← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΟΔΥΣΣΕΩΣ, Αρ. Υπόθεσης: 12189/12, 12/4/2013

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΟΔΥΣΣΕΩΣ, Αρ. Υπόθεσης: 12189/12, 12/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12189/12 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ Κατηγορούσα αρχή εναντίον ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΟΔΥΣΣΕΩΣ Κατηγορουμένου ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 12/4/2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Μανώλη Για τον κατηγορούμενο: κα Θεμιστοκλέους Κατηγορούμενος : παρών ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 2, 8, 19 και 20Α του περί Μηχ. Οχημάτων και Τροχ. Κιν. Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από τους νόμους 166/87, 80

(1)/2000 και την ΚΔΠ 312/
  1. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος στις 8/12/2011 στην συμβολή της Λεωφόρου Ελλάδος με την οδό Αλέξανδρου Υψηλάντη στην Πάφο, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΚΒΝ 556 χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα και προκάλεσε δυστύχημα. H MAΡΤΥΡΙΑ Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε ο αστυφύλακας 3891 κ. Πόλυς Κρεμάς. Ανέφερε ότι υπηρετεί στην τροχαία Πάφου και είναι ο εξεταστής της παρούσας υπόθεσης. Κατέθεσε ως τεκμήριο 1 την κατάθεση του την οποία και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίας εξέτασης του. Στην κατάθεση του ο μάρτυρας αναφέρει ότι στις 8/2/2011 και ώρα 15:35, επισκέφθηκε την σκηνή τροχαίου δυστυχήματος που έγινε την ίδια ημέρα και ώρα 15:20 στην συμβολή των Λεωφ. Ελλάδος και Αλέξανδρου Υψηλάντη στην Πάφο, με εμπλεκόμενα οχήματα το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΚΒΝ 556 που οδηγούσε ο Σωτήρης Οδυσσέως από την Πάφο Δ.Τ. 606208 και το μοτοποδήλατο με αρ. εγγρ. ΚJG 515 που οδηγούσε ο Rosen Dinkov και είχε ως συνεπιβάτη την Tatiana Klisarova και οι δύο από την Βουλγαρία. Κατά την άφιξη του στην σκηνή βρήκε το αυτοκίνητο με αρ. εγγρ. ΚΒΝ 556 στην τελική του θέση και τον οδηγό του παρών, ενώ το μοτοποδήλατο με αρ. εγγρ. ΚJG 515 είχε μετακινηθεί από την τελική του θέση πριν την άφιξη της αστυνομίας στην σκηνή. Στην παρουσία των πιο πάνω οδηγών ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, πήρε όλα τα αναγκαία μέτρα σημειόνοντας σε αυτό μεταξύ άλλων το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων με το γράμμα Χ. Αφού εξήγησε το πρόχειρο σχέδιο στους πιο πάνω οδηγούς και το κατάλαβαν, συμφώνησαν και το υπέγραψαν ως ορθό στην παρουσία του. Επίσης τους έγινε προκαταρκτικός έλεγχος άλκοτεστ με μηδενική ένδειξη και με βάση το πρόχειρο σχέδιο ετοίμασε στην συνέχεια συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος. Από το δυστύχημα τραυματίστηκε η επιβάτης του μοτοποδηλάτου με αρ. εγγρ. ΚJG 515 Tatiana Klisarova και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου ενώ προκλήθηκαν ελαφριές υλικές ζημιές στην αριστερή γωνιά του μπροστινού προφυλακτήρα του αυτοκινήτου με αρ. εγγρ. ΚΒΝ
  2. Στις 10/12/2011 και μεταξύ των ωρών 20:00 - 20:20 στην τροχαία Πάφου έλαβε ανακριτική κατάθεση και κατηγόρησε γραπτώς τον οδηγό του αυτοκινήτου με αρ. εγγρ. ΚΒΝ 556 Σωτήρη Οδυσσέως επί του ότι την 8/12/2011 και ώρα 15:20 στην συμβολή των Λεωφ. Ελλάδος και Αλέξανδρου Υψηλάντη στην Πάφο, οδηγούσε το πιο πάνω αυτοκίνητο αμελώς και προκάλεσε τροχαίο ατύχημα και ακολούθως αφού του επίστησε την προσοχή του στον νόμο αυτός απάντησε ΄΄δεν το ήθελα και απολογούμαι΄΄. Την 12/12/2011 και μεταξύ των ωρών 16:30 - 17:10 στην τροχαία Πάφου με την βοήθεια διερμηνέα στην Βουλγάρικη γλώσσα, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον οδηγό του μοτοποδηλάτου με αρ. εγγρ. ΚJG 515 Rosen Dinkov. Το δυστύχημα έγινε κατά την διάρκεια της ημέρας, ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος στεγνή και καθαρή. Η περιοχή που έγινε το δυστήχημα είναι κατοικημένη και το ανώτατο όριο ταχύτητας είναι 50 ΧΑΩ. Στην συνέχεια της κύριας εξέτασης του ο μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήριο 2 το πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος, ως τεκμήριο 3 το συμμετρικό σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος, ως τεκμήριο 4 της γραπτή κατηγορία, ως τεκμήριο 5 την γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου, ως τεκμήρια 6 και 7 τις καταθέσεις του οδηγού του μοτοποδηλάτου κ. Rosen Dinkov. Ανέφερε ότι η Λεωφόρος Ελλάδος που είναι κύριος δρόμος και συμβάλλεται με την οδό Αλ. Υψηλάντη σαν Τ, υπάρχει ειδική λωρίδα της Λεωφόρου Ελλάδος που δικαιούνται οχήματα να στρίψουν στην οδό Υψηλάντη και γενικά είναι πολυσύχναστη. Αυτή η λεωφόρος η νότια κατεύθυνση οδηγεί στο κέντρο της πόλης ενώ βόρεια προς την Μεσόγη. Το μοτοποδήλατο που έχει εμπλακεί με το ατύχημα ήταν 50 cc και το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου είναι τύπου σαλούν. Για ένα όχημα οπως το εν λόγω μοτοποδήλατο, εξέφρασε την άποψη ότι για να είναι ασφαλής η οδήγηση του αλλά και για όλα τα οχήματα, θα πρέπει ο οδηγός του να το οδηγεί σχετικά κοντά στο πεζοδρόμιο, επειδή η ταχύτητα του είναι αργή ειδικά με δύο αναβάτες πάνω, έτσι ώστε τα οχήματα που κινούνται με πιο μεγάλη ταχύτητα να μπορούν να προσπερνούν σχετικά εύκολα και χωρίς κίνδυνο για τα εξ΄ αντιθέτου κινούμενα οχήματα. Α ναλύοντας το συμμετρικό σχέδιο, ανέφερε ότι το Α είναι η πορεία του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος με αριθμούς εγγραφής ΚΒΝ 556 με πορεία στην Λεωφόρο Ελλάδος με στροφή δεξιά για να εισέλθει στην οδό Αλ. Υψηλάντη και ερχόταν από βόρεια προς νότια. Το Β είναι η πορεία του μοτοποδηλάτου που οδηγούσε ο μάρτυρας 1, όπως τον κατονόμασε και ο οποίος δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να μαρτυρήσει, με συνεπιβάτη την Μ.