αδελφή, παρά το ότι είναι άνεργος και άγαμος δεν έχει καταδειχτεί να έχει τάσεις φυγής και απ΄ ότι φαίνεται οι μόνοι δεσμοί που έχει είναι με την χώρα του και με την οικογένεια του, θεωρώ ότι η προσέλευση του στο δικαστήριο μπορεί να διασφαλιστεί με όρους. Η υπόθεση ορίζεται για ακρόαση στις 21.6.2013 και ώρα 10:
- Οι Μ.Κ. να κλητευτούν. Για σκοπούς διασφάλισης της παρουσίας του κατηγορούμενου στο Δικαστήριο τίθενται οι ακόλουθοι όροι: (α) Με την υπογραφή εγγύησης ύψους €20,000 με αξιόχρεο εγγυητή που θα εγκρίνει ο Πρωτοκολλήτης (β) Να παραδώσει στην αστυνομία το διαβατήριο ή τυχόν άλλα ταξιδιωτικά έγγραφα που τυχόν αυτός κατέχει. (γ) Το όνομα του κατηγορούμενου να τοποθετηθεί στον κατάλογο των προσώπων που η έξοδος απαγορεύεται από την Δημοκρατία. (δ) Να παρουσιάζεται μία φορά την ημέρα στον πλησιέστερο στην κατοικία του αστυνομικό σταθμό μεταξύ των ωρών 17:00 - 20:00 (ερωτηθείς δηλώνει ότι είναι ο Αστυνομικός Σταθμός Στρουμπιού) (Αναφορικά με το ύψος της εγγύησης, έχω λάβει υπόψη μου την εισήγηση του κ. Αλεξάνδρου κατά την αγόρευση του για απόρριψη του αιτήματος της Κατηγορούσας Αρχής, από την οποία διαφαίνεται ότι υπάρχει ικανότητα ικανοποίησης του σχετικού όρου και για αυτό έκρινα σκόπιμο να μην ζητήσω από την υπεράσπιση να τοποθετηθεί μετά την πιο πάνω κατάληξη, σήμερα επί του συγκεκριμένου όρου). (Υπ.)..................................... Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο