← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Ανδρέας Ανδρέου, Αρ. Υπόθεσης 1515/13, 2/5/2013

Δημοκρατία ν. Ανδρέας Ανδρέου, Αρ. Υπόθεσης 1515/13, 2/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2013:8 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Μ. Ματθαίου, Α.Ε.Δ. Δ.Ι. Κίτσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 1515/13 Δημοκρατία ν. Ανδρέας Ανδρέου, από την Πάφο Κατηγορούμενου ----------------------------- 2.5.2013 Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Στ. Ερωτοκρίτου Κατηγορούμενος παρών, γι' αυτόν: κ. Ε. Κορακίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - το Κατηγορητήριο Το απόγευμα της 21.6.2012 σε υπαίθριο χώρο στα χώματα του χωριού Αγ. Βαρβάρα της Πάφου έλαβε χώρα επεισόδιο μεταξύ του κατηγορούμενου και του Χριστάκη Σκάγια από την Έμπα που είχε ως αποτέλεσμα τον πολύ σοβαρό τραυματισμό του πρώτου. Κατά την άφιξη της αστυνομίας στη σκηνή, μεταξύ άλλων, ανευρέθηκαν και παραλήφθηκαν δύο ένσφαιρα πιστόλια, που, σύμφωνα με την καταγγελία του Σκάγια μετέφερε ο κατηγορούμενος. Ανευρέθηκε ακόμα και παραλήφθηκε ένα μαχαίρι το οποίο ο κατηγορούμενος, σε προφορική ανάκριση, παραδέχτηκε ότι ήταν δικό του. Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες κατοχής πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β2 δηλαδή ένα πιστόλι μάρκας ASTRA Ισπανικής κατασκευής διαμετρήματος 6,35 χιλιοστών, ο αριθμός του οποίου έχει απαλειφθεί (Κατηγορία 1) και ένα πιστόλι μάρκας STAR, Ισπανικής κατασκευής διαμετρήματος 9 χιλιοστών με αριθμό κατασκευής Β289231/70042 (Κατηγορία 2). Αντιμετωπίζει και την κατηγορία της κατοχής των πυρομαχικών τους δηλαδή 7 πλήρη φυσίγγια διαμετρήματος 6,35 χιλιοστών και 8 πλήρη φυσίγγια διαμετρήματος 9 χιλιοστών χωρίς άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών (Κατηγορία 5). Κατηγορείται ακόμα για τη μεταφορά των πιστολιών και των φυσιγγίων τους (Κατηγορίες 3, 4 και 6 αντίστοιχα), όπως και για τη μεταφορά μάχαιρας απολήγουσας σε αιχμηρό άκρο εκτός της οικίας του (Κατηγορία 8). Τέλος, σε σχέση με το επεισόδιο, κατηγορείτο ότι επιτέθηκε εναντίον του Σκάγια και του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη (Κατηγορία 7). Κατά τις έρευνες της αστυνομίας που ακολούθησαν την ίδια ημέρα στην κατοικία του κατηγορούμενου, μεταξύ άλλων, ανευρέθηκαν και παραλήφθηκαν ένα κυνηγετικό όπλο, ΔΟΚΟ, που είχε αρκετές τρύπες στο μπροστινό μέρος των καννών του και 48 πλήρη φυσίγγια διαμετρήματος 7,62 χιλιοστών. Ως εκ τούτου αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος τις κατηγορίες της κατοχής πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ, με αρ. κατασκευής 50718 και αρ. εγγραφής LL30428 χωρίς άδεια κατοχής (Κατηγορία 9) και ότι το μεταποίησε αλλοιώνοντας ουσιωδώς τα χαρακτηριστικά του τρυπώντας σε αρκετά σημεία τις κάννες στο μπροστινό τους μέρος (Κατηγορία 10). Τέλος, κατηγορείτο για την κατοχή των 48 πλήρη φυσιγγίων διαμετρήματος 7,62 χιλιοστών χωρίς την άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών (Κατηγορία 11). Οι Κατηγορίες 7 και 9 απορρίφθηκαν μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή και ο κατηγορούμενος αθωώθηκε και απαλλάγηκε αυτών. Αμέσως μετά, κατόπιν αδείας, ο κατηγορούμενος άλλαξε απάντηση και παραδέχτηκε τις Κατηγορίες 10 και

  1. Η χρηματική οφειλή του κατηγορούμενου προς τον Αναστασίου Το επίδικο περιστατικό είχε ως απαρχή χρηματική οφειλή του κατηγορούμενου προς τον Τάσο Αναστασίου (Μ.Κ.13). Ο Αναστασίου διατηρεί συνεργείο και ασχολείται με ηλεκτρολογικές επιδιορθώσεις οχημάτων. Ο κατηγορούμενος ήταν πελάτης του και την Παρασκευή 15.6.2012 μετέφερε στο συνεργείο του ένα ανυψωτικό μηχάνημα για κάποια εργασία. Όπως διατείνεται ο Αναστασίου κατά την εργασία διαπιστώθηκαν περαιτέρω προβλήματα για τα οποία ενημέρωσε τον κατηγορούμενο και έλαβε τη συγκατάθεση του για να τα επιδιορθώσει. Απαιτήθηκαν και οι υπηρεσίες τορναδόρου και ο Αναστασίου, πάλιν κατόπιν συνεννόησης με τον κατηγορούμενο, ανέθεσε την επιμέρους εργασία σε τορναδόρο. Η επιδιόρθωση του ανυψωτικού ήταν επείγουσα, οπόταν ο Αναστασίου εργάστηκε μέχρι και το μεσημέρι της Κυριακής 17.6.2012 για να το επιδιορθώσει και τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο για να πάει στο συνεργείο του να το παραλάβει. Σύμφωνα με την κατάθεση του Αναστασίου στην αστυνομία (κατάθεση ημερ. 21.6.2012, Τεκμήριο 95), η δική του χρέωση ήταν €400,14 ενώ το τιμολόγιο του τορναδόρου ήταν για €
  2. Ο κατηγορούμενος διαμαρτυρήθηκε πως ήταν πολλά, πως έτσι λεφτά δεν θα πλήρωνε και ζήτησε καλύτερη τιμή. Καθώς ο Αναστασίου του δικαιολογούσε τη χρέωση του με αναφορά στις ώρες που ανάλωσε, ο κατηγορούμενος ξαφνικά πήρε το ανυψωτικό και έφυγε χωρίς να πληρώσει. Δια ζώσης ο Αναστασίου διαφοροποίησε τη θέση του αναφέροντας πως έχοντας διαπιστώσει ότι ο κατηγορούμενος ήταν ενοχλημένος για τη χρέωση του είπε να πάρει το ανυψωτικό του και θα του τηλεφωνούσε για να πληρώσει τέλος της βδομάδας. Ο κατηγορούμενος μαρτύρησε πως ο σκοπός για τον οποίο πήρε το ανυψωτικό του στον Αναστασίου ήταν για να του προσθέσει αέριο στο σύστημα κλιματισμού. Φαίνεται πως υπήρχε δυσκολία στη σύνδεση του συστήματος κλιματισμού του ανυψωτικού με το μηχάνημα του Αναστασίου που βάζει το αέριο στα συστήματα κλιματισμού. Για να καταστεί δυνατή η προσθήκη αερίου στο σύστημα κλιματισμού του ανυψωτικού έπρεπε να γίνουν μετατροπές στα σημεία σύνδεσης του (βύσματα). Ρώτησε τον Αναστασίου πόσο θα κόστιζε η μετατροπή και η προσθήκη του αερίου, μαζί και με ένα έλεγχο των φώτων του ανυψωτικού και συμφώνησαν στα €100 συν ΦΠΑ. Παρουσιάζεται ο κατηγορούμενος ότι συνήθιζε κάθε αρχή του καλοκαιριού να προσθέτει αέριο στο σύστημα κλιματισμού του ανυψωτικού και προς τούτο χρησιμοποιούσε τις υπηρεσίες άλλων ηλεκτρολόγων οχημάτων που τον χρέωναν €35 - €
  3. Πρόβλημα με τα σημεία σύνδεσης του συστήματος κλιματισμού του ανυψωτικού δεν ηγέρθηκε τα προηγούμενα χρόνια. Δεν μας πείθει ο κατηγορούμενος πως το τι χρειαζόταν το ανυψωτικό του ήταν η απλή προσθήκη αερίου. Δεν αποδεχόμαστε πως εάν πράγματι τα προηγούμενα χρόνια η προσθήκη του αερίου γινόταν χωρίς πρόβλημα και πλήρωνε €35 - €40 θα μπορούσε ποτέ να αποδεχτεί να γίνει επέμβαση στο ανυψωτικό του που θα είχε και δυσανάλογο οικονομικό κόστος. Η επιπλέον εξυπηρέτηση του να ανάψει τα φώτα του ανυψωτικού βρισκόμενος ο ίδιος στην καμπίνα του και να του πει ο Αναστασίου κατά πόσο όλα λειτουργούσαν δεν δικαιολογεί τη μεγάλη διαφορά. Είμαστε πεπεισμένοι πως ο κατηγορούμενος γνώριζε πως υπήρχε κάποιο ουσιαστικό πρόβλημα με το σύστημα κλιματισμού του ανυψωτικού του. Γι' αυτό και αποδέχτηκε να γίνουν οι μετατροπές που εισηγήθηκε ο Αναστασίου. Εάν το ιστορικό του συστήματος κλιματισμού ήταν όπως το εξέθεσε ο κατηγορούμενος θα ήταν ότι πιο απλό να πάρει το ανυψωτικό του σε ένα από τους άλλους ηλεκτρολόγους που χρησιμοποιούσε τα προηγούμενα χρόνια και να πληρώσει πολύ λιγότερα. Ως προς τη χρέωση του Αναστασίου, όταν αποπερατώθηκαν οι εργασίες και ο κατηγορούμενος πήγε στο συνεργείο του για να το παραλάβει την Κυριακή το μεσημέρι, η θέση του κατηγορούμενου ήταν πως ο Αναστασίου ζήτησε €260 αντί €100 που είχαν συμφωνήσει και ακολούθησε μεταξύ τους συζήτηση με τον κατηγορούμενο να προτείνει ενδιάμεση λύση και τον Αναστασίου να επιμένει στη χρέωση του. Η κατάληξη ήταν να του πει ο Αναστασίου να πάρει το ανυψωτικό και να φύγει και να το ξανασκεφτούν και οι δύο μέχρι την Παρασκευή που γίνονταν οι πληρωμές για να βρουν μια λύση. Κάτω από αυτές τις συνθήκες ο κατηγορούμενος αναχώρησε με το ανυψωτικό του με τη χρέωση να εκκρεμεί. Αναφορικά με το τιμολόγιο του Αναστασίου και το τιμολόγιο κάποιου τορναδόρου που παρουσιάστηκαν (Τεκμήριο 38) επανερχόμαστε πιο κάτω. Η εμπλοκή του Χριστάκη Σκάγια στην οικονομική διαφορά Ο Χριστάκης Σκάγιας (Μ.Κ.10) είναι εδώ και δέκα περίπου χρόνια φίλος του Αναστασίου. Ανταλλάσσουν, όπως ειπώθηκε, και επισκέψεις οικογενειακώς. Ο Σκάγιας είναι και πελάτης του Αναστασίου. Νωρίς το πρωί της Κυριακής 17.6.2012 ο Σκάγιας μαζί με τη σύζυγο του Άντρη Σκάγια (Μ.Κ.14) και ακόμη ένα φιλικό ζεύγος ταξίδεψαν στο εξωτερικό και επέστρεψαν στην Κύπρο η ώρα 13:00 της 21.6.2012 ημέρα Πέμπτη. Το άλλο ζευγάρι είχε αυτοκίνητο στο αεροδρόμιο Πάφου και κατά την επιστροφή ο Σκάγιας τους ζήτησε να τους μεταφέρουν στο συνεργείο του Αναστασίου. Ο λόγος ήταν ότι ένα από τα αυτοκίνητα του Σκάγια μοντέλο LAND CRUISER είχε παρουσιάσει ηλεκτρικό πρόβλημα και είχε συνεννοηθεί με τον Αναστασίου να το πάρει από την κατοικία του στις 18.6.2012 που θα έλειπε για να το επιδιορθώσει. Το αυτοκίνητο είχε επιδιορθωθεί και η διευθέτηση ήταν βολική για να πάρουν το επιδιορθωμένο αυτοκίνητο τους και να οδηγήσουν στην κατοικία τους. (Το άλλο ζευγάρι είναι το ζεύγος του Χαράλαμπου και της Γεωργίας Ευριπίδου. Ο Ευριπίδου έδωσε κατάθεση στην αστυνομία (Τεκμήριο 53) όπου επιβεβαιώνει το γεγονός). Σύμφωνα με τα παρουσιασθέντα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα (Τεκμήριο 72) στις 13:35 ο Αναστασίου τηλεφώνησε στον Σκάγια. Ενδέχεται να τον είχε με αυτό το τηλεφώνημα ενημερώσει πως το αυτοκίνητο του είχε επιδιορθωθεί. (Εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα που εμπεριέχονται στο Τεκμήριο 72 ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Τα δεδομένα παραχωρήθηκαν δυνάμει σχετικού δικαστικού διατάγματος (Τεκμήριο 71) με το οποίο ζητούνταν δεδομένα των διαφόρων τηλεφώνων που αναφέρονται στο διάταγμα μέχρι η ώρα 17:00 της 21.6.2012). Η ουσία είναι πως κατά την παρουσία του στο συνεργείο του Αναστασίου ο Σκάγιας πληροφορήθηκε για το χρέος του κατηγορούμενου προς τον Αναστασίου, είναι δε κοινό έδαφος και επιβεβαιώνεται από τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα ότι η ώρα 14:24 ο Σκάγιας τηλεφώνησε από το κινητό του τηλέφωνο στον κατηγορούμενο αναφορικά με το ζήτημα. Είναι η εκδοχή του Αναστασίου ότι κατά την είσοδο του Σκάγια στο συνεργείο του έτυχε ο ίδιος να συζητά με κάποια άλλα πρόσωπα, τα οποία δεν θυμόταν να κατονομάσει, για την οφειλή του κατηγορούμενου. Προς το τέλος της εβδομάδας, ανέφερε, Πέμπτη και Παρασκευή συνηθίζει να τηλεφωνεί στους πελάτες για να τους στείλει τα τιμολόγια του για να πληρώσουν. Αναφέρθηκε στη συζήτηση πως ο κατηγορούμενος ήταν σιδεράς, οπόταν ο Σκάγιας που είχε και αυτός εργαστεί ως σιδεράς είπε πως θα έπρεπε να τον ξέρει και είπε να τον πάρει τηλέφωνο να δει ποιος είναι. Ο Αναστασίου είπε στο Σκάγια για το περιστατικό της Κυριακής και ο Σκάγιας προθυμοποιήθηκε να μεσολαβήσει για να λυθεί η παρεξήγηση. Η τηλεφωνική συνομιλία του Σκάγια με τον κατηγορούμενο ήταν «σε πολύ καλά πλαίσια», ανάφερε ο Αναστασίου, και ο Σκάγιας πήρε από κοντά του τα σχετικά τιμολόγια για να πληρωθεί. Επί του προκειμένου ο Σκάγιας μαρτύρησε πως ανέμενε ότι θα ήταν γνωστοί με τον οφειλέτη και θα χρησιμοποιούσε τη γνωριμία διαμεσολαβώντας κατ' αυτό τον τρόπο ώστε να λυθεί το ζήτημα. H Άντρη, η σύζυγος του Σκάγια, επιβεβαίωσε τη μετάβαση στο συνεργείο του Αναστασίου αλλά δεν είχε τίποτα να πει για την όποια συνεννόηση του συζύγου της με τον Αναστασίου ή τον κατηγορούμενο αφού δεν εισήλθε μέσα στο συνεργείο όπου μπήκε ο σύζυγος της. Παρέμεινε έξω και μετέφερε, όπως είπε, τις αποσκευές στο αυτοκίνητο τους που ήταν εκεί σταθμευμένο. Ούτε στη συνέχεια ο Σκάγιας της ανέφερε οτιδήποτε. Όταν έφτασαν στο σπίτι τους ο Σκάγιας ξάπλωσε στον καναπέ και κοιμήθηκε ενώ η ίδια μετά που έβαλε πλυντήριο αποκοιμήθηκε στο υπνοδωμάτιο. Σε κάποια στιγμή τη ξύπνησε ο σύζυγος της λέγοντας της ότι θα πήγαινε στη μάντρα του για να φροντίσει τα ζώα του. Μαρτύρησε ο κατηγορούμενος πως κατά το τηλεφώνημα ο Σκάγιας αποκαλύπτοντας το επώνυμο του, του ανέφερε πως τηλεφωνούσε για το υπόλοιπο του «Τάσου του ηλεκτρολόγου». Ο κατηγορούμενος του είπε να περάσει από το μαγαζί του στην Κολώνη είτε αυτός είτε ο Αναστασίου για να επιλύσουν τη διαφορά και να πληρώσει. Ζήτησε να του πάρουν το τιμολόγιο για να δει τι τελικά χρέωσε ο Αναστασίου. Η θέση της Υπεράσπισης είναι ότι ζητήθηκε η παρέμβαση του Σκάγια και ο Σκάγιας ενεπλάκηκε ως εισπράκτορας, στην έννοια εκείνου που με χρήση ή απειλή χρήσης βίας επιτυγχάνει, έναντι κάποιας αμοιβής, την εξόφληση κάποιου προβληματικού χρέους. Τα τιμολόγια - Η γνησιότητα του ύψους της οφειλής Τα δύο τιμολόγια που αφορούν τη χρέωση των εργασιών στο ανυψωτικό του κατηγορούμενου, παραδόθηκαν από τον Σκάγια στον Α/Αστ. 1097 Γιαννάκη Κυριάκου (Μ.Κ.6), που τον μετέφερε από τη σκηνή του επεισοδίου στο Νοσοκομείο Πάφου. Ηγέρθηκε από την Υπεράσπιση ζήτημα αναφορικά με τη γνησιότητα του εύρους της χρηματικής απαίτησης του Αναστασίου και υποβλήθηκε στον Αναστασίου πως το τιμολόγιο του συνέταξε στις 21.6.2012 παραφουσκώνοντας το λογαριασμό, έτσι που να καλύπτει και την αμοιβή του Σκάγια για την παρέμβαση του. Του υποβλήθηκε πως αρχικά είχε συμφωνήσει με τον κατηγορούμενο για €100 και πως μετά αξίωνε €
  4. Ο Αναστασίου αρνήθηκε τις θέσεις. Αρχικά, ανάφερε, είχαν πει γύρω στα €150 αλλά με τις επιπλέον εργασίες η δουλειά έφτασε τα €400 πλέον το λογαριασμό του τορναδόρου. Πέραν από τη μαρτυρία του κατηγορούμενου, όπου προβάλλεται η θέση πως το ποσό που ο Αναστασίου απαίτησε την Κυριακή ήταν €260, η Υπεράσπιση επικαλείται, για να πείσει για τη θέση της, την παραδοχή των Αναστασίου και Σκάγια πως ο τελευταίος δεν πήρε τα τιμολόγια από τον Αναστασίου από την αρχή αλλά ξαναεπισκέφθηκε το συνεργείο αργότερα. Υπαινίσσεται η Υπεράσπιση πως τα τιμολόγια ή έστω αυτό του Αναστασίου συντάχθηκε στο μεταξύ. Το τιμολόγιο του Αναστασίου αφορά ποσό €400,14 περιλαμβανομένου του ΦΠΑ. Φέρει ημερομηνία 16.6.
  5. Είναι όμως παραδεχτό από τον Αναστασίου πως εργάστηκε και το πρωινό της Κυριακής 17.6.2012 κάποιες ώρες μεταξύ 09:00 και 13:
  6. Στο τιμολόγιο χρεώνει οκτώ ώρες εργατικά που περιλαμβάνει, όπως είπε, και τις ώρες της Κυριακής. Μπορεί να χωρά εξήγηση. Ο Αναστασίου διερωτήθηκε κατά πόσο μπορεί κάποιος να βγάλει τιμολόγιο Κυριακή. Ίσως να το θεώρησε παράτυπο. Ίσως και να πρόκειται για δικαιολογία που επινόησε. Ίσως να το ετοίμασε την Κυριακή και να έβαλε την ημερομηνία του Σαββάτου. Ίσως να το ετοίμασε το Σάββατο υπολογίζοντας το σύνολο των ωρών που θα εργαζόταν και την Κυριακή ή χρέωσε καθ' υπολογισμό ή τις ώρες που του φαίνονταν λογικές για το είδος της εργασίας. Μπορεί και να συνέβηκε αυτό που εισηγείται η Υπεράσπιση. Η παράμετρος δεν διερευνήθηκε με αναφορά σε τυχόν άλλα τιμολόγια του Αναστασίου προς τρίτους ή ακόμα κατά πόσο υφίστατο και άλλο προγενέστερο τιμολόγιο προς τον κατηγορούμενο για μικρότερο ποσό. Ακόμα και αν η παράμετρος φάνταζε ασήμαντη κατά το αρχικό στάδιο της διερεύνησης της υπόθεσης, θα μπορούσε να διερευνηθεί διαρκούσης της δίκης μετά που η Υπεράσπιση ήγειρε το ζήτημα. Πότε ο Αναστασίου παρέλαβε το τιμολόγιο του τορναδόρου δεν θυμόταν. Δεν ήταν όμως την Κυριακή. Ίσως την επομένη και εν πάση περιπτώσει πριν την Πέμπτη 21.6.
  7. Το τιμολόγιο του τορναδόρου (Ρ.Α. Τορνοτεχνική Λτδ) είναι για ποσό €93,60 περιλαμβανομένου του ΦΠΑ και φέρει ημερομηνία 16.6.
  8. Αποκάλυψε ο Α/Αστ. Τσεκούρας πως από τον τορναδόρο Ρολάνδο Αντωνίου λήφθηκε κατάθεση, ωστόσο το όνομα του δεν αναφέρεται στον κατάλογο των μαρτύρων στο κατηγορητήριο, ούτε και κλήθηκε ως μάρτυρας κατά τη δίκη. Τα γεγονότα που προηγήθηκαν της συνεύρεσης του κατηγορούμενου με τον Σκάγια Είναι κοινό έδαφος πως μετά το τηλεφώνημα του Σκάγια προς τον κατηγορούμενο, ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον Σκάγια. Το τηλεφώνημα έγινε η ώρα 15:
  9. Με αυτό διευθετήθηκε πως θα γινόταν συνάντηση στη μάντρα του Σκάγια στην Αμαργέτη. Ο Σκάγιας υποστηρίζει ότι η επιλογή του χώρου είχε γίνει από τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος αντιτείνει πως τηλεφώνησε στον Σκάγια για να ρωτήσει γιατί δεν πέρασαν από το μαγαζί του, είτε ο Σκάγιας είτε ο Αναστασίου, και πως ήταν ο Σκάγιας που του ζήτησε να πάει στην μάντρα του στην Αμαργέτη γιατί αυτός είχε το τιμολόγιο και έπρεπε να πάει να το πάρει από κοντά του. Είναι η περαιτέρω θέση του κατηγορούμενου πως είπε στον Σκάγια να βρεθούν στο καφενείο της Αμαργέτης γιατί θα δυσκολευόταν να βρει τη μάντρα του αλλά ο Σκάγιας δεν απάντησε ούτε θετικά ούτε αρνητικά. Η κατάληξη ήταν ότι ο κατηγορούμενος θα πήγαινε στην Αμαργέτη και θα τηλεφωνούσε στον Σκάγια για να διευθετήσουν πως να συνευρεθούν. Η ώρα 15:52 ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον Αναστασίου. Είναι η θέση του Αναστασίου πως στο τηλεφώνημα αυτό ο κατηγορούμενος τον απείλησε. Ρώτησε επανειλημμένα πού ήταν τα παιδιά του και πως τον ήθελε μόνο, γιατί μετά που θα κανόνιζε το φίλο του θα πήγαινε στο συνεργείο του να λογαριαστεί και με τον ίδιο. Υποβλήθηκε στον Αναστασίου πως ο κατηγορούμενος του είχε απλά παραπονεθεί γιατί να βάλει εισπράκτορα, θέση την οποία ο Αναστασίου αρνήθηκε. Αναφορικά με αυτό το τηλεφώνημα, ο κατηγορούμενος μαρτύρησε πως ρώτησε τον Αναστασίου προς τι η όλη διαδικασία να πάει στην Αμαργέτη για να συναντήσει κάποιο τρίτο και ο Αναστασίου του απάντησε πως επειδή αντιδρούσε να πληρώσει και πέρασαν οι μέρες το τιμολόγιο ήδη το είχε ο άνθρωπος και έπρεπε να πληρώσει εκείνον. Είναι η θέση του κατηγορούμενου πως καθ' οδό προς Αμαργέτη το αυτοκίνητο του υπερθερμάνθηκε λόγω και του ανηφορικού δρόμου. Έκανε επαναστροφή κινούμενος από Αμαργέτη προς την αντίθετη κατεύθυνση, πέρασε την αερογέφυρα του αυτοκινητόδρομου Λεμεσού - Πάφου και έφτασε μέχρι το ελαιοτριβείο της Αγ. Βαρβάρας. Η θερμοκρασία του αυτοκινήτου του είχε χαμηλώσει οπόταν έκανε επαναστροφή μέσα στο χώρο στάθμευσης του ελαιοτριβείου με πρόθεση να επιχειρήσει εκ νέου να μεταβεί στην Αμαργέτη. Οδήγησε για πολύ λίγη απόσταση αλλά σκεφτόμενος ότι μπορεί να προκύψει ξανά πρόβλημα υπερθέρμανσης, στάθμευσε το αυτοκίνητο του στο σημείο που παρουσιάζεται στις φωτογραφίες της σκηνής του επεισοδίου και τηλεφώνησε στον Σκάγια. Πρόκειται για το τηλεφώνημα που έγινε στις 16:
  10. Είναι κοινό έδαφος πως σε αυτό, ο κατηγορούμενος είπε στον Σκάγια για το πρόβλημα του αυτοκινήτου του και του εξήγησε που βρισκόταν αναμένοντας τον. Ακολούθησε ακόμη ένα τηλεφώνημα στις 16:20 από τον Σκάγια προς τον κατηγορούμενο κατά το οποίο ο τελευταίος του εξήγησε που ακριβώς βρισκόταν. Η σκηνή του επίδικου επεισοδίου Ο Α/Αστ. 1748 Κώστας Κλεόπα (Μ.Κ.8) είναι το πρώτο μέλος της Δύναμης που ειδοποιήθηκε για το επεισόδιο. Έλαβε στο κινητό του τηλέφωνο κλήση από τον Σκάγια, η ώρα 16:30 όπως επιβεβαιώνεται από τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα. Είναι γνωστός του Σκάγια από ενός περίπου έτους. Οι σχέσεις τους δεν είναι φιλικές παρά μόνο τυπικές. Η γνωριμία τους έγινε όταν ο Α/Αστ. Κλεόπα αγόρασε από τον Σκάγια ένα κυνηγετικό σκύλο και έκτοτε αντάλλαζαν, περίπου κάθε μήνα, τηλεφωνήματα αναφορικά με την πρόοδο του σκύλου. Το περιεχόμενο του τηλεφωνήματος του Σκάγια, ήταν πως είχε συναντηθεί με κάποιο πρόσωπο κοντά στο ελαιοτριβείο της Αγίας Βαρβάρας, πως το άλλο πρόσωπο είχε τραβήξει πιστόλι και ο Σκάγιας κατάφερε και του το έπιασε και πως μετά το άλλο πρόσωπο τράβηξε και δεύτερο πιστόλι που και πάλι ο Σκάγιας κατάφερε και του το έπιασε. Ακόμη σε ερώτηση του Α/Αστ. Κλεόπα πού βρισκόταν το πρόσωπο εκείνο ο Σκάγιας ανάφερε πως τον κρατούσε στο μέρος. Ο Σκάγιας δεν ανέφερε κατά πόσο το άλλο πρόσωπο ήταν τραυματισμένο ούτε ο Α/Αστ. Κλεόπα ρώτησε οτιδήποτε γιατί θεώρησε σημαντικό να ενημερώσει την αστυνομία αμέσως. Ο Α/Αστ. Κλεόπα ενημέρωσε τον Α/Αστ. 2495 Ανδρόνικο Τσαππή που ήταν ο υπεύθυνος Β΄ αλλαγής στο ΤΑΕ Πάφου δίδοντας του και τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου του Σκάγια προς διευκόλυνση ανεύρεσης του ακριβούς μέρους που βρισκόταν και αμέσως μετά τηλεφώνησε στον Σκάγια ενημερώνοντας τον ότι η αστυνομία ήταν καθ΄ οδόν προς το μέρος. Επιβεβαιώνεται από τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα πως το τηλεφώνημα του Α/Αστ. Κλεόπα προς τον Σκάγια έγινε η ώρα 16:
  11. Ο Ανώτ. Υπ/μος Ανδρέας Σάββα (Μ.Κ.3) που υπηρετεί στο Εργαστήριο Δακτυλοσκοπίας της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών επισκέφθηκε την σκηνή του επεισοδίου η ώρα 19:
  12. Στο χώρο υπήρχε ήδη αστυνομική δύναμη. Ετοίμασε σχετική έκθεση ημερ. 27.6.2012 (Τεκμήριο 60). Περίγραψε τον χώρο και τα αντικείμενα που ανηύρε και περισυνέλεξε. Στην παρουσία του, η σκηνή του επεισοδίου φωτογραφήθηκε (Τεκμήριο 45) από τον Αστ. 2283 Δημήτρη Αργυρού. Θα περιγράψουμε τη σκηνή και τα τεκμήρια που παραλήφθηκαν με αναφορές και στο φωτογραφικό υλικό. Το επεισόδιο εξελίχθηκε σε χωματόδρομο που συνιστά την είσοδο περιβολιού και εφάπτεται του κύριου ασφαλτοστρωμένου δρόμου Αγίας Βαρβάρας-Αχέλειας. Το μέρος δεν απέχει πολύ από την έξοδο του αυτοκινητόδρομου Λεμεσού-Πάφου και είναι ο δρόμος που μπορεί κάποιος να χρησιμοποιήσει εξερχόμενος του αυτοκινητόδρομου για να μεταβεί προς το αεροδρόμιο Πάφου. Κινούμενος κάποιος προς το αεροδρόμιο Πάφου ο χωματόδρομος βρίσκεται στα δεξιά (φωτ. 1 και 2 του Τεκμηρίου 45). Όταν έφτασε η αστυνομία στο μέρος στο δεξιό ασφάλτινο παγκέτο βρίσκονταν ακινητοποιημένα καλύπτοντας τους χώρους εκατέρωθεν της εισόδου στο χωματόδρομο δύο αυτοκίνητα (φωτ. 6). Το υπ΄ αρ. εγγραφής ΒΒJ 249 μάρκας MITSUBISHI PAJERO με πρόσωπο προς Αχέλεια (φωτ. 15) και το υπ΄ αρ. εγγραφής AAG 130 φορτηγό μάρκας ISUZU με αντίθετη φορά (φωτ. 3). Το πρώτο ανήκει στον κατηγορούμενο και το δεύτερο στον Σκάγια. Μεταξύ των μπροστινών μερών των δύο αυτοκινήτων η απόσταση δεν ήταν μεγάλη (φωτ. 6). Στην άκρη της ασφάλτου εκεί όπου εφάπτεται ο χωματόδρομος και πάνω στην άσφαλτο σε σημείο πολύ κοντά στην δεξιά μπροστινή γωνία του φορτηγού υπήρχε ποσότητα αίματος. Έγινε δειγματοληψία (Τεκμήριο 21). Το σημείο αριθμήθηκε «3» (φωτ. 22 και 23). Σε πολύ μικρή απόσταση πάνω στο γεφυράκι του αυλακιού του δρόμου (φωτ. 17) που είναι μέρος του χωματόδρομου ανευρέθηκε ένα πτυσσόμενο μαχαίρι (Τεκμήριο 22). Το σημείο αριθμήθηκε «4» (φωτ. 23 - 27). Ενδότερα στο χωματόδρομο και στην αριστερή του πλευρά όπως εισέρχεται κάποιος σε αυτό, ίσως περί τα 5 με 6 μέτρα, όπως μπορεί να υπολογιστεί από τις φωτογραφίες (φωτ. 1, 2 και 6) υπάρχει ένας τσιμεντένιος όγκος που ήταν προφανώς το θεμέλιο κάγκελου που ακόμα υπάρχει μέσα στο τσιμέντο. Μεταξύ του σημείου «4» και του τσιμεντένιου όγκου μέσα στο χωματόδρομο ανευρέθηκαν δύο πιστόλια, ένα πορτοφόλι (Τεκμήριο 34), ένα ζεύγος γυαλιών ηλίου (Τεκμήριο 35) και ένας σταυρός με καδένα (Τεκμήριο 36). Το σημείο αριθμήθηκε «5» (φωτ. 22, 27-35). Το ένα πιστόλι ήταν μικρό. Ήταν μάρκας ASTRA UNCETA GUERNICA SPAIN με πλαστική χειρολαβή στην οποία αναγράφετο CUB CAL 6.
  13. Ήταν ένσφαιρο φέροντας φυσιγγιοθήκη με 7 πλήρη φυσίγγια διαμετρήματος 6,35 χιλιοστών (Τεκμήριο 23) (φωτ. 30, 48 και 49). Το άλλο πιστόλι ήταν πιο μεγάλο. Ήταν μάρκας STAR SA CALM με αριθμό στη βάση της χειρολαβής B289231 και στην πλευρά αριθμό
  14. Ήταν ένσφαιρο φέροντας φυσιγγιοθήκη με 8 πλήρη φυσίγγια διαμετρήματος 9 χιλιοστών (Τεκμήριο 24) (φωτ. 31, 50 και 51). Ενδότερα και δεξιά στο χωματόδρομο ανευρέθηκε μία πέτρα με αίμα (Τεκμήριο 25). Το σημείο αριθμήθηκε «6» (φωτ. 52 - 54). Προχωρώντας προς το περιβόλι, στο σημείο «7» ανευρέθηκε ένα κλειδί σε κυλινδρικό μπρελόκ (Τεκμήριο 37) (φωτ. 55 - 58). Συνεχίζοντας στην ίδια κατεύθυνση (φωτ. 55 και 64) αριστερά στο χωματόδρομο στο σημείο «9» ανευρέθηκε ένα κομμάτι ξύλου με αίματα (Τεκμήριο 27) (φωτ. 62 και 63) και στο ίδιο περίπου ύψος δεξιά του χωματόδρομου, στο σημείο «8», τέσσερα άλλα κομμάτια ξύλου με αίματα (Τεκμήριο 26) (φωτ. 59 - 61). Προχωρώντας ακόμη περισσότερο ανευρέθηκε στο κέντρο του χωματόδρομου, στο σημείο «10», ένα τσαντάκι μέσης (Τεκμήριο 28) (φωτ. 66 - 69) το οποίο περιείχε τρία χειρουργικά γάντια (φωτ. 70 - 72) και ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας ΝΟΚΙΑ (φωτ. 72 - 74). Στο ίδιο ύψος του χωματόδρομου δεξιά ανευρέθηκε, στο σημείο «11», μια μαύρη δερμάτινη ζώνη (Τεκμήριο 27) (φωτ. 66, 67, 75 και 76) και ακόμα πιο αριστερά μεταξύ δύο δέντρων στο σημείο «12» στο έδαφος ίχνη από αίματα (φωτ. 76 - 78). Έγινε δειγματοληψία (Τεκμήριο 30). (Ο Αν. Υπαστ. Σάββα παρέδωσε όλα τα τεκμήρια στον Αστ. 1422 Γεώργιο Λεωνίδου (Μ.Κ.1) που τα παρουσίασε κατά τη δίκη). Η σκηνή του επεισοδίου αποκλείστηκε και παρέμεινε υπό φρούρηση μέχρι την 00:01 της 22.6.2012 που αποδεσμεύτηκε. (Οι καταθέσεις των Αστ. 4128 Παναγιώτη Ιορδάνους, Ε/Αστ. 5651 Χριστόδουλου Χριστοδούλου, Αστ. 2472 Χριστάκη Παρασκευά και Ε/Αστ. 5440 Ηλία Μαυρονικόλα είναι σχετικές). Ο Αστ. 2952 Νικόλας Χειμώνας (Μ.Κ.4) μαζί με τον Ε/Αστ. 3892 Αχιλλέα Νικολάου (Μ.Κ.11) ήταν οι αστυνομικοί που πρώτοι αφίχθηκαν στη σκηνή, περί ώρα 16:
  15. Είχαν ειδοποιηθεί από τον A/Αστ. Τσαππή περί ώρα 16:
  16. Σύμφωνα με τον Αστ. Χειμώνα, ο Σκάγιας που ήταν στην είσοδο του χωραφιού υπέδειξε τα δύο πιστόλια και είπε πως ο κατηγορούμενος είχε αποπειραθεί να τον πυροβολήσει χωρίς να τα καταφέρει αφού πρόλαβε και τον ακινητοποίησε κτυπώντας τον. Ο Αστ. Νικολάου κατάθεσε πως ο Σκάγιας τους είχε πει πως ο κατηγορούμενος αποπειράθηκε με το μεγάλο πιστόλι να τον πυροβολήσει χωρίς όμως να τα καταφέρει αφού πρόλαβε και τον ακινητοποίησε κτυπώντας τον. Το μικρό πιστόλι το βρήκε στην κατοχή του κατηγορούμενου και αφού του το απέσπασε το τοποθέτησε δίπλα από το πρώτο στο σημείο που τους είχε υποδείξει. Πού στην κατοχή του κατηγορούμενου βρήκε το μικρό πιστόλι ο Σκάγιας, δεν του ανέφερε. Σύμφωνα με τον Αστ. Χειμώνα ο κατηγορούμενος ήταν στο έδαφος στο σημείο «11» δίπλα από τα δέντρα. Καθόταν και ήταν γερμένος προς τα εμπρός. Ήταν τραυματισμένος και είχε αίματα στο πρόσωπο και στα ρούχα. Ρωτήθηκε και με χαμηλή φωνή είπε το όνομα του. Έδειχνε ότι πονούσε. Ύστερα έγειρε πίσω στο έδαφος. Ο Αστ. Νικολάου είπε πως ο κατηγορούμενος ήταν στο σημείο «12». Η εικόνα που απεκόμισε ο Αστ. Νικολάου, ότι ο κατηγορούμενος ήταν στο σημείο «12» πρέπει να είναι και η ορθή. Τα αίματα που εντοπίστηκαν στο σημείο τείνουν να καταδείξουν πως εκεί πρέπει να ακινητοποιήθηκε και παρέμεινε ο κατηγορούμενος μέχρι την άφιξη της αστυνομίας. Η βαλλιστική εξέταση Τα δύο πιστόλια και οι φυσιγγιοθήκες τους ήταν σε χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. Βλήθηκαν τρία φυσίγγια των 6,35 χιλιοστών και ήταν σε χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. Τα φυσίγγια των 9 χιλιοστών βλήθηκαν όλα και σε χρησιμοποιήσιμη κατάσταση ήταν μόνο τρία από αυτά. (Η έκθεση του Α/Αστ. 1917 Αλέξανδρου Αλεξάνδρου, ειδικού για την εξέταση πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών στο Εγκληματολογικό Εργαστήριο του Αρχηγείου Αστυνομίας, ημερ. 30.7.2012 (Τεκμήριο 54) είναι σχετική). Το επίδικο επεισόδιο Ο Σκάγιας μαρτύρησε πως φτάνοντας στο σημείο της συνάντησης στάθμευσε το αυτοκίνητο του στην άκρη του δρόμου πρόσωπο με πρόσωπο με το αυτοκίνητο που υπέθεσε πως ήταν του κατηγορούμενου. Εξήλθε του αυτοκινήτου του και πλησίασε τον κατηγορούμενο που καθόταν στον όγκο από το τσιμέντο. Τον ρώτησε αν ήταν ο Αντρέας και αφού του απάντησε θετικά ο Σκάγιας του είπε: «Εν αξίζει να τσακωνόμαστε γι' αυτό το ποσό». Ο κατηγορούμενος με άγριο ύφος του απάντησε: «Εσύ τι παριστάνεις; Τον κάουμπόι;». Στο στάδιο αυτό ο κατηγορούμενος στάθηκε και έβαλε το αριστερό του χέρι πίσω στη μέση του και ανέσυρε πιστόλι. Είδε ο Σκάγιας το πιστόλι στο αριστερό χέρι του κατηγορούμενου στην αριστερή του πλευρά. Επρόκειτο για ένα μεγάλο πιστόλι. Ήταν το Τεκμήριο
  17. Ο Σκάγιας τον άρπαξε αγκαλιάζοντας τον με τα δύο του χέρια και έγυρε το σώμα του παρασύροντας και τον κατηγορούμενο να πέσει στο έδαφος. Με το δεξί του πόδι γονάτισε πάνω στον αριστερό του καρπό. Ο κατηγορούμενος προσπαθούσε να γυρίσει το όπλο προς το μέρος του. Ο Σκάγιας τον κτυπούσε παντού με τα χέρια του στην προσπάθεια να του πάρει το όπλο. Τον αφόπλισε, πήρε στα χέρια του το πιστόλι και το πέταξε προς την πλευρά του δρόμου. Η πάλη συνεχίστηκε και ο κατηγορούμενος του ξέφυγε και έτρεξε στο χωματόδρομο προς το περιβόλι. Ο Σκάγιας τον κυνήγησε. Στην πορεία αντιλήφθηκε πως ο κατηγορούμενος προσπαθούσε κάτι να πιάσει μέσα από τσαντάκι που είχε στη μέση του μπροστά. Έπιασε κάτι, αμέσως όμως ο Σκάγιας τον έπιασε, τον κτύπησε και διαπίστωσε ότι σε κάποιο του χέρι, δεν θυμάται σε ποιο, είχε ένα μικρό πιστόλι. Ήταν το Τεκμήριο
  18. Είδε ολοκάθαρα, είπε κατά την κύρια του εξέταση, τον κατηγορούμενο να βγάζει το μικρό πιστόλι από το τσαντάκι του. Κατά την αντεξέταση του είπε πως δεν είδε τι πήρε από το τσαντάκι ο κατηγορούμενος αλλά όταν τον κτύπησε το βρήκε στο χέρι του. Το μικρό πιστόλι μετέφερε και τοποθέτησε ο ίδιος στη συνέχεια δίπλα από το μεγάλο πιστόλι το οποίο άφησε στο σημείο που το είχε ρίξει χωρίς να το αγγίξει ξανά. Ο Σκάγιας δεν θυμάται αν αυτός έβγαλε το τσαντάκι από τη μέση του κατηγορούμενου. Ούτε πώς αφαιρέθηκε η ζώνη από το παντελόνι του κατηγορούμενου μπορούσε να πει. Δεν νομίζει να του την έβγαλε ο ίδιος. Η πέτρα με τα αίματα (Τεκμήριο 25) δεν του λέει τίποτε. Τα τέσσερα ξύλα (Τεκμήριο 26) δεν τα είχε στην κατοχή του και δεν θυμόταν αν τα χρησιμοποίησε. Το ξύλο (Τεκμήριο 27) δεν το έχει ξαναδεί. Δέχτηκε ο Σκάγιας πως έσπασε τα χέρια και τα δάκτυλα του κατηγορούμενου προβάλλοντας ως δικαιολογία να μην μπορεί ο τελευταίος να πάρει τα όπλα. Δεν θυμόταν πότε του τα έσπασε. Δέχτηκε ακόμα πως με το πέρας του επεισοδίου είχε καταστήσει τον κατηγορούμενο ανήμπορο να κινηθεί. Ο κατηγορούμενος μαρτύρησε πως ο Σκάγιας έφτασε στο μέρος με ένα διπλοκάμπινο ανοιχτού χρώματος. Δεν στάθμευσε πολύ κοντά στο δικό του αυτοκίνητο. Κατέβηκε και τον πλησίασε. Είπε στον Σκάγια: «Γεια σου, μα κάμνεις τζιαι τον εισπράχτορα;». Ο Σκάγιας απάντησε: «Ποούλλα κάμνω». Είπε ακόμα πως είναι γνωστοί και φίλοι με τον Αναστασίου και του κάμνει αυτού του είδους τις δουλειές. Τότε ο κατηγορούμενος του ζήτησε να του παρουσιάσει το τιμολόγιο του Αναστασίου για να δει τι ποσό αναφέρεται. Ο Σκάγιας αποχώρησε, πήγε στο αυτοκίνητο του και επέστρεψε κρατώντας κάποια χαρτιά τα οποία έπαιζε στα χέρια του. Δεν απάντησε στον κατηγορούμενο τι ποσό αναφερόταν. Του είπε πως τα τιμολόγια ήταν δύο και του τα πέταξε λέγοντας του: «Εν 500 τωρά». Ο κατηγορούμενος έσκυψε προς τα εμπρός για να αρπάξει τα τιμολόγια στον αέρα και τότε ο κατηγορούμενος τον κτύπησε με κάποιο αντικείμενο στο πρόσωπο. Δεν είδε το αντικείμενο υποθέτει όμως πως ήταν μεταλλικό. Αιφνιδιάστηκε και δεν έβλεπε. Ο Σκάγιας συνέχισε να τον κτυπά. Θυμάται να είναι στο έδαφος και τον Σκάγια να φωνάζει και να τον κτυπά. Το στόμα του γέμισε αίμα και αισθανόταν πως πνιγόταν. Συνέχισε να δέχεται κτυπήματα και σε κάποια στιγμή, αναφέρει, πρέπει να λιποθύμησε γιατί δεν θυμάται οτιδήποτε άλλο. Ότι θυμάται στη συνέχεια ήταν τρεις μέρες μετά στο Νοσοκομείο Πάφου. Η αυτόπτης μάρτυρας Η Γκαλίνα Στυλιανού (Μ.Κ.23) είναι Ρωσίδα μόνιμη κάτοικος Κύπρου. Εργάζεται στο αεροδρόμιο Πάφου και περί ώρα 15:45 της 21.6.2012 οδηγούσε προς το αεροδρόμιο. Ήταν αυτόπτης μάρτυρας του επίδικου επεισοδίου. Καθώς οδηγούσε είδε δύο άνδρες να μαλώνουν στο χωματόδρομο και σταμάτησε το αυτοκίνητο της στην αριστερή πλευρά του δρόμου περίπου κάθετα με το χωματόδρομο. Ο ένας άντρας ήταν ξαπλωμένος και ο άλλος καθόταν είτε δίπλα είτε από πάνω του και τον κτυπούσε. Αυτός που ήταν από κάτω προσπαθούσε και αυτός να κτυπήσει ή να αποκρούσει τα κτυπήματα του άλλου. Όπου επικεντρώθηκε η αντεξέταση της ήταν στην παρουσία άλλων αυτοκινήτων στο μέρος. Ανάφερε πως ένα μόνο αυτοκίνητο ήταν σταματημένο στο χώρο. Ήταν το μαύρο τζιπ. Αναμφίβολα αναφερόταν στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου. Ανάφερε πως μετά που η ίδια σταμάτησε κάποιο άλλο αυτοκίνητο χρώματος άσπρου σταμάτησε πίσω της με οδηγό ένα άντρα και άνοιξε η πόρτα του. Βλέποντας φωτογραφίες που παρουσιάζουν το φορτηγό ΑΑG130 είπε πως ομοιάζει και πως μπορεί να ήταν αυτό, μπορεί όμως και όχι. Στη συνέχεια η ίδια αναχώρησε από το μέρος και δεν γνωρίζει κατά πόσο ο άντρας που οδηγούσε το αυτοκίνητο που είχε σταματήσει πίσω της κατέβηκε. Κατά την επανεξέταση επιστήθηκε η προσοχή της στο περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε την ημέρα του επεισοδίου (Τεκμήριο 76 και 77) όπου αναφερόταν εκτός από το μαύρο τζιπ σε δύο άλλα άσπρα βαν ένα που ήταν σταθμευμένο και ένα άλλο που σταμάτησε εκείνη την ώρα πίσω της. Αναγνώρισε η μάρτυρας πως στην κατάθεση της ομιλούσε για τρία συνολικά αυτοκίνητα και πως αυτό πρέπει να ήταν το ορθό αφού τότε τα γεγονότα ήταν φρέσκα. Όμως δεν μπορούσε να φρεσκάρει τη μνήμη της. Απλά, ανέφερε, για να καταθέσει πως υπήρχε και σταθμευμένο άσπρο βαν αυτό πρέπει να ήταν ορθό. Γνωρίζει πως είναι ένα διπλοκάμπινο και κανένα από τα αυτοκίνητα που είδε στο χώρο δεν ήταν τέτοιο. Η Στυλιανού είναι πρόσωπο που δεν σχετίζεται με οιονδήποτε των εμπλεκομένων και δεν θα είχε κανένα λόγο να παραποιήσει την αλήθεια. Ωστόσο δεν υπήρξε πλήρως αξιόπιστη σε όλες τις πτυχές της μαρτυρίας της. Υπάρχουν επιμέρους ζητήματα για τα οποία μπορούμε με ασφάλεια να βασιστούμε στα λεχθέντα της, σε άλλα όμως όχι. Ότι κάποιο αυτοκίνητο που την ακολουθούσε σταμάτησε και άνοιξε η πόρτα του οδηγού το αποδεχόμαστε. Δεν ήταν της φαντασίας της. Όμως δεν μπορούμε να στηριχτούμε στη μαρτυρία της για να καταλήξουμε πως το ημιφορτηγό ΑΑG130 βρισκόταν στο χώρο που παρουσιάζεται στις φωτογραφίες της σκηνής κατά την ώρα του επεισοδίου. Η αναφορά της ότι για να το πει στην κατάθεση της πρέπει να ήταν και το ορθό δεν μας ικανοποιεί. Παραμένουν στο μυαλό μας αμφιβολίες. Είναι δεδομένο πως για να σταματήσει στο χώρο είδε το επεισόδιο. Βλέποντας τη φωτογραφία 2 του Τεκμηρίου 45 μπορούμε να δεχτούμε, χάριν συζήτησης, πως προσεγγίζοντας το χώρο θα μπορούσε να δει τους εμπλεκόμενους έστω και αν το ημιφορτηγό ήταν εκεί. Η ίδια μας είπε πως στη συνέχεια σταμάτησε το αυτοκίνητο της κάθετα προς το χωματόδρομο (βλ. φωτ.6). Τούτο σημαίνει πως η θέαση της θα πρέπει να είχε διακοπεί λόγω της παρουσίας του ημιφορτηγού, αλλά και σταματώντας κάθετα στο χωματόδρομο και βλέποντας ενδιάμεσα των δύο αυτοκινήτων η παρουσία του ημιφορτηγού δεν θα μπορούσε να διαλάθει της προσοχής της. Προκύπτει από την κατάθεση της πως είναι ένα ιδιαίτερα παρατηρητικό πρόσωπο. Η περιγραφή που δίδει για τον Σκάγια είναι εντυπωσιακή. Περαιτέρω δεν έχει διαλάθει της προσοχής μας ότι στην κατάθεση της στην αστυνομία παρόλο που φαίνεται να ομιλεί για τρία αυτοκίνητα περιγράφει δύο αφού πέραν του μαύρου τζιπ τα άλλα, που υποτίθεται ήταν δύο, περιγράφει κατά τον ίδιο τρόπο ως άσπρα βαν. Το να μην επανέρχεται η μνήμη της, όπως είπε, επίσης μας δημιουργεί ερωτηματικά. Μήπως στην κατάθεση της στην αστυνομία δεν ήθελε να πει ότι υπήρχε σταθμευμένο άσπρο αυτοκίνητο; Η σχετικότητα της μαρτυρίας της Στυλιανού αφορά στη θέση της Υπεράσπισης ότι αφού ο Σκάγιας, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, αφίχθηκε με διπλοκάμπινο και αντί διπλοκάμπινου ανευρέθηκε στη σκηνή το άσπρο ημιφορτηγό, θα πρέπει να υπήρξε παρέμβαση από τρίτο ή τρίτους που υποβοήθησαν τον Σκάγια. Γεγονός παραμένει, αφού είναι κοινό έδαφος των εμπλεκομένων ότι ο κάθε ένας αφίχθηκε στο χώρο με αυτοκίνητο που οδηγούσε, πως πρέπει να υπήρχαν δύο ακινητοποιημένα αυτοκίνητα εκεί. Της προσοχής της Στυλιανού πιο εύκολα θα μπορούσε να διαλάθει ένα διπλοκάμπινο που ήταν ακινητοποιημένο σε μεγαλύτερη απόσταση από το μαύρο τζιπ, όπως ήταν η εκδοχή του κατηγορούμενου. Η Στυλιανού δεν είδε διπλοκάμπινο. Δεν λέμε πως η μαρτυρία της Στυλιανού ενισχύει τη θέση του κατηγορούμενου πως ο Σκάγιας αφίχθηκε με διπλοκάμπινο. Όπου καταλήγουμε είναι στην παρουσία σοβαρών αμφιβολιών κατά πόσο το άσπρο ημιφορτηγό ήταν στο σημείο που φαίνεται στις φωτογραφίες κατά το επεισόδιο. Ήταν η θέση της συζύγου του Σκάγια πως ο σύζυγος της έφυγε από το σπίτι με το ημιφορτηγό του αυτοκίνητο. Άκουσε το θόρυβο του. Το διπλοκάμπινο τους δεν ήταν στο σπίτι τους την ημέρα εκείνη. Δεν ξέρει πού ήταν. Η σύζυγος του Σκάγια θα είχε κάθε λόγο να υποστηρίξει τη θέση του συζύγου της έστω και αν δεν ανταποκρινόταν στην αλήθεια. Δεν αισθανόμαστε ασφαλείς στο να βασιστούμε στη μαρτυρία της. Μας φάνηκε αφύσικο να μην γνωρίζει πού ήταν το διπλοκάμπινο της οικογένειας. Η μαρτυρία της δεν έχει θετική αποδεικτική αξία. Τα τηλεφωνήματα του Σκάγια μετά το επεισόδιο Ο Μάριος Ορφανίδης (Μ.Κ.19) είναι φίλος του Σκάγια για αρκετά χρόνια. Θεωρεί τον εαυτό του ως το πιο στενό φίλο του Σκάγια. Είναι το πρώτο πρόσωπο στο οποίο τηλεφώνησε ο Σκάγιας. Προκύπτει από τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα πως το τηλεφώνημα έγινε η ώρα 16:
  19. Ο Ορφανίδης ήταν στη Λεμεσό. Όπως καταθέτει, ο Σκάγιας του είπε κατά λέξη: «Είχα ραντεβού με έναν να μου δώκει λεφτά τζιαι τράβησε πιστόλι να με παίξει τζαι πρόλαβα τζαι κτύπησα τον τζαι έχω τον χαμέν τζαι δέρνω τον ακόμα. Τι εν να κάμω;» Ο Ορφανίδης του είπε να τον δέσει και να τηλεφωνήσει στην αστυνομία. Τον ρώτησε ακόμα για τα πιστόλια και ο Σκάγιας του είπε ότι του τα έπιασε και ήταν στο έδαφος. Επέμενε ο Ορφανίδης πως στο τηλέφωνο ο Σκάγιας του είπε για δύο πιστόλια. Μετά το τηλεφώνημα αυτό ο Ορφανίδης τηλεφώνησε στον αριθμό 97719137 για το οποίο είπε πως δεν θυμόταν σε ποιόν ανήκει και στη συνέχεια η ώρα 16:36 τηλεφώνησε πίσω στον Σκάγια να μάθει πού ακριβώς βρισκόταν. Μπορεί πράγματι ο Ορφανίδης να μην θυμόταν σε ποιόν ανήκει ο αριθμός 97719137, υπήρξε όμως ερειστικός όταν η Υπεράσπιση επέμενε να αποκαλύψει την ταυτότητα του κατόχου του τηλεφωνικού αριθμού. Όταν ο Ορφανίδης έφτασε στο μέρος η σκηνή ήταν ήδη αποκλεισμένη από την αστυνομία. Είναι η θέση του Ορφανίδη πως στο μέρος συνομίλησε με το Σκάγια. Αν πράγματι συνέβη κάτι τέτοιο διερωτώμεθα γιατί το επέτρεψε η αστυνομία. Σύμφωνα με την κατάθεση του Ορφανίδη ο Σκάγιας του περιέγραψε πως θα συναντείτο με τον κτυπημένο στην Αμαργέτη για να του δώσει κάποια χρήματα και ο τελευταίος του τηλεφώνησε να βρεθούν στην Αγία Βαρβάρα γιατί έβρασε το αυτοκίνητο του. Στη συνάντηση ο άλλος είπε στο Σκάγια «ποιος είσαι εσύ που εν να πιάσεις τα λεφτά;» και έβαλε το χέρι πίσω στην πλάτη του και τράβησε το πιστόλι. Ο Σκάγιας πρόλαβε και τον κτύπησε με γροθιά στο πρόσωπο και ο άλλος έπεσε στο έδαφος χωρίς να προλάβει να πυροβολήσει. Ο Σκάγιας γονάτισε πάνω στο χέρι του που κρατούσε το πιστόλι και τον κτύπησε με γροθιές στο πρόσωπο μέχρι που έχασε τις αισθήσεις του. Στη συνέχεια ο Σκάγιας κοίταξε στη τσάντα που κρατούσε ο κτυπημένος και βρήκε ακόμα ένα όπλο το οποίο έβαλε δίπλα από το πρώτο. Ο Ορφανίδης επεδίωξε να δώσει κατάθεση στην αστυνομία. Όπως αναφέρει στην κατάθεση του στη σκηνή ανέφερε σε αστυνομικό πως ο Σκάγιας του είχε τηλεφωνήσει και του είχε αναφέρει τι είχε επισυμβεί. Δια ζώσης ο Ορφανίδης ανέφερε πως και το δεύτερο πιστόλι επιχείρησε να ανασύρει ο κατηγορούμενος και δικαιολογώντας την αρχική του αναφορά ότι ο Σκάγιας του είπε ότι ερεύνησε τον κατηγορούμενο και βρήκε το δεύτερο πιστόλι στο τσαντάκι, επικαλέστηκε πως ο Σκάγιας ήταν συγχυσμένος όταν του το ανέφερε. Επέμενε πως στη σκηνή ο Σκάγιας του ανέφερε πως ο κατηγορούμενος είχε ανασύρει και δεύτερο πιστόλι, όμως κάτι τέτοιο δεν ανέφερε στην κατάθεση του στην αστυνομία που δόθηκε αυθημερόν η ώρα 18:
  20. Ο Αναστασίου στην κατάθεση του στην αστυνομία αφήνει ξεκάθαρα να νοηθεί ότι μετά που μίλησε με τον Σκάγια και τον ενημέρωσε για το απειλητικό τηλεφώνημα του κατηγορούμενου, ό,τι επόμενο συνέβηκε ήταν να λάβει τηλεφώνημα από το νοσοκομείο ότι ο Σκάγιας ήταν στις Α' Βοήθειες. Δεν ανέφερε στην κατάθεση του πως η ώρα 16:31 ο Σκάγιας του είχε τηλεφωνήσει από τη σκηνή του επεισοδίου και είχαν συνομιλία ενάμιση λεπτού. Κατά την αντεξέταση του ο Αναστασίου υποστήριξε πως για το επεισόδιο, δηλαδή ότι είχαν ανασυρθεί δύο πιστόλια, ότι υπήρξε ξυλοδαρμός και ότι ειδοποιήθηκε η αστυνομία, πληροφορήθηκε όταν ο ίδιος τηλεφώνησε στον Σκάγια. Επέμενε ότι ο ίδιος του τηλεφώνησε αλλά τέτοιο τηλεφώνημα δεν παρουσιάζεται στα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα, τουλάχιστο μέχρι την ώρα που καλύπτουν. Στο τέλος δέχθηκε ότι μπορεί να είναι ο Σκάγιας που του τηλεφώνησε και να του διέφυγε γιατί ήταν ταραγμένος όταν έδινε την κατάθεση του στην αστυνομία. Σχεδόν αμέσως μετά το τηλεφώνημα του Σκάγια, στις 16:35 ο Αναστασίου τηλεφώνησε και μίλησε με τον αδελφό του Πανίκο Αναστασίου για σχεδόν τρία λεπτά. Φαίνεται πως μόλις διέκοψαν ο Πανίκος τηλεφώνησε η ώρα 16:38 στον Σκάγια. Ο Αναστασίου δεν θυμόταν τι ήθελε τον αδελφό του, ούτε μπορούσε να ξέρει, είπε, τι ήθελε ο αδελφός του τον Σκάγια. Ο Ανδρέας Αντωνιάδης (Μ.Κ.15) είναι από δεκαπενταετίας φίλος του Σκάγια. Το απόγευμα της 21.6.2012 ενώ βρισκόταν στην Καλλέπεια δέχθηκε τηλεφώνημα στο κινητό του με αριθμό 99647329 από τον Σκάγια. Τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα αποκαλύπτουν ότι το τηλεφώνημα έγινε στις 16:
  21. Ο Σκάγιας τον ρώτησε αν γνώριζε κάποιο Ανδρέα από τη Γεροσκήπου και ο Αντωνιάδης τον ρώτησε αν ο συγκεκριμένος έχει κάποιο παρατσούκλι. Άκουσε τότε το Σκάγια να ρωτά και κάποιο να απαντά με αδύνατη φωνή και να λέει: «Πουλλούι». Ο Αντωνιάδης δεν γνώριζε τέτοιο πρόσωπο. Ρώτησε το Σκάγια τι είχε συμβεί και ο Σκάγιας του είπε: «έφκαλε πιστόλι να με παίξει, έπιασα του το τζιαι έφκαλε τζιάλλο που μες το τσεντί της μέσης». Στις 16:46 αμέσως μετά που έκλεισε το τηλέφωνο με το Σκάγια ο Αντωνιάδης τηλεφώνησε σε κάποιο Άντρο Σωτηρίου που είναι φίλος τόσο του ιδίου όσο και του Σκάγια. Ο Αντωνιάδης έφτασε στη σκηνή 40 περίπου λεπτά μετά. Η σκηνή ήταν ήδη αποκλεισμένη από την αστυνομία και όπως του ελέχθηκε ο Σκάγιας είχε ήδη μεταφερθεί με περιπολικό στο νοσοκομείο. Αποκαλύφθηκε κατά την αντεξέταση πως στο παρελθόν ο Αντωνιάδης αντιμετώπισε μια ποινική υπόθεση στην οποία, όπως είπε, είχε αθωωθεί, στην οποία κατηγορείτο ότι τηλεφώνησε σε κάποιο για να μεταβεί σε κάποιο μέρος και ότι κάποιοι άλλοι που είχαν να λαμβάνουν χρήματα από το πρώτο πρόσωπο πήγαν εκεί και τον έδειραν. Η όποια υπόνοια κατά του Αντωνιάδη, που έχει εκθεμελιωθεί μετά την αναφορά του πως αθωώθηκε και που δεν διαψεύσθηκε, δεν μπορεί να έχει αντίκτυπο στη διάθεση ή συμπεριφορά του φίλου του Σκάγια. Ο Ευαγόρας Χρυσάνθου (Μ.Κ.21) είναι αδελφός της συζύγου του Σκάγια. Το απόγευμα της 21.6.2012 καθώς ερχόταν από Λευκωσία προς Πάφο και βρισκόταν στην περιοχή της Πέτρας του Ρωμιού, του τηλεφώνησε στο κινητό του με αριθμό 99679354 ο Σκάγιας και του είπε ότι είχε τσακωθεί με κάποιο ο οποίος κρατούσε δύο πιστόλια. Ο Σκάγιας είχε ήδη τηλεφωνήσει στην αστυνομία. Το τηλεφώνημα έγινε στις 16:
  22. Στις 16:57 ενώ βρισκόταν στην περιοχή των Κουκλιών ο Χρυσάνθου τηλεφώνησε στο Σκάγια και ρώτησε πού βρισκόταν. Όταν έφτασε στο μέρος η αστυνομία ήταν ήδη εκεί. Προσπάθησε να ρωτήσει το Σκάγια αν κτύπησε και οι αστυνομικοί που ήταν στο μέρος του είπαν να απομακρυνθεί. Αυτή η περιγραφείσα προσέγγιση της αστυνομίας να μην επιτρέψει ακόμα και σε συγγενή να ερωτήσει τον Σκάγια ακόμη και για ζήτημα υγείας, καθιστά ακόμη πιο περίεργη την αναφορά του Ορφανίδη ότι σε εκείνον επιτράπηκε να συνομιλήσει με τον Σκάγια αναφορικά με την ουσία των αδικημάτων που διερευνούσε η αστυνομία. Από τη Λευκωσία ο Χρυσάνθου επέστρεφε, όπως ανέφερε στη μαρτυρία του, μαζί με κάποιο Αντώνη Κρητικό. Αυτό δεν το είχε αναφέρει στην κατάθεση του στην αστυνομία. Είχαν μαζί μεταβεί στη Λευκωσία για συνάντηση στο Υπουργείο Γεωργίας. Ο Κρητικός δεν έφτασε στη σκηνή μαζί με το Χρυσάνθου. Εξερχόμενος ο Χρυσάνθου του αυτοκινητόδρομου τον είχε αφήσει σε ένα σταθμό βενζίνης στα Μανδριά για να πάρει το αυτοκίνητο του. Η σύζυγος του Σκάγια μαρτύρησε πως σε κάποια στιγμή έλαβε μήνυμα στο κινητό της από την κόρη της ότι κάτι είχε συμβεί στο δρόμο με τον πατέρα της και θα καθυστερούσε να επιστρέψει. Τότε η ίδια ανήσυχη τηλεφώνησε στο Σκάγια από το κινητό της με αριθμό 99315630 και τον ρώτησε τι είχε γίνει. Της είπε πως είχε τσακωθεί με κάποιο στο δρόμο στην Αγία Βαρβάρα αλλά να μην ανησυχεί γιατί είχε τηλεφωνήσει στην αστυνομία και ερχόταν. Ερωτήθηκε συγκεκριμένα για να επιβεβαιώσει πως ο σύζυγος της, της είπε ότι ανέμενε την αστυνομία και απάντησε: «Ανέμενε, έρχετουν, δεν θυμούμαι τι ακριβώς μου είπε εκείνη την ώρα». Στα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα που φτάνουν μέχρι η ώρα 17:00 δεν παρουσιάζεται τέτοιο τηλεφώνημα. Ο ίδιος ο Σκάγιας μαρτύρησε πως δεν νομίζει να του είχε τηλεφωνήσει η σύζυγος του. Η Υπεράσπιση επισήμανε αυτή την αλληλουχία των τηλεφωνικών κλήσεων και άλλων, εισηγούμενη πως ο Σκάγιας, ο Αναστασίου και η παρέα τους συνεννοούνταν και λειτουργούσαν ύποπτα ως ομάδα. Η εισήγηση παρέμεινε στο επίπεδο της υπόνοιας. Στο παρελθόν ο Σκάγιας είχε καταδικαστεί μαζί με δύο άλλα άτομα για επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη σε δύο πρόσωπα και ότι μαζί με ακόμα ένα απείλησαν το ένα πρόσωπο ότι θα το σκότωναν εάν πήγαινε στην αστυνομία (βλ. Τεκμήριο 110), αλλά τούτο από μόνο του δεν έχει αποδεικτική βαρύτητα προς τεκμηρίωση της θέσης της Υπεράσπισης. Τα διάφορα τηλεφωνήματα που έγιναν μετά το επίδικο επεισόδιο θα μπορούσαν να δικαιολογηθούν και διαφορετικά. Ο Σκάγιας ισχυρίστηκε πως ενημέρωνε τους φίλους του γι' αυτό που του έτυχε, ζητώντας και πληροφορίες για το ποιόν του κατηγορούμενου, αφού, αν πράγματι ο τελευταίος οπλοφορούσε, ο Σκάγιας δικαιολογείτο να ήταν ανήσυχος μήπως και είχε μπλεχτεί με πρόσωπο του υποκόσμου ή του οργανωμένου εγκλήματος. Υπάρχει και μια τρίτη εξήγηση για την πληθώρα των τηλεφωνημάτων του Σκάγια προς διάφορα φιλικά του πρόσωπα αμέσως μετά το επεισόδιο. Παρατηρήσαμε πως τα πρόσωπα αυτά επεδίωξαν με τη μαρτυρία τους να ενισχύσουν τη βασική εκδοχή του Σκάγια ότι τα πιστόλια στη σκηνή του επεισοδίου είχε μεταφέρει ο κατηγορούμενος. Ενδέχεται ο Σκάγιας να προσπάθησε να δημιουργήσει ενισχυτική μαρτυρία της θέσης του. Η σωματική κατάσταση του κατηγορούμενου και του Σκάγια Ο ιατροδικαστής Νικόλας Χαραλάμπους (Μ.Κ.22) κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του (Τεκμήριο 64) εξέτασε τον κατηγορούμενο στις 22.6.2012 μεταξύ των ωρών 12:23 - 13:06 και συνέταξε σε μεταγενέστερο χρόνο σχετική ιατροδικαστική έκθεση (Τεκμήριο 105). Καθ' υπόδειξη του ιατροδικαστή ο εξεταζόμενος φωτογραφήθηκε (Τεκμήριο 43). (Οι φωτογραφίες λήφθηκαν από τον Αστ. 2588 Αντρέα Παπακλεοβούλου). Οι φωτογραφίες είναι άκρως αποκαλυπτικές και αναδεικνύουν τη σοβαρότητα της κατάστασης του κατηγορούμενου. Περιττεύει λεπτομερής αναφορά στις επιμέρους σωματικές του βλάβες. Είναι πρόδηλο πως ο κατηγορούμενος κτυπήθηκε βάναυσα στο κεφάλι, στα χέρια και σε διάφορα μέρη του κορμού του. Για δέκα τραύματα στο κεφάλι απαιτήθηκαν 52 ραφές ενώ ένα ακόμα τραύμα στο τριχωτό είχε τόσες ραφές που ο ιατροδικαστής δεν μπορούσε να τις διαχωρίσει και μετρήσει. Σε διάφορα μέρη του κορμού ιδιαίτερα στην πλάτη υπήρχαν εκδορές, θλαστικές εκχυμώσεις και εντυπώματα αρκετά από τα οποία ήταν πρόδηλο στον ιατροδικαστή πως δημιουργήθηκαν με θλών όργανο, μακρύ και λεπτό όπως ένα σκουπόξυλο ή μια ράβδος. Όταν ο ιατροδικαστής Χαραλάμπους εξέτασε τον κατηγορούμενο τα τραύματα ήταν ήδη συρραμένα γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα διαπίστωσης του τρόπου που προκλήθηκαν. Περιορίστηκε ο ιατροδικαστής στην εξωτερική εικόνα του κατηγορούμενου. Από τα πιστοποιητικά των θεραπόντων ιατρών του που ο κατηγορούμενος παρουσίασε (Τεκμήριο 106) προκύπτει πως ο κατηγορούμενος είχε υποστεί αιμορραγική θλάση εγκεφάλου και κατάγματα κρανίου. Ένα εμπιεστικό κάταγμα στη δεξιά βρεγματική χώρα με μετατόπιση του οστού προς τα έσω και συντριπτικό κάταγμα στη δεξιά κροταφοϊνιακή χώρα. Είχε ακόμα υποστεί κατάγματα σε αμφότερα τα χέρια για τα οποία απαιτήθηκαν χειρουργικές επεμβάσεις με προσθετικά, πλάκα, βίδες και βελόνες. Υπέστη ακόμα κάταγμα της κάτω γνάθου. Διερεύνησε η Υπεράσπιση κατά πόσο τα δύο παράλληλα τραύματα στην αριστερή μετωπιαία χώρα του κατηγορούμενου μπορούσαν να συνδεθούν, ότι δηλαδή προκλήθηκαν από ένα κτύπημα με το κάτω μέρος της χειρολαβής του μεγάλου πιστολιού το οποίο, συνεπώς, κρατούσε ο Σκάγιας. Ο ιατροδικαστής Χαραλάμπους δεν μπορούσε να το συνδέσει κατά τρόπο θετικό. Ούτε και η ιατροδικαστής Ελένη Αντωνίου (Μ.Υ.1) ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες της Υπεράσπισης. Η ιατροδικαστής Αντωνίου εξέφρασε τη γνώμη πως τα δύο παράλληλα τραύματα είχαν προκληθεί από δύο ή και περισσότερα κτυπήματα με θλών όργανο. Ούτε και αυτή μπορούσε να συνδέσει τα συγκεκριμένα τραύματα με συγκεκριμένο όργανο επιβεβαιώνοντας τη θέση του ιατροδικαστή Χαραλάμπους ότι αφότου συρραφούν τα τραύματα περιορίζεται η δυνατότητα διαπίστωσης του τρόπου που προκλήθηκαν. Η Ελλάδα Καλαϊτζίδου (Μ.Κ.19) εξέτασε το Σκάγια αυθημερόν η ώρα 17:33 και συνέταξε σχετικό ιατρικό έντυπο ημερ. 23.6.2012 (Τεκμήριο 102). Παραπονείτο για ζάλη. Τα αντικειμενικά ευρήματα ήταν κάποιες εκδορές και ερυθρότητα στο αριστερό γόνατο. Έγιναν διάφορες εξετάσεις χωρίς να διαπιστωθούν παθολογικά στοιχεία. Ο ιατροδικαστής Χαραλάμπους εξέτασε τον Σκάγια στις 22.6.2012 μεταξύ των ωρών 19:45 - 20:35 και ετοίμασε σχετική ιατροδικαστική έκθεση (Τεκμήριο 104). Καθ' υπόδειξη του ο εξεταζόμενος φωτογραφήθηκε (Τεκμήριο 41). (Οι φωτογραφίες λήφθηκαν από τον Α/Αστ. 1825 Αντρέα Χριστοφίδη. Ο Αστ. 3894 Ανδρέας Γερμανός παρέλαβε τα ενδύματα και υποδήματα του Σκάγια και τις δειγματοληψίες που έλαβε από τον Σκάγια ο ιατροδικαστής Χαραλάμπους (Τεκμήρια 3 - 6 και 8 - 13)). Προκύπτει πως οι βλάβες του Σκάγια ήταν επιπόλαιες. Οι εκχυμώσεις και εκδορές στα γόνατα πρέπει να προκλήθηκαν όταν γονατούσε πάνω ή δίπλα στον κατηγορούμενο κτυπώντας τον, οι δε περισσότερες εκδορές στα χέρια είναι αναμφίβολα το αποτέλεσμα των κτυπημάτων που με τα χέρια του επέφερε στον κατηγορούμενο. Δεν επιθυμούμε να παρασιωπήσουμε την απορία μας πως ο ιατροδικαστής Χαραλάμπους χρειάστηκε 50 ολόκληρα λεπτά για να εξετάσει τον Σκάγια ενώ 43 λεπτά του ήταν αρκετά για να εξετάσει τον κατηγορούμενο. Οι εξετάσεις σε επίπεδο γενετικού υλικού Τα παρειακά επιχρίσματα του Σκάγια (Τεκμήριο 7) έλαβε, κατόπιν γραπτής του συγκατάθεσης (Τεκμήριο 57), ο Αστ. 3144 Πλαστήρας Σιμιλλίδης (Μ.