Κ. 2 και με αριθμούς εγγραφής KKG 515 και η πορεία τους ήταν στην Λεωφόρο Ελλάδος από νότια προς βόρεια, ήτοι από το κέντρο της πόλης προς την Πόλη Χρυσοχούς. Η εν λόγω λεωφόρος είναι επίπεδος, ελαφρώς ανηφορικός ως προς την πορεία του μοτοποδηλάτου. Το σημείο Χ είναι το σημείο σύγκρουσης με το οποίο συμφώνησαν και οι δύο οδηγοί. Η απόσταση της νοητής γραμμής επέκτασης του πεζοδρομίου από το σημείο Χ είναι 80 εκατοστά. Το Α1 είναι η τελική θέση του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Αναγράφεται επί του τεκμηρίου 2 ότι η ζημιά στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος ήταν στην μπροστινή αριστερή γωνία, ενώ οι ζημιές που είχε το μοτοποδήλατο ήταν στον μπροστινό τροχό. Εξέφρασε την άποψη ότι κάποιος ο οποίος κατευθύνεται από βόρεια κατεύθυνση προς το κέντρο της πόλης όπως ερχόταν το όχημα του κατηγορουμένου για να στρίψει δεξιά, θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι η πορεία η εξ΄ αντιθέτου είναι εντελώς καθαρή και μετά να περάσει και συνεπώς είχε προτεραιότητα το μοτοποδήλατο που κατευθυνόταν από νότια προς βόρεια. Όταν έφτασε στο μέρος, συνάντησε και τους δύο εμπλεκόμενους οδηγούς με τους οποίους και συνομίλησε μαζί τους. Ο δε κατηγορούμενος του ανέφερε ότι έστριψε για να στρίψει στην οδό Υψηλάντη όταν του έκανε σήμα κάποιος από την εξ΄ αντιθέτου κατεύθυνση οδηγός να εισέλθει. Ο μοτοποδηλάτης του είπε ότι όπως οδηγούσε του ανέκοψε την πορεία. Ο κατηγορούμενος του ανέφερε επίσης ότι αντιλήφθηκε το μοτοποδήλατο λίγο πριν εισέλθει στην οδό Υψηλάντη και πιο μετά στο τέλος του είπε ότι είδε το μοτοποδήλατο να προσπερνά πολλά αυτοκίνητα από τα αριστερά τους πριν να συγκρουστούν, ως είναι η κατάθεση του κατηγορουμένου στην οποία και παρέπεμψε. Ο οδηγός του μοτοποδηλάτου λείπει στο εξωτερικό εδώ και 6 περίπου μήνες όπως έχει πληροφορηθεί και δεν έχει σκοπό να επιστρέψει και αυτό το γνωρίζει επειδή συνομίλησε την ημέρα που κατέθετε στο Δικαστήριο με την συνεπιβάτη την οποία ρώτησε αν έχει αποζημιωθεί για το τραύμα στο πόδι της. Το πλάτος του δρόμου με Β ως το σχέδιο είναι 4,60 μέτρα και εξέφρασε την άποψη ότι από την νησίδα μέχρι το Β θα υπάρχει άνοιγμα πέραν των 10 μέτρων. Η μαύρη γραμμή που αρχίζει από το Β1 μέχρι το σημείο Χ είναι τα ίχνη τροχοπέδησης του ως άνω αναφερόμενου μοτοποδηλάτου περίπου ενός μέτρου και πενήντα εκατοστών, ενώ δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου. Δεν έλαβε ο μάρτυρας κατάθεση από τον οδηγό του αυτοκινήτου που του έκανε σήμα για περάσει, ελλείψει σαφών στοιχείων και δεν γνώριζε ο μάρτυρας από πριν τους επιβαίνοντες των δύο ενεχόμενων οχημάτων. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι κατεύθασε στην σκηνή πολύ λίγα λεπτά μετά το ατύχημα. ο δρόμος όπου έγινε το ατύχημα θεωρείται πολυσύχναστος, κεντρικός, από τον οποίον εξέρχονται οχήματα από την πόλη για τα βόρεια χωριά αλλά και για να εισέλθουν στο κέντρο της Πάφου. Η αναμενόμενη τροχαία κίνηση στον εν λόγω δρόμο είναι πυκνή, όπως ήταν και όταν έφτασε στην σκηνή του ατυχήματος. Ο παραπονούμενος του ανέφερε ότι είχε πολύ κίνηση, αλλά δεν ρώτησε τον κατηγορούμενο σχετικά με αυτό το θέμα. Γνωρίζει τους δρόμους σε εκείνην την περιοχή, δεν ήταν σε θέση να θυμάται αν γίνονταν οδικά μέτρα κοντά στην σκηνή του ατυχήματος, αλλά στο σημείο που έγινε το ατύχημα δεν γίνονταν οδικά έργα, απαντώντας ουσιασικά σε σχετική υποβληθείσα θέση ότι λόγω των έργων εκεί υπήρχε κυκλοφοριακή συμφόρηση λέγοντας ότι δεν ακολούθησε δρομολόγιο που να εντοπίσει σχετικά έργα. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι δεν καταγράφεται πουθενά στον νόμο ότι το μοτοποδήλατο θα πρέπει να οδηγείται κοντά στο πεζοδρόμιο, αλλά αυτό οφείλεται στην γνώμη του εν΄ όψει της ταχύτητας που μπορεί να αναπτύξει ένα τέτοιο μοτοποδήλατο για να μην υπάρχει συμφόρηση. Έδωσε περιγραφή ο μάρτυρας για το επίδικο μοτοποδήλατο και ότι μπορεί μετά βίας με δύο αναβάτες να αναπτύξει ταχύτητα 40 ΧΑΩ. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι απαγορεύεται η προσπέραση από τα αριστερά. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι επίσης δεν προβλέπεται πουθενά όπως τα μοτοποδήλατα να οδηγούνται στην αριστερή πλευρά και τα αυτοκίνητα στην δεξιά πλευρά και εξέφρασε την άποψη ότι στην παρούσα υπόθεση το μοτοποδήλατο δεν προσπερνούσε από την αριστερή πλευρά, ως επίσης εξέφρασε και την άποψη του αναφορικά με την ταχύτητα που είχε το μοτοποδήλατο, αλλά δεν ήταν σε θέση να αναφέρει οτιδήποτε αναφορικά με την ταχύτητα των αυτοκινήτων. Τα ίχνη τροχοπέδησης επί του τεκμηρίου 3 σταματούν στα 4,80 μέτρα στην βασική γραμμή από το σταθερό σημείο, πάνω στο αυτοκίνητο. Το Β1 είναι ενάμιση μέτρο το οποίο σταματά πάνω στο αυτοκίνητο και αλλάζει πορεία απότομα λόγω της σύγκρουσης. Τα ίχνη τροχοπέδησης αναφορικά με την ταχύτητα του μοτοποδηλάτου του παραπονουμένου, υποδηλώνουν ότι ήταν πάρα πολύ λίγη η ταχύτητα του και από τις ζημιές που υπέστησαν τα δύο οχήματα, ως επίσης και η ταχύτητα του κατηγορουμένου ήταν χαμηλή αφού εισήλθε κάθετα. Το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος ήταν τύπου σαλούν και ένας οδηγός ενός τέτοιου αυτοκινήτου δεν μπορεί να δει πάνω από το αυτοκίνητο. Το ύψος της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο παραπονούμενος ήταν περίπου ενάμιση μέτρο και κάποιος ο οποίος κάθεται πάνω σε ένα τέτοιο μοτοποδήλατο, δεν μπορεί το ύψος του να ξεπεράσει ένα ύψος ενός κανονικού αυτοκινήτου σαλούν και να φαίνεται από πάνω από το αυτοκίνητο, εκτός εάν έχει ύψος δύο μέτρων, πράγμα που δεν συνέβαινε με τον παραπονούμενο. Ο παραπονούμενος δεν του ανέφερε στην σκηνή γιατί δεν είδε τον κατηγορούμενο, αλλά ανέφερε μετά στην κατάθεση του, στην οποία έκανε ειδική αναφορά. Ως Μ.Κ. 2 κατέθεσε η κα Τατιάνα Κλισάροβα η οποία και κατέθεσε ως τεκμήρια 8 και 9 τις καταθέσεις της τις οποίες και υιοθέτησε. Στην κατάθεση της ανέφερε ότι ήταν συνοδηγός στο επίδικο μοτοποδήλατο το οποίο οδηγούσε ο Rosen Dinkov στις 8/12/2011 και περί ώρα 15:20 μ.μ και φορούσε το προστατευτικό κράνος της. Οδηγούσαν στην Λεωφόρο Ελλάδος με κατεύθυνση την Μεσόγη και οδηγούσαν κοντά στο πεζοδρόμιο και με πολύ χαμηλή ταχύτητα. Δεν έδινε πολύ σημασία στον δρόμο επειδή κρυβόταν πίσω από τον οδηγό επειδή φυσούσε πολύ. Σε κάποια στιγμή είδε για λίγο μπροστά και είδε ξαφνικά ένα αυτοκίνητο να στρίβει μπροστά τους και συγκρούονται με αυτό. Δεν έχει προσέξει αυτοκίνητα σταματημένα τα οποία έρχονταν από την κατεύθυνση που έρχονταν η ίδια και ο οδηγός του μοτοποδηλάτου. Μετά ήρθε το ασθενοφόρο και την μετέφερε στο νοσοκομείο Πάφου διότι έχει τραυτιστεί συνεπεία του ατυχήματος. Προφορικά ανέφερε ότι η απόσταση που κρατούσαν από το πεζοδρόμιο ήταν περίπου ένα μέτρο και από την σύγκρουση που επήλθε, υπέστη κάταγμα στο πόδι. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι εκείνην την ημέρα φυσούσε πολύ και ότι η ίδια δεν οδηγεί. Ανέφερε ότι έχει δει τον χιλιομετροδείχτη του μοτοποδηλάτου και ότι αυτός έδειχνε 30 - 35 ΧΑΩ. Ο οδηγός της μοτοσικλέτας ήταν στο ύψος της και ο χιλιομετροδείχτης φαίνεται είτε από αριστερά είτε από δεξιά. Η μάρτυρας έδειξε με μια κίνηση των χεριών της την απόσταση του ενός μέτρου όπως την αντιλαμβάνεται. Ανέφερε ότι έβλεπε κάποιους δρόμους από τους οποίους παιρνούσαν εκείνην την ημέρα. Στο σημείο λίγο πριν την σύγκρουση στα δεξιά τους, η κίνηση ήταν κανονική ενώ αργότερα την χαρακτήρισε ως αρκετή, περνούσαν αυτοκίνητα και οι ίδιοι έπρεπε να συνεχίσουν ευθεία και να αποφύγουν την σύγκρουση και έστριψαν αριστερά. Ερωτώμενη τι εννοεί με την φράση που λέει στην κατάθεση της ότι δεν πρόσεξε αυτοκίνητα σταματημένα τα οποία έρχονταν από την κατεύθυνση που ανέφερε, διευκρίνησε ότι δεν παρακολουθούσε την κίνηση συνέχεια επειδή φυσούσε πολύ και δεν θα μπορούσε να τα θυμάται όλα. Όπως καθόταν στο μοτοποδήλατο, δεν μπορούσε να δει από πάνω από τα αυτοκίνητα που περνούσαν από τα δεξιά και ούτε μπορούσε να δει τα αυτοκίνητα που ερχόντουσαν από την απέναντι πλευρά. Δεν θυμόταν η μάρτυρας κάποιο άλλο όχημα να έχει σταματήσει ακριβώς δεξιά της πριν την σύγκρουση και δεν μπορούσε να προσδιορίσει την ακριβή απόσταση που είδε το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου πριν την σύγκρουση, διότι ήταν σε κλάσματα δευτερολέπτου, ενώ αργότερα ανέφερε ότι ήταν πολύ κοντά στο ένα με ενάμιση μέτρο. Δεν είδε το όχημα του κατηγορουμένου πριν το ατύχημα διότι ήταν συνοδηγός και το έχει δει μόλις πριν την σύγκρουση, διευκρινίζοντας κατά την επανεξέταση της ότι εννοεί αυτό που έχει πει στην κατάθεση της. Με την ολοκλήρωση της κατάθεσης της εν λόγω μάρτυρα, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση του απόφαση, έκρινε ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι την ημέρα του ατυχήματος ερχόταν από την Μεσόγη προς την Πάφο στην Λεωφόρο Ελλάδος με σκοπό να στρίψει δεξιά πιο πάνω από το δασούδι εκεί που είναι το σχεδιάγραμμα είχε πάρα πολλή κίνηση, πιο πάνω γίνονταν τα έργα της Λεωφ. Παπαδοπούλου, είχε πάρα πολλή κίνηση, ήταν απόγευμα και υπήρχε φάλαγγα αυτοκινήτων. Πήρε τον κανονικό δρόμο για να στρίψει στα δεξιά για να εισέλθει στον άλλο δρόμο στα δεξιά. Σταμάτησαν τα αυτοκίνητα λόγω της φάλαγγας και πιο πάνω που είναι τα φώτα, του άφησαν χώρο για να περάσει δεξιά. Προχώρησε προσεκτικά με πολύ χαμηλή ταχύτητα και μόλις μπήκε στο ενάμιση με δύο μέτρα, είδε την μοτοσικλέτα να έρχεται και το μόνο που έκανε ήταν να σταματήσει άμεσα και η μοτοσικλέτα κτύπησε πάνω του. Όταν κτύπησαν κατέβηκε από το αυτοκίνητο κάτω, κοίταξε τα παιδιά που έπεσαν κάτω για να τους παρέχει τις πρώτες βοήθειες, και να δει τι συνέβηκε. Ο οδηγός ήταν εντάξει ο οποίος σηκώθηκε και έβγαλε το κράνος του, σήκωσαν την κοπέλα η οποία κάθισε στο πεζοδρόμιο και τους είπε ότι πονεί