← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. ΝΙΚΟΛΑΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 14907/11, 26/4/2013

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. ΝΙΚΟΛΑΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 14907/11, 26/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B45 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14907/11 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ Κατηγορούσα αρχή εναντίον ΝΙΚΟΛΑΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ Κατηγορουμένου ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 26/4/2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ευαγγελία Μανώλη Για τον κατηγορούμενο: κος Επαμεινώνδας Κορακίδης Κατηγορούμενος: παρών ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία που αφορά την πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση των άρθρων 210, 211, 213 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 181

(1)/2000 και άρθρα 19 και 20 Α του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τον νόμο 80
(1)/2000, 5
(1)/2010, 8
(1)/2010 και Κ.Δ.Π. 312/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 22ην Δεκεμβρίου 2010, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια και άνευ προθέσεως, οδηγώντας το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΕΚΗ 251 στην οδό Αλέξανδρου Υψηλάντη στην Πάφο, επέφερε τον θάνατο στην Χαρίκλεια Χριστοδούλου, τέως από την Πάφο. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Δηλώθηκε ως παραδεχτό γεγονός το περιεχόμενο του τεκμηρίου 18, σύμφωνα με το οποίο πιστοποιείται ο θάνατος της αποβιώσασας που αναφέρεται στις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου και που πιστοποιείται ότι ο θάνατος έλαβε χώρα στις 27/12/
  2. Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε ο αστυφύλακας 1788 κ. Χρίστος Λιασίδης. Στην κατάθεση του - τεκμήριο 1 - την οποία και υιοθέτησε, αναφέρει ότι υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου και είναι τοποθετημένος στην τροχαία Πάφου στον κλάδο διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων, έτυχε εκπαίδευσης στην αστυνομική ακαδημία Κύπρου στην διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων και στην σχεδιαγράφηση σκηνών τροχαίων δυστυχημάτων επί κλίμακας. Την 22/12/2010 και περί ώρα 07:00 ανέλαβε καθήκον στην τροχαία Πάφου μέχρι τις 19:00 της ίδιας ημέρας. Η ώρα 16:20 της ίδιας ημέρας ενώ βρισκόταν καθήκον στον σταθμό, λήφθηκε μήνυμα από το Κ.Ε.Μ. της αστυνομικής διεύθυνσης Πάφου ότι στην οδό Αλέξανδρου Υψηλάντη στην Πάφο έγινε σοβαρό τροχαίο δυστύχημα με πεζό. Αμέσως αναχώρησε μαζί με τον αστ. 2005 Ανδρέα Χαραλάμπους με το υπηρεσιακό όχημα για την σκηνή του δυστυχήματος. Η ώρα 16:35 της ίδιας ημέρας κατεύθασαν στην σκηνή του ατυχήματος η οποία ήταν στην συμβολή της οδού Αλέξανδρου Υψηλάντη με την οδό Σόλωνος Μιχαηλίδη και εκεί ο μάρτυρας βρήκε το ενεχόμενο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΚΗ 251 που ήταν στην τελική του θέση και τον κατηγορούμενο ως οδηγό αυτού. Η πεζή η οποία έχει τραυματιστεί από το ατύχημα, μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Πάφου όπου διαπιστώθηκε ότι είχε ανοικτό κάταγμα στο αριστερό πόδι της και κρατήθηκε για νοσηλεία για να χειρουργηθεί. Στην παρουσία του κατηγορουμένου, ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος αφού έλαβε διάφορα μέτρα με την βοήθεια του αστ.
  3. Στο σχέδιο σημείωσε την πορεία του οχήματος του κατηγορούμενου, τα ίχνη τροχοπέδησης των μπροστινών τροχών του και την τελική του θέση. Σημείωσε την πορεία της πεζής όπως του την είχε αναφέρει ο κατηγορούμενος και επίσης σημείωσε με το γράμμα Χ το σημείο σύγκρουσης του αυτοκινήτου με την πεζή το οποίο του το υπέδειξε ο κατηγορούμενος και σύμφωνα με τα ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου του. Στην συνέχεια εξήγησε στον κατηγορούμενο το σχέδιο το οποίο το κατάλαβε, συμφώνησε και το υπέγραψε ως ορθό, του έγινε προκαταρκτικός έλεγχος αλκοτέστ με αρνητική ένδειξη ΄΄0΄΄. Η πεζή ήταν η Χαρίκλεια Χριστοδούλου 80 ετών από την Πάφο και από ότι έμαθε ο ίδιος, νοσηλευόταν στο χειρουργικό τμήμα του νοσοκομείου Πάφου και την 27/12/2010 και η ώρα 12:45 της ίδιας ημέρας απεβίωσε. Την 30/12/2010 και μεταξύ των ωρών 13:00 - 14:00 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο αφού προηγουμένως του επίστησε την προσοχή εις τον νόμο. Σε μεταγενέστερο χρόνο με βάση το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, ετοίμασε σχέδιο της σκηνής σε κλίμακα 1:
  4. Την διερεύνηση του δυστυχήματος ανέλαβε ο Λοχ. 1289 Πάμπος Αναστάση της τροχαίας Πάφου. Στο μέρος που έγινε το δυστύχημα, ο δρόμος είναι ευθύς και επίπεδος, άσφαλτος καλής επιφάνειας με το οδόστρωμα στεγνό. Ο καιρός ήταν αίθριος και το κατώτατο όριο ταχύτητας είναι 50 Χ.Α.Ω. Η ορατότητα στον κύριο δρόμο την οδό Αλέξανδρου Υψηλάντη και από τις δύο κατευθύνσεις ήταν πέραν των 200 μέτρων. Στην συνέχεια της κύριας εξέτασης του και προφορικά, ο μάρτυρας αναγνώρισε και κατέθεσε ως τεκμήριο 2 το πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος, ως τεκμήριο 3 το σχέδιο επί κλίμακος της σκηνής του επίδικου ατυχήματος, ως τεκμήριο 4 την ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου και υιοθέτησε τα ευρήματα και τις μετρήσεις των δύο σχεδίων. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι είναι τοποθετημένος στην τροχαία Πάφου στον κλάδο διερεύνησης δυστυχημάτων για περίπου 11 χρόνια, εξετάζει θανατηφόρα ατυχήματα για 9 χρόνια και περίπου το έτος 2002 απέκτησε προσόντα στην σχεδιαγράφηση σκηνής θανατηφόρων δυστυχημάτων προχωρημένου επιπέδου. Το σημείο σύγκρουσης Χ βρίσκεται στην λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του κατηγορουμένου, διότι όλο το πλάτος του δρόμου είναι 8 μέτρα και η κάθε λωρίδα χωρίζεται στο μέσο στα 4 μέτρα και σύμφωνα με την πορεία του κατηγορουμένου το σημείο σύγκρουσης είναι 1,20 μέτρα στην λωρίδα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Στο σημείο σύγκρουσης Χ κατέληξε διότι αρχικά του το υπέδειξε ο κατηγορούμενος και επίσης εκεί τέλειωναν και τα ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου. Τα ίχνη τροχοπέδησης με Α1 και Α2 στο σχέδιο έχουν μήκος 4,5 μέτρα, το σημείο Χ από την άκρη του πεζοδρομίου δεξιά ως η πορεία του κατηγορουμένου απέχει 6,80 μέτρα και είναι η απόσταση που διένυσε η πεζή μέχρι που κτυπήθηκε. Με το γράμμα γ στο σχέδιο, απεικονίζεται η κηλίδα αίματος που ανήκει στο θύμα και απέχει από το Χ 1,80 μέτρα. Με το γράμμα 0 στο σχέδιο απεικονίζεται το σταθερό σημείο και που είναι πάσσαλος της αρχής ηλεκτρισμού με αριθμό 205, ο εν λόγω πάσσαλος είναι εκεί στο μέρος για φωτισμό κατά την διάρκεια της νύχτας. Στο σχέδιο επίσης απεικονίζεται με το γράμμα β η πορεία της πεζής και κατέληξε σε αυτό το συμπέρασμα, διότι ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι η πεζή διασταύρωνε τον δρόμο από δεξιά προς τα αριστερά ως η πορεία του. Αναφορικά με την μορφολογία του δρόμου, ανέφερε ότι ήταν ευθύς, επίπεδος, στεγνός και καθαρός. Η ορατότητα που είχε ο κατηγορούμενος σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης ήταν πάνω από 200 μέτρα, χωρίς όμως να την έχει μετρήσει, μπορεί κάποιος να δει από απόσταση, δεν υπάρχει κάποιο εμπόδιο για να μην μπορεί να δει κάποιος. Η πεζή κτυπήθηκε στο αριστερό μπροστινό μέρος του οχήματος του κατηγορουμένου και η πεζή κτύπησε στο αριστερό της πόδι και μετά έπεσε πάνω στο καπώ του αυτοκινήτου και κατέληξε στην άσφαλτο, όπως του έχει αναφέρει ο κατηγορούμενος. Σημείωσε ο μάρτυρας επί του τεκμηρίου 3 με το γράμμα Φ την φρουταρία που υπήρχε εκεί στο μέρος. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι με βάση την εκπαίδευση που έτυχε, μπορεί να εξακριβώσει από τα ίχνη τροχοπέδησης εάν ένα αυτοκίνητο οδηγείτο με χαμηλή ή ψηλή ταχύτητα, και σύμφωνα με την άποψη του ο κατηγορούμενος με βάση τα ίχνη τροχοπέδησης οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα με βάση και συγκεκριμένο πίνακα και σίγουρα ήταν κάτω από το όριο ταχύτητας. Συμφώνησε σε σχετική υποβληθείσα θέση ότι ένα αυτοκίνητο κινείται με 30 ΧΑΩ, ήτοι 30,000 μέτρα σε 60Χ60 δευτερόλεπτα, ήτοι 3,600 δευτερόλεπτα και ότι με αυτήν την ταχύτητα διανύει σε ένα δευτερόλεπτο 8,3 μέτρα, τονίζοντας ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και ο χρόνος αντίδρασης του κατηγορουμένου για να αντιληφθεί την πεζή, συμφώνησε επίσης ότι εάν ένα αυτοκίνητο κινείται με 20 ΧΑΩ τότε η απόσταση που διανύει σε ένα δευτερόλεπτο είναι 5,5 μέτρα. Συμφώνησε επίσης σε υποβληθείσα θέση ότι ένας οδηγός δεν αντιδρά σε χρόνο μηδέν όταν αντιληφθεί έναν κίνδυνο και συνεπώς ένα αυτοκίνητο διανύει μια απόσταση που χρειάζεται για να αντιδράσει ένας οδηγός. Η μέθοδος με την οποία βρίσκεται αυτή η απόσταση που χρειάζεται για να διανύσει ένα όχημα μέχρι να αντιδράσει ο οδηγός, εξαρτάται από το άτομο, την ηλικία και ότι άλλα άτομα χρειάζονται ένα και άλλοι δύο δευτερόλεπτα για να αντιδράσουν και ο συνήθης χρόνος αντίδρασης είναι το ένα δευτερόλεπτο. Επανέλαβε τους ισχυρισμούς του ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε κάτω από το όριο ταχύτητας και ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε στην σωστή λωρίδα κυκλοφορίας, ανέφερε ότι εκεί όπου τελειώνουν τα ίχνη τροχοπέδησης είναι εκεί που ακινητοποιήθηκε το όχημα του κατηγορουμένου και συμφώνησε ότι για να ετοιμάσει το σχέδιο τον έχει βοηθήσει ο κατηγορούμενος ο οποίος του υπέδειξε την πορεία της πεζής και το σημείο σύγκρουσης. Ο μάρτυρας θυμόταν ότι ο κατηγορούμενος ανέφερε στην κατάθεση του ότι πριν να συμβεί το ατύχημα ένα άλλο αυτοκίνητο ερχόταν από την οδό Σόλωνος Μιχαηλίδη και εισήλθε στην οδό Αλέξανδρου Υψηλάντη και κατευθύνθηκε προς τα πάνω στην Λεωφόρο Ελλάδος και παρέπεμψε στον λοχία 1289 Πάμπο Αναστάση για τον ισχυρισμό αυτό κατά πόσο έχει εξακριβωθεί αυτός ο ισχυρισμός. Ο μάρτυρας όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι ο κατηγορούμενος δεν υπήρξε καν αμελής, υπερασπίστηκε των καθηκόντων του και παρέπεμψε στα καθήκοντα του λοχία, του υπεύθυνου τροχαίας του αρχηγείου και στον Γενικό Εισαγγελέα εφόσον πρόκειται για θανατηφόρο ατύχημα. Επίσης όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι η παρούσα ποινική υπόθεση έχει καταχωρηθεί για να καλυφθεί η αμέλεια των γιατρών που προκάλεσαν τον θάνατο του θύματος, ανέφερε ότι το μόνο που γνωρίζει είναι ότι το θύμα έχει τραυματιστεί στο πόδι και ότι δεν μπορούσε να χειρουργηθεί αμέσως, όπως του ανέφεραν άλλα άτομα από τις πρώτες βοήθειες την ημέρα του δυστυχήματος και εξέφρασε επίσης άγνοια σε υποβληθείσα θέση ότι μετά τον θάνατο του θύματος οι γιατροί προσπαθούσαν να ψάξουν δικαιολογίες. Σε μεταγενέστερη δικάσιμο ο μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήριο 5 τον σχετικό πίνακα για τον οποίον έχει κάνει αναφορά και σύμφωνα με τον εν λόγω πίνακα και τα ίχνη τροχοπέδησης, ο κατηγορούμενος οδηγούσε με ταχύτητα 30 ΧΑΩ. Ο αριθμός 070 επί του τεκμηρίου 5 τον οποίο έχει σημειώσει ο μάρτυρας είναι ο συντελεστής τριβής σύμφωνα με τα δεδομένα των κυπριακών δρόμων, διευκρινίζοντας ότι όταν η κατάσταση ελαστικών ενός οχήματος δεν είναι καλή τότε δεν θα χρησιμοποιηθεί ο συντελεστής
  5. Επανεξεταζόμενος και αναφορικά με τους συντελεστές, ανέφερε ότι αυτές είναι περίπου οι μετρήσεις που έγιναν σε πανεπιστήμιο στην Αμερική και εφόσον υπάρχουν πολλά ίχνη τροχοπέδησης, τότε θα πρέπει να γίνει τεστ ταχύτητας για να εξακριβωθεί ο συντελεστής τριβής και έτσι χρησιμοποιείται το ίδιο αυτοκίνητο ή αν δεν είναι διαθέσιμο άλλο αυτοκίνητο της ίδιας μάρκας στις καιρικές συνθήκες που έγινε το δυστήχημα. Ως Μ.Κ. 2 κατέθεσε ο λοχίας 1289 κ. Πάμπος Αναστάση. Ανέφερε ότι υπηρετεί στον αστυνομικό σταθμό Πέγειας και τον χρόνο όπου έγινε το επίδικο ατύχημα υπηρετούσε στην τροχαία Πάφου. Κατέθεσε ως τεκμήριο 6 την κατάθεση του την οποία και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίας εξέτασης του. Στην κατάθεση του κάνει αναφορά στα προσόντα του και αναφέρει ότι στις 28/12/2010 και ώρα 11:00 στο νεκροτομείο του νοσοκομείου Πάφου, στην παρουσία του και στην παρουσία του ιατροδικαστή Νικόλα Χαραλάμπους, ο Χριστάκης Νεοφύτου Αθηνού ανεγνώρισε την σορό της Χαρίκλειας Χριστοδούλου και πήρε 4 φωτογραφίες της σορού. Στην συνέχεια ο ιατροδικαστής Νικόλας Χαραλάμπους διενήργησε νεκροψία στην πιο πάνω σορό και με την υπόδειξη του πήρε ακόμα 4 φωτογραφίες της σορού. Στις 8/2/2011 στο φωτογραφικό τμήμα του αρχηγείου αστυνομίας, από τα αναλλοίωτα αρνητικά που έχει στην κατοχή του, έκανε φωτογραφικές μεγεθύνσεις των φωτογραφιών που πήρε σχετικά με το αναφερόμενο τροχαίο δυστύχημα, τις έδεσε σε βιβλιάριο και στο πίσω μέρος προσέδεσε αναλυτικό πίνακα. Κατέθεσε ο εν λόγω μάρτυρας ως τεκμήριο 7 την συμπληρωματική του κατάθεση. Σύμφωνα με την συμπληρωματική του κατάθεση και αφού επανέλαβε τα καθήκοντα του, αναφέρει ότι στις 4/6/2011 και μεταξύ των ωρών 12:30 και 12:45 στο τμήμα τροχαίας Πάφου, κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο επί το ότι στις 22/12/2010 και περί ώρα 16:15 στην οδό Αλέξανδρου Υψηλάντη στην Πάφο, οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΚΗ 251 και λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, προκάλεσε τον θάνατο της Χαρίκλειας Χριστοδούλου τέως από την Πάφο, του επέστησε την προσοχή του στον νόμο και απάντησε <<Δεν παραδέχομαι>>. Στην συνέχεια ο μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήριο 8 το σετ των 8 φωτογραφιών που έχει αναφέρει στην κατάθεση του και ως τεκμήριο 9 την γραπτή κατηγορία του κατηγορουμένου. Ανέφερε επίσης ότι είναι ο εξεταστής της παρούσας υπόθεσης, έλαβε καταθέσες από τους κ.κ. Ανδρέα Θεοδώρου και Χριστάκη Νεοφύτου Αθηνού τις οποίες και κατέθεσε ως τεκμήρια 10 και 11 αντίστοιχα. Ως εξεταστής του δυστυχήματος έχει διερευνήσει τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί ύπαρξης άλλου οχήματος εξερχόμενου από την οδό Σόλωνος Μιχαηλίδη, λέγοντας ότι υπάρχει κατάθεση ανεξάρτητου μάρτυρα ο οποίος ανέφερε ότι δεν υπήρχε τέτοιο αυτοκίνητο κατά την ώρα του δυστυχήματος και επίσης ετοίμασε ο μάρτυρας και με βάση κάποιους υπολογισμούς σχέδιο αναπαράστασης του δυστυχήματος στο οποίο φαίνεται ότι και να υπήρχε αυτοκίνητο όπως το ισχυρίζεται στην κατάθεση του ο κατηγορούμενος, δεν θα εμπόδιζε σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην μπορέσει να αποφύγει το δυστύχημα. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι εξετάζει τροχαία ατυχήματα και συγκεκριμένα θανατηφόρα για περίπου 18 χρόνια. Εξέφρασε την άποψη ότι ο κατηγορούμενος έχει ευθύνη για την πρόκληση του δυσυχήματος, διότι οι πεζοί διασταυρώνουν τον δρόμο από τα δεξιά προς τα αριστερά του, κάλυψε μια πολύ μεγάλη απόσταση 6,80 μέτρα, είχε όλην την ευχέρεια αν ήταν περισσότερο, αν οδηγούσε με περισσότερη προσοχή και παρατηρητικότητα να δει την πεζή πιο έγκαιρα και να αποφύγει το δυστύχημα. Στην συνέχεια ο μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήριο 12 το σχέδιο αναπαράστασης του τροχαίου ατυχήματος. Ανέφερε ότι για να το ετοιμάσει έλαβε υπόψη του μερικά δεδομένα και πιο συγκεκριμένα το πρώτο δεδομένο είναι η αρχική ταχύτητα του άγνωστου αυτοκινήτου που μόλις πέρασε δίπλα από την πεζή, την ταχύτητα αυτήν την έχει υπολογίσει γύρω στα 10 ΧΑΩ, 2,77 μέτρα το δευτερόλεπτο διότι καλύπτει απόσταση περίπου 13 μέτρα όπως θα κάλυπτε το άγνωστο αυτοκίνητο, δηλαδή από το ΑΛΤ της Σόλωνος Μιχαηλίδη μέχρι το σημείο που ήταν η πεζή δεν μπορούσε να είχε ταχύτητα μικρότερη των 10 χιλιομέτρων. Το άλλο δεδομένο που υπολόγισε είναι η επιτάχυνση που είχε το άγνωστο αυτοκίνητο κατά τον δεδομένο χρόνο και την έχει υπολογίσει 1,43 μέτρα το δευτερόλεπτο στο τετράγωνο. Για τον υπολογισμό αυτό βασίστηκε σε δικά του παλιά προσωπικά τεστ που έκανε σχετικά με επιταχύνσεις αυτοκινήτων, ως επίσης και σε έναν πίνακα που υπάρχει στο βιβλίο <<Traffic Accident Reconstruction>> του Northwestern University Αμερικής, στο οποίο αναφέρεται η ικανοποιητική επιτάχυνση ενός αυτοκινήτου είναι 1,47 μέτρα το δευτερόλεπτο στο τετράγωνο και ο μάρτυρας το προσδιόρισε στο 1,43 προς όφελος του κατηγορουμένου, το οποίο και παρουσίασε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 13, ως επίσης και κατέθεσε τα τεκμήρια 14 και 15 τα οποία και ανέλυσε, ως επίσης ανέλυσε και τα δεδομένα τα οποία έλαβε υπόψη του και αιτιολόγησε τα ευρήματα και μεθόδους υπολογισμού των δεδομένων του, ως επίσης και την πηγή προέλευσης τους, τονίζοντας ότι ο κατηγορούμενος με βάση την ταχύτητα που είχε και τις εκεί αποστάσεις που διένυσαν αμφότεροι σε συνδυασμό με το οπτικό πεδίο του κατηγορουμένου, δεδομένα τα οποία ανέλυσε, ο κατηγορούμενος μπορούσε να αποφύγει το δυστύχημα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι την μελέτη που παρουσίασε την έχει κάνει κατά την διερεύνηση του ατυχήματος, από την μαρτυρία που είχε, την οποία χαρακτήρισε ως ανεξάρτητη και αποκάλυψε το όνομα του μάρτυρα, διαφάνηκε ότι δεν υπήρχε το αυτοκίνητο το οποίο έχει κάνει αναφορά ο κατηγορούμενος, ανέφερε ότι τις πρόχειρες σημειώσεις που είχε κατά την διερεύνηση της υπόθεσης δεν τις κατέχει και ότι το έγγραφο που κατέθεσε το έχει γράψει μια εβδομάδα πριν την κατάθεση του στο Δικαστήριο. Δεν έχει προσέξει ή ερευνήσει τις διευθύνσεις του θύματος και του εν λόγω ανεξάρτητου μάρτυρα, ο οποίος του έχει αναφέρει για κάποια ιατρικά προβλήματα του θύματος και είχε συγγένεια ο εν λόγω μάρτυρας με το θύμα, εκφράζοντας άγνοια σε υποβληθείσα θέση ότι το θύμα έπασχε από Alzheimer και ότι συνήθιζε να εισέρχεται στον δρόμο και ούτε έχει εξετάσει τέτοιο ζήτημα. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν έχει επισκεφθεί την σκηνή του ατυχήματος και δεν ξέρει αν έσπευσαν κάποιοι στην σκηνή και πόσοι και δεν ήταν σε θέση να περιγράψει την σκηνή του δυστυχήματος αν και περνά από εκεί τακτικά. Ο μάρτυρας για τον οποίον κάνει αναφορά και που είναι ο Ανδρέας Θεοδώρου, έδωσε κατάθεση στις 18/1/2011 και δεν αναφέρει στην κατάθεση του, την οποία έλαβε ο ίδιος, ότι κανένα όχημα δεν πέρασε από την Σόλωνος στην Υψηλάντη και δεν ήταν σε θέση ο μάρτυρας να θυμάται αν έχει ρωτήσει το εν λόγω άτομο προφορικά για αυτό το θέμα και ίσως να μην το έχει θεωρήσει σημαντικό. Αντεξετάστηκε ο μάρτυρας επί του τεκμηρίου 15 το οποίο περιέγραψε και ανέλυσε, ανέφερε ότι στον εν λόγω πίνακα καταγράφεται η μέση ταχύτητα και ότι κάποιος μπορεί να έχει μεγαλύτερη ταχύτητα από αυτήν που καταγράφεται, με βάση την μαρτυρία που είχε ο μάρτυρας η πεζή περπατούσε με κανονικό ρυθμό και πιο συγκεκριμένα από την κατάθεση ημερομηνίας 18/1/2011 και δικαιολόγησε την άποψη του ο μάρτυρας για τον ρυθμό που κινείτο η πεζή λόγω και της ηλικίας της. Ως προς το τεκμήριο 14, ο μάρτυρας επίσης αντεξετάστητε επί αυτού, το περιέγραψε και το ανέλυσε, υποστήριξε τους υπολογισμούς του τους οποίους και αιτιολόγησε επικαλούμενος στατιστικές και έρευνες όπως π.χ. για την εύρεση του μέσου όρου ταχύτητας ανάμεσα στα δείγματα των ταχυτήτων. Διαφώνησε σε υποβληθείσα θέση ότι θα ήταν σε καλύτερη θέση για να δώσει μαρτυρία εάν διάβαζε ολόκληρα τα εγχειρίδια, λέγοντας ότι τα έχει διδαχθεί στην αστυνομική ακαδημία. Τοποθέτησε ο μάρτυρας στα 13,50 μέτρα το σημείο όπου βρισκόταν ο κατηγορούμενος όταν είδε το θύμα με δεδομένο τον χρόνο αντίδρασης στο ένα δευτερόλεπτο και τα ίχνη τροχοπέδησης τα 4,5 μέτρα, διευκρινίζοντας ότι ο κατηγορούμενος χρειάστηκε ένα δευτερόλεπτο ως χρόνο αντίδρασης, δηλαδή όταν είδε το θύμα, όταν άρχισε να τροχοπεδά ήταν 8,33 μέτρα μακριά από το θύμα και 4,5 μέτρα που κάλυψε ίχνη τροχοπέδησης μέχρι να κτυπήσει ήταν γύρω στα 13,50 μέτρα, λαμβανομένου υπόψη και του braking process, δηλαδή από την στιγμή που θα χρησιμοποιήσει τα φρένα δεν κλειδώνει αμέσως ο τροχός, αρχίζουν οι στροφές να πέφτουν μέχρις ως ένα σημείο, μέχρι να κλειδώσει και αυτή η απόσταση είναι γύρω στο ένα μέτρο, αναπροσαρμόζοντας τελικά τον τελικό αριθμό σε 13,83 και συνεπώς ο χρόνος που μεσολάβησε από την στιγμή που ο κατηγορούμενος είδε το θύμα μέχρι να σταματήσει τελείως το αυτοκίνητο ήταν δύο δευτερόλεπτα, ως επίσης και τις ανάλογες μετρήσεις του με συγκεκριμένο τρόπο που περιέγραψε, φέρνοντας και μερικά παραδείγματα μετά από ερωτήσεις από την πλευρά της υπεράσπισης. Προσδιόρισε την απόσταση του άγνωστου αυτοκινήτου για το οποίο έκανε αναφορά ο κατηγορούμενος την οποία ταύτισε με την απόσταση που κρατούσε ο κατηγορούμενος από την αριστερή πλευρά, το αριστερό πεζοδρόμιο δηλαδή που διασταυρώνει η πεζή και σημείωσε επί του τεκμηρίου 12 το εν λόγω όχημα, ως επίσης και το μέσο του δρόμου. Ερωτώμενος κατά πόσο με βάση τους δικούς του υπολογισμούς, δηλαδή εάν το άγνωστο αυτοκίνητο κινείτο με την δεξιά του πλευρά να εφάπτεται στο μέσο του δρόμου εάν υπήρχε ορατότητα στο Β2 δηλαδή στο δεύτερο δευτερόλεπτο, απάντησε ότι αν είναι στο κέντρο του δρόμου δεν θα υπήρχε ορατότητα αλλά αυτό είναι κατά την άποψη του εξωπραγματικό, διότι ένα αυτοκίνητο οδηγείται από την άκρη του δρόμου σε κάποια λογική απόσταση και στην περίπτωση που ερχόταν το αυτοκίνητο από απέναντι του δεν εμπόδιζε να κρατά ακριβώς το κέντρο. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι εάν μετέβαινε στην σκηνή του ατυχήματος και ελέγξει τον τρόπο όπου στήνονται τα αυτοκίνητα θα παρατηρούσε ότι δεν περνούν ακριβώς να κάνουν την στροφή έτσι ώστε να εφάπτεται η αριστερή τους πλευρά με την αριστερή πλευρά του δρόμου αλλά συνήθους στρίβουν με τον τρόπο που έδειξε ο μάρτυρας, εξέφρασε την άποψη ότι λόγω του ότι πάνω στο αυτοκίνητο μέχρι το σημείο που είναι εκεί μια απόσταση γύρω στα 13 μέτρα θα πήρε την κανονική του πορεία όπως την έχει καταγράψει στο σχέδιο. Ο μάρτυρας δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο το άγνωστο αυτοκίνητο να κινείτο με τον τρόπο που του υποδείχθηκε αλλά το θεώρησε μη λογικό, υποστηρίζοντας και αιτιολογώντας τα δεδομένα που χρησιμοποίησε ως λογικά και αναμενόμενα, πλην όμως δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο η επιτάχυνση του άγνωστου αυτοκινήτου να ήταν μικρότερη από το 1,43 που χρησιμοποίησε ο μάρτυρας. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι έκανε την μελέτη που παρουσίασε στο Δικαστήριο για να καταδείξει ότι ο κατηγορούμενος μπορούσε να δει την πεζή περίπου 26 μέτρα όπως ήταν μακριά από αυτή και 3,78 δευτερόλεπτα πριν της κτυπήσει και θα μπορούσε να την δει ένα δευτερόλεπτο και κάτι πριν της κτυπήσει. Διευκρίνησε ότι η αμέλεια του κατηγορούμενου συνίσταται στο γεγονός ότι μπορούσε να δει την πεζή ένα δευτερόλεπτο και κάτι πριν τον χρόνο που την είδε και άρχιζε να εφαρμόζει τα φρένα του διότι αν αντιδρούσε στο σημείο που μπορούσε να την δει τότε δεν θα κτυπούσε της πεζής. Συμφώνησε ο μάρτυρας ότι όταν ο κατηγορούμενος είδε την πεζή βρισκόταν από την άλλη πλευρά, ήτοι στην πλευρά του κατηγορουμένου και συμφώνησε στην υποθετική ερώτηση ότι εάν το θύμα σταματούσε στον χρόνο που ο κατηγορούμενος βρισκόταν 13,83 μέτρα μακριά από την πεζή τότε δεν θα γινόταν η σύγκρουση. Στο σημείο εκείνο της σύγκρουσης δεν υπάρχει διασταύρωση πεζών και σύμφωνα με τον ίδιο, ο πεζός υποχρεούται να εξεύρει διάβαση πεζών και εάν δεν υπάρχει κάπου κοντά, τότε μπορεί να διασταυρώσει, νοουμένου ότι ελέγξει τον δρόμο ότι είναι καθαρός. Εξέφρασε επίσης την άποψη ότι η πεζή εάν έλεγχε τον δρόμο κανονικά μπορεί να σταματούσε πριν εισέλθει στην άλλη πλευρά και να μην της κτυπήσει ο κατηγορούμενος αλλά και από την άλλη ο κατηγορούμενος αν την έβλεπε πιο γρήγορα και σταματούσε τότε και πάλι δεν θα γινόταν το ατύχημα. Κατά την άποψη του ο οδηγός του αυτοκινήτου στα 26 μέτρα, στην απόσταση δηλαδή που όφειλε να δει την πεζή, αφού είδε ότι το θύμα συνέχιζε να διασταυρώνει τον δρόμο, έπρεπε να αντιδράσει και να σταματήσει το αυτοκίνητο του πριν κτυπήσει στο θύμα αφού είχε τον χρόνο και την απόσταση, ελαττώνοντας πρώτα την ταχύτητα του και μάλιστα περισσότερο από αυτήν την ελάττωση που έκανε και γενικά έπρεπε να πάρει τις προφυλάξεις του για να μην κτυπήσει της πεζής, αρνούμενος ταυτόχρονα σχετική υποβληθείσα θέση ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε με περισσότερη επιμέλεια . Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι ο κατηγορούμενος είδε την πεζή στον χρόνο που μπορούσε να δει την πεζή επειδή προηγουμένως του κάλυπτε την ορατότητα ένα αυτοκίνητο που είχε εισέλθει από την πάροδο, ανέφερε ότι εάν υπήρχε το άγνωστο αυτοκίνητο σύμφωνα με τους υπολογισμούς του θα μπορούσε να την δει στα 26 μέτρα τουλάχιστον. Τέλος, αρνήθηκε σχετικές υποβληθείσες θέσεις ότι δεν εκτέλεσε ορθά τα καθήκοντα του και ότι οι μελέτες του είναι αυθαίρετες, υπεραμυνόμενος για το αντίθετο. Ως Μ.Κ. 3 κατέθεσε ο κ. Μάριος Νεοφύτου. Ανέφερε ότι είναι διοικητικός νοσηλευτικός λειτουργός ο οποίος υιοθέτησε την κατάθεση του - τεκμήριο
  6. Σύμφωνα με την κατάθεση του, στις 22/12/2010 και ώρα 16:18 μ.μ, ενώ ήταν καθήκον στο τμήμα Α΄ Βοηθειών, έλαβαν κλήση για τροχαίο ατύχημα με τραυματία στην οδό Αλέξανδρου Υψηλάντη στην Πάφο. Αναχώρησαν για το μέρος όπου εντόπισαν μια ηλικιωμένη γυναίκα ξαπλωμένη στον δρόμο, είχε ανοικτό κάταγμα στο αριστερό πόδι και εκδορές στο κεφάλι και της παρείσχε τις πρώτες βοήθειες η οποία είχε τις αισθήσεις της. Ο μάρτυρας μετέφερε την τραυματία στο νοσοκομείο Πάφου όπου την παρέδωσε στην επί καθήκοντι ιατρό Ρενάτα Σαββίδου. Μετά έμαθε ότι εισήχθη στον χειρουργικό θάλαμο για εγχείριση στο πόδι της. Στις 8/1/2011 τον πληροφόρησε η αστυνομία ότι η εν λόγω τραυματίας απεβίωσε στο νοσοκομείο Πάφου στις 27/12/
  7. Αντεξεταζόμενος, έκανε αναφορά στα προσόντα του. Ανέφερε ότι το ανοικτό κάταγμα είναι το σπάσιμο του κοκκάλου το οποίο έχει και πληγή, δηλαδή αιμορραγεί και δεν είναι μόνο σπάσιμο εσωτερικά, υπάρχει και το έξω η πληγή του σπασίματος, δηλαδή σχίζεται το δέρμα λόγω του κοκκάλου που έσπασε. Ερωτώμενος για το ποια είναι η διαφορά εις την αντιμετώπιση του ανοικτού κατάγματος από ένα κάταγμα που δεν είναι ανοικτό, ανέφερε ότι το κλειστό κάταγμα θέλει κάποια συρραφή και παραπάνω φροντίδα. Ερωτώμενος κατά πόσο το ανοικτό κάταγμα αντιμετωπίζεται με προτεραιότητα λόγω κινδύνου μόλυνσης, ανέφερε ότι δίνεται προτεραιότητα αλλά εξαρτάται σε ποιο βαθμό είναι η πληγή εξωτερικά, λέγοντας ότι πάντα υπάρχει ο κίνδυνος μόλυνσης σε ανοικτό κάταγμα. Δεν ήταν σε θέση ο μάρτυρας να περιγράψει ακριβώς πως ήταν το κάταγμα του θύματος και παρέπεμψε σε έγγραφο που συμπληρώθηκε από την ιατρό Ρενάτα Σαββίδου. Οι πρώτες βοήθειες που παρείχε στο θύμα συνίστατο στην ακινητοποίηση του κατάγματος, πιέζοντας την πληγή για να κλείσει η αιμορραγία και το έκλεισε με γάζα, δεν θυμόταν ο μάρτυρας αν το οστό εξήλθε του δέρματος. Έμαθε ο μάρτυρας την ίδια ημέρα ότι έχει εισαχθεί στον χειρουργικό θάλαμο, ήτοι στον θάλαμο όπου χειρουργήθηκαν ή αναμένεται να χειρουργηθούν ασθενείς, αλλά δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τι εγχείριση θα γινόταν ή εάν έγινε η εγχείρηση. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι υπάρχει έγγραφο στο οποίο καταγράφεται το ακριβές χρονοδιάγραμμα κλήσης, προσέλευσης και αποχώρησης από τον χώρο του ατυχήματος. Το θύμα φορούσε μαύρα ρούχα και μιλούσε όταν έφτασε στο μέρος. Δεν ήξερε ο μάρτυρας εάν το θύμα ασθένησε με πνευμονία ή με οτιδήποτε άλλο. Συμφώνησε ότι κάποιος μπορεί να ασθενήσει εντός του νοσοκομείου από ιούς και μικρόβια που υπάρχουν σε αυτό και δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τι προληπτικά μέτρα λαμβάνονται για να μην ασθενήσει κάποιος από αυτήν την αιτία. Ως Μ.Κ. 4 κατέθεσε ο κ. Χρηστάκης Αθηνού. Σύμφωνα με την κατάθεση του - τεκμήριο 11, ανέφερε ότι είναι αδερφότεχνος του θύματος, την σορό της οποίας ανεγνώρισε στις 28/12/2010 στο γενικό νοσοκομείο Πάφου στην παρουσία της αστυνομίας και του ιατροδικαστή Νικόλα Χαραλάμπους. Όταν επισκέφθηκε το θύμα στο νοσοκομείο Πάφου, του είπε ότι το αυτοκίνητο την κτύπησε ενώ διασταύρωνε τον δρόμο για να πάει από το σπίτι της προς την φρουταρία που είναι απέναντι από το σπίτι της το οποίο βρίσκεται στην αριστερή πλευρά της οδού Αλέξανδρου Υψηλάντη με κατεύθυνση προς την Μεσόγη. Στην συνέχεια της κύριας εξέτασης του, αναγνώρισε επί του τεκμηρίου 8 το θύμα. Ανέφερε ότι τον κ. Ανδρέα Θεοδώρου δεν τον γνώριζε αλλά τον έμαθε μετά από κάποιες μέρες από το δυστύχημα μετά από την μαρτυρία της ιδιοκτήτριας φρουταρίας που βρίσκεται κοντά στην σκηνή του ατυχήματος η οποία του έδωσε τα στοιχεία και τον βρήκε. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας αλλά πήγε στην σκηνή του ατυχήματος μετά από τηλεφώνημα που έλαβε από τον γαμπρό του και δεν πρόλαβε την θεία του στην σκηνή αλλά ήταν στην σκηνή ο γαμπρός του κ. Χάρης Θεοχάρους του οποίου το σπίτι είναι δίπλα από το μέρος του ατυχήματος. Ο γαμπρός του δεν είδε τίποτε, μετά πήγε στην σκηνή, μετά άκουε τον θόρυβο και μετέβηκε στο μέρος ο γαμπρός του, από ότι του είπε, μετά που άκουσε την σειρήνα. Δεν γνωρίζει το όνομα της ιδιοκτήτριας της φρουταρίας που του έδωσε τα στοιχεία, τα στοιχεία της φρουταρίας τα κατονόμασε αλλά σήμερα έχει κλείσει και στην οποία ψώνιζε μερικές φορές. Η ιδιοκτήτρια της εν λόγω φρουταρίας ήξερε ότι ο μάρτυρας ήταν συγγενής του θύματος και του ανέφερε μετά από κάποιες μέρες ότι υπήρχε αυτόπτης μάρτυρας του ατυχήματος διότι δεν έχει επισκεφθεί την φρουταρία την ημέρα του ατυχήματος, δίνοντας του τα στοιχεία του αυτόπτη μάρτυρα, χωρίς όμως να του δώσει όνομα αλλά απλά τοποθεσία σπιτιού. Αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι γνώριζε από πριν ως φίλο του τον εν λόγω αυτόπτη μάρτυρα, τον οποίον η πλευρά της υπεράσπισης αμφισβήτησε την ιδιότητα του ως αυτόπτη μάρτυρα και ότι τον καθοδήγησε για να δώσει μαρτυρία. Ο εν λόγω αυτόπτης μάρτυρας, κατά τον μάρτυρα, πήγε μόνος του στην αστυνομία, όπως έγινε και με τον ίδιο. Η ιδιοκτήτρια της φρουταρίας του έδωσε τα πιο πάνω στοιχεία 10 - 15 μέρες μετά από το ατύχημα και τον αυτόπτη μάρτυρα τον συνάντησε μάλλον στις 17 Ιανουαρίου, δεν μπορούσε να βρει αμέσως το εν λόγω άτομο διότι δεν μπορούσε, ήταν σαββατοκυρίακο όταν έλαβε τα στοιχεία και τον συνάντησε Δευτέρα. Τον αναζήτησε το σαββατοκυρίακο και δεν ήξερε που ήταν το σπίτι, απουσίαζε το αυτοκίνητο του, περίμενε, κτύπησε το κουδούνι, δεν είχε κανέναν στο σπίτι και έφυγε. Ο μάρτυρας δεν ενημέρωσε την αστυνομία ότι υπήρχε αυτόπτης μάρτυρας αλλά είπε στο εν λόγω άτομο να πάει στην αστυνομία για να πάει να δώσει κατάθεση. Ως Μ.Κ. 5 κατέθεσε ο κ. Παναγιώτης Παπαδόπουλος. Ανέφερε ότι είναι διευθυντής της χειρουργικής κλινικής του νοσοκομείου Πάφου. Στην κατάθεση του - τεκμήριο 17 - αναφέρει ότι είναι ιατρός χειρούργος στο γενικό νοσοκομείο Πάφου. Σχετικά με το θύμα, η οποία κρατείτο στην χειρουργική κλινική του νοσοκομείου Πάφου μετά από τροχαίο ατύχημα που ενεχόταν την 22/12/2010, κατά την εισαγωγή ανέφερε κεφαλαλγία και άλγος στο πόδι. Της έγιναν εξετάσεις όπου διαπιστώθηκε μόνο κάταγμα αριστερής κνήμης. Επίσης ενεφάνηκε χρόνια αναπνευστική πνευμονοπάθεια και λοίμωξη αναπνευστικού. Λόγω του αναπνευστικού της δεν ήταν δυνατό να χειρουργηθεί για τελική διόρθωση του κατάγματος και κατέληξε στις 27/12/2010 και ώρα 12:
  8. Δόθηκε αποτέλεσμα της ιατροδικαστικής έκθεσης ότι ο θάνατος προήλθε από κάμψη καρδίας πνευμονική ανεπάρκεια. Στην συνέχεια της κύριας εξέτασης του ανέφερε ότι είναι χειρούργος για 32 χρόνια. Ερωτώμενος κατά πόσο το κάταγμα που υπέστη το θύμα είχε επιπτώσεις στην υγεία της, ανέφερε ότι ένα άτομο μεγάλης ηλικίας όπως ήταν η θανούσα, με πολλαπλά προβλήματα υγείας, χρόνια αναπνευστική πνευμονοπάθεια, καρδιακή ανεπάρκεια, ο τραυματισμός αυτός επιδείνωσε την κατάσταση της σε βαθμό που να καταλήξει. Εάν το θύμα δεν τραυματιζόταν, τότε θα ζούσε με το πρόβλημα της. Διευκρινίζοντας τι εννοεί ότι λόγω του αναπνευστικού της δεν ήταν δυνατό να χειρουργηθεί για τελική διόρθωση του κατάγματος, ανέφερε ότι ένα ανοικτό κάταγμα δύναται να αντιμετωπιστεί με δύο τρόπους, ο ένας τρόπος είναι η ανοικτή διόρθωση, ήτοι η χειρουργική διόρθωση η οποία προβλέπει γενική αναισθησία. Ο άλλος τρόπος είναι η κλειστή ανάταξη, η θανούσα εισήλθε στο χειρουργικό την ίδια ημέρα από τους συναδέλφους του τους ορθοπεδικούς όπου έγινε κλειστή ανάταξη του κατάγματος και συρραφή του τραύματος με τοποθέτηση γύψινου νάρθηκα. Δεν κατέστη δυνατό να χειρουργηθεί για τελική διόρθωση, δεν έχει γίνει ανοικτή ανάταξη. Αντεξεταζόμενος και όταν ερωτήθηκε εάν ήταν απαραίτητο όπως το θύμα χειρουργηθεί, ανέφερε ότι δεν έχει σημασία εάν έχει χειρουργηθεί ή όχι, έγινε ανάταξη του κατάγματος, ανοικτό κάταγμα σημαίνει ότι τα οστά που έχουν υποστεί το κάταγμα έχουν τραυματίσει το δέρμα και έχουν βγει προς τα έξω, η κλειστή ανάταξη που έγινε στο χειρουργείο με έλξη ήρθαν τα οστά στην θέση τους, συνεράφη το τραύμα και τέθηκε γύψινος νάρθηκας. Αυτή η αντιμετώπιση είναι παραδεχτή από όλους σε περιπτώσεις που η γενική κατάσταση του ασθενούς δεν επιτρέπει γενική αναισθησία και ήταν ικανοποιητική αντιμετώπιση υπό τις περιστάσεις διότι επιτεύχθη η ανάταξη του κατάγματος και συνεράφη το τραύμα. Για να αναρρώσει η θανούσα χρειαζόταν ένα διάστημα για να δέσει το κάταγμα, έπρεπε να παραμείνει κλινήρης εφ΄ όσον είχε κάταγμα, δεν μπορούσε να σταθεί ή να καθίσει, πράγμα που επιδείνωσε την ήδη βεβαρυμένη κατάσταση με αποτέλεσμα να καταλήξει. Ερωτώμενος κατά πόσο η ακινησία και ο περιορισμός επιδείνωσε την κατάσταση της θανούσας, ανέφερε ότι είναι γεγονός ότι άτομα μεγάλης ηλικίας με βεβαρυμένο ιστορικό όπως η θανούσα, όταν υποχρεωθούν να μείνουν κλινήρης, επιδεινώνεται το αναπνευστικό τους, η καρδιακή κυκλοφορία, με επακόλουθο ακόμα και τον θάνατο τους και αυτό είναι γνωστό ιατρικά. Επιστημονικά η ακινησία σε ηλικιωμένα άτομα με χρόνια αναπνευστική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ), αυξάνει τις εκκρήσεις, αναπτύσσονται επιπλέον φλεγμονές στον πνεύμονα και θεωρείται η ΧΑΠ η τέταρτη αιτία θανάτου στις Η.Π.Α. με 12,000,000 διαγνωσμένους με ΧΑΠ ασθενείς. Η ακινησία προκαλεί μολύνσεις στο αναπνευστικό σύστημα και δυσκολεύει το ήδη υπάρχον πρόβλημα, στην ΧΑΠ η οξυγόνοση του πνεύμονα είναι πολύ μειωμένη, όταν υποχρεωθούν αυτά τα άτομα να μείνουν στο κρεβάτι δύσκολα ξεπερνούν αυτό το πρόβλημα και αυτό οφείλεται στην ακινησία. Ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης της ακινησίας, έχουν γίνει αναπνευστικές φυσιοθεραπείες, έχουν ληφθεί αντιβιοτικά αλλά όταν ένας οργανισμός είναι εξουθενωμένος δύσκολα ξεφεύγει από τα προβλήματα. Η ακινησία αντιμετωπίζεται με αναπνευστική φυσιοθεραθεία, υποχρεώνεται ο ασθενής σε βαθιές αναπνοές, να βήχει, γίνονται ειδικές υποβοηθήσεις από τους φυσιοθεραπευτές ώστε να βοηθηθεί στην αναπνοή ο ασθενής, αλλά ήδη οι πνεύμονες έχουν πρόβλημα και όλα αυτά μπορούν να βοηθήσουν μέχρις ενός βαθμού και όταν ήδη οι πνεύμονες είναι βεβαρυμένοι δύσκολα ξεπερνούν αυτά τα προβλήματα. Στην συγκεκριμένη περίπτωση ανέλαβαν οι ειδικοί αναπνευστικοί φυσιοθεραπευτές να διεκπεραιώσουν αυτήν την θεραπεία στην θανούσα. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι όλα τα τροχαία ατυχήματα ασχέτως εάν έχουν άμεσο ή όχι χειρουργικό πρόβλημα, αντιμετωπίζονται από την χειρουργική κλινική τις πρώτες 24 ώρες και μετά αναλαμβάνουν οι άλλες ειδικότητες που εδώ είναι οι ορθοπεδικοί για την περαιτέρω θεραπεία της ασθενούς, όλα τα περιστατικά ασχέτως εάν το πρώτο χρονικό διάστημα δεν εμφανίζουν άμεσο χειρουργικό πρόβλημα, αντιμετωπίζονται με την παροχή των άλλων ειδικοτήτων αναλόγως της περίπτωσης στην χειρουργική κλινική. Από την πρώτη στιγμή του ατυχήματος ενημερώθηκαν οι παθολόγοι, οι ορθοπεδικοί, οι οποίοι χορήγησαν την θεραπεία που απαιτείτο, οι μεν ορθοπεδικοί πήραν την ασθενή στο χειρουργίο που έγινε η κλειστή ανάταξη και οι παθολόγοι χορήγησαν την ενδεικνυόμενη αντιβιοτική θεραπεία και φυσιοθεραπεία. Ερωτώμενος εάν έχει δει κάποιον να προβαίνει στην αναπνευστική φυσιοθεραπεία, ανέφερε ότι δεν ήταν στον θάλαμο, δεν είδε να γίνεται αυτή η θεραπεία, δόθηκαν οι κατευθυντήριες οδηγίες που εκτελούνται, οτιδήποτε και να γινόταν δεν την βοηθούσε σε τίποτα την θανούσα λόγω του ιστορικού της και το μόνο πράγμα που θα την βοηθούσε και θα την έσωζε είναι να μην είχε το ατύχημα, ποτέ δεν θεωρείται ένας ασθενής ως ΄΄τελειωμένος΄΄, πάντα γίνονται οι προσπάθειες ώστε να αποφευχθεί το μοιραίο, δίνοντας σχετικό παράδειγμα. Οι κατευθυντήριες οδηγίες δίνονται στον πρωινό γύρο όταν εξετάζονται όλοι οι ασθενείς, εις τον επί καθήκοντι νοσοκόμο, και στην συγκεκριμένη περίπτωση δόθησαν οδηγίες όπως η θανούσα τεθεί σε αναπνευστική φυσιοθεραπεία, οι οδηγίες είναι προφορικές και αποστέλλεται χαρτί στον φυσιοθεραπευτή το οποίο πρέπει να υπάρχει το οποίο μπορεί να εξασφαλιστεί, ως επίσης και το έγγραφο με τις σχετικές οδηγίες του. Υπάρχουν τα σημειώματα των φαρμάκων που ελάμβανε η θανούσα, όπως οι αντιβιώσεις, τα βρογχοδιασταλτικά που βοηθούν να ανοίξουν οι πνεύμονες, η δικοξίνη που είναι για την καρδιακή ανεπάρκεια και πολλά άλλα. Υπήρχαν και άλλες γραπτές οδηγίες που δόθηκαν την άλλην μέρα, όπως να εξεταστεί από πνευμονολόγους με ειδικότητα με ασθενείς με ΧΑΠ, αλλά δεν ήταν παρών όταν εξετάστηκε η θανούσα από αυτούς τους γιατρούς, τις εκθέσεις των οποίων μπορούσε να εξασφαλίσει και εξέφρασε την άποψη ότι με αυτές τις εκθέσεις έχει προστεθεί ακόμα ένα αντιβιοτικό. Ανέφερε επίσης ο μάρτυρας ότι έχει και άλλες γραπτές οδηγίες όπως 1 - 2 μέρες πριν τον θάνατο επειδή η γενική κατάσταση της ασθενούς δεν βελτιωνόταν, ζητήθηκε και έγινε αξονική τομογραφία θώρακα η οποία επιβεβαίωσε τα προβλήματα της ΧΑΠ και την επόμενη μέρα, ως ήταν η άποψη του, η ασθενής έπαθε καρδιακή ανακοπή και απεβίωσε. Ο μάρτυρας παρέπεμψε στον ιατρικό φάκελλο της θανούσας τον οποίο έθεσε στην διάθεση της υπεράσπισης, ο οποίος παρουσίαζε καταγραφές και από το 1999 με αναπνευστικά προβλήματα. Όταν είδε την ασθενή κατά την είσοδο της στο νοσοκομείο μετά το τροχαίο ατύχημα, η ασθενής παρουσίαζε ήδη τα προβλήματα του αναπνευστικού, απλά μετά έχουν επιδεινωθεί. Ερωτώμενος για το τι είναι η ΧΑΠ και τι η λοίμωξη του αναπνευστικού, ανέφερε ότι η ΧΑΠ είναι μια σοβαρή πάθηση των πνευμόνων κατά την οποία χάνεται η ελαστικότητα των πνευμόνων και παρεμποδίζεται η ομαλή ροή του αέρα με αποτέλεσμα την κακή οξυγόνοση και την δυσκολία στην αναπνοή. Συχνά αποκαλείται και χρόνια βρογχίτιδα διότι παρουσιάζει τα ίδια συμπτώματα τα οποία και περιέγραψε, ως επίσης περιέγραψε και την λοίμωξη του αναπνευστικού. Όταν εισήχθηκε η θανούσα, οι συνάδελφοι του οι παθολόγοι, όταν τους ζητήθηκε η γνώμη τους, έγραψαν ότι η θανούσα είχε ΧΑΠ και λοίμωξη του αναπνευστικού, υποστηρίζοντας την ορθότητα της γνώμης τους λέγοντας ότι ΧΑΠ και λοίμωξη είναι τα ίδια πράγματα αλλά απλά ειδικεύονται και η ασθενής τέθηκε σε αντιβιοτική θεραπεία. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι ένας ασθενής με ΧΑΠ ο οποίος θα μείνει κλινήρης, μοιραίως θα αναπτύξει λοίμωξη και συνεπώς καλώς έλαβε η θανούσα αντιβιοτική θεραπεία για να βοηθηθεί ο ασθενής έτσι ώστε να επιβαρυνθεί όσον το δυνατό η ΧΑΠ, διευκρινίζοντας ότι η ΧΑΠ δεν είναι είδος λοίμωξης, η αναπνευστική λοίμωξη έχει τα ίδια συμπτώματα απλώς επιδεινώνουν τα συμπτώματα της ΧΑΠ και συνεπώς η οξυγόνοση επιβαρύνεται ακόμα περισσότερο από την ήδη υπάρχουσα επιβάρυνση λόγω ΧΑΠ. Θεώρησε ο μάρτυρας ότι τα άτομα που την εξέτασαν να μην ήξεραν ότι είχε ΧΑΠ αλλά με τις εξετάσεις που έκαναν να απέδωσαν το περιστατικό σε λοίμωξη του αναπνευστικού. Εξέφρασε την άποψη ο μάρτυρας ότι θάνατος προήλθε από καρδιακή ανακοπή, η πνευμονική ανεπάρκεια είχε ως αποτέλεσμα να μην μπορεί να αντεπεξέλθει και έγινε η καρδιακή ανακοπή, δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει το αναπνευστικό σύστημα, υπήρχαν ήδη τα προβλήματα και λόγω του ότι η θανούσα ήταν ξαπλωμένη συνέχεια σε συνδυασμό με την καρδιακή και αναπνευστική κάμψη, επήλθε η ανακοπή αφού είχε γίνει επιδείνωση της κατάστασης της θανούσας λόγω του ότι έχει παραμείνει κλινήρης. Η θανούσα ανέπτυξε πνευμονία, ήτοι μόλυνση πνευμόνων και αυτή εμπόδιζε την αναπνευστική λειτουργία. Ερωτώμενος κατά πόσο μπορούσε να γίνει κάτι άλλο αφού δεν μπορούσε η θανούσα να χειρουργηθεί, ανέφερε ότι οι αναισθησιολόγοι όταν εξέτασαν την θανούσα αμέσως μετά τον τραυματισμό της με την προοπτική άμεσης χειρουργικής επέμβασης, αποφάσισαν ότι υπό την παρούσα κατάσταση της ασθενούς ήταν αδύνατη η γενική νάρκωση και αντιμετωπίστηκε το τραύμα της και το κάταγμα από τους ορθοπεδικούς χωρίς να μπει στο χειρουργίο. Ερωτώμενος κατά πόσο η τελική διόρθωση εάν έπρεπε να γίνει, ανέφερε ότι εάν η γενική κατάσταση της θανούσας το επέτρεπε τότε θα γινόταν, διευκρινίζοντας ότι η κνήμη είναι ένα οστούν το οποίο εύκολα μπορεί να πάθει κάταγμα και το δέρμα που το καλύπτει είναι πολύ λεπτό που μόλις αγγιχθεί από κάτω είναι το οστό, με την ανοικτή διόρθωση προβλέπει την διάνοιξη του δέρματος, παρασκευή του οστού και τοποθέτηση μεταλλικών ελασμάτων ή βίδες ώστε να επέλθει πλήρης ανάταξη του κατάγματος και αυτός είναι ο ένας τρόπος αντιμετώπισης του. Ο άλλος τρόπος είναι αυτό που έχει γίνει, ήτοι ανάταξη του κατάγματος μέχρις ότου γίνει δυνατή η περαιτέρω διόρθωση εάν αυτό θεωρήσουν οι ορθοπεδικοί ότι χρειάζεται να γίνει. Η τελική διόρθωση δεν ήταν δυνατή και ερωτώμενος εάν ήταν απαραίτητη, ανέφερε ότι εάν η κατάσταση του ασθενούς είναι τέτοια που δεν επιτρέπει την γενική νάρκωση διότι κινδυνεύει άμεσα η ζωή του, τότε αντιμετωπίζεται αναίμακτα. Ερωτώμενος κατά πόσο θα μπορούσε να δέσει το πόδι και να αποθεραπευθεί εάν δεν υπήρχαν τα άλλα προβλήματα χωρίς χειρουργική επέμβαση, απάντησε θετικά και συνεπώς δεν ήταν απολύτως απαραίτητη η επέμβαση, υπήρχε αντένδειξη όπως προανέφερε, εάν η θανούσα ήταν πιο νέα και δεν είχε αυτά τα προβλήματα τότε οι ορθοπεδικοί, ως πιστευεί, θα προέβαιναν σε γενική νάρκωση και να διορθώσουν το κάταγμα 100%. Περιέγραψε ο μάρτυρας τι είναι η χολολιθίαση που όπως φαίνεται και από το ιστορικό της θανούσας ότι είχε, και περιέγραψε την λειτουργία των εξωτερικών ιατρείων τα οποία η θανούσα επισκεφθόταν συχνά και έχει γίνει και ειδική αναφορά σε προηγούμενες επισκέψεις της και συμφώνησε ότι η θανούσα παρακολουθείτο από πνευμονολόγο και ότι είχε χρόνια ασθματική βρογχίτιδα, βρογχεκτασίες και συχνές λοιμώξεις, αλλά απέκλεισε το ενδεχόμενο να είχε Αλτσχάιμερ και εξέφρασε άγνοια τι είναι το ΧΑ που αναφράφεται σε έγγραφο που φέρει την ημερομηνία του ατυχήματος. Συμφώνησε ο μάρτυρας ότι στις 17/12/2010 η θανούσα επισκέφθηκε το νοσοκομείο όπου διαγνώστηκε με λοίμωξη του αναπνευστικού με βάση την έκθεση του αναισθησιολόγου και συνεπώς η λοίμωξη άρχισε από τις 17/12/2010 και η θανούσα λάμβανε αντιβίωση. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι τότε η λήψη του ιστορικού ήταν δύσκολη από την ασθενή και ότι αυτό λήφθηκε από τον αδελφό της και ότι μάλλον καταγράφεται στις ψυχικές παθήσεις η λέξη Αλτσχάιμερ από τον αναισθησιολόγο. Συμφώνησε ότι ο αναισθησιολόγος προτείνει προεγχειρητική φαρμακευτική αρωγή, ο αναισθησιολόγος προτείνει στην παρούσα περίπτωση θέματα τα οποία περιέγραψε και δεν υπάρχει έκθεση του αναισθησιολόγου που να καταγράφει ότι δεν δύναται να λάβει χώρα γενική αναισθησία διότι σε αντίθετη περίπτωση θα γινόταν η επέμβαση. Επεξήγησε ο μάρτυρας ότι ο λόγος που γίνεται άμεση εισαγωγή στην χειρουργική κλινική είναι για να αποκλειστεί οξύ χειρουργικό πρόβλημα, όπως π.χ. εσωτερική αιμοραγία που να θέτει σε άμεσο κίνδυνο την ζωή του ασθενούς και τα επί μέρους θέματα επιλαμβάνονται από τις άλλες ειδικότητες και ζητήθηκε ειδική εκτίμηση της ασθενούς κατά πόσο μπορεί η θανούσα να λάβει γενική νάρκωση. Ανέφερε ότι στις 23/12/2010 ενημερώθηκε κατά τον πρωινό γύρο από τον επί καθήκοντι ιατρό κ. Ανδρέα Χριστοδούλου, και όπως έχει διαφανεί από τον φάκελο της ασθενούς, έχει υπογραφεί συγκατάθεση από κάποια Ελένη για να γίνει η εγχείρηση η οποία θα γινόταν από τον ορθοπεδικό που θα ήταν υπηρεσία. Ο μάρτυρας έκανε επίσης αναφορά για τις καταγραφές που έγιναν από τους νοσηλευτές για την κατάσταση της θανούσας και το ενδεχόμενο να χειρουργηθεί τις μέρες πριν αποβιώσει η θανούσα, διευκρινίζοντας ότι δεν έχει αποκλειστεί το ενδεχόμενο να χειρουργηθεί η θανούσα μέχρι τις 25/12/2010 αλλά δεν ήταν σε θέση να λάβει αναισθησία από τους αναισθησιολόγους. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι λόγω της λοίμωξης του αναπνευστικού συστήματος που ανέπτυξε η θανούσα στις 17/12/2010 από την οποία δεν μπορούσε να αποθεραπευθεί επήλθε ο θάνατος της, ανέφερε ότι η θανούσα έχει πάρει την κατάλληλη θεραπεία ώστε η γενική της κατάσταση να βελτιωθεί, πράγμα που δυστυχώς δεν έχει γίνει εφικτό. Επίσης όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι η λοίμωξη που ανέπτυξε η θανούσα από τις 17/12/2010 επιδεινώθηκε σε τέτοιο βαθμό που επέφερε τον θάνατο, ανέφερε ότι ο λόγος της επιδείνωσης εβρίσκεται στο ότι η ασθενής υποχρεώθηκε λόγω του ατυχήματος της να παραμείνει κλινήρης με αποτέλεσμα να επιδεινωθεί και στο τέλος να καταλήξει. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι εάν ισχυρίζεται ότι η λοίμωξη αυτή δεν μπόρεσε να αντιμετωπιστεί με επιτυχία λόγω της ακινησίας, τότε κακώς το νοσοκομείο και οι υπεύθυνοι του περιορισαν την θανούσα στην εν λόγω ακινησία και από την στιγμή που προβάλλει ότι η κίνηση ήταν τόσο αναγκαία για την θεραπεία της λοίμωξης έπρεπε το νοσοκομείο να φροντίσει έτσι ώστε η θανούσα να κινείτο αρκετά έστω και με σπασμένο πόδι, ανέφερε ότι την ακινησία της ασθενούς δεν την επέβαλαν οι γιατροί αλλά την επέβαλε το σπασμένο πόδι συνεπεία του ατυχήματος. Επίσης όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι αποδίδει τα πάντα στην ακινησία, όχι γιατί το πιστεύει αλλά νομίζει ότι με αυτόν τον τρόπο θα ξεφύγει από οποιαδήποτε ευθύνη, ανέφερε ότι είναι ξεκάθαρο ότι έγινε ότι ήταν ιατρικώς δυνατόν για την ασθενή αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι οι γιατροί είναι θεοί, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Ως Μ.Κ. 6 κατέθεσε ο κ. Ανδρέας Θεοδώρου. Στην κατάθεση του - τεκμήριο 10 - την οποία και υιοθέτησε, ανέφερε ότι την στις 22/12/2010 και περί ώρα 16:15, οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αριθμό εγγραφής KJD 153 στην οδό Σόλωνος Μιχαηλίδη στην Πάφο με κατεύθυνση την οδό Αλέξανδρου Υψηλάντη. Πέντε με έξι μέτρα πριν να φτάσει στην συμβολή των δύο οδών, είδε μια γυναίκα ηλικιωμένη να διασταυρώνει πεζή την οδό Αλέξανδρου Υψηλάντη ερχόμενη από το απέναντι πεζοδρόμιο προς το μέρος του, δηλαδή ερχόταν από την φρουταρία που υπάρχει στην γωνία της οδού Σόλωνος Μιχαηλίδη με Αλέξανδρου Υψηλάντη. Ένα μέτρο πριν αυτή η γυναίκα φτάσει στο πεζοδρόμιο που είναι η φρουταρία, ο μάρτυρας είδε ξαφνικά ένα αυτοκίνητο το οποίο οδηγείτο στην οδό Αλέξανδρου Υψηλάντη να κτυπά με το μπροστινό αριστερό του μέρος την πεζή στο αριστερό της πόδι. Η πεζή αρχικά από το κτύπημα εκτινάχθηκε στο μπροστινό καπό του αυτοκινήτου αυτού και στην συνέχεια έπεσε στον δρόμο. Σταμάτησε τότε ο μάρτυρας το αυτοκίνητο του και πήγε για να βοηθήσει, το αυτοκίνητο που κτύπησε την πεζή είχε αριθμούς εγγραφής ΕΚΗ 251 και οδηγείτο από έναν ηλικιωμένο άνδρα ο οποίος σταμάτησε και αυτός μετά το ατύχημα, ο μάρτυρας παρέμεινε στο μέρος και βοήθησε την πεζή μέχρι που ήρθε το ασθενοφόρο και την παρέλαβε και στην συνέχεια έφυγε πριν φτάσει η αστυνομία. Στις 17/1/2011, ήτοι μια μέρα πριν δώσει την κατάθεση του στην αστυνομία, πήγε κάποιος συγγενής της πεζής στο σπίτι του και τον ρώτησε αν είδε το ατύχημα και αφού του απάντησε θετικά, τότε του ζήτησε όπως πάει στην αστυνομία για να δώσει κατάθεση και αυτός ήταν ο λόγος που έδωσε την κατάθεση και δεν γνωρίζει ούτε τον οδηγό στο δυστύχημα, ούτε και την πεζή η οποία διασταύρωνε από τα δεξιά προς τα αριστερά ως η πορεία του αυτοκινήτου που την κτύπησε. Στην συνέχεια της κύριας εξέτασης του, αναγνώρισε επί του τεκμηρίου 3 την οδό όπου οδηγούσε την ημέρα του ατυχήματος το οποίο και περιέγραψε. Η πεζή διασταύρωνε τον δρόμο με κανονικό βηματισμό για την ηλικία της, στην οδό όπου οδηγούσε ο μάρτυρας και 5 με 6 μέτρα πριν φτάσει στην συμβολή των δύο δρόμων, δεν υπήρχε καθαρή κίνηση και υπήρχε καθαρό οπτικό πεδίο για τον ίδιο, δηλαδή δεν υπήρχαν αυτοκίνητα που να του εμπόδιζαν την θέα προς το σημείο του ατυχήματος και αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως τον οδηγό του αυτοκινήτου που κτύπησε την πεζή. Αναφορικά με το άτομο που τον βρήκε και του ζήτησε όπως δώσει κατάθεση στην αστυνομία, του ανέφερε ότι είναι συγγενής της αποβιώσασας και του είπε ότι βρήκε την διεύθυνση του από την γυναίκα της φρουταρίας και δεν είχε ποτέ οποιαδήποτε σχέση ο μάρτυρας με το εν λόγω άτομο. Κατά την διάρκεια της παρουσίας του μάρτυρα στο σημείο του ατυχήματος, η μόνη που ήταν εκεί ήταν η γυναίκα της φρουταρίας, μετά όμως ήρθαν και άλλα άτομα τα οποία δεν γνωρίζει. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι κοίταξε στην πεζή αν κτύπησε στο κεφάλι της, έκανε μια κίνηση για να την πάρει με τα χέρια του για να δει αν κτύπησε στα πόδια, την άφησε στον χώρο και περίμενε το ασθενοφόρο, στην συνέχεια μετά από λίγα λεπτά ήρθε το ασθενοφόρο και βοήθησε όπως μεταφερθεί σε αυτό η πεζή και μετά ο μάρτυρας αποχώρησε. Δεν έχει δει κάποιο άτομο να ακολουθά την πεζή και μετά το ατύχημα να διαμαρτύρεται στην ίδια για το ότι διασταύρωνε τον δρόμο, αρνούμενος ουσιαστικά σχετική υποβληθείσα θέση. Ο μάρτυρας έχει σταθμεύσει το αυτοκίνητο του στην αριστερή πλευρά της οδού Σόλωνα Μιχαηλίδη, αφού έχει κάνει όπισθεν κίνηση αριστερά στην εν λόγω οδό, και ο μάρτυρας ήταν 5 - 6 μέτρα πριν το ατύχημα αφού έχει φτάσει σχεδόν στο ΑΛΤ. Ως προς την πορεία της πεζής από δεξιά προς την φρουταρία την έχει δει πριν την συμβολή των δύο οδών και πριν φτάσει στο σημείο όπου είδε το ατύχημα, ήτοι 5 - 6 μέτρα πριν, είδε την πορεία της πεζής που ερχόταν από το πεζοδρόμιο της Αλέξανδρου Υψηλάντη προς την φρουταρία. Για πρώτη φορά όταν είδε την πεζή, αυτή βρισκόταν στο σημείο Β επί του σχεδίου και κατευθύνετο από το πεζοδρόμιο προς την φρουταρία και όταν την είδε για πρώτη φορά ήταν στον δρόμο και όχι στο πεζοδρόμιο, καλύπτοντας απόσταση περίπου των ¾ του δρόμου, βλέποντας δηλαδή την πεζή και αμέσως μετά την σύγκρουση, η πεζή έχει διανύσει ένα μέτρο απόσταση και δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει σε πόσο χρόνο έχει γίνει αυτό αλλά προσδιόρισε αυτό σε έναν με δύο βηματισμούς. Το αυτοκίνητο που κτύπησε την πεζή δεν προχώρησε, την κτύπησε, η πεζή έπεσε πάνω στο καπό και μετά έπεσε κάτω στον δρόμο. Δεν έχει σημειώσει ο μάρτυρας τους αριθμούς εγγραφής του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου και δεν τους ανέφερε σε αυτόν ο αστυνομικός που του έλαβε την κατάθεση, αλλά τους θυμόταν μέχρι που έδωσε την κατάθεση και τους θυμόταν λόγω του περιστατικού, αρνούμενος σχετική υποβληθείσα θέση περί του αντιθέτου, ως επίσης αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι γνώριζε την θανούσα και τον συγγενή της που τον αναζήτησε, αλλά ανέφερε ότι μπορεί να την έχει δει στην φρουταρία, αναγνωρίζοντας την φυσιογνωμία της στην σκηνή του ατυχήματος λόγω της φρουταρίας αλλά δεν ήξερε ότι έμενε στην ίδια οδό με αυτήν. Ανέφερε ότι του ζητήθηκε να δώσει κατάθεση επειδή ήταν ο μόνος που ήταν εκεί στο ατύχημα και επειδή η γυναίκα της φρουταρίας πληροφόρησε τον συγγενή της θανούσας για το προσωπο του και αποδέχθηκε την πρόταση για να δώσει κατάθεση και εις μνήμην της αποβιώσασας την οποία έδωσε οικιοθελώς και δεν έχει συνοδευθεί στην αστυνομία από τον συγγενή της αποβιώσασας. Τέλος αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι δεν έχει δει το ατύχημα. Ως Μ.Κ. 7 κατέθεσε η κα Ρενάτα Σαββίδου. Ανέφερε ότι είναι ιατρός στο τμήμα επειγόντων περιστατικών στο γενικό νοσοκομείο Πάφου η οποία και αναγνώρισε ως συνταχθέν από την ίδια το τεκμήριο 19 το οποίο είναι έντυπο των πρώτων βοηθειών που αφορούσε την αποβιώσασα την οποία εξέτασε στις 22/12/
  9. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι το τεκμήριο 19 το συμπλήρωσε η ίδια, όχι όμως την τελευταία σελίδα η οποία είναι ειδική σελίδα για τους ειδικούς που συμπληρώνουν όταν θα εκτιμήσουν τον ασθενή. Αναγνώρισε την εκτίμηση του ειδικού ορθοπεδικού αλλά δεν μπόρεσε να προσδιορίσει ποιος ήταν αυτός που την έχει καταγράψει. Ανέφερε ότι έχουν γίνει ακτινογραφίες αλλά όχι αξονική. Η ίδια έχει προβεί σε εργαστηριακό έλεγχο, έστειλε αίματα για διασταύρωση επειδή ήταν τραυματίας, έστειλε αίματα και έκανε ακτινογραφίες και η διάγνωση της ήταν κάταγμα κνήμης και τίποτα άλλο παθολογικό από την ίδια. Περιέγραψε και ανέλυσε το τεκμήριο 19, η μάρτυρας χορήγησε ορρό σαν κάθε τραυματίας χρειάζεται συγκεκριμένα με ανοικτό κάταγμα στην κνήμη, χρειάζεται υγρά ενδοφλέβια, η ίδια δεν έχει χορηγήσει αντιβίωση και ούτε ξέρει ποιος την έχει χορηγήσει, κάλεσε τους ειδικούς για νοσηλεία, μίλησε με την αστυνομία και δεν ήταν σε θέση να θυμάται με ακρίβεια το όλο περιστατικό. Ως Μ.Κ. 8 κατέθεσε η κα Ανθούλα Γεωργίου. Ανέφερε ότι έχει ειδικότητα στην παθολογία και κατέχει θέση του υπεύθυνου της παθολογικής κλινικής του νοσοκομείου Πάφου και ασκεί το επάγγελμα για 20 χρόνια. Στις 22/12/2010 ήταν σε εφημερία στην παθολογική κλινική και κλήθηκε να εξετάσει την θανούσα μετά από παραπεμπτικό στο οποίο αναφερόταν ότι έχει γίνει ατύχημα, το ιστορικό της θανούσας, τα συμπτώματα της, ως επίσης αναφερόταν σε αυτό και η ΧΑΠ που έπασχε η θανούσα ως επίσης και για την εισαγωγή της στις 17/12/2010 με λοίμωξη του αναπνευστικού και λήψη αντιβιοτικής αγωγής. Περιέγραψε την εξέταση που έκανε στην αποβιώσασα, ως επίσης τα ευρήματα και συμπεράσματα της, τις συστάσεις της, τα φάρμακα που συνέστησε, και υπεραμύνθηκε την ορθότητα των ενεργειών της λέγοντας ότι είναι οι ενδεδειγμένες και βασίζεται και σε κατευθυντήριες γραμμές. Ερωτώμενη κατά πόσο το τραύμα επηρέασε την κατάσταση της θανούσας, απάντησε αρνητικά ως προς το τραύμα το ίδιο καθ΄ αυτό, αλλά η κατάσταση στην οποία οδήγησε το τραύμα, δηλαδή το τραύμα αυτό υπήρχε κάταγμα που ακινητοποίησε τον ασθενή, σίγουρα αυτό συνέβαλε την επιδείνωση της κατάστασης, λόγω του τραύματος εμμέσως, το τραύμα έφερε την ακινητοποίηση και η ακινητοποίηση οδήγησε στην επιδείνωση. Η μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήριο 20 ιατρικό πιστοποιηικό ημερομηνίας 22/12/2010 και ως τεκμήριο 21 έντυπο στο οποίο καταγράφονται τα φάρμακα που χορηγήθηκαν στο θύμα. Στο τεκμήριο 20 καταγράφεται από την ίδια το μέρος όπου φέρει τον τίτλο ΄΄Γνωμοδότηση΄΄ αλλά το μέρος όπου καταγράφεται ότι το θύμα είχε ιστορικό ΧΑΠ και ότι θα χειρουργηθεί έχει καταγραφεί από τους συναδέλφους της από την χειρουργική κλινική. Επίσης ανέλυσε και περιέγραψε το τεκμήριο 21 που αφορά την φαρμακευτική αγωγή που χορηγήθηκε στην θανούσα, την οποία χαρακτήρισε ως την ενδεδειγμένη διότι εφόσον την είδε ως απύρετη και συνταγογράφησε διπλή αντιβιοτική αγωγή για την κάλυψη μιας λοίμωξης της κοιλότητας στις 25/12/2010 όταν επιδεινώθηκε η κατάσταση έγινε αλλαγή σε άλλο αντιβιοτικό το οποίο θα κάλυπτε άλλα μικρόβια ανθεκτικά. Ανέφερε ότι η ΧΑΠ δεν είναι συνόνυμο με την λοίμωξη κοιλότητας η οποία είναι οποιαδήποτε λοίμωξη που παρουσιάζεται στον πληθυσμό ο οποίος δεν έχει εισαχθεί στο νοσοκομείο και που μπορεί ακόμα και να μην πάσχει από ΧΑΠ. Όταν ένας ασθενής με ΧΑΠ παρουσιάσει και λοίμωξη, τότε τα συμπτώματα της ΧΑΠ παρουσιάζουν έξαρση. Σύμφωνα με τα στοιχεία του φακέλου της θανούσας, η θανούσα επισκέφθηκε τα εξωτερικά ιατρεία στις 17/12/2010 αλλά δεν ήταν η ίδια που την έχει εξετάσει και κατέθεσε προς αυτόν τον σκοπό το τεκμήριο Α για αναγνώριση. Η μάρτυρας ανέφερε ότι όταν εξέτασε την θανούσα, αυτό που βρήκε αντικειμενικά, ήταν ότι με βάση τα συμπτώματα η πιθανή διάγνωση ήταν μια λοίμωξη του αναπνευστικού, η κατάσταση της δεν ήταν σοβαρή και με βάση τα κλινικά και ακτινολογικά ευρήματα θεώρησε ως πρώτη εντύπωση ότι η θανούσα είχε πνευμονία, σύμπτωμα πολύ σύνηθες με ασθενής με ΧΑΠ. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι με βάση την δική της εκτίμηση, όταν εισήχθηκε η θανούσα στις 22/12/2010 στο νοσοκομείο είχε αναπνευστική λοίμωξη. Ανέφερε ότι η λεμφοκυτάρωση, την οποία είχε η θανούσα όταν εισήχθη στο νοσοκομείο ως η εκτίμηση της, υπάρχει σε περιπτώσεις λοιμώξεων και στρες και στην συγκεκριμένη περίπτωση θεώρησε ότι έπρεπε να θεραπεύσει ασθενή με πνευμονία. Η νοσοκομειακή πνευμονία είναι η πνευμονία η οποία αναπτύσσεται 48 - 72 ώρες μετά την εισαγωγή του ασθενούς στο νοσοκομείο ή 5 μέρες μετά την έξοδο του από το νοσοκομείο και το ότι θεωρεί ότι η ασθενής εισήχθηκε με κάποια συγκεκριμένη λοίμωξη και το ότι έπρεπε ενδεχομένως να έχει επιπλακεί και με μια νοσοκομειακή πνευμονία είναι το πιο πιθανό διότι τον πυρετό τον έχει αναπτύξει 48 ώρες μετά την εισαγωγή της στο νοσοκομείο. Η ασθενής πιθανότατα εις τις 22/12/2010 να είχε πνευμονία ή κάποια άλλη λοίμωξη του αναπνευστικού και το πιο πιθανό είναι αργότερα να ανέπτυξε νοσοκομειακή πνευμονία και αυτός ήταν και ο λόγος που έχει γίνει αλλαγή στα φάρμακα. Ένας υγιής άνθρωπος ο οποίος αναπτύξει πνευμονία, μπορεί να λάβει την θεραπεία του και να μείνει στο σπίτι, όχι απαραίτητα κλινήρης, σε ζεστό περιβάλλον το οποίο να έχει αεριστεί. Η πνευμονία στα ηλικιωμένα άτομα οδήγησε σε πολλές περιπτώσεις στον θάνατο. Σύμφωνα με τον συνάδελφο της κ. Κουτσίδη, η θανούσα στις 25/12/2010 ανέπτυξε πυρετό. Όταν της υποβλήθηκε η θέση ότι η ακινησία δεν έχει σχέση με την νοσοκομειακή πνευμονία και ότι η επιδείνωση οφείλεται στο ότι ανέπτυξε νοσοκομειακή πνευμονία, ανέφερε ότι ένα από τα αίτια των νοσοκομειακών λοιμώξεων είναι και η ακινησία που παρατηρείται πολύ συχνά σε αυτά τα άτομα τα οποία μένουν ακινητοποιημένα και αυτό υποστηρίζεται από πολλά συγγράμματα. Ερωτώμενη που αποδίδει στην συγκεκριμένη περίπτωση την ανάπτυξη νοσοκομειακής πνευμονίας, ανέφερε ότι νοσοκομειακές λοιμώξεις υπάρχουν σε όλα τα νοσοκομεία του κόσμου και είναι πολλοί οι λόγοι, όπως π.χ. άτομα τα οποία προέρχονται από οίκους ευγηρίας και φέρνουν μαζί τους διάφορα πολυανθεκτικά μικρόβια, υπάρχουν τα μικρόβια του αέρα. Στην συγκεκριμένη περίπτωση η νοσοκομειακή πνευμονία οφείλεται στα ανθεκτικά μικρόβια, όταν υπάρχουν νσοκομειακές λοιμώξεις, όποιος εισέρχεται μέσα στο νοσοκομείο μπαίνει σε κίνδυνο να αναπτύξει εάν είναι ανοσοκατασταλμένος ή έχει άλλα προβλήματα υγείας τότε οι πιθανότητες να αναπύξει είναι πολύ μεγάλες και στην συγκεκριμένη περίπτωση ακινησία είναι ένα από τα πιθανά αίτια που αναπτύχθηκε η νοσοκομειακή πνευμονία. Όταν της υποβλήθηκε η υποθετική ερώτηση, εάν η θανούσα δεν παρέμενε σε ακινησία εάν θα ζούσε, ανέφερε ότι δεν μπορεί να απαντήσει, λέγοντας ότι ενδεχομένως η ακινησία να συνέβαλε στην επιδείνωση της κατάστασης εφόσον μπαίνει στο νοσοκομείο και δεν κινείται ενδεχομένως. Διευκρινίζονας τι εννοεί με την λέξη ΄΄ενδεχομένως΄΄ ανέφερε ότι μια ασθενής κάποιας ηλικίας αναγκάστηκε να παραμείνει στο κρεβάτι και είχε πιθανότητα μια απλή λοίμωξη στην κοινότητα και μετά ήταν εμπύρετη και φαίνεται ότι αυτά επιδεινώνουν την κατάσταση και οδηγούν στον θάνατο, λέγοντας ότι η ιατρική είναι η μόνη επιστήμη που δεν μπορεί να πει κάποιος με σιγουριά ότι κάτι προκάλεσε κάτι, διευκρινίζοντας ότι εάν η θανούσα δεν πάθαινε το τροχαίο, δεν είχε κάταγμα και δεν έμπαινε στο νοσοκομείο, δεν θα έμπαινε στον αυξημένο κίνδυνο επαφής με νοσοκομειακά μικρόβια. Σύμφωνα με την δική της γνωμάτευση, η θανούσα ανέπτυξε πνευμονία και την κατάταξε σε λοίμωξη κοινότητας και απέκλεισε το ενδεχόμενο να επρόκειτο για ιογενή πνευμονία διότι είχε ψηλό βαθμό λευκών αιμοσφαιρίων. Ανέφερε η μάρτυρας ότι με τον όρο ακινησία, εννοεί την ακινησία σώματος, δεν μπορούσε η ασθενής να περπατήσει στον θάλαμο και αναμενόταν να χειρουργηθεί, η ασθενής κινούσε τα χέρια της και παρέπεμψε στους χειρούργους ορθοπεδικούς που την εξέταζαν καθημερινά σε ερώτηση που της υποβλήθηκε κατά πόσο ήταν λόγω του γύψου στο πόδι που δεν μπορούσε να περπατήσει η θανούσα και κατά πόσο μπορούσε να αντιμετωπιστεί με ασκήσεις του υπολοίπου σώματος, λέγοντας ότι η θανούσα κινούσε τα υπόλοιπα μέρη του σώματος της και της χορηγήθηκε φάρμακο για πρόληψη της θρόμβοσης. Η αποβιώσασα είχε τόσο ΧΑΠ όσο και λοίμωξη με βάση τα κλινικά ευρήματα. Ως Μ.Κ. 9 κατέθεσε ο ιατροδικαστής κ. Νικόλας Χαραλάμπους. Ανέφερε ότι είναι ιατροδικαστής από το 2006, αναγνώρισε τις φωτογραφίες από την νεκροψία που διενήργησε, και υιοθέτησε το περιεχόμενο της μεταθανάτιας εξέτασης του - τεκμήριο 22 - ως επίσης και την βεβαίωση που εξέδωσε μετά την μεταθανάτια εξέταση του - τεκμήριο 23, σύμφωνα με τα οποία ο θάνατος της αποβιώσασας οφείλεται σε καρδιακή κάμψη - πνευμονία συνεπεία τροχαίου ατυχήματος. Το θύμα επρόκειτο για μια 80χρονη με βεβαρυμένο ιατρικό ιστορικό, η οποία έτυχε να έχει ένα τροχαίο ατύχημα και με αποτέλεσμα να αποβιώσει κατά την διάρκεια της νοσηλείας της στο γενικό νοσοκομείο Πάφου. Η θανούσα είχε κατάγματα στα πόδια και χρειάστηκε να νοσηλευθεί στο νοσοκομείο Πάφου και κατά την διάρκεια της νοσηλείας της απεβίωσε από καρδιακή κάμψη, πνευμονία, πρόκειτο για μια ηλικιωμένη γυναίκα με χρόνια προβλήματα υγείας σύμφωνα και με τον ιατρικό φάκελο νοσηλεύτηκε πάρα πολλές φορές τα τελευταία χρόνια με προβλήματα υγείας. Στην συγκεκριμένη περίπτωση είχε μια πνευμονία που είχε διαγνωστεί στο γενικό νοσοκομείο Πάφου κατά την νοσηλεία της η οποία συνέτεινε στον θάνατο της. Από την στιγμή που καθηλώνεται στο κρεβάτι ακίνητη, επιδεινώνεται η κατάσταση της με αυτόν τον τρόπο και γι΄ αυτό αναφέρεται ότι ο θάνατος της προήλθε από καρδιακή κάμψη - πνευμονία συνεπεία τροχαίου ατυχήματος. Η θανούσα επρόκειτο για ένα άτομο το οποίο παρά το ότι υπέφερε για πάρα πολλά χρόνια με τα γνωστά προβλήματα υγείας που είχε, κυκλοφορούσε, εισήχθηκε πολλές φορές στο νοσοκομείο, θεραπεύτηκε, εξήλθε, όμως το τροχαίο ατύχημα από ότι φαίνεται έχει συμβάλει και στον θάνατο της. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι έχει σπουδάσει στο Βουκουρέστι και ολοκλήρωσε τις σπουδές του το
  10. Ερωτώμενος εάν έχει διδαχθεί ότι ένα τροχαίο ατύχημα μπορεί να προκαλέσει πνευμονία, ανέφερε ότι το τροχαίο ατύχημα, αυτό καθ΄ εαυτό δεν μπορεί να προκαλέσει πνευμονία, η νοσηλεία σε ένα νοσηλευτήριο ενός ατόμου που έχει κτυπηθεί μπορεί να προκαλέσει πνευμονία το οποίο αποτελεί συχνό φαινόμενο και να αναπτύξει νοσοκομειακή πνευμονία. Ερωτώμενος εάν ο θάνατος προήλθε από πνευμονία, ανέφερε ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση υπήρχε μια λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος, η οποία από ότι φαίνεται βοήθησε στον θάνατο, ήτοι αυτή η λοίμωξη σε ένα άτομο 80 ετών με βεβαρυμένο ιατρικό ιστορικό, χρόνια προβλήματα του αναπνευστικού, πολλές φορές είχε εισαχθεί στο νοσοκομείο και με πνευμονία και άλλα προβλήματα υγείας, το ότι έμεινε ακίνητη για αυτό το χρονικό διάστημα, που νοσηλευόταν, η πνευμονία βοήθησε στον θάνατο της. Η αιτία θανάτου είναι η καρδιακή κάμψη και η πνευμονία σε συνάρτηση. Κατέθεσε επίσης ο μάρτυρας το τεκμήριο 24 το οποίο αφορά το διάταγμα για μεταθανάτια εξέταση. Πριν να γίνει μια μεταθανάτια εξέταση σε ένα άτομο το οποίο νοσηλευόταν σε ένα νοσοκομείο, ζητούνται όλες οι πληροφορίες, έλαβε ο μάρτυρας όλες τις πληροφορίες από το νσοκομείο Πάφου, του ανέφεραν σε ποια κατάσταση βρισκόταν, τι εξετάσεις έγιναν και ότι είχε ρωτήσει ο ίδιος και αυτά αποτελούσαν την πηγή των γνώσεων του αναφορικά με τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε η θανούσα, όπως ήταν π.χ. ο γιατρός Παπαδόπουλος, από τον θάλαμο που νοσηλευόταν η θανούσα από κάποια νοσοκόμα και από τον ιατρικό φάκελο της θανούσας. Διαπίστωσε ότι η θανούσα είχε ΧΑΠ, καρδιακά προβλήματα, νοσηλεύτηκε αρκετές φορές στο νοσοκομείο. Ερωτώμενος από που γνωρίζει ότι υπήρχε ακινησία, ανέφερε ότι νομίζει πως όταν κάποιος είχε κάταγμα ποδιού, είναι λογικό να είναι ακινητοποιημένος, δεν θυμόταν όμως ποιος του το είπε για το κάταγμα. Όταν υπάρχει ένα σοβαρό κάταγμα που πιθανώς να χρειαζόταν και χειρουργική επέμβαση, αντιλαμβάνεται και την σοβαρότητα του. Είναι δεδομένο ότι ήταν ακίνητη και δεν νομίζει να υπάρχει κάποιος που να λέει το αντίθετο. Ακινησία σημαίνει ότι είναι ακίνητη στο κρεβάτι, δεν μπορεί να περπατήσει, δεν μπορεί να κινηθεί, άρα δεν μπορεί να σηκωστεί από το κρεβάτι και να περπατήσει, μπορεί να κινήσει το άλλο πόδι και τα χέρια και το κεφάλι και εξέφρασε άγνοια για το πως θα μπορεί να κινηθεί μια 80χρονη με σπασμένο πόδι. Ο νάρθηκας είναι η ακινητοποίηση του ποδιού και υπάρχουν διάφοροι τύποι νάρθηκα ανάλογα με την περίπτωση που κρίνουν οι γιατροί και στην συγκεκριμένη περίπτωση από ότι θυμόταν υπήρχε γύψινος νάρθηκας στο αριστερό πόδι. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι δεν υπήρχε λόγος για να γίνουν παθολογοανατομικές εξετάσεις διότι υπήρχαν ήδη οι διαγνώσεις από το νοσοκομείο Πάφου και από τις σχετικές εξετάσεις που έχει δει πριν την νεκροψία, δεν ήταν όμως σε θέση να τις θυμάται και παρέπεμψε στον φάκελλο της ασθενούς και τους ειδικούς ιατρούς και τα ευρήματα τους που δεν αμφισβητεί, λέγοντας ότι σίγουρα έχει διαγνωστεί η πνευμονία και η ΧΑΠ. Αρνήθηκε σχετικές υποβληθείσες θέσεις ότι θα έπρεπε να προβεί σε εξετάσεις και να εξετάσει εάν έχουν γίνει ορθά οι προηγούμενες εξετάσεις και αν έχει γίνει ορθή ιατρική φροντίδα, υπεραμυνόμενος των ενεργειών του και των ευρημάτων του τα οποία περιέγραψε και την μη αναγκαιότητα διενέργειας περαιτέρω εξετάσεων. Αρνήθηκε επίσης σχετικές υποβληθείσες θέσεις ότι η έκθεση του είχε ως σκοπό να καλύψει ενδεχόμενες ευθύνες ιατρών και ότι η έκθεση του στερείται επαγγελματισμού και δεοντολογίας, υπεραμυνόμενος της έκθεσης του. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι η αιτία θανάτου είναι η πνευμονία, λέγοντας ότι δεν είναι θέμα διευκρίνισης από τον ίδιο κατά πόσο η πνευμονία από την οποία πέθανε το θύμα το τροχαίου ατυχήματος ήταν νοσοκομειακή ή άλλου είδους και ανέφερε ότι είναι θέμα του νοσοκομείου να εξακριβώσει από πότε και από τι προήλθε η εν λόγω πνευμονία και περιέγραψε πως εννοεί την ακινησία. Με την ολοκλήρωση της κατάθεσης του πιο πάνω μάρτυρα, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση του απόφαση, έκρινε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και αφού επεξηγήθηκαν στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα του δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσσε μάρτυρες υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του την οποία και υιοθέτησε, ανέφερε ότι είναι ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής ΕΚΗ 251. Στις 22/12/2010 και ώρα 16:15 μ.μ. οδηγούσε το αυτοκίνητο του στην οδό Αλέξανδρου Υψηλάντη στην Πάφο με κατεύθυνση προς την οδό Νεαπόλεως με συνοδηγό την σύζυγο του, φορώντας αμφότεροι την ζώνη ασφαλείας. Ακολουθούσε από μεγάλη απόσταση δύο αυτοκίνητα, πίσω του δεν πρόσεξε αν τον ακολουθούσαν άλλα οχήματα και η ταχύτητα του αυτοκινήτου ήταν περίπου 30 - 40 ΧΑΩ. Όταν πλησίασε στην συμβολή της οδού Αλέξανδρου Υψηλάντη με την οδό Σόλωνος Μιχαηλίδη, είδε από μακριά ένα αυτοκίνητο να βγαίνει από την οδό Σόλωνος Μιχαηλίδη η οποία είναι πάροδος στα αριστερά του όπως οδηγούσε, και μπήκε στην οδό Αλέξανδρου Υψηλάντη στρίβοντας δεξιά. Τότε ο κατηγορούμενος αμέσως ελάττωσε ταχύτητα, το αυτοκίνητο αυτό πέρασε μπροστά από τον κατηγορούμενο και ο κατηγοορούμενος συνέχιζε την ευθεία πορεία του χωρίς καθόλου να σταματήσει και την ίδια στιγμή είδε μια γυναίκα ηλικιωμένη να βρίσκεται στον δρόμο σε απόσταση από αυτόν γύρω στα 6 - 8 μέτρα και βρισκόταν στην μέση του δρόμου και περπατούσε στον δρόμο και ερχόταν προς την πλευρά του, δηλαδή διασταύρωνε από τα δεξιά προς τα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του κατηγορούμενου. Τότε αμέσως πάτησε τα φρένα του αυτοκινήτου του και η γυναίκα αυτή συνέχισε να περπατά και ήρθε προς την πλευρά του και το αυτοκίνητο του όταν σταμάτησε πρέπει να την κτύπησε ελαφρά στο αριστερό πόδι. Στην συνέχεια έχασε την ισορροπία της και γέρνοντας κάτω ακούμπησε με τα χέρια της στο καπό του αυτοκινήτου του και έπεσε κάτω στον δρόμο. Μετά κατέβηκε από το αυτοκίνητο του και η ηλικιωμένη γυναίκα ήταν ξαπλωμένη στον δρόμο δίπλα από το αυτοκίνητο του και είχε σπασμένο το αριστερό πόδι της και είχε κτυπήσει ελαφρά στο κεφάλι. Στο μέρος ήρθαν και άλλοι περαστικοί και γείτονες της περιοχής και μετά ήρθαν και συγγενείς της ηλικιωμένης όπου του ανέφεραν ότι η ηλικιωμένη διαμένει απέναντι από εκεί που έγινε το ατύχημα. Ειδοποιήθηκε η αστυνομία και το ασθενοφόρο άμεσα και μετά από λίγα λεπτά ήρθε ασθενοφόρο του νοσοκομείου και μετέφερε την ηλικιωμένη τραυματία στο νοσοκομείο. Μετά ήρθε και η αστυνομία και ο αστ. 1788 ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος όπου σε αυτό σημείωσε την πορεία και την τελική θέση του αυτοκινήτου του, την πορεία της πεζής που ο κατηγορούμενος του έδειξε, τα ίχνη από τα φρένα του, και με το γράμμα Χ το σημείο σύγκρουσης που επίσης υπέδειξε ο κατηγορούμενος. Αφού του έδειξαν και εξήγησαν το σχέδιο και το κατάλαβε, συμφώνησε και το υπέγραψε ως ορθό, του έγινε έλεγχος άλκοτεσε με μηδενική ένδειξη, ο κατηγορούμενος δεν έχει τραυματιστεί από το ατύχημα, η ηλικιωμένη φορούσε μαύρα ρούχα σκούρα, ο κατηγορούμενος δεν πρόλαβε να την δει όταν αρχικά διασταύρωνε αφού είχε βγει ένα αυτοκίνητο από την πάροδο και πιθανόν την ίδια ώρα άρχισε να διασταυρώνει και η πεζή και έτσι δεν είχε ορατότητα ο κατηγορούμενος να την δει αφού το αυτοκίνητο αυτό πέρασε από μπροστά του. Στην συνέχεια της κύριας εξέτασης του, ανέφερε ότι κάποιο άτομο μετά το ατύχημα προσήλθε στο μέρος και φώναζε στην αποβιώσασα για το γεγονός ότι διασταύρωνε τον δρόμο και αυτό το άτομο δεν έχει κάνει τίποτα άλλο. Δεν έχει δει κάποιο από τα άτομα που παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα για να βοηθήσει την αποβιώσασα να μπει στο ασθενοφόρο και που έχει δει το ατύχημα, αλλά μετά το ατύχημα έχει προσέλθει πολλύς κόσμος και εξέφρασε άγνοια εάν ήταν μέσα στο πλήθος και το εν λόγω άτομο. Μόλις έγινε το ατύχημα, η θανούσα ξάπλωσε κάτω, κατέβηκε ο ίδιος από το αυτοκίνητο του και σήκωσε την θανούσα, μόλις είδε ότι ήταν κτυπημένο το πόδι της την άφησε κάτω όπως ήταν και μετά τηλεφώνησε για ασθενοφόρο όπου ήρθε και την παρέλαβε, ως επίσης ήρθε και η αστυνομία και έδωσε κατάθεση ο κατηγορούμενος για το πως έγινε το ατύχημα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι γνωρίζει την οδό Υψηλάντη διότι σχεδόν κάθε μέρα περνά από το μέρος, ο δρόμος εκεί είναι ευθύς και επίπεδος, γνωρίζει ότι αυτή η οδός περιλαμβάνει στην περιοχή οικίες και καταστήματα, συμφώνησε ότι η ορατότητα εκεί είναι πολύ καλή, αλλά διαφώνησε ότι αυτή η οδός χρησιμοποιείται από πεζούς και αυτοκίνητα, λέγοντας ότι είναι λεωφόρος και περνά μέσα από κατοικημένη περιοχή. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι πάντα όταν οδηγεί έχει αυξημένη παρατηρητικότητα, όπως συνέβηκε και την ημέρα του ατυχήματος, όπου ξεκίνησε από το Αναβαργός και έφτασε στην οδό Υψηλάντη και στο μέρος όπου έγινε το ατύχημα. Ανέφερε ότι είδε ένα αυτοκίνητο στην πάροδο από αριστερά και ερχόταν να γυρίσει προς τα δεξιά στο μέρος όπου ήταν και ο ίδιος και μόλις το είδε λιγόστεψε ταχύτητα και πήγαινε σιγά γύρω στα 15 - 20 μίλια και αυτομάτως το αυτοκίνητο που ήταν μπροστά που ερχόταν για να στρίψει πάνω, σιγά - σιγά αυτό το αυτοκίνητο πέρασε και μόλις πέρασε είδε την θανούσα μπροστά του στην μέση του δρόμου, ήτοι στα 6 - 10 μέτρα ίσως, ήταν πολύ κοντά, και τότε σταμάτησε αμέσως το αυτοκίνητο του επειδή χρησιμοποίησε τα φρένα του, η θανούσα ακούμπησε πάνω στο καπώ και στο φτερό και έπεσε κάτω. Στο αυτοκίνητο δεν συνομιλούσε με την σύζυγο του και ούτε σκεφτόταν κάτι άλλο παρά μόνο τον δρόμο όπως κάνει πάντα όταν οδηγεί, πρόσεχε πολύ καλά, αρνούμενος ουσιαστικά σχετική υποβληθείσα θέση περί του αντιθέτου. Το όχημα το οποίο είδε να βγαίνει από την πάροδο ήταν ένα μικρό ταξί, χρώματος μπλε, συνηθισμένου ύψους, αλλά δεν θυμόταν μάρκα και αριθμούς εγγραφής και δεν προέβη στην περιγραφή του εν λόγω οχήματος στην αστυνομία διότι δεν έχει ερωτηθεί επί τούτου. Συμφώνησε ο μάρτυρας με το σχεδιαγράφημα της σκηνής του αυχήματος, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει πόση ήταν η ταχύτητα του αυτοκινήτου που βγήκε από την πάροδο αλλά δεν ήταν ηλιγγιώδη, δεν έχει προσέξει πόση ήταν η απόσταση της πεζής με το εν λόγω αυτοκίνητο διότι δεν την έχει προσέξει από πριν και αν την είχε προσέξει δεν θα της κτυπούσε. Μόλις είδε το αυτοκίνητο να εισέρχεται από την πάροδο από τα αριστερά προς τα δεξιά ήταν περίπου 15 - 20 μέτρα χωρίς να μπορεί να το προσδιορίσει με ακρίβεια, το εν λόγω αυτοκίνητο δεν ήταν σταματημένο αλλά ήταν εν κινήσει, όπως ήταν και το όχημα του κατηγορούμενου, το άλλο όχημα είχε απόσταση από την πεζή όταν έστριψε γύρω στα 15 - 20 μέτρα και ο κατηγορούμενος όταν έχει στρίψει το πιο πάνω όχημα είχε απόσταση από την πεζή γύρω στα 6 - 10 μέτρα και αμέσως χρησιμοποίησε τα φρένα του. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι έπρεπε να δει την πεζή τόσο πριν να στρίψει το πιο πάνω όχημα, όσο και μετά, ανέφερε ότι δεν έχει δει καθόλου την πεζή πριν να στρίψει το εν λόγω όχημα, ερωτώμενος αν υπήρχε κάτι που να του εμπόδιζε την ορατότητα, ανέφερε ότι είχε τα δύο αυτοκίνητα μπροστά του που πρόλαβαν και πέρασαν και αμέσως ο κατηγορούμενος είδε το άλλο όχημα και ελάττωσε την ταχύτητα του για να περάσει δεξιά και μετά είδε την θανούσα στην μέση του δρόμου. Ανέφερε ο κατηγορούμενος ότι όταν οδηγεί ευθεία δεν προσέχει δεξιά ή αριστερά ποιοι στέκονται στον δρόμο. Η θανούσα κινείτο στην δική του λωρίδα και για να την αποφύγει χρησιμοποίησε τα φρένα του και σταμάτησε αμέσως. Η θανούσα περπατούσε κανονικά, λίγο γρήγορα και παρόλο που ήταν ηλικιωμένη δεν βάδιζε αργά. Αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι δεν έχει δει την θανούσα έγκαιρα και άργησε να χρησιμοποιήσει τα φρένα του. Ανέφερε ο κατηγορούμενος ότι ίσως να είχε ταχύτητα 15 ΧΑΩ και όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι είχε όλον τον χρόνο να δει την πεζή που διασταύρωνε μέσα στον δρόμο και κάλυψε απόσταση 7 μέτρων, και είχε τον χρόνο και την ευχέρεια να πάρει όλα τα αποτρεπτικά μέτρα για να μην κτυπήσει στην πεζή και δεν το έπραξε, ανέφερε ότι μόλις την είδε χρησιμοποίησε τα φρένα του και σταμάτησε αμέσως. Όταν έγινε το ατύχημα, ανέφερε ο κατηγορούμενος ότι ήταν 76 ετών, η όραση του ήταν καλή, επισκεπτόταν και τον οφθαλμίατρο του για να πάρει και την άδεια του αυτοκινήτου, τα πόδια του ήταν σε καλή κατάσταση και γενικά δεν είχε κάποιο πρόβλημα υγείας και τα αντανακλαστικά του επίσης ήταν καλά, αρνούμενος σχετική υποβληθείσα θέση ότι τα αντανακλαστικά του την ημέρα του ατυχήματος ήταν πολύ περιορισμένα. Όταν έδωσε ο κατηγορούμενος την κατάθεση του στην αστυνομία δεν έχει συμβουλευθεί κανέναν και ότι τον ερωτούσαν απαντούσε. Στην σκηνή του ατυχήματος δεν έχει πει κάτι του αστυνομικού για το άλλο αυτοκίνητο και ούτε για το άτομο που ήρθε και φώναζε, το οποίο φώναζε από την αυλή του σπιτιού, διότι τον έχουν ρωτήσει λίγα πράγματα και μετά έφυγαν, αρνούμενος ταυτόχρονα σχετική υποβληθείσα θέση ότι αυτά τα είπε εκ των υστέρων για να επιρρίψει ευθύνες στο θύμα. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι ψεύδεται το άτομο το οποίο λεει ότι δεν υπήρχε κανένα όχημα που να ερχόταν από την πάροδο, απαντώντας έτσι σε σχετική υποβληθείσα θέση, λέγοντας επίσης ότι το πρώτο άτομο που σήκωσε την θανούσα ήταν ο κατηγορούμενος και όχι άλλο άτομο. Αμέσως μετά το ατύχημα μαζεύτηκε αρκετός κόσμος επειδή απέναντι υπήρχε φρουταρία, δεν ήξερε ποιο ήταν το άτομο που φώναζε στην θανούσα, αλλά κατάλαβε ότι ήταν οικείος της. Στο μέρος ήρθε μια κοπέλα η οποία ήταν συγγενής της θανούσας αλλά δεν του είπε τίποτα και όλοι ήταν θυμωμένοι οι συγγενείς με την θανούσα επειδή διασταύρωσε τον δρόμο, αρνούμενος ταυτόχρονα σχετική υποβληθείσα θέση περί του αντιθέτου. Ανέφερε ο κατηγορούμενος ότι δεν μπορούσε να κάνει αποφευκτική κίνηση, πλησίασε πολύ κοντά και την ώρα που σταμάτησε, ακούμπησε η θανούσα στο αυτοκίνητο η οποία προσπαθούσε να πάει στην υπεραγορά, ακούμπησε στο φτερό και έπεσε κάτω και επέρριψε τις ευθύνες στην θανούσα. Αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι την ημέρα του ατυχήματος οδηγούσε αλόγιστα και επικίνδυνα και επέφερε τον θάνατο της πεζής, λέγοντας ότι έχει σταματήσει και ήρθε η πεζή και ακούμπησε στο φτερό, δεν την έχει κτυπήσει και εκεί που ακούμπησε κτύπησε και έπεσε κάτω, ο κατηγορούμενος δεν έχει καταλάβει ότι την έχει κτυπήσει μέχρι την ώρα που την σήκωσε και είδε το τραυματισμένο πόδι. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι την κτύπησε με το αριστερό μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του, ανέφερε ότι δεν δέχεται ότι την έχει κτυπήσει διότι αν της κτυπούσε θα περνούσε από πάνω της από την στιγμή που ήταν ακινητοποιημένος. Αρνήθηκε σχετικές υποβληθείσες θέσεις ότι ενώ οδηγούσε δεν είχε εστραμμένη την προσοχή του στον δρόμο και γι΄ αυτό δεν αντέδρασε έγκαιρα όταν διασταύρωνε η πεζή, ότι εάν είχε αυξημένη παρατηρητικότητα θα μπορούσε να εφαρμόσει έγκαιρα τα φρένα του και να κάνει αποφευκτική κίνηση προς τα αριστερά και να αποφύγει την θανούσα, λέγοντας ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα παρά μόνο να χρησιμοποιήσει τα φρένα του και να σταματήσει αμέσως, ως επίσης αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι είχε όλον τον χρόνο για να αποφύγει το ατύχημα, επαναλαμβάνοντας εκ νέου την εκδοχή του. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 155 προνοεί τα ακόλουθα: << Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.>> Το άρθρο 211 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 155 προνοεί τα ακόλουθα: << Κάποιο πρόσωπο θεωρείται ότι επέφερε θάνατο άλλου, άνκαι η πράξη του δεν είναι η άμεση ή η μόνη αιτία από την οποία προήλθε ο θάνατος σε οποιοδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) αν προξενήσει σε άλλον σωματική βλάβη η οποία προκαλεί χειρουργική ή άλλη ιατρική θεραπεία που επιφέρει θάνατο. Σε αυτή την περίπτωση είναι αδιάφορο κατά πόσο η θεραπεία ήταν η κατάλληλη ή εσφαλμένη, αν αυτή εφαρμόστηκε καλή τη πίστει και με τη συνηθισμένη επιστημονική γνώση και δεξιότητα όχι λιγότερο όμως εκείνος που προξένησε τη σωματική βλάβη δεν θεωρείται ότι επέφερε το θάνατο, αν η θεραπεία, η οποία ήταν η άμεση αιτία του θανάτου, δεν εφαρμόστηκε καλή τη πίστει ή εφαρμόστηκε μεν καλή τη πίστει χωρίς όμως με τη συνηθισμένη επιστημονική γνώση ή δεξιότητα (β) αν προξενήσει σε άλλο σωματική βλάβη, η οποία δεν θα επέφερε το θάνατο αν το πρόσωπο που έχει βλαφτεί υπέβαλλε τον εαυτό του στην κατάλληλη χειρουργική ή άλλη ιατρική θεραπεία ή αν ελάμβανε τις κατάλληλες προφυλάξεις ως προς τον τρόπο διαβίωσης του (γ) αν με την άσκηση ή με την απειλή βίας αναγκάσει άλλο στη διενέργεια πράξης η οποία επιφέρει το δικό του θάνατο, εφόσον η πράξη ήταν τρόπος ο οποίος, κάτω από τις περιστάσεις, ηδύνατο να θεωρηθεί από τον παρόντα ως φυσικός, για την αποφυγή τέτοιας βίας ή απειλών (δ) αν με πράξη ή παράλειψη επιτάχυνε το θάνατο προσώπου που πάσχει από ασθένεια ή βλάβη η οποία ανεξάρτητα από τέτοια πράξη ή παράλειψη θα επέφερε θάνατο (ε) αν η τέτοια πράξη ή παράλειψη δεν θα επέφερε το θάνατο, εκτός αν συνακολουθείτο από πράξη ή παράλειψη αυτού που φονεύτηκε ή άλλων προσώπων >> Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 αναφέρει ότι όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος. Όπως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου στο οποίο βασίζεται η κατηγορία, απαιτείται η απόδειξη ότι ο κατηγορούμενος προκάλεσε το θάνατο του θύματος λόγω κάποιας αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς. Οι προαναφερόμενοι όροι υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Ζυπίτης κ.α ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220, Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 409) ). Ως «αλόγιστη» νοείται κάθε μη λελογισμένη πράξη ή συμπεριφορά, δηλαδή κάθε ενέργεια η οποία δεν απορρέει από την κοινή λογική (βλ. Ζυπίτης κ.α. ν. Αστυνομίας, πιο πάνω). Όσον αφορά τον όρο «απερίσκεπτη», όπως έχει νομολογηθεί δεν στοιχειοθετείται απερίσκεπτη ενέργεια ή συμπεριφορά μόνο με την απόδειξη αμελούς οδήγησης, με την έννοια της οδήγησης που εξ αντικειμένου υπολείπεται της αναμενόμενης από το μέσο συνετό οδηγό. Υπεισέρχεται ως συστατικό του όρου, με τη συνήθη του έννοια, και υποκειμενικό στοιχείο. Αυτό είναι συναρτημένο προς τη συγκεκριμένη ενέργεια, και στην προκειμένη περίπτωση την οδήγηση (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 473). Στην βασική αγγλική αυθεντία επί του θέματος R v. Lawrence [1981] 1 All E.R. 974 (η οποία επιβεβαιώθηκε στην R. v. Reid [1992] 3 All ER 673 (και στην οποία αναφέρθηκε κατ'επανάληψιν και το Ανώτατο Δικαστήριο) διατυπώθηκαν οι παράμετροι του όρου απερίσκεπτη οδήγηση. Πρώτον, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος πράγματι οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργούσε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης σε κάποιον άλλον, ο οποίος θα τύγχανε να χρησιμοποιεί το δρόμο, ή πρόκλησης ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία. Δεύτερον, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατ' αυτόν τον τρόπο, χωρίς να είχε στρέψει την προσοχή του στην πιθανότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή, παρά το ότι αναγνώρισε ότι υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εντούτοις προχώρησε διακινδυνεύοντας. Επιπλέον, όπως λέχθηκε στη Χρυσοστόμου, πιο πάνω, σε κατηγορία δυνάμει του άρθρου 210 για «απερίσκεπτη» πράξη ή συμπεριφορά, το ζήτημα δεν περιορίζεται αποκλειστικά στο συγκεκριμένο τρόπο οδήγησης και η απερισκεψία μπορεί να μη συνδέεται με αυτόν καθ΄ εαυτόν τον τρόπο της οδήγησης. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση αυτή παρέπεμψε συναφώς στη νομολογία που συνοψίζεται στο Wilkinson΄s Road Traffic Offences, 4η έκδοση, παράγραφοι 1-302 και 1-307, σε σχέση με τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος και στις περιπτώσεις οδήγησης με γνώση ελαττώματος στο αυτοκίνητο ή με γνώση του κινδύνου να πέσει το φορτίο του ή μετά από κατανάλωση οινοπνεύματος σε βαθμό που επηρέαζε την ικανότητα οδήγησης. Όπως αναφέρθηκε στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18, απαιτείται τουλάχιστον απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού, ο οποίος έστω και στιγμιαία πέφτει κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού (βλ. R. v. Gosney
(1971)55 Crim. App. R. 502, Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 223). Η δε λέξη «επικίνδυνος» στη συνήθη της γραμματική έννοια σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους. Βασική προϋπόθεση αποτελεί πάντοτε η θεμελίωση αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς με το αποτέλεσμα, δηλαδή το θάνατο άλλου προσώπου. Θέματα τα οποία έχουν σχέση με την οδική συμπεριφορά, με προβλήματα της οδήγησης, με τις δυνατότητες και τις ενδεχόμενες αντιδράσεις οδηγών, αντικρίζονται με βάση τη γενική αντίληψη του Δικαστηρίου ως προς τα πράγματα, υπό το φως πάντοτε της λογικής. Δεν χρειάζεται οποιαδήποτε εμπειρογνωμοσύνη σε σχέση με τέτοια θέματα, εκτός βέβαια στις περιπτώσεις όπου παρουσιάζεται κάποια επιστημονική ή τεχνική πτυχή (Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 120, 125). Στην υπόθεση Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233 επεξηγήθηκε ότι για την επικίνδυνη οδήγηση απαιτείται η απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού. Λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 238: «Σε σχέση με επικίνδυνη οδήγηση σύμφωνα με τη νομολογία, απαιτείται τουλάχιστο απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους (fault) εκ μέρους του οδηγού και στην αγγλική απόφαση R v. Gosney
(1971)55 Cr. App. R. 502 σε σχέση με κατηγορία επικίνδυνης οδήγησης αναφέρεται ότι: «the fault certainly does not necessarily involve deliberate misconduct or recklessness or intention to drive in a manner inconsistent with proper standards of driving . Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of driving and the relevant circumstances of the case». Στην υπόθεση Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115 λέχθηκε με αναφορά στην R v. Gosney (ανωτέρω) πως το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί και λέχθηκε ότι σε μια τέτοια περίπτωση, αυτό που το Δικαστήριο αναζητά, είναι αν η συγκεκριμένη οδήγηση είναι επικίνδυνη. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα. Ως προς την έννοια του σφάλματος που αρκεί για την στοιχειοθέτηση της επικίνδυνης οδήγησης αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τη σελίδα 224 της R v. Gosney (ανωτέρω), σε μετάφραση: «Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία, πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης, Είναι αρκετό αν, βλέποντας το λογικά, αποτελεί μία αιτία». Σε σχέση με την απερίσκεπτη οδήγηση σχετική είναι η υπόθεση R v. Lawrence
(1981)1 All. E. R. 974. Στην απόφαση αυτή, αποφασίστηκε ότι η ένοχη σκέψη (mens rea) υπάρχει όταν ένας οδηγός πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που περιέχει σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπόψη τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει οδηγώντας με αυτό τον τρόπο. (βλέπε επίσης R v. Reid
(1992)3 ALL ER 673). Στις πλείστες των περιπτώσεων το σφάλμα συμπεραίνεται από το Δικαστήριο από τα γεγονότα της υπόθεσης. Το αδίκημα, όμως, δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Αν ο κατηγορούμενος προτίθεται να αποδείξει κάποιο ειδικό γεγονός (special fact) με σκοπό να αποτρέψει το Δικαστήριο από του να εξαγάγει το συμπέρασμα δεν πρέπει να εμποδιστεί από το να το πράξει. Είναι επίσης, σαφώς νομολογημένο, ότι στο αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν υπεισέρχεται το στοιχείο της ένοχης διάνοιας (mens rea ) (βλ. Hill v. Baxter
(1958)42 Cr. App. Rep. 51 και Simpson v. Peat
(1952)2 QB 24). Ενώ αυτό υποδηλοί, ότι η κατηγορούσα αρχή δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να οδηγήσει επικίνδυνα ή άσχημα, δεν σημαίνει, ότι το αδίκημα μπορεί να διαπραχθεί χωρίς σφάλμα του οδηγού. Περαιτέρω, στις περιπτώσεις όπου επίδικη είναι η φύση του καθήκοντος επιμέλειας έναντι πεζού, έχει νομολογηθεί ότι το καθήκον για λήψη εξαιρετικά αποτρεπτικών μέτρων προκύπτει αφού εκδηλωθεί κίνδυνος στο δρόμο, για την αποφυγή του οποίου ο συνετός οδηγός πρέπει να δράσει. Η παρουσία ενήλικου πεζού στο κράσπεδο του δρόμου δεν υποδηλώνει αφ'εαυτής την ύπαρξη κινδύνου, για τον οποίο πρέπει να ληφθούν προφυλακτικά μέτρα. Κίνδυνος μπορεί να προκύψει αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει το δρόμο (βλ. Murrel ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 217 στις σελ. 223-4). Εν τούτοις, τονίζω πως για τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης της Κατηγορουμένης, είναι αδιάφορο κατά πόσο υπάρχει συντρέχουσα ευθύνη της πεζής (βλ. Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 748). Αναφορικά με το άρθρο 211 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, στο οποίο επίσης στηρίζεται η πρώτη κατηγορία, καθοδηγητική υπόθεση είναι η GEORGHIOS YIANNI ROSSIDES -V- THE REPUBLIC,
(1983)2 C.L.R. 391, στην οποία έχου λεχθεί τα ακόλουθα: <<The above provisions of section 211 are similar to the principles applicable, in this respect, in England and it is pertinent to quote the following passage from Halsbury's Laws of England, 4th ed., vol. 11, para. 1156, pp. 615, 616:
  1. Causation. For the purposes of offences of homicide, a person causes the death of another where by any act or omission he accelerates the death of that other. The act or omission need not be the sole or the substantial cause but it must be one of the causes, and one that is more than minimal. It is therefore possible to have two or more independent operative causes of death, and airy person whose conduct constitutes a cause may be convicted of an offence in respect of the death. It is not necessary that the death should have been caused in the way intended or foreseen by the defendant. It is enough that the death was a foreseeable or natural conse­quence of the defendant's conduct; so if the defendant threatened the victim who accidentally killed himself in trying to make his escape, the defendant is liable for murder or manslaughter according to his mens rea. If a wound is inflicted and death results, the person who inflicted the wound will be held to have caused the death although the victim may have neglected to use proper remedies, or have refused to undergo a necessary operation. Similarly, where a wound or hurt has necessitated medical treatment and such treatment is improper or negligent so that death ensues, the wound will be regarded as causing the death if it continues to be an operative cause at the time of death; but if the original wound is merely the setting in which another cause operates, or has become merely part of the history of the case, an ensuing death cannot be said to result from the wound and the person who inflicted it cannot be said to have caused the death". It is useful to refer, too, in addition to the earlier cases of R. v. Smith, [1959] 2 All E.R. 193, and R. v. Blaue, [1975] 3 All E. R. 446, to the recent cases of R. v. Malcherek and R. v. Steel, [1981] 2 All E.R. 422, in which, when they were determined together on appeal, there were referred to with approval the cases of Smith and Blaue, supra. In the Malcherek and Steel cases it was held that disconnecting a victim from a life support machine when, by generally accepted medical criteria, he was already dead, could not exonerate the assailant from responsibility for his death.>> Όπως έχει διαφανεί μέσα από την γραμμή πλεύσης της κατηγρούσας αρχής μέσα από την μαρτυρία που έχει προσκομίσει, ουσιαστικά δεν στηρίζει την υπόθεση της στο άρθρο 213 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και συνακόλουθα το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι προυποθέσεις του εν λόγω άρθρου, αφού έχει επικεντρωθεί η κατηγορούσα αρχή στα άρθρα 210 και 211 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  2. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Τα σχέδια (τεκμήρια 2 και 3) αποτελούν στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος. Βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή ν. Κυριάκου,
(1996)1Α ΑΑΔ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1362, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1388. Αμφότερες οι πλευρές αποδέχθησαν το περιεχόμενο των τεκμηρίων 2 και 3 και στα οποία βάσισαν την εκδοχή αλλά και θέση τους και συνεπώς το Δικαστήριο αντλεί καθοδήγηση από αυτά σε επίπεδο πραγματικής μαρτυρίας για την εξαγωγή των αναγκαίων συμπερασμάτων μέσα από τις μετρήσεις και ευρήματα που καταγράφονται στα εν λόγω σχέδια. Αναφορικά με το τεκμήριο Α για αναγνώριση, ναι μεν το περιεχόμενο του δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη επειδή παρέμεινε ως τεκμήριο για αναγνώριση, εν τούτοις το Δικαστήριο αποδέχεται την θέση ότι η θανούσα έχει επισκεφθεί το νοσοκομείο Πάφου με λοίμωξη του αναπνευστικού στις 17/12/2010, θέση την οποία αποδέχθησαν και οι δύο πλευρές. Αυτό που απομένει στο Δικαστήριο να εξετάσει, όπως έχει διαφανεί από την γραμμή υπεράσπισης, είναι τα ακόλουθα: Α) η οδήγηση του κατηγορουμένου ήταν αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη; Β) Μπορούσε ο κατηγορούμενος να δει ενωρίτερα την θανούσα έτσι ώστε να αποφευχθεί το ατύχημα; Γ) οι ενέργειες του κατηγορούμενου ήταν οι ενδεδειγμένες και έγκαιρες έτσι ώστε να μην του αποδοθεί καμία ευθύνη; Δ) υπήρχε το άγνωστο αυτοκίνητο που ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος ότι εισήλθε από την οδό Σόλωνα Μιχαηλίδη προς την οδό Αλέξανδρου Υψηλάντη και αν ναι του απέκοψε την πορεία; Ε) ο θάνατος της αποβιώσασας οφείλεται σε φυσικά αίτια, ή ευθύνεται ο κατηγορούμενος συνεπεία του τραυματισμού που υπέστη η θανούσα από την σύγκρουση με αποτέλεσμα να επιδεινωθεί η υγεία της θανούσας και να καταλήξει συνεπεία της ακινησίας και παραμονής της στο νοσοκομείο Πάφου λόγω του κατάγματος; Αναφορικά με τις μαρτυρίες των Μ.Κ. 1, 2, 5, 7, 8 και 9, το Δικαστήριο θα τους κρίνει και υπό το πέπλο το οποίο αυτοί κατέχουν, ήτοι αυτό του πραγματογνώμονα (expert). Οι υποχρεώσεις των εμπερογνωμόνων μαρτύρων τέθηκαν και στην υπόθεση CYBARCO LTD -V- SILVIA KOVASCIK
(2001)1Γ Α.Α.Δ. σελ. 2013 στην οποία λέχθησαν τα ακόλουθα: << Καθώς έχει νομολογηθεί οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kouppis v. Republic
(1977)2 C.L.R. 361, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, 5 και Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, 308).>> Στην υπόθεση ΚΩΣΤΑ ΝΕΑΡΧΟΥ -ν- ΣΑΒΒΑ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ 2003 1 Α.Α.Δ. σελ 351 λέχθησαν τα ακόλουθα: <<Είναι γνωστό πως ο δικαστής δεν είναι επιτρεπτό να ενεργεί ως εμπειρογνώμονας. Εξειδικευμένα επίδικα θέματα, χρήζουν μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων την οποία, δέχεται το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει, ύστερα από αξιολόγηση, στο δικό του συμπέρασμα. Συχνά, η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων που καταθέτουν για το ίδιο θέμα, παρουσιάζει αντιθέσεις, μικρές μέχρι και μεγάλες αποκλίσεις. Αυτό συμβαίνει και σε υποθέσεις όπως η παρούσα όπου οι μάρτυρες είναι ιατροί και κατά κανόνα η ιατρική μαρτυρία, όπως και κάθε άλλη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων θεωρείται ως μαρτυρία ανεξάρτητη (βλ. Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361). Ακολουθεί πως το καθήκον των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων είναι να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά/ειδικά κριτήρια και στοιχεία τα οποία, αφού εκτιμηθούν, να αποβούν χρήσιμα και βοηθητικά για το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα και διαπιστώσεις.>> Ο Μ.Κ. 1 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Είναι το άτομο που ετοίμασε το πρόχειρο και το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του επίδικου ατυχήματος, με το οποίο συμφώνησαν και οι δύο πλευρές. Το Δικαστήριο έχει πεπειστεί για την αντικειμενικότητα και την αμεροληψία του, ως επίσης και για την ορθότητα και πληρότητα των μετρήσεων και ευρημάτων του, όπως π.χ. η ταχύτητα του κατηγορουμένου, η πορεία της πεζής, τις αποστάσεις που διένυσαν κατηγορούμενος και θανούσα, πλάτος του δρόμου και της κάθε λωρίδας κυκλοφορίας κλπ. Το Δικαστήριο αποδέχεται τις θέσεις του εν λόγω μάρτυρα ότι ο κατηγορούμενος κινείτο, με βάση τα ίχνη τροχοπέδησης, που είχαν μήκος 4,50 μέτρα, με 30 ΧΑΩ και ότι για κάθε ένα δευτερόλεπτο ο κατηγορούμενος με αυτήν την ταχύτητα διένυε 8,33 μέτρα, ως επίσης γίνονται αποδεχτές οι θέσεις του ότι η πεζή διένυσε απόσταση 6,80 μέτρα στην οδό Αλέξανδρου Υψηλάντη η οποία έχει πλάτος 8 μέτρα με 4 μέτρα πλάτος η κάθε λωρίδα, ως επίσης αποδέχεται ότι ο κατηγορούμενος είχε ορατότητα στην εν λόγω οδό 200 μέτρων, εφόσον δεν υπάρχει οποιοδήποτε εμποδιο. Δεν δίσταζε ο μάρτυρας να παραδεχθεί εάν κάτι δεν γνώριζε και παρέπεμπε στα άτομα που εγνώριζε, αποκάλυπτε την πηγή των γνώσεων του όταν αυτά που εξιστορούσε δεν αποτελούσαν προιόν της άμεσης γνώσης του και το Δικαστήριο έχει πεπειστεί μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, ότι ο εν λόγω μάρτυρας προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια, δεν είχε προσφύγει στην υπερβολή, στο ψεύδος ή στην ασάφεια για να βλάψει ή να ωφελέσει οποιαδήποτε πλευρά, απαντούσε με ευθύτητα, αμεσότητα και με πηγαίο τρόπο και συνακόλουθα το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα στο σύνολο της ως αληθή και αξιόπιστη. Αναφορικά με την μαρτυρία του Μ.Κ. 3, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του ως αληθή και αξιόπιστη. Μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχει διαφανεί ότι ο εν λόγω μάρτυρας παρέθεσε όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και που άπτονταν στην άφιξη της σκηνής του ατυχήματος, δεν δίσταζε να παραδεχθεί ότι κάτι δεν γνωρίζει και παρέπεμπε στους αρμόδιους για τα ανάλογα θέματα, δεν είχε καμία πρόθεση ο μάρτυρας να βλάψει, οφελέσει ή καλύψει κάποιον, η μαρτυρία του ήταν σταθερή και άμεση και το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αληθή και αξιόπιστη. Επίσης, ως προς την μαρτυρία της Μ.Κ. 7, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της ως αληθή και αξιόπιστη. Μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχει διαφανεί ότι η εν λόγω μάρτυρας παρέθεσε όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, δεν δίσταζε να παραδεχθεί ότι κάτι δεν γνωρίζει και παρέπεμπε στους αρμόδιους συναδέλφους της για τα ανάλογα θέματα, δεν είχε καμία πρόθεση η μάρτυρας να βλάψει, οφελέσει ή καλύψει κάποιον, η μαρτυρία της ήταν σταθερή και άμεση και το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρα ως αληθή και αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 2, ήταν το άτομο πάνω στο οποίο η κατηγορούσα αρχή βασίστηκε για να στηρίξει το σκέλος της υπόθεσης της που αφορούσε το θέμα της ισχυριζόμενης απερίσκεπτης, επικίνδυνης και αλόγιστης οδήγησης του κατηγορουμένου. Μέσα από πολύ προσεκτική, εξαντλητική και ενδελεχή μελέτη της εν λόγω μαρτυρίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι ναι μεν ο μάρτυρας διακατείχετο από καλή πίστη και προσήλθε στο Δικαστήριο για να εφοδιάσει το Δικαστήριο με τα φώτα και τις ειδικές του γνώσεις και προσόντα τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί, παρόλα αυτά όμως δεν έχει πεπειστεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ως προς αυτό το θέμα, ήτοι της ευθύνης του κατηγορουμένου για τους πιο κάτω λόγους: Α) Ακόμα και εάν οι όλες μετρήσεις του είναι ορθές όπως έχουν καταγραφεί πιο πάνω, ακόμα και αν τα δεδομένα που έχει χρησιμοποιήσει ο μάρτυρας είναι ορθά όπως αυτά έχουν καταγραφεί πιο πάνω, όπως π.χ. ταχύτητα πεζής 1,3 μέτρα το δευτερόλεπτο και κάλυψη απόστασης 6,80 μέτρα σε 4,23 δευτερόλεπτα μέχρι που κτυπήθηκε, δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν οποιαδήποτε αμέλεια ή αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη. Όπως ο ίδιος ο μάρτυρας έχει παραδεχθεί, όταν ο κατηγορούμενος είδε για πρώτη φορά την θανούσα και εφάρμοσε τα φρένα του, το θύμα δεν ήταν στην λωρίδα του κατηγορουμένου αλλά ήταν στην άλλη λωρίδα και συγκεκριμένα 3,12 μέτρα πριν το σημείο σύγκρουσης Χ και συνεπώς από την στιγμή που η θανούσα διένυσε απόσταση 6,80 μέτρων εντός της οδού Υψηλάντη μέχρι το σημείο Χ της σύγκρουσης, ήτοι διένυσε όλην την μια λωρίδα και κάλυψε 2,80 μέτρα εντός της λωρίδας του κατηγορουμένου, η οποία έχει πλάτος 8 μέτρα και με πλάτος κάθε λωρίδας 4 μέτρα, η θανούσα βρισκόταν 32 εκατοστά πριν την αρχή της λωρίδας κυκλοφορίας του κατηγορουμένου και παρόλα αυτά συνέχιζε την πορεία της χωρίς να σταματήσει. Αξίζει να σημειωθεί ότι αποτελεί κοινό έδαφος ότι η θανούσα δεν έχει σταματήσει σε κανένα στάδιο της διαδικασίας που ξεκίνησε να διασταυρώσει την οδό Αλέξανδρου Υψηλάντη μέχρι το σημείο όπου έχει κτυπηθεί, δεν υπήρξε άλλωστε και οποιαδήποτε αντίθετη εκδοχή περί τούτου. Δηλαδή, ο κατηγορούμενος είδε την θανούσα για πρώτη φορά όταν αυτή ήταν στην άλλη λωρίδα κυκλοφορίας και άρχισε την διαδικασία φρεναρίσματος (breaking process) με δεδομένο και το ένα δευτερόλεπτο ως χρόνου αντίδρασης (thinking distance) ο κατηγορούμενος κατέφερε να ακινητοποιήσει το όχημα του το οποίο ήταν εντός του ορίου, ήτοι 30 ΧΑΩ από τα 50 ΧΑΩ που είναι το ανώτατο όριο, και παρόλα αυτά η θανούσα δεν έχει σταματήσει την πορεία της και την διαδικασία διασταύρωσης και εισήλθε στην πορεία του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα να επέλθει η σύγκρουση και ενώ ο κατηγορούμενος είχε ήδη αρχίσει την διαδικασία ακινητοποίησης του οχήματος του. Ούτως ή άλλως ο μάρτυρας συμφώνησε σε σχετική υποβληθείσα θέση ότι εάν η πεζή σταματούσε την πορεία της δεν θα επερχόταν το ατύχημα, ως επίσης συμφώνησε ότι εάν η πεζή έλεγχε τον δρόμο κανονικά θα μπορούσε να σταματήσει πριν μπει στην λωρίδα του κατηγορουμένου. Δηλαδή, ακόμα και έτσι να είχαν τα πράγματα, δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε ευθύνη στον κατηγορούμενο αλλά απεναντίας αποδεικνύουν ότι ήταν συνετός οδηγός, διότι είδε την πεζή έγκαιρα και εντός της άλλης λωρίδας και με όποια και να ήταν η ταχύτητα της πεζής, ως όφειλε ούτως ή άλλως ο κατηγορούμενος να αντιληφθεί την πεζή και παρόλο που λογικά θα ανέμενε να σταματήσει η πεζή και να μην εισέλθει στην λωρίδα του, εν τούτοις ο κατηγορούμενος άρχισε την διαδικασία φρεναρίσματος η οποία διήρκησε 2 δευτερόλεπτα. Οι μετρήσεις οι οποίες παραθέτησαν από τον μάρτυρα, σύμφωνα με τις οποίες η θανούσα όταν άρχισε να διασταυρώνει τον δρόμο στο ένα δευτερόλεπτο απείχε από τον κατηγορούμενο 35,23 μέτρα και ο κατηγορούμενος όφειλε να δει την πεζή στα 26 μέτρα και 3,78 δευτερόλεπτα πριν την κτυπήσει, ουδόλως μπορούν να καταστήσουν υπεύθυνο τον κατηγορούμενο, διότι αυτό θα οδηγούσε στην απαίτηση όπως ο κάθε οδηγός στον εν λόγω δρόμο οφείλει να αρχίσει την διαδικασία ακινητοποίησης του οχήματος του μόλις εισέρχεται στον δρόμο ένας πεζός στην αντίθετη από αυτόν πορεία, πράγμα παράδοξο διότι το λογικά αναμενόμενο από έναν μέσο συνετό οδηγό, θα ήταν ο πεζός, ως οφείλει, να σταματήσει στο μέσο του δρόμου και να ελέγξει πριν εισέλθει στην άλλη λωρίδα κυκλοφορίας ότι αυτό είναι ασφαλές, ήτοι σε αυτήν του κατηγορουμένου και όχι να συνεχίζει αδιάκοπα την πορεία του, πράγμα που δεν αναμένεται από έναν συνετό οδηγό να του τύχει ένα τέτοιο συμβάν. Παρόλα αυτά, αν και με βάση τα πιο πάνω, ουσιαστικά σφραγίζει και την τύχη της παρούσας υπόθεσης, εν τούτοις το Δικαστήριο προχωρεί και αξιολογεί επιπλέον την μαρτυρία του Μ.Κ. 2 ως προς τις μετρήσεις του, τα δεδομένα του αλλά και τα συμπεράσματα του. Έχουν δημιουργηθεί εύλογα ερωτηματικά αναφορικά με το περιεχόμενο των πορισμάτων, μετρήσεων και δεδομένων που χρησιμοποίησε ο εν λόγω μάρτυρας, παρόλη την ομολογουμένως έντιμη προσπάθεια του, για τους εξής λόγους: ΄Εχει αμφισβητηθεί, παρόλο που σε ένα σημείο της αγόρευσης του ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης έκανε αναφορά και παραπομπή στις μετρήσεις του Μ.Κ. 2, το υπόβαθρο και η βάση των δεδομένων και των μετρήσεων του Μ.Κ. 2 που κατέγραψε στην αναπαράσταση του ατυχήματος (τεκμήριο 12) και πιο συγκεκριμένα ο Μ.Κ. 2 ανέφερε ότι έχει κάνει τις ίδιες μετρήσεις και κατά την περίοδο όπου έγινε το ατύχημα, πλην όμως δεν της παρουσίασε λέγοντας ότι το πιθανό είναι να της είχε πετάξει και έχει κάνει ξανά τους ίδιους υπολογισμούς και την αναπαράσταση την έχει συντάξει λίγες μέρες πριν να δώσει την μαρτυρία του στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο κρίνει, ότι υπό τις περιστάσεις θα ήταν πιο ασφαλές όπως ο μάρτυρας αντιπαραβάλει τις μετρήσεις και τα δεδομένα του με το σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος το οποίο δεν έχει αμφισβητηθεί και που αποτελεί ένα ασφαλή οδηγό για εξαγωγή ευρημάτων και συμπερασμάτων. Ένας τέτοιος συσχετισμός θα έδιδε προς το Δικαστήριο αλλά και τους διαδίκους την ευκαιρεία να κατανοήσουν αλλά και να εξετάσουν τον εν λόγω μάρτυρα επί των λεχθέντων από αυτόν, έτσι ώστε να καταγράψει ή να υποδείξει επί του σχεδίου τα κρίσιμα εκείνα στοιχεία στα οποία επικεντρώθηκαν αμφότερες οι πλευρές, όπως π.χ. αποστάσεις και θέσεις του κατηγορουμένου και της πεζής. Θα ήταν σίγουρα και πιο στέρεη η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, εάν μετέβαινε στην σκηνή του δυστυχήματος, ειδικά για σκοπούς εξέτασης της σκηνής από τον μάρτυρα ιδίοις όμμασι για σκοπούς ετοιμασίας της αναπαράστασης του επίδικου ατυχήματος, ενώ δεν το έχει πράξει όπως ο ίδιος έχει παραδεχθεί, και σίγουρα δεν αποτελεί ικανό οδηγό το γεγονός ότι περνά από το μέρος όπως ο ίδιος έχει αναφέρει. Η επιτόπια εξέταση του χώρου σε συνδυασμό με την αντιπαραβολή του μη αμφισβητούμενου σχεδιαγραφήματος της σκηνής του ατυχήματος, θα του επέτρεπε να μεταφέρει στο Δικαστήριο αλλά και στα διάδικα μέρη, την πλήρη εικόνα του δρόμου όπως αυτή υπήρχε κατά τον κρίσιμο χρόνο. Επίσης, ο μάρτυρας άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο η πεζή να κινείτο και με μικρότερη αλλά και με μεγαλύτερη ταχύτητα και συνακόλουθα θα άλλαζαν και οι θέσεις της πεζής και του κατηγορουμένου και συνεπώς στο μυαλό του Δικαστηρίου αφήνουν περιθώρια αμφιβολίας ως προς τις πραγματικές θέσεις των εμπλεκομένων μερών που αναπροσαρμόζονται αναλόγως των ταχυτήτων της θανούσας και του κατηγορουμένου. Είτε υπήρχε, είτε δεν υπήρχε το αυτοκίνητο για το οποίο έκανε αναφορά ο κατηγορούμενος το οποίο εμπόδιζε την ορατότητα του ως ισχυρίστηκε και μετά που έφυγε από το οπτικό πεδίο του κατηγορουμένου εμφανίστηκε η θανούσα, δεν διαδραματίζει κανένα σημαντικό παράγοντα ως προς την εξέταση του ζητήματος της ευθύνης του κατηγορουμένου, διότι όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, ακόμα και με δεδομένο ότι οι μετρήσεις και τα δεδομένα του Μ.Κ. 2 είναι ορθά, ο κατηγορούμενος αντέδρασε έγκαιρα και ενδεδειγμένα και η σύγκρουση δεν έχει γίνει κατορθωτό να αποφευχθεί εν΄ όψει της αδιάκοπης πορείας της θανούσας. Φυσικά ως προς αυτό το θέμα, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχει πεπειστεί από στέρεη, σαφή και αξιόπιστη μαρτυρία ότι υπήρχε το εν λόγω όχημα και ότι αυτό εμπόδιζε την ορατότητα του κατηγορουμένου σε δεδομένη στιγμή και χώρο για τους πιο κάτω λόγους: Το εν λόγω αυτοκίνητο έχει τοποθετηθεί από τον Μ.Κ. 2 στο τεκμήριο 12 όπου είναι η αναπαράσταση του επίδικου ατυχήματος από τον ίδιο, το οποίο όμως και για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί πιο πάνω, δεν μπορεί να αποτελέσει μια ασφαλή πηγή ευρημάτων και συμπερασμάτων, λόγω της μη συσχέτισης του με το αναντίλεκτο σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος, της μη επιτόπιας εξέτασης της σκηνής από τον Μ.Κ. 2 αλλά και της βάσης υπολογισμού από τον Μ.Κ. 2, όπως δηλαδή έχει αναφερθεί πιο πάνω. Η ταχύτητα του εν λόγω οχήματος είναι ουσιαστικά άγνωστη και οποιαδήποτε προσπάθεια υπολογισμού της ταχύτητας αυτού του οχήματος, η ταυτότητα του οποίου επίσης παραμένει άγνωστη, θα ήταν ακροσφαλής και δεν μπορεί να προσφέρει στο Δικαστήριο ένα ασφαλές πρωτογενές μαρτυρικό υπόβαθρο για να προβεί σε ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα, εν΄ όψει και του γεγονότος ότι ο μάρτυρας δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να είχε διαφορετική επιτάχυνση το εν λόγω όχημα, με τον ανάλογο επομένως αντίκτυπο στα ευρήματα και συμπεράσματα του. Παρόλα αυτά, είτε υπήρχε το εν λόγω όχημα είτε όχι, δεν απέκλεισε επίσης ο Μ.Κ. 2, έστω και αν το θεώρησε ως εξωπραγματικό, το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να μην είχε ορατότητα λόγω της ύπαρξης του εν λόγω οχήματος εάν αυτό κινείτο στην μέση του δρόμου. Φυσικά αυτό δεν επηρεάζει και δεν ανατρέπει την αξιολόγηση που προέβη το Δικαστήριο αναφορικά με το ενδεδειγμένο και έγκαιρο των ενεργειών του κατηγορουμένου όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, ήτοι ακόμα και στην περίπτωση που οι μετρήσεις και δεδομένα του Μ.Κ. 2 είναι ορθά. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 4, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, μόνο στην έκταση αυτής που δεν έχει αμφισβητηθεί, ήτοι του ότι έχει αναγνωρίσει την σορό της αποβιώσασας. Όμως, έχουν δημιουργηθεί σοβαρές αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου, αναφορικά με την εμπλοκή και διασύνδεση του εν λόγω μάρτυρα με τον Μ.Κ. 6 για τους πιο κάτω λόγους: Ο εν λόγω μάρτυρας προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο, ότι έχει βρει τυχαία τον Μ.Κ. 6 τον οποίο ήθελε η κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει και που παρουσίασε ως αυτόπτη μάρτυρα. Έχει αναφέρει ο μάρτυρας ότι ο Μ.Κ. 6 έχει μεταβεί μόνος του στην αστυνομία για να δώσει κατάθεση, ισχυρισμός ο οποίος καταρρίπτεται από τον Μ.Κ. 2 ο οποίος ανέφερε ότι τον Μ.Κ. 6 έφερε στην αστυνομία ο Μ.Κ. 4, αφήνωντας επομένως σοβαρές σκιές για το ανεξάρτητο και αμερόληπτο αμφοτέρων των μαρτύρων, ήτοι του Μ.Κ. 4 και του Μ.Κ. 6, εν΄ όψει και του γεγονότος ότι έχει μεσολαβήσει σχεδόν ένας μήνας μεταξύ του επιδίκου ατυχήματος και την ημερομηνίας που έδωσε κατάθεση ο Μ.Κ.