Κ.2). Κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του κατηγορούμενου (Τεκμήριο 86) λήφθηκε από αυτόν δείγμα αίματος (Τεκμήριο 33) το οποίο παρέλαβε από τον κυβερνητικό γιατρό που έλαβε το δείγμα στην παρουσία του ο Α/Αστ. 1827 Μιχάλης Καλλής (Μ.Κ.7). Ο Μάριος Καριόλου (Μ.Κ.18) διευθύνει το Τμήμα Καρδιαγγειακής Γενετικής και το Εργαστήριο Δικανικής Γενετικής του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου. Τα εντυπωσιακά του προσόντα εμφαίνονται σε συνοπτικό βιογραφικό σημείωμα που παρουσίασε (Τεκμήριο 100). Ο Καριόλου εξέτασε αριθμό τεκμηρίων της υπόθεσης και συνέταξε Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης αρ. 3956-2012, ημερ. 6.8.2012 (Τεκμήριο 101). (Ότι τα αντικείμενα και δειγματοληψίες που εξέτασε ο Καριόλου είναι αυτά που περισυλλέχθηκαν από τη σκηνή και τους εμπλεκομένους και η αντιστοιχία τους με τα Τεκμήρια δικαστηρίου όπως παρουσιάστηκαν εγκρίθηκε ως παραδεχτό γεγονός). Όπως αναμενόταν όπου εξετάστηκαν επιχρίσματα με αίμα (Τεκμήρια 21 και 30) ή σημεία με αίμα σε αντικείμενα που περισυλλέχθηκαν από τη σκηνή του επεισοδίου ανιχνεύθηκε το γενετικό προφίλ του κατηγορούμενου. Επρόκειτο δηλαδή για αίμα του κατηγορούμενου. Το αξιοσημείωτο είναι πως σε κανένα αντικείμενο δεν ανιχνεύθηκε το γενετικό προφίλ του Σκάγια. Σύμφωνα και με τη δική του εκδοχή, ο Σκάγιας πήρε στα χέρια του και τα δύο πιστόλια. Ακόμα και αν για την πέτρα όπου εντοπίστηκε αίμα του κατηγορούμενου (Τεκμήριο 25) θα μπορούσε αυτός να είχε επιπέσει και τραυματιστεί πάνω της, προκύπτει μετά βεβαιότητας πως ο Σκάγιας πήρε στα χέρια του τα ξύλα που περισυλλέχθηκαν από τη σκηνή (Τεκμήρια 26 και 27) και τα χρησιμοποίησε κτυπώντας τον κατηγορούμενο. Είμαστε ακόμα πεπεισμένοι πως ο Σκάγιας είναι αυτός που αφαίρεσε τη ζώνη (Τεκμήριο 29) από το παντελόνι του κατηγορούμενου. Γιατί δεν ανιχνεύθηκε γενετικό υλικό του Σκάγια στα αντικείμενα που άγγιξε μπορεί να οφείλεται σε διάφορους λόγους. Μπορεί ο Σκάγιας να μην άφησε γενετικό υλικό σε αυτά γιατί είναι «κακός δότης». Μπορεί να άφησε αλλά στη συνέχεια να καθάρισε τα αντικείμενα απομακρύνοντας το γενετικό του υλικό. Μπορεί, ακόμα, να παρέμεινε γενετικό του υλικό στα αντικείμενα ή κάποια από αυτά αλλά να μην ανιχνεύθηκε, ίσως και λόγω των ποσοτήτων με αίμα που υπήρχαν σε διάφορα μέρη τους. Πάντως στα πιστόλια, που ενδιαφέρουν περισσότερο, δεν ανιχνεύθηκε αίμα. Και στα δύο πιστόλια, εξωτερικά ανιχνεύθηκε γενετικό υλικό του κατηγορούμενου. Το γεγονός που, υπό διαφορετικές περιστάσεις, θα μπορούσε να συνιστά σημαντική ή και καταλυτική μαρτυρία ότι τα πιστόλια κατέχονταν από τον κατηγορούμενο, δεν έχει αυτή τη δυναμική στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης. Η εισήγηση της Υπεράσπισης πως ο Σκάγιας, που κτύπησε και τραυμάτισε βαριά τον κατηγορούμενο, ψευδώς επικαλέστηκε πως ο κατηγορούμενος ανέσυρε ή προσπάθησε να ανασύρει δύο πιστόλια εναντίον του και προσπάθησε να συνδέσει τον κατηγορούμενο με τα πιστόλια, δεν μπορεί να παραγνωριστεί. Η εισήγηση δεν βασίζεται σε άμεση μαρτυρία ότι ο Σκάγιας ακούμπησε τα πιστόλια στον κατηγορούμενο για να τα «μολύνει» με το γενετικό του υλικό, δεν είναι όμως απλή εικασία, αφού εδράζεται στη βασική θέση του κατηγορούμενου πως ο ίδιος δεν κατείχε τα πιστόλια και συνεπώς η ανεύρεση γενετικού του υλικού σε αυτά είναι χωρίς άλλο εκ του πονηρού έργο του Σκάγια. Ότι μικρή ποσότητα μεικτού γενετικού υλικού του οποίου ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να αποκλειστεί από δότης εντοπίστηκε σε εσωτερικό μέρος του μεγάλου πιστολιού, δηλαδή πάνω στο πρώτο φυσίγγιο που προέβαλε από τη φυσιγγιοθήκη όταν αυτή αφαιρείτο μέσα από τη χειρολαβή του πιστολιού δεν σημαίνει οτιδήποτε (Συμπέρασμα 43 στην Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης, Τεκμήριο 101). Δεν πρόκειται για θετική μαρτυρία και η αποδεικτική της αξία είναι μηδενική. Σημειώνουμε όμως την παρατήρηση κατά την τελική αγόρευση του δικηγόρου Υπεράσπισης πως ακόμα και αν υπήρχε θετική σύνδεση, θα έπρεπε κάποιος να διερωτηθεί γιατί ανευρέθηκε γενετικό υλικό μόνο στο πρώτο φυσίγγιο στην πλευρά που δεν καλυπτόταν από τη φυσιγγιοθήκη και όχι και σε άλλα φυσίγγια. Αντιλαμβανόμαστε πως ο συνειρμός του δικηγόρου Υπεράσπισης είναι πως αν ο κατηγορούμενος κάτοχος του πιστολιού είχε γεμίσει τη φυσιγγιοθήκη χωρίς να λάβει προστασία, γιατί δεν ανευρέθηκε γενετικό του υλικό και αλλού παρά μόνο σε σημείο το οποίο θα «μολύνετο» αν κάποιος αφαιρούσε τη φυσιγγιοθήκη και την ακουμπούσε στον κατηγορούμενο. Σημειώνουμε περαιτέρω πως τα φυσίγγια είχαν αφαιρεθεί από τη φυσιγγιοθήκη από την αστυνομία (βλ. φωτ. 49 του Τεκμηρίου 45) και ξανατοποθετήθηκαν σε αυτή. Μπορεί να τοποθετήθηκαν στη σωστή σειρά αλλά ίσως όχι το κάθε φυσίγγιο στη σωστή θέση. Στο ίδιο πιστόλι εντοπίστηκε γενετικό υλικό του κατηγορούμενου στο κάλυμμα της σκανδάλης. Δεν επεξηγήθηκε αν ήταν από το εξωτερικό ή εσωτερικό μέρος του καλύμματος (Συμπέρασμα 39). Στο μικρό πιστόλι εντοπίστηκε γενετικό υλικό του κατηγορούμενου στο κάλυμμα της σκανδάλης. Ήταν μια δειγματοληψία εξωτερικά και εσωτερικά έτσι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε κατά πόσο το γενετικό υλικό βρισκόταν εξωτερικά ή εσωτερικά του καλύμματος ή και στις δύο του πλευρές (Συμπέρασμα 36). Όπου καταλήγουμε είναι πως η μη ανεύρεση γενετικού υλικού του Σκάγια στα δύο πιστόλια και η ανεύρεση σε αυτά γενετικού υλικού του κατηγορούμενου δεν οδηγεί στο ότι αυτά ανήκαν στον κατηγορούμενο και δεν αποκλείει την εισήγηση της Υπεράσπισης ότι αυτά μεταφέρθηκαν στο χώρο από τον Σκάγια. Σημειώνουμε πως δεν παρουσιάστηκαν, και φαίνεται πως δεν έγιναν, δακτυλοσκοπικές εξετάσεις στα δύο πιστόλια. Η φύση της υπόθεσης, ιδιαίτερα λαμβανομένων υπόψη των ενδεχομένων που η Υπεράσπιση εισηγήθηκε, ήταν τέτοια που δακτυλοσκοπική εξέταση των δύο πιστολιών ήταν πρόδηλα απαραίτητη. Αναφορές του κατηγορούμενου και του Σκάγια για το επεισόδιο Την 21.6.2012 και ώρα 19:15 στη Μονάδα Εντατικής Παρακολούθησης του Νοσοκομείου Πάφου ο Υπ/μος Κόκος Κλεάνθους (Μ.Κ.12) ανέκρινε προφορικά τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος ήταν σε πολύ κακή κατάσταση, μιλούσε σιγά και έκανε παύσεις. Η θέση του όμως ήταν ξεκάθαρη. Ο Αστ. Χειμώνα που ήταν παρών καταγράφει στην κατάθεση του (Τεκμήριο 61): «Αυτός ανέφερε προφορικά στον Υπ/μο Κ. Κλεάνθους ότι χρωστούσε 260 ευρώ σε κάποιο ηλεκτρολόγο και ότι μίλησε στο τηλέφωνο με κάποιον για να βρεθούν να του δώσει 100 ευρώ. Πήγε σε ένα σημείο και τηλεφώνησε στον άλλο και τον περίμενε. Αυτός μόλις έφθασε τράβηξε πιστόλι και τον κτύπησε με το πιστόλι και μετά έπιασε σωλήνα και τον κτυπούσε. Δεν κρατούσε καθόλου πιστόλι γιατί δεν είναι πιστολάς. Ανέφερε ότι κρατούσε τσακκούι μέσα στο τσαντάκι του και το πορτοφόλι του που είχε 130 ευρώ.» Ο Υπ/μος Κλεάνθους επιβεβαιώνει ότι αυτά ανέφερε ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε στη Μονάδα Εντατικής Παρακολούθησης του Νοσοκομείου Πάφου από τον Α/Αστ. Κλεόπα την 22.6.2012 και ώρα 01:10 δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης του (Τεκμήριο 80) αναφορικά με τα αδικήματα των Κατηγοριών 1 -
  23. Του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης του και του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο. Απάντησε «καλήν υγεία να έχουμε». Η ώρα 11:05 της ιδίας ημέρας στον ίδιο χώρο συνελήφθηκε από τον Α/Αστ. Τσεκούρα για τα αδικήματα των Κατηγοριών 9 -