το πόδι της το οποίο ο κατηγορούμενος είδε αμέσως και η κατηγορούμενη του έδειξε που πονούσε, και ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στην γυναίκα του για να φέρει πάγο και να παρασχεθούν οι πρώτες βοήθειες. Όταν ο μάρτυρας ήταν στην Λεωφόρο Παπαδοπούλου και πήγαινε πιο πάνω, ειδοποίησε την αστυνομία όπου και κατεύθασε στο μέρος αλλά δεν ήταν ο κ. Κρεμμάς που τους έλαβε κατάθεση, ειδοποίησαν ασθενοφόρο, την κοπέλα την έβαλε στο αυτοκίνητο του για να την προστατέψει από το κρύο και γενικά πρώτο του μέλημα ήταν να βοηθήσει τους επιβαίνοντες του μοτοποδηλάτου. Η αστυνομία στο μέρος έλαβε τις μετρήσεις της, έφθασαν στο μέρος οι εκπρόσωποι των ασφαλειών οι οποίοι πήραν και αυτοί καταθέσεις όπως και οι αστυνομικοί, και μετά τον ειδοποίησε ο κ. Κρεμμάς για να δώσει κατάθεση για το επίδικο ατύχημα. Ο δρόμος όπου έγινε το ατύχημα, έχει δύο λωρίδες από την Μεσόγη προς την Πάφο, όχι όμως το αντίστροφο και η μια λωρίδα είναι για τα οχήματα όπου θέλουν να κατέβουν ευθεία προς τα κάτω και η άλλη για τα οχήματα που θέλουν να στρίψουν δεξιά στην οδό Υψηλάντη, στην οποία λωρίδα εισήλθε και ο κατηγορούμενος τον οποίον ακολουθούσαν 4 - 5 οχήματα. Υπήρχαν οχήματα στην εξ΄ αντιθέτου πορεία του κατηγορουμένου τα οποία σχημάτιζαν φάλαγγα το ένα πίσω από το άλλο και κοντά το ένα από το άλλο και πήγαιναν σημειωτό, όπου και του έκαναν χώρισμα για να στρίψει δεξιά κάνοντας του και σχετικό σήμα το ένα αυτοκίνητο, ως γίνεται συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις και εισήλθε προσεκτικά. Το χώρισμα που του άφησε ο οδηγός ήταν περίπου 2 - 3 μέτρα και ο κατηγορούμενος δεν είχε οπτική επαφή από την αριστερή πλευρά των οχημάτων που βρίσκονταν απέναντι από αυτόν, λόγω ακριβώς αυτού του γεγονότος και δεν υπήρχαν περιθώρια μεταξύ των οχημάτων για να μπορεί να δει το οτιδήποτε μπορούσε να κινηθεί από την αριστερή τους πλευρά. Ο κατηγορούμενος είδε την μοτοσικλέτα του παραπονούμενου από απόσταση 1 - 2 μέτρων και μόλις τους είδε σταμάτησε αμέσως και ήταν το μόνο πράγμα που μπορούσε να κάνει, δεν μπορούσε να τους δει πιο πριν διότι αν τους έβλεπε πιο πριν δεν θα έμπαινε για να τους κόψει την πορεία. Κατάφερε ο κατηγορούμενος μόλις τότε να δει την μοτοσικλέτα, διότι μόλις έστριψε και εισήλθε λίγο στο μέρος, είδε την μοτοσικλέτα στο ενάμιση μέτρο και τότε σταμάτησε αμέσως, το αυτοκίνητο του δεν βγήκε έξω και δεν πρόλαβε να μπει στην οδό Υψηλάντη και ήταν πολύ λίγη η απόσταση του μπροστινού μέρους του αυτοκινήτου του που εισήλθε στην άλλη κατεύθυνση, κίνηση την οποία έκαμνε σιγά με χαμηλή ταχύτητα και προσεκτικά και αυτός ήταν και ο λόγος που σταμάτησε άμεσα μόλις αντιλήφθηκε την μοτοσικλέτα, πράγμα που ήταν το μόνο που μπορούσε να κάνει. Πρόσεξε τον δρόμο πριν τον αφήσει το αυτοκίνητο για να στρίψει δεξιά, ήταν καθαρή η απόσταση που τον άφησαν να περάσει. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι τον επίδικο δρόμο τον διανύει τακτικά από την Μεσόγη προς την οδό Υψηλάντη και επανέλαβε την θέση του ότι υπήρχε πολλή τροχαία κίνηση ένεκα των οδικών έργων. Ο βαθμός προσοχής του σε τέτοιες περιπτώσεις με πολλή τροχαία κίνηση είναι αυξημένος και μέσα από την πολύχρονη εμπειρία του ως οδηγός έχει δει περιπτώσεις όπου νεαροί μοτοποδηλάτες να προχωρούν ενώ τα αυτοκίνητα να είναι σταματημένα. Ο λόγος που ανέφερε ότι υπήρχε κρύο, είναι διότι λόγω του μήνα όπου έγινε το ατύχημα, υπήρχε κρύο και έβαλε την τραυματία στο αυτοκίνητο του για να την περιθάλψει και να την προστατέψει από το κρύο. Συμφώνησε σε υποβληθείσα θέση ότι την ώρα όπου έγινε το δυστύχημα είναι ώρα ηλιοβασιλέματος για την Πάφο. Εκείνην την ημέρα όπου έγινε το ατύχημα δεν είχε ήλιο απέναντι του για να τον θαμπώνει αλλά σύννεφα, αρνούμενος σχετικές υποβολές περί του αντιθέτου. Την ώρα όπου έγινε το ατύχημα ο κατηγορούμενος επέστρεφε από την εργασία του την οποία προσδιόρισε και περιέγραψε και δεν ένιωθε κουρασμένος εκείνην την ώρα αφού ήταν και οι κανονικές μέρες και ώρες όπου εργαζόταν και ούτε ήταν βιαστικός λόγω της ρουτίνας που ακολουθούσε καθημερινά με το ωράριο και το δρομολόγιο του. Επενέλαβε επίσης την θέση του ότι στα φώτα υπήρχε πολλή κίνηση και ότι οι οδηγοί πήγαιναν σημειωτό, στην στροφή όμως ήταν λίγα τα αυτοκίνητα και ήταν πρώτος ως οδηγός εκεί. Περίμενε εκεί στο σημείο για δέκα λεπτά περίπου και δεν είναι νευρικός άνθρωπος έτσι ώστε να χάσει την ψυχραιμία του σε τέτοια αναμονή και αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι την ημέρα του ατυχήματος ήταν εκνευρισμένος, βιαστικός και κουρασμένος και λόγω αυτού μπήκε βιαστικά στον δρόμο χωρίς να κοιτάξει αν ερχόταν μοτοσικλέτα από αριστερά από τα εξ΄ αντιθέτου οχήματα και προκλήθηκε το ατύχημα, λέγοντας ότι ήταν ψύχραιμος, υπομονετικός και δεν βιαζόταν και υποστήριξε την θέση του παραθέτοντας τις αυξημένες ανάγκες της εργασίας του. Ο οδηγός που του έκανε το σήμα για να περάσει και να εισέλθει, του το έκανε με το δεξί του χέρι μέσα από το αυτοκίνητο, ήταν άνδρας και εξέφρασε την άποψη ότι αυτό είναι λογικό και τυχαίνει σε όλο τον κόσμο. Το εν λόγω αυτοκίνητο ήταν σαλούν, δεν θυμόταν το χρώμα του. Αρνήθηκε επίσης σχετική υποβληθείσα θέση ότι το αυτοκίνητο για το οποίο έκανε αναφορά δεν έχει σταματήσει αλλά απεναντίας παρολίγον να συγκρουστεί και με αυτό το αυτοκίνητο, επαναλαμβάνοντας εκ νέου και συνοπτικά την εκδοχή του ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το ατύχημα. Ερωτώμενος για την ισχυριζόμενη αντίφαση μεταξύ της προφορικής του μαρτυρίας στην οποία ανέφερε ότι είδε την μοτοσικλέτα στο ενάμιση μέτρο με τον ισχυρισμό που αναφέρει στην κατάθεση του στην οποία λέγει ότι το μοτοποδήλατο προσπερνούσε οχήματα από τα αριστερά, ανέφερε ότι δεν αλλάζει τίποτα και ότι ουσιαστικά έχει υπολογίσει ότι το μοτοποδήλατο προσπερνούσε οχήματα έτσι ώστε να γίνει η σύγκρουση, αρνούμενος ταυτόχρονα σχετική υποβληθείσα θέση ότι ψεύδεται σε αυτό το σημείο. Ερωτώμενος κατά πόσο έχει σκεφτεί το ενδεχόμενο πίσω από τα αυτοκίνητα να υπήρχε μια μοτοσικλέτα, απάντησε θετικά λέγοντας ότι αυτός ήταν και ο λόγος που μπήκε με πολύ χαμηλή ταχύτητα και το σταμάτημα του ήταν άμεσο και επανέλαβε εκ νέου την θέση του. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι δεν προχώρησε προσεκτικά διότι θα μπορούσε να δει την μοτσικλέτα μέσα από τα γυαλιά του μπροστινού αυτοκινήτου και θα προλάβαινε να σταματήσει εγκαίρως αν πήγαινε με χαμηλή ταχύτητα, επανέλαβε εκ νέου την εκδοχή του. Εξέφρασε την άποψη ότι ο λόγος που απολογήθηκε στην αστυνομία είναι λόγω του ότι είναι καλός άνθρωπος, ως η έκφραση του και επανέλαβε την απολογία του επειδή ταλαιπωρεί το Δικαστήριο, ως η έκφραση του, αρνούμενος ταυτόχρονα σχετική υποβληθείσα θέση ότι ο λόγος που απολογήθηκε είναι διότι έχει αντιληφθεί το λάθος που έκανε και που προκάλεσε το ατύχημα. Αρνήθηκε εκ νέου σχετικές υποβληθείσες θέσεις ότι ήταν βιαστικός, εκνευρισμένος, απρόσεκτος, ανεύθυνος και ανεξέλεγκτος όταν προσπαθούσε να εισέλθει στην οδό δεξιά ως η πορεία του και επανέλαβε εκ νέου τις θέσεις του. Συμφώνησε ότι το ύψος των δύο καπώ στα πιο πολλά αυτοκίνητα δεν υπερβαίνει το ένα μέτρο και ότι ο οδηγός μιας μοτοσικλέτας μαζί με την μοτοσικλέτα είναι κατά πολύ ψηλότερη με το καπώ του αυτοκινήτου. Διαφώνησε σε ερώτηση που του υποβλήθηκε εάν μπορεί να δει μέσα από τα γυαλιά του αυτοκινήτου εάν έρχεται μια μοτοσικλέτα από απέναντι, λέγοντας ότι όταν τα αυτοκίνητα που είναι απέναντι είναι γραμμή το ένα μετά το άλλο, καλύπτουν το ενδιάμεσο κενό που υπάρχει μεταξύ τους και συνεπώς δεν μπορούσε να δει από μέσα, αρνούμενος ταυτόχρονα σχετική υποβληθείσα θέση ότι μπορούσε να δει διαγώνια μέσα από το όχημα και να δει την μοτοσικλέτα και υπεραμύνθηκε της εκδοχής αλλά και των δυνατοτήτων που είχε την στιγμή που επιχειρούσε να στρίψει δεξιά και πιο συγκεκριμένα από την οπτική γωνία που είχε και διευκρίνησε ότι μέχρι το ένα αυτοκίνητο μπροστά του είχε την δυνατότητα να δει πίσω από αυτό. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι δεν επηρεάστηκε από τις ασφάλειες ή από κανέναν για να δώσει την κατάθεση του στην αστυνομία και στο Δικαστήριο και υπεραμύνθηκε της αλήθειας των λεχθέντων από αυτόν. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι με την παραμικρή προσοχή και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το μοτοποδήλατο κινείτο με χαμηλή ταχύτητα θα του επιτρεπόταν να σταματήσει έγκαιρα και να μην γίνει το ατύχημα, ανέφερε ότι πήγαινε με πολύ χαμηλή ταχύτητα, σταμάτησε άμεσα, το μοτοποδήλατο δεν σταμάτησε άμεσα και αν ο οδηγός του μοτοποδηλάτου προσπερνούσε από τα αριστερά και ερχόταν θα έβλεπε τον κατηγορούμενο. Εξέφρασε την άποψη ότι δεν μπορεί κάποιος να προσπερνά από τα αριστερά και αυτό είναι επικίνδυνο και αν ο οδηγός του μοτοποδηλάτου οδηγούσε με ταχύτητα κάτω από 30 ΧΑΩ δεν θα γινόταν το ατύχημα. Εξέφρασε την άποψη ότι δεν ανέκοψε την πορεία του οδηγού του μοτοποδηλάτου και ότι το όχημα του εισήλθε ελάχιστο στην αντίθετη λωρίδα την οποία και προσδιόρισε και αυτός ήταν και ο λόγος που ο οδηγός του μοτοποδηλάτου του κτύπησε στο μέρος του αυτοκινήτου το οποίο και προσδιόρισε και όχι στην μέση του αυτοκινήτου. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Νομική Πτυχή Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, είναι ένοχος αδικήματος. Το τι συνιστά αμέλεια έχει επανειλημμένα κριθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 ΑΑΔ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελίδα 73: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Το τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Όπως αναφέρεται στη Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 στη σελίδα 4: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». Βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86. Όπως προκύπτει και από τη σχετική Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Constantinou v. Katsouri
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Τέλος, η αξιολόγηση της συμπεριφοράς του οδηγού προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη θετικής μαρτυρίας όσον αφορά την πορεία του θύματος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Σάζου
(2001)2 Α.Α.Δ. 18 στη σελ. 26). Η θεμελίωση της αμέλειας της κατηγορουμένης απαιτεί την απόδειξη ότι παρέλειψε να δει κάτι που ήταν απλά ορατό και ότι η πιθανότητα κινδύνου ήταν εύλογα αντιληπτή και παρέλειψε να λάβει ενέργειες προφύλαξης. Η μη αποφυγή της σύγκρουσης δεν εξυπακούει αμέλεια (βλ. Παππάς ν. Ναθαναήλ