  1. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα και την απορρίπτει ως αμφιβόλου αξιοπιστίας και ύποπτου παρασκηνίου με τον Μ.Κ.
  2. Αναπόφευκτα λοιπόν, συμπαρασύρεται και η μαρτυρία του Μ.Κ. 6, ο οποίος προσήλθε στο εδώλιο του μάρτυρα ως ανεξάρτητος και αυτόπτης μάρτυρας ως ήθελε να προβληθεί. Η θέση του ότι προσήλθε στην αστυνομία για να δώσει κατάθεση μόνος του, καταρρίπτεται από την μαρτυρία του Μ.Κ. 2 ως πιο πάνω αναφέρθηκε, αφήνωντας επομένως σοβαρές σκιές για το ανεξάρτητο και αμερόληπτο του εν λόγω μάρτυρα εν΄ όψει και του γεγονότος ότι έχει μεσολαβήσει σχεδόν ένας μήνας μεταξύ του επιδίκου ατυχήματος και την ημερομηνίας που έδωσε κατάθεση ο Μ.Κ.
  3. Το Δικαστήριο έχει διακρίνει μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Δεν έχει πεπειστεί το Δικαστήριο τόσο για το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, όσο και για το χρονικό σημείο όπου έδωσε την κατάθεση του. Δεν έπεισε το Δικαστήριο ο ισχυρισμός που προέβαλε ότι θυμόταν τους αριθμούς εγγραφής του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου έναν σχεδόν μήνα μετά από το επίδικο ατύχημα όταν πήγε και έδωσε κατάθεση στην αστυνομία. Το λογικά αναμενόμενο, θα ήταν ο μάρτυρας είτε να θυμόταν τους αριθμούς είτε να τους σημείωνε κάπου και να προσερχόταν αν όχι αυθημερόν, τουλάχιστον τις αμέσως προσεχείς ημέρες και να δώσει κατάθεση στην αστυνομία και να πει αυτά τα σημαντικά στοιχεία στην αστυνομία και όχι απλά να θυμάται τους αριθμούς εγγραφής του εν λόγω αυτοκινήτου μέχρι που να τον βρει και να τον επισκεφθεί τυχαία, όπως ισχυρίστηκε τόσον αυτός, όσο και ο Μ.Κ. 4 και να του ζητήσει να δώσει κατάθεση στην αστυνομία. Αυτή η θέση ουδόλως έπεισε το Δικαστήριο και η οποία θέση στερείται πειστικότητας και λογικής. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο απορρίπτει την μαρτυρία του Μ.Κ. 6 ως αμφιβόλου αξιοπιστίας και ύποπτου παρασκηνίου με τον Μ.Κ.
  4. Αν και με την πιο πάνω αξιολόγηση των πιο πάνω μαρτύρων ουσιαστικά σφραγίζεται και η τύχη της παρούσας υπόθεσης αφού το θέμα της ευθύνης του κατηγορουμένου έχει αποκρυσταλλωθεί, δεδομένου ότι υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες από την μια, ως επίσης και ανεπάρκεια από την άλλη έτσι ώστε να αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η ευθύνη του κατηγορουμένου στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος, εν τούτοις το Δικαστήριο θα προχωρήσει να αξιολογήσει τις μαρτυρίες των Μ.Κ. 5, 8 και 9, οι οποίοι ήταν και οι ουσιαστικοί μάρτυρες που κλητεύθησαν για να δώσουν μαρτυρία έτσι ώστε να συνδέσουν τον θάνατο της αποβιώσασας με το τροχαίο ατύχημα, ισχυριζόμενοι ότι λόγω του κατάγματος, η θανούσα αναγκαστικά παρέμεινε κλινήρης και αυτό επιδείνωσε την βεβαρυμένη κατάσταση της και αυτό οδήγησε στον θάνατο της. Το Δικαστήριο, μετά από πολύ προσεκτική, εξαντλητική και ενδελεχή μελέτη της μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί από τους εν λόγω μάρτυρες, κρίνει ότι δεν υπάρχει μια στέρεη, σαφής, συνεχής και πειστική μαρτυρία που να συνδέει τον θάνατο της αποβιώσασας με το τροχαίο ατύχημα, για το οποίο δεν ευθύνεται ούτως ή άλλως ο κατηγορούμενος. Οι λόγοι είναι οι ακόλουθοι: Η Μ.Κ. 8 δεν δίστασε, και αυτό είναι προς τιμήν της, να παραδεχθεί ότι ενδεχομένως, άρα όχι με βεβαιότητα, η ακινησία να συνέβαλε στην επιδείνωση της θανούσας, ενώ ο Μ.Κ. 5 ήταν κατηγορηματικός επί αυτού του θέματος ο οποίος τόνιζε εμφατικά ότι ο θάνατος της αποβιώσασας προήλθε από την επιδείνωση της κατάστασης της συνεπεία της ακινησίας που αναγκαστικά παρέμεινε η θανούσα λόγω του κατάγματος, δημιουργώντας έτσι μια μη σταθερή βάση και υπόβαθρο επί αυτού του θέματος από τους Μ.Κ. 5 και
  5. Η Μ.Κ. 8 ανέφερε ότι η θανούσα μπορούσε να κινήσει τα υπόλοιπα μέλη του σώματος της και συνακόλουθα δημιουργούνται σοβαρές αμφιβολίες στο Δικαστήριο στο κατά πόσο η ακινησία του ενός άκρου στο οποίο είχε το κάταγμα, το οποίο δεν έχει αμφισβητηθεί, μπορούσε να συμβάλει η ακινησία αυτού του άκρου στην επιδείνωση και μοιραία κατάληξη της αποβιώσασας, ελλείψει σχετικών επιστημονικών αυθεντιών που να τείνουν να αποδείξουν κάτι τέτοιο. Υπάρχει ένα ρίγμα και ένα κενό στο οικοδόμημα που προσπάθησαν να ανεγείρουν οι Μ.Κ. 5, 8 και 9 ως προς την πορεία της υγείας της αποβιώσασας και τελικά στον θάνατο της και αυτό οφείλεται στους εξής παράγοντες: Και οι τρεις μάρτυρες σε καίριας σημασίας θέματα και μάλιστα σε εξειδικευμένα θέματα τα οποία αφορούσαν την υγεία της αποβιώσασας και την ανάγκη ή μη υποβολής της σε χειρουργική επέμβαση και συνεπώς στην καθυστέρηση της επέμβασης και στο μεσοδιάστημα να επιδεινωθεί η κατάσταση της υγείας και εν τέλει να οδηγηθεί στον θάνατο η αποβιώσασα, παρέπεμψαν στους ειδικούς χειρούργους ορθοπεδικούς, πνευμονολόγους και αναισθησιολόγους, οι οποίοι όμως δεν κλητεύθηκαν για να δώσουν μαρτυρία, έτσι ώστε το Δικαστήριο να έχει μια πλήρη εικόνα για αυτά τα θέματα. Το πιο καθοριστικό όμως ρίγμα και συνακόλουθα η δημιουργία πάρα πολύ σοβαρών αμφιβολιών αναφορικά με την διασύνδεση του τροχαίου ατυχήματος, του τραύματος με την επιδείνωση της υγείας της θανούσας και την μοιραία κατάληξη της αποτελεί το εξής γεγονός: Ο μεν ιατροδικαστής, ήτοι ο Μ.Κ 9, κατέδειξε ως αιτία θανάτου την καρδιακή κάμψη - πνευμονία - συνεπεία τροχαίου ατυχήματος (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου). Δηλαδή συνδέει την πνευμονία και την καρδιακή κάμψη με το τροχαίο ατύχημα. Όμως, όπως έχει διαφανεί και που δεν έχει αμφισβητηθεί από καμία πλευρά, η αποβιώσασα είχε αναπνευστική λοίμωξη ήδη από τις 17/12/2010 και όταν την έχει εξετάσει η Μ.Κ. 8 την θανούσα, αντιμετώπισε την θανούσα ως ασθενή με πνευμονία με την χορήγηση των ανάλογων φαρμάκων αλλά και με ειδικές οδηγίες, δημιουργώντας έτσι σοβαρές αμφιβολίες για την διασύνδεση της πνευμονίας με το επίδικο ατύχημα, αφού ήδη υπήρχε πρόβλημα 5 μέρες πριν από το ατύχημα. Περαιτέρω αμφιβολίες και αβεβαιότητες αφήνει και η θέση της Μ.Κ. 8 η οποία επίσης και είναι προς τιμήν της, που παραδέχθηκε ότι πιθανόν, άρα όχι βέβαια, η αποβιώσασα να ανέπτυξε νοσοκομειακή πνευμονία και πιθανόν λόγω της ακινησίας και πιθανώς η ακινησία να οδήγησε στην επιδείνωση, αλλά ούτως ή άλλως είχε την λοίμωξη, ως επίσης δεν μπορούσε να πει με βεβαιότητα εάν δεν παρέμενε σε ακινησία η θανούσα εάν θα ζούσε σήμερα, σε αντίθεση δηλαδή με το τι ανέφερε ο Μ.Κ. 5, δημιουργώντας έτσι μια μη σταθερή βάση και υπόβαθρο επί αυτού του θέματος από τους Μ.Κ. 5 και 8, η οποία μάλιστα Μ.Κ. 8 σε θέματα ειδικών χειρούργων και για την περίοδο μετά από τις 22/12/2010 παρέπεμπε στον Μ.Κ. 5 διότι όπως ανέφερε είδε την αποβιώσασα μόνο στις 22/12/2010, ο δε Μ.Κ. 5 παρέπεμπε για αυτά τα θέματα στους χειρούργους οι οποίοι δεν έχουν δώσει μαρτυρία, ενισχύοντας έτσι περαιτέρω το ήδη νεφελώδες τοπίο. Ακόμα περαιτέρω αμφιβολίες, έχουν δημιουργηθεί και από το εξής γεγονός: Από την στιγμή που όπως έχει διαφανεί, υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς το θέμα της διασύνδεσης της πνευμονίας με το επίδικο ατύχημα εν΄ όψει και της ήδη υπάρχουσας λοίμωξης και αντιμετώπισης της από την Μ.Κ. 8 ως πνευμονίας, ο Μ.Κ. 9 δεν ήταν σε θέση να υποστηρίξει με σαφήνεια και βεβαιότητα κατά πόσο η πνευμονία που ανέπτυξε η θανούσα και που ήταν η αιτία θανάτου, κατά τον ίδιο, ήταν νοσοκομειακή ή εξωνοσοκομειακή (κοινότητας) αναφέροντας ότι αυτό είναι θέμα των εργαστηρίων, για το οποίο δεν έχει προσαχθεί σχετική εργαστηριακή έκθεση επί αυτού του θέματος στο Δικαστήριο. Επίσης έχουν δημιουργηθεί σοβαρές αμφιβολίες και εύλογα ερωτηματικά και από το εξής γεγονός: Όπως έχει διαφανεί μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία, έχει υπογραφτεί συγκατάθεση από κάποιο άτομο έτσι ώστε να χειρουργηθεί η θανούσα και αναμενόταν να υποβληθεί σε εγχείριση. Αυτό το γεγονός, σε συνδυασμό με την απουσία από το εδώλιο του μάρτυρα των ειδικών εκείνων γιατρών, όπως χειρούργων ορθοπεδικών, αναισθησιολόγων και πνευμονολόγων για να δώσουν μαρτυρία αναφορικά με την πορεία της υγείας της θανούσας και για το ενδεχόμενο ή αναγκαιότητα εγχείρισης ή όχι ή κινδύνου για τέτοια εγχείριση για την περίοδο από 22/12/2010 όπου εισήχθηκε η θανούσα μέχρι τις 25/12/2010 όπου παρουσίασε επιδείνωση και μετά κατέληξε, αφήνουν όχι μόνο αναπάντητα ερωτηματικά, αλλά και κενά στην συνοχή και συνέχεια της υγείας της θανούσας και ως προς το τι τελικά οδήγησε στην επιδείνωση της υγείας της θανούσας και τελικά στον θάνατο της. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν έχει πεπειστεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο θάνατος της αποβιώσασας προήλθε από καρδιακή κάμψη - πνευμονία συνεπεία τροχαίου ατυχήματος, εν΄ όψει των πιο πάνω αμφιβολιών. Αν και αναπόφευκτα οι πιο πάνω αμφιβολίες όχι μόνο ως προς το θέμα της ευθύνης του κατηγορουμένου με το επίδικο ατύχημα, αλλά και ως προς το θέμα της διασύνδεσης του θανάτου της αποβιώσασας με το επίδικο ατύχημα οδηγεί στην αθώωση και απαλλαγή του κατηγορουμένου, εν τούτοις το Δικαστήριο θα αξιολογήσει και την μαρτυρία του κατηγορουμένου, ως είναι άλλωστε πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου να αξιολογεί την τεθείσα ενώπιον του μαρτυρία. Ο κατηγορούμενος άφησε γενικά καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η θέση του ότι δεν υπήρχε άλλος αυτόπτης μάρτυρας, ενισχύεται και από το γεγονός της απόρριψης της μαρτυρίας των Μ.Κ. 4 και
  6. Οι οποιεσδήποτε μικροαντιφάσεις του κατηγορουμένου αναφορικά με τις αποστάσεις τις οποίες περιέγραψε, ουδόλως επιφέρουν οποιοδήποτε ρίγμα στην αξιοπιστία του, εν΄ όψει και του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος συμφώνησε με το μη αμφισβητούμενο σχεδιαγράφημα της σκηνής του ατυχήματος, άρα και τις μετρήσεις που καταγράφονται σε αυτό, για το οποίο υπήρξε αρωγός με την παράσχεση πληροφοριών προς τον αρμόδιο αστυνομικό. Αν και ο κατηγορούμενος επικεντρώθηκε για να στηρίξει την εκδοχή του στην ύπαρξη άλλου οχήματος το οποίο εμπόδιζε την ορατότητα του και αυτός ήταν ο λόγος που ξαφνικά είδε την πεζή και όχι πριν φύγει από το οπτικό του πεδίο το εν λόγω αυτοκίνητο, εν τούτοις το Δικαστήριο πλέον δεν δύναται να αποδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτήν την θέση, καθ΄ ότι έχει ήδη εξεταστεί και αξιολογηθεί πιο πάνω το θέμα του εν λόγω αυτοκινήτου και δεν κρίνει σκόπιμο να τα επαναλάβει. Οι δημιουργία των πιο πάνω αμφιβολιών, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι ακόμα και οι μετρήσεις του Μ.Κ. 2 να είναι ορθές δεν μπορούν να αποδώσουν οποιαδήποτε ευθύνη εις βάρος του κατηγορουμένου για το επίδικο ατύχημα, δεν επηρεάζουν σε κανέναν βαθμό είτε αρνητικά είτε θετικά την εικόνα που άφησε στο Δικαστήριο ο κατηγορούμενος Συνακόλουθα λοιπόν, το Δικαστήριο με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, προβαίνει στα πιο κάτω ευρήματα και συμπεράσματα: Ο κατηγορούμενος στις 22/12/2010 και ώρα 16:15 μ.μ, οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΚΗ 251 στην οδό Αλέξανδρου Υψηλάντη στην Πάφο, η οποία οδός έχει πλάτος 8 μέτρα και χωρίζεται σε δύο λωρίδες με πλάτος 4 μέτρα έκαστη, το δε ανώτατο όριο ταχύτητας στην εν λόγω οδό είναι 50 ΧΑΩ. Η ταχύτητα που τηρούσε ήταν 30 ΧΑΩ και ενώ οδηγούσε, η αποβιώσασα Χαρίκλεια Χριστοδούλου, άρχισε να διασταυρώνει την εν λόγω οδηγό από την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία του κατηγορουμένου και αφού διένυσε μία απόσταση 6,80 μέτρων, ήτοι αφού κάλυψε όλη την απέναντι λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία του κατηγορουμένου, εισήλθε στην λωρίδα κυκλοφορίας του κατηγορουμένου χωρίς να έχει σταματήσει σε κανένα σημείο και κτυπήθηκε από το όχημα του κατηγορουμένου αφού έχει διανύσει μια απόσταση 2,80 μέτρων εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος αντέδρασε έγκαιρα και ενδεδειγμένα και αφού είδε την κατηγορούμενη η οποία ακόμα ήταν εντός της αντιθέτου λωρίδας κυκλοφορίας ως η πορεία του, πλην όμως η σύγκρουση δεν έχει αποφευχθεί αφού η θανούσα δεν έχει διακόψει την πορεία της πριν εισέλθει στην λωρίδα κυκλοφορίας του κατηγορουμένου. Από την σύγκρουση η θανούσα υπέστη κάταγμα στο πόδι της και μεταφέρθηκε στο γενικό νοσοκομείο Πάφου όπου και κατέληξε στις 27/12/
  7. Η αντίδραση του κατηγορουμένου ήταν έγκαιρη και ενδεδειγμένη, ως επίσης έχουν δημιουργηθεί και σοβαρές αμφιβολίες στο Δικαστήριο ως προς την μαρτυρία που έχει προσκομιστεί και που αφορούσε το θέμα της απόδοσης ευθύνης προς τον κατηγορούμενο. Επίσης, έχουν δημιουργηθεί σοβαρές αμφιβολίες ως προς το θέμα διασύνδεσης του θανάτου με το ατύχημα και την αιτία θανάτου και συνακόλουθα και αναπόφευκτα η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τόσο την ευθύνη του κατηγορουμένου, ως ε

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.