  24. Του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης του και του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο. Απάντησε «Εν ηξέρω ρε κουμπάρε». Την 26.6.2012 και μεταξύ των ωρών 10:20 - 11:30 στο Νοσοκομείο Πάφου ο Α/Αστ. Τσεκούρας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 68). Το ουσιαστικό μέρος της κατάθεσης καταλαμβάνει τέσσερεις χειρόγραφες σελίδες. Οι ερωτήσεις που υποβλήθηκαν αφορούσαν γενικά το πρόσωπο του κατηγορούμενου και τα αντικείμενα που ανευρέθηκαν στην κατοικία του κατά την έρευνα. Δεν είχε υποβληθεί οποιαδήποτε ερώτηση αναφορικά με το επίδικο επεισόδιο. Στην τελευταία του απάντηση ο κατηγορούμενος είχε πει πως ένοιωθε πολύ κουρασμένος και δεν μπορούσε να συνεχίσει. Μαρτύρησε ο Α/Αστ. Τσεκούρας πως ο λόγος που ο κατηγορούμενος επικαλέστηκε την κούραση ήταν γιατί του είχε αναφέρει ότι θα εισερχόταν στην ουσία της υπόθεσης. Είναι πρόδηλο πως ο Α/Αστ. Τσεκούρας είχε πρόθεση να υποβάλει ερωτήσεις αναφορικά με το επίδικο επεισόδιο αφού πριν αρχίσει τη λήψη της κατάθεσης είχε επιστήσει την προσοχή του κατηγορούμενου σε σχέση και με τα διερευνώμενα αδικήματα που αφορούν το επίδικο επεισόδιο. Την 28.6.2012 και μεταξύ των ωρών 11:45 - 12:40 στο Νοσοκομείο Πάφου ο Α/Αστ. Τσεκούρας ανέκρινε προφορικά τον κατηγορούμενο και κατέγραψε σημειώσεις (Τεκμήριο 70). Αυτό έγινε γιατί ο κατηγορούμενος είχε αναφέρει ότι δεν ήταν λόγω της υγείας του σε θέση να δώσει γραπτή κατάθεση. Το περιεχόμενο των σημειώσεων συνάδει με την δια ζώσης μαρτυρία του κατηγορούμενου. Το μόνο σημείο όπου εντοπίζουμε διαφορά είναι αναφορικά με το περιεχόμενο του τηλεφωνήματος του προς τον Αναστασίου. Καταγράφεται στις σημειώσεις ότι ο κατηγορούμενος ρώτησε τον Αναστασίου μέχρι τι ώρα θα ήταν στο μαγαζί του γιατί θα έπιανε τα τιμολόγια από τον Σκάγια και θα πήγαινε στο μαγαζί για να μιλήσουν. Αργότερα την ίδια ημέρα ο Α/Αστ. Τσεκούρας κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για επίθεση και πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης στον Σκάγια και για τα αδικήματα των Κατηγοριών 10 και 11 και του επέστησε την προσοχή στο νόμο. Ο κατηγορούμενος απάντησε: «Ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο» (Τεκμήριο 74). Την 22.6.2012 και μεταξύ των ωρών 14:25 - 18:30 ο Α/Αστ. Τσεκούρας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Σκάγια (Τεκμήριο 65). Την 28.6.2012 και μεταξύ των ωρών 09:05 - 10:00 του έλαβε και δεύτερη ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο 69). Το απόγευμα της ίδιας ημέρας τον κατηγόρησε γραπτώς για επίθεση και πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης στον κατηγορούμενο και του επέστησε την προσοχή στο νόμο. Ο Σκάγιας απάντησε πως δεν είχε τίποτα να πει (Τεκμήριο 73). Ο Α/Αστ. Τσεκούρας είναι ο ομνύοντας την ένορκη δήλωση ημερ. 22.6.2012 (μέρος του Τεκμηρίου 63) προς υποστήριξη της αίτησης για την έκδοση του δεύτερου εντάλματος σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου. Σε αυτή καταγράφει ότι: «Ο Σκάγιας ανέφερε, ότι ενώ αυτός συνομιλούσε μαζί με τον ύποπτο, ο ύποπτος προσπάθησε να βγάλει κάτι από το πίσω μέρος του παντελονιού/πλάτης του, και ο Σκάγιας αντιλήφτηκε ότι κάτι ύποπτο θα συνέβαινε και κτύπησε με γροθιά τον ύποπτο με αποτέλεσμα ο τελευταίος να πέσει στο έδαφος. Ο Σκάγιας αντιλήφτηκε ότι από την κατοχή του υπόπτου είχε πέσει στο έδαφος ένα πιστόλι. Ο Σκάγιας συνέχισε να κτυπά τον ύποπτο με πέτρες και ξύλα, ενώ παράλληλα τον ερεύνησε και βρήκε στην κατοχή του υπόπτου ακόμη ένα πιστόλι και ένα μαχαίρι τύπου σουγιά. Αφού τον ακινητοποίησε ενημέρωσε τηλεφωνικώς την Αστυνομία.» Ο Α/Αστ. Τσεκούρας δεν είχε συνομιλήσει με τον Σκάγια πριν ορκιστεί την ένορκη δήλωση. Ο Α/Αστ. Τσαππής είναι ο ομνύοντας την ένορκη δήλωση ημερ. 21.6.2012 (μέρος του Τεκμηρίου 80) προς υποστήριξη της αίτησης για την έκδοση του πρώτου εντάλματος σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου. Σε αυτή καταγράφει ότι: «Ο [Σκάγιας] ανάφερε στον Υπ/μο Κ. Κλεάνθους του ΤΑΕ Πάφου, ότι ενώ αυτός συνομιλούσε μαζί με τον [κατηγορούμενο], αυτός προσπάθησε να βγάλει κάτι από το πίσω μέρος του παντελονιού του/πλάτης του, ο [Σκάγιας] αντιλήφτηκε ότι κάτι ύποπτο θα συνέβαινε και κτύπησε με γροθιά τον [κατηγορούμενο] με αποτέλεσμα ο τελευταίος να πέσει στο έδαφος. Ο [Σκάγιας] αντιλήφτηκε ότι από την κατοχή του [κατηγορούμενου] είχε πέσει στο έδαφος ένα πυροβόλο όπλο. Ο [Σκάγιας] συνέχισε να κτυπά τον [κατηγορούμενο] με πέτρες και ξύλα, ενώ παράλληλα τον ερεύνησε και βρήκε στην κατοχή του [κατηγορούμενου] ακόμη ένα πιστόλι και ένα μαχαίρι τύπου 'σουγιά'. Αφού τον ακινητοποίησε ενημέρωσε τηλεφωνικώς της Αστυνομίας.» Ο Υπ/μος Κλεάνθους επιβεβαίωσε πως από τη σκηνή του επεισοδίου έδωσε τηλεφωνικές οδηγίες στον Α/Αστ. Τσαππή για αίτηση έκδοσης εντάλματος σύλληψης αναφέροντας του τις πληροφορίες που του έδωσε ο Σκάγιας. Αυτή ήταν η ουσία των όσων είχε πει ο Σκάγιας. Ο Υπ/μος Κλεάνθους μαρτύρησε πως ο Σκάγιας είχε πει πως όταν πλησίασε για πρώτη φορά τον κατηγορούμενο ο τελευταίος έκανε μια κίνηση να τραβήξει κάτι πίσω από την πλάτη του και θεωρώντας ότι πιθανόν να ήταν κάτι που θα τον έθετε σε κίνδυνο τον κτύπησε. Αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε στο χέρι του ένα πιστόλι και του το πήρε. Ο Σκάγιας του είχε αναφέρει πως οι πέτρες και τα ξύλα που ο Υπ/μος Κλεάνθους του υπέδειξε ήταν αυτά με τα οποία είχε κτυπήσει τον κατηγορούμενο στην προσπάθεια να του πάρει το πιστόλι από τα χέρια. Όσον αφορά το δεύτερο πιστόλι ο Σκάγιας του είχε πει πως ο κατηγορούμενος έκανε προσπάθεια να βάλει το χέρι του μέσα σε ένα τσαντάκι που ήταν μπροστά του και ο Σκάγιας του κτύπησε πάνω στο χέρι και έβαλε το δικό του χέρι μέσα στο τσαντάκι και βρήκε ακόμα ένα πιστόλι και ένα σουγιά τα οποία πέταξε. Κατά πόσο ο κατηγορούμενος είναι αριστερόχειρας Είναι η θέση του Α/Αστ. Τσεκούρα πως με την ολοκλήρωση της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου του έδωσε στυλό για να υπογράψει. Πρόταξε το στυλό στο κέντρο του σώματος του κατηγορούμενου και ο κατηγορούμενος το πήρε με το αριστερό του χέρι και υπόγραψε. Το αριστερό χέρι ήταν τυλιγμένο μέχρι πάνω ψηλά και ελάχιστο μέρος των δακτύλων ήταν ελεύθερο ενώ το δεξί χέρι ήταν τυλιγμένο μέχρι του σημείου που ξεκινά ο καρπός και είχε ελεύθερα τα δάκτυλα του. Αυτό, κατά τη θέση του, ενισχύει τη θέση του Σκάγια ότι ο κατηγορούμενος ανέσυρε πιστόλι με το αριστερό του χέρι. Αναφορικά με τις 28.6.2012 αναφέρει πως όταν ζήτησε από τον κατηγορούμενο να υπογράψει τις σημειώσεις που κατέγραψε σε σχέση με την προφορική του ανάκριση ο κατηγορούμενος του είπε πως δεν μπορούσε να πιάσει πέννα στα χέρια του. Η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε ότι ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε το αριστερό του χέρι για να υπογράψει την κατάθεση του, αποδίδοντας το γεγονός όχι στο ότι είναι αριστερόχειρας, αλλά στο ότι δεν μπορούσε να υπογράψει με το δεξί του χέρι. Στη μαρτυρία του ο κατηγορούμενος υποστήριξε πως είναι δεξιόχειρας. Φαίνεται στις σχετικές φωτογραφίες του τραυματία κατηγορούμενου (φωτ. 1, 2 και 28 του Τεκμηρίου 43) πως πράγματι τα δάκτυλα του δεξιού χεριού είναι ελεύθερα ενώ το αριστερό χέρι είναι τυλιγμένο τουλάχιστο μέχρι το μέσο των δακτύλων. Τούτο δεν προεξοφλά πως ήταν πιο εύκολο ή λιγότερο οδυνηρό για τον κατηγορούμενο να χρησιμοποιήσει το δεξί του χέρι. Στο δεξί χέρι φαίνεται να υπήρχε διασωλήνωση (φωτ. 54) και ο καρπός και τα δάκτυλα ήταν ιδιαίτερα πρησμένα (φωτ. 54 - 58). Σύμφωνα με ιατρικό πιστοποιητικό του Νοσοκομείου Πάφου (μέρος του Τεκμηρίου 106) η βασική φάλαγγα του δείχτη του δεξιού χεριού του κατηγορούμενου είχε κάταγμα ενώ όσον αφορά το αριστερό χέρι υπήρχαν τρία κατάγματα στα μετακάρπια οστά. Στο τέλος της κατάθεσης καταγράφει ο Α/Αστ. Τσεκούρας πως ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε να γράψει ο ίδιος το λεχτικό που ζητείται από τους καταθέτες ιδιοχείρως να καταγράψουν «καθώς το αριστερό του χέρι είναι στο γύψο». Δεν υποστήριξε ο Α/Αστ. Τσεκούρας πως αυτό το είπε έτσι ακριβώς ο κατηγορούμενος. Παρατηρούμε πως η εμφάνιση της υπογραφής καταθέτη δεν είναι πανομοιότυπη στις τέσσερεις σελίδες της κατάθεσης. Όλες διαφέρουν μεταξύ τους. Αυτό μπορεί να οφείλεται στο ότι ο κατηγορούμενος υπόγραψε όχι με το χέρι που συνήθως γράφει ή ότι υπόγραψε με το χέρι που συνήθως γράφει, με δυσκολία όμως λόγω του τραυματισμού του. Το ισχυρότερο στοιχείο που έχουμε είναι η επίδειξη γραφής που έκαμε ενώπιον μας ο κατηγορούμενος (Τεκμήριο 107). Περιγράψαμε στα πρακτικά πως ο κατηγορούμενος έγραφε με κανονική ταχύτητα, όπως αναμένεται να γράφει κάποιος όταν του υπαγορεύουν κάτι και το αποτέλεσμα ήταν μια συνηθισμένη γραφή. Δεν έχουμε αμφιβολία πως ο κατηγορούμενος γράφει με το δεξί του χέρι. Η υπογραφή της κατάθεσης με το αριστερό χέρι δεν καταδεικνύει πως ο κατηγορούμενος είναι αριστερόχειρας. Αποδεχόμαστε πως ο κατηγορούμενος είναι δεξιόχειρας υπό την έννοια ότι γράφει με το δεξί του χέρι. Χρησιμοποίησε το αριστερό του χέρι για να υπογράψει την κατάθεση του γιατί προφανώς δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει το δεξί του. Προκύπτει από την εμφάνιση της υπογραφής, και σε σύγκριση με την ποιότητα γραφής στο Τεκμήριο 107, πως με δυσκολία έθεσε την