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 275 στη σελίδα 279). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Το σχέδιο αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος. Βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή ν. Κυριάκου,
(1996)1Α ΑΑΔ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1362, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1388. Αναφορικά με την κατάθεση του Rosen Dinkov, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν δύναται να στηριχθεί σε αυτήν, διότι το πρόσωπο το οποίο προέβη στην εν λόγω κατάθεση, δεν προσήλθε στο εδώλιο του μάρτυρα για να την υποστηρίξει, πόσο μάλλον για να αντέξει την βάσανο της αντεξέτασης. Λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη ότι η κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα, ο οποίος ήταν και ο οδηγός του επίδικου μοτοποδηλάτου, σε συνδυασμό μάλιστα και με το γεγονός ότι η παρούσα υπόθεση είναι ποινικής φύσεως, το Δικαστήριο ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια όπως αυτή του αποδίδεται μέσα από τις τροποποιήσεις που έλαβαν χώρα στον περί Αποδείξεως Νόμο που αφορούν την αποδοχή της εξ΄ ακοής μαρτυρίας, απορρίπτει την εν λόγω μαρτυρία ως μη δυνάμενη αξιολόγησης ελλείψει αντεξέτασης του εν λόγω ατόμου. To Δικαστήριο αφού έχει διεξέλθει εξωνυχιστικά και εξαντλητικά την τεθείσα ενώπιον του προφορική και μαρτυρία και έχοντας προβληματιστεί ιδιαίτερα αναφορικά με την αξιοπιστία εκάστου μάρτυρα που παρήλασε από το εδώλιο του μάρτυρα, έχει αποφασίσει ότι δύναται να στηριχθεί αποκλειστικά στην μαρτυρία του κατηγορουμένου για να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έχει λάβει χώρα το επίδικο τροχαίο ατύχημα. Αυτό το οποίο ουσιαστικά έχει αμφισβητηθεί έντονα από τις δύο πλευρές, είναι το κατά πόσο ο κατηγορούμενος μπορούσε να προβλέψει και να αντιληφθεί έγκαιρα τον οδηγό του μοτοποδηλάτου, και κατά πόσο ήταν ασφαλές υπό τις περιστάσεις όπως ο κατηγορούμενος εισέλθει στην οδό Αλέξανδρου Υψηλάντη. Το Δικαστήριο, αφού έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχει πεπειστεί ότι ο κατηγορούμενος προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να πει την αλήθεια. Έχει πείσει το Δικαστήριο με την φυσικότητα των απαντήσεων του, την αμεσότητα και ειλικρίνεια του, δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις, ασάφειες, γενικότητες και υπεκφυγές, η αξιοπιστία του δεν έχει κλονιστεί κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, αλλά απεναντίας εξήλθε από αυτήν την διαδικασία αλώβητος και πιο ενισχυμένος και το Δικαστήριο έχει πεπειστεί για το λογικό της εκδοχής του. Το Δικαστήριο έχει πεπειστεί ότι ο κατηγορούμενος αποπειράθηκε να εισέλθει στην οδό Αλέξανδρου Υψηλάντη μετά από νεύμα που του έκανε οδηγός από την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και το Δικαστήριο έχει πεπειστεί ότι εισήλθε στην εν λόγω οδό ο κατηγορούμενος με χαμηλή ταχύτητα και ότι λόγω αυτής της χαμηλής ταχύτητας σταμάτησε σχεδόν αμέσως και αυτό αποδεικνύεται μέσα από την πραγματική μαρτυρία, ήτοι το σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος, στο οποίο καταγράφεται το σημείο σύγκρουσης και την τελική θέση του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου. Το Δικαστήριο έχει επίσης πεπειστεί για την θέση του κατηγορουμένου για το πότε είδε τον οδηγό του μοτοποδηλάτου και που ήταν αδύνατον να τον δει πιο έγκαιρα έτσι ώστε να αποφευχθεί το επίδικο τροχαίο ατύχημα, διότι δεν του παρεχόταν εκείνο το απαραίτητο και απρόσκοπτο οπτικό πεδίο προς την πλευρά που κινείτο το μοτοποδήλατο, αφού αυτό κινείτο από αριστερά της λωρίδας αυτοκινήτων που υπήρχαν από την εξ΄ αντιθέτου πλευρά, ως η πορεία του κατηγορουμένου, και αυτό είναι λογικό και αναμενόμενο διότι ο μέσος λογικά σκεπτόμενος και συνετός οδηγός, πράγμα το οποίο το Δικαστήριο έχει πεπειστεί αναφορικά με το πρόσωπο του κατηγορουμένου, δεν θα εισερχόταν στην οδό Αλέξανδρου Υψηλάντη αν δεν ήταν ασφαλές υπό τις περιστάσεις έτσι ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος σύγκρουσης με οποιοδήποτε όχημα, εξ΄ ου και η χαμηλή ταχύτητα που τηρούσε ο κατηγορούμενος που υπό τις περιστάσεις ήταν λογική και συνετή εν΄ όψει και του εγχειρήματος που προσπάθησε να ολοκληρώσει με την είσοδο του στην οδό Υψηλάντη. Σίγουρα ο κατηγορούμενος υπό τις περιστάσεις, δεν θα μπορούσε να προβλέψει αλλά και να διακρίνει έγκαιρα, ότι το μοτοποδήλατο με το οποίο έχει συγκρουστεί, οδηγείτο από την αριστερή πλευρά των οχημάτων που υπήρχαν από την αντίθετη πλευρά, ως η πορεία του κατηγορουμένου, ως επίσης δεν θα μπορούσε να προβλέψει ότι το εν λόγω μοτοποδήλατο δεν θα σταματούσε, ή τουλάχιστον δεν θα ελάττωνε ταχύτητα για να αποφύγει την σύγκρουση, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι το όχημα που βρισκόταν στην κορυφή της γραμμής των αυτοκινήτων ως η πορεία του μοτοποδηλάτου, είχε σταματήσει δίνοντας χώρο και χρόνο στον κατηγορούμενο να εισέλθει στην οδό Αλέξανδρου Υψηλάντη, θέση την οποία προώθησε ο κατηγορούμενος και που το Δικαστήριο αποδέχεται ως αληθή και αξιόπιστη. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, προσομοιάζουν και σχεδόν ταυτίζονται με τα γεγονότα τα οποία έχουν εξεταστεί στην απόφαση ΛΟΙΖΟΥ -ν - ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ
(1996)1 Α.Α.Δ. σελ. 85, στην οποία έχουν αποφασισθεί και κριθεί τα πιο κάτω, ως το σχετικό απόσπασμα: <<Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι ο εναγόμενος 2 ήταν ένοχος αμέλειας επειδή αποπειράθηκε να προσπεράσει σειρά αυτοκινήτων, ενώ υπήρχε μεγάλη τροχαία κίνηση και στις δύο κατευθύνσεις. Στη συνέχεια θεώρησε ότι και ο εναγόμενος 1 συνέβαλε με τη δική του συντρέχουσα αμέλεια στο δυστύχημα, αφού αν τηρούσε τη δέουσα υπό τις περιστάσεις παρατηρητικότητα, θα έβλεπε τον εναγόμενο 2 ενώ προσπαθούσε να προσπεράσει και ενδεχομένως θα ελάμβανε αποτρεπτικά μέτρα. Επίσης δέκτηκε ότι αφού το πλάτος του δρόμου ήταν 25' και δεδομένης της πυκνής τροχαίας κίνησης και προς τις δύο κατευθύνσεις, η μεγάλη απόσταση που διατηρούσε ο εναγόμενος 1 από την άκρα αριστερά πλευρά του δρόμου ήταν αδικαιολόγητη και συνιστούσε αμέλεια. Λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης όπως τα δέκτηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, βρίσκουμε ότι το εύρημά του σχετικά με τον καταμερισμό ευθύνης σε ποσοστό 25% στον εναγόμενο 1 δε δικαιολογείται. Δεν αντιλαμβανόμαστε πως δικαιολογείται η κατάληξη ότι ο εναγόμενος 1 δεν τηρούσε τη δέουσα υπό τις περιστάσεις παρατηρητικότητα. Το γεγονός ότι ο εναγόμενος 1 δεν πρόσεξε καθόλου τον εναγόμενο 2 πριν από τη σύγκρουση, δεν συνέβαλε καθ' οιονδήποτε τρόπο στο δυστύχημα. Ακόμα κι' αν ο εφεσείων είχε την ευκαιρία να προσέξει έγκαιρα τον εφεσίβλητο - εναγόμενο 2 όταν αυτός προσπερνούσε τη σειρά των αυτοκινήτων, δεν νομίζουμε ότι είχε οποιανδήποτε δυνατότητα αποφυγής της σύγκρουσης. Περαιτέρω θα πρέπει να λεχθεί ότι το γεγονός ότι ο εφεσείων δεν πρόσεξε τον εναγόμενο 2 πριν από τη σύγκρουση δεν συνιστά απαραιτήτως και έλλειψη προσοχής ή αμέλεια εκ μέρους του. Κανένας συνετός οδηγός δεν μπορούσε εύλογα να αναμένει, ιδίως λόγω της μακράς γραμμής αυτοκινήτων και στις δύο κατευθύνσεις, το εγχείρημα του εναγόμενου 2 και σίγουρα κανένας δεν μπορεί να θεωρηθεί αμελής επειδή δεν έλαβε εξαιρετικές προφυλάξεις [βλ. Panayiotou ν. Mavrou
(1970)1 C.L.R. 215]. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το γεγονός ότι ο εναγόμενος 1 δεν είδε τον εναγόμενο 2 πριν από τη σύγκρουση, συνιστά έλλειψη της δέουσας παρατηρητικότητας. Εξ ίσου λανθασμένο είναι και το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η παράλειψη του εφεσείοντος να οδηγεί στην άκρως αριστερά πλευρά του δρόμου συνιστά αμέλεια. Η σύγκρουση δεν έγινε με όχημα που οδηγείτο κανονικά στην αντίθετη πλευρά του δρόμου, αλλά με τη μοτοσυκλέττα του εναγόμενου 2 ο οποίος, σύμφωνα και με το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, είχε εμπλακεί σε ένα επικίνδυνο υπό τις περιστάσεις ελιγμό [βλ. Karaolis and another ν. Charalambous
(1976)1 C.L.R. 310, 317]. Η συμπεριφορά του εναγόμενου 2, όπως σχολιάζει και το πρωτόδικο Δικαστήριο, καταδεικνύει ότι οδηγούσε χωρίς να λαμβάνει υπόψη τους άλλους που χρησιμοποιούσαν το δρόμο. Εν όψει της σειράς των αυτοκινήτων που ήλαυναν και στις δύο κατευθύνσεις, ο εναγόμενος δεν έπρεπε να εμπλακεί στο εγχείρημα του προσπεράσματος, ενώ δεν υπάρχει μαρτυρία ότι αν ο εναγόμενος 1 οδηγούσε αριστερότερα θα απέφευγε τη σύγκρουση, θα πρέπει να τονιστεί ότι, εν πάση περιπτώσει, το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται στην αριστερή πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την κατεύθυνση του εφεσείοντος και σε απόσταση 2'6" περίπου από το κέντρο του δρόμου. Πώς ο εναγόμενος 1 κρίνεται ένοχος αμέλειας, αφού οδηγούσε στη δική του πλευρά του δρόμου, έχοντας μάλιστα κάποια απόσταση από τη νοητή γραμμή που τον χώριζε από την πλευρά της αντίθετης ροής οχημάτων; Κάτω από τις συνθήκες βρίσκουμε ότι το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου και ο καταμερισμός της ευθύνης στον οποίο προέβη είναι λανθασμένος και θα πρέπει να ακυρωθεί. Βρίσκουμε ότι ο εναγόμενος 2 είναι ο μόνος υπεύθυνος για τη σύγκρουση και συνεπώς η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου τροποποιείται ούτως ώστε ο εναγόμενος 2 να θεωρηθεί πλήρως υπεύθυνος για το δυστύχημα.>> Συνεκτιμώντας λοιπόν τα πιο πάνω, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του κατηγορουμένου στην ολότητα της ως αληθή και αξιόπιστη. Αναφορικά με την μαρτυρία της Μ.Κ. 2, το Δικαστήριο δεν δύναται να στηριχθεί στην μαρτυρία της, έτσι ώστε να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα, όχι μόνο επειδή το Δικαστήριο έχει πεπειστεί για την πληρότητα και την αξιοπιστία της μαρτυρίας του κατηγορουμένου, αλλά και επειδή η εν λόγω μάρτυρας δεν ήταν καθόλου διαφωτιστική και κατατοπιστική αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα. Προσπάθησε μάλιστα κατά το στάδιο της αντεξετάσης να εμπλουτίσει την εκδοχή της, λέγοντας ότι έχει δεν τον χιλιομετροδείχτη του μοτοποδηλάτου και είδε την ταχύτητα την οποία και προσδιόρισε, από την στιγμή μάλιστα που όχι μόνο δεν το είπε στην κατάθεση της, αλλά η όλη της εκδοχή ήταν ότι κρυβόταν πίσω από την πλάτη του οδηγού του μοτοποδηλάτου λόγω του δυνατού ανέμου και ότι είδε την τελευταία στιγμή το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου. Σίγουρα λοιπόν δεν πείθει αυτός ο ισχυρισμός της μάρτυρος διότι δεν είναι λογικό και αναμενόμενο να κρύβεται πίσω από την πλάτη του οδηγού του μοτοποδηλάτου λόγω του δυνατού ανέμου και από την άλλη να έχει ως μέλημα της να δει την ταχύτητα του μοτοποδηλάτου. Στα κρίσιμα εκείνα γεγονότα αλλά και στιγμές πριν την σύγκρουση των οχημάτων, είτε είχε κενά μνήμης ή ακριβούς αντίληψης, είτε αμφιταλαντευόταν σε απόψεις ή θέσεις που αφορούσαν γεγονότα που οδήγησαν στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος, όπως π.χ. την έκταση της τροχαίας κίνησης, αποστάσεις κλπ. Γενικά η όλη της συμπεριφορά μέσα από το εδώλιο του μάρτυρα κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και γενικά η όλη της μαρτυρία ήταν πολύ φτωχή και συνεπώς το Δικαστήριο απορρίπτει την εκδοχή της στην ολότητα της. Αναφορικά με την μαρτυρία του Μ.Κ. 1, ο εν λόγω μάρτυρας άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Παρέθεσε με σαφήνεια και πληρότητα όλα όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και αποκάλυπτε την πηγή των γνώσεων του όταν τα γεγονότα που εξιστορούσε δεν αποτελούσαν προιόν της άμεσης εμπλοκής ή γνώσης του και δεν δίσταζε να παραδεχθεί εάν κάτι δεν γνώριζε ή εάν κάτι που έχει αναφέρει στο Δικαστήριο αποτελούσε απλά έκφραση δικής του γνώμης. Απαντούσε με αμεσότητα, ευθύτητα και πληρότητα στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν και δεν έχει περιπέσει σε αντιφάσεις, ασάφειες, υπερβολές και γενικότητες. Το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι ο εν λόγω μάρτυρας εκτέλεσε τα καθήκοντα του στο ακέραιο και δεν έχει διακρίνει οποιαδήποτε προσπάθεια να βοηθήσει ή να υποσκάψει τον κατηγορούμενο ή την πλευρά της κατηγορούσας αρχής και το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του. Βεβαίως το Δικαστήριο δεν αποδέχεται το μέρος εκείνο της μαρτυρίας του που αποτελεί έκφραση γνώμης ως προς το θέμα της οποιασδήποτε ευθύνης που αποδίδει στον κατηγορούμενο αλλά και της ορθότητας της οδήγησης του επίδικου μοτοποδηλάτου, διότι το Δικαστήριο με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορουμένου, έχει κρίνει ότι ο κατηγορούμενος έχει επιδείξει την προσήκουσα προσοχή και επιμέλεια και δεν μπορούσε να αποφύγει το επίδικο ατύχημα. Αναφορικά με την αποδοχή μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα και απόρριψης άλλου μέρους παραπέμπω στη Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ.
  1. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, το Δικαστήριο προβαίνει στα πιο κάτω ευρήματα και συμπεράσματα: Ο κατηγορούμενος την 8/12/2011 και ώρα 15:20 μ.μ, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΒΝ
  2. Στην συμβολή των οδών Λεωφόρου Ελλάδος και Αλέξανδρου Υψηλάντη και ο κατηγορούμενος ερχόμενος από την Λεωφόρο Ελλάδος, επιχείρησε να στρίψει δεξιά στην οδό Αλέξανδρου Υψηλάντη, αφού προηγουμένως ένας οδηγός ο οποίος βρισκόταν στην αντίθετη από αυτόν λωρίδα, του έκανε νεύμα με το χέρι εντός του αυτοκινήτου του, όπως του επιτρέψει να εισέλθει στην οδό Αλέξανδρου Υψηλάντη, αφήνοντας του χώρο και χρόνο για να περάσει. Ακολούθως ο κατηγορούμενος άρχισε την προσπάθεια του να εισέλθει στην οδό Αλέξανδρου Υψηλάντη με χαμηλή ταχύτητα και πριν ολοκληρώσει την προσπάθεια του και αφού έχει πάρει κλίση προς την εν λόγω οδό, είδε ξαφνικά το μοτοποδήλατο με αριθμούς εγγραφής ΚJG 515 που οδηγείτο από τον Rosen Dinkov και συνεπιβάτη την Μ.Κ. 2, και σταμάτησε αμέσως, χωρίς να μπορέσει να αποφύγει την σύγκρουση. Το εν λόγω μοτοποδήλατο οδηγείτο από την αριστερή πλευρά των οχημάτων που σχημάτιζαν σειρά και που βρίσκονταν στην εξ΄ αντιθέτου κατεύθυνση, ως η πορεία του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος οδηγούσε υπό τις περιστάσεις ως μέσος και συνετός οδηγός και με την δέουσα προσοχή και επιμέλεια, επιχείρησε να εισέλθει στην οδό Αλέξανδρου Υψηλάντη με χαμηλή και ενδεδειγμένη υπό τις περιστάσεις ταχύτητα και δεν μπορούσε να προβλέψει αλλά και να διακρίνει έγκαιρα, ότι το μοτοποδήλατο με το οποίο έχει συγκρουστεί, οδηγείτο από την αριστερή πλευρά των οχημάτων που υπήρχαν από την αντίθετη πλευρά, ως η πορεία του κατηγορουμένου, ως επίσης δεν θα μπορούσε να προβλέψει ότι το εν λόγω μοτοποδήλατο δεν θα σταματούσε, ή τουλάχιστον δεν θα ελάττωνε ταχύτητα για να αποφύγει την σύγκρουση. Επιπλέον δεν παρεχόταν στον κατηγορούμενο εκείνο το απαραίτητο και απρόσκοπτο οπτικό πεδίο προς την πλευρά που κινείτο το μοτοποδήλατο, αφού αυτό κινείτο από αριστερά της λωρίδας αυτοκινήτων που υπήρχαν από την εξ΄ αντιθέτου πλευρά, ως η πορεία του κατηγορουμένου, έτσι ώστε να του επιτρέπει να το αντιληφθεί έγκαιρα και να αποφύγει την σύγκρουση. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πασης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και πιο ειδικά το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος υπήρξε αμελής και αναπόφευκτα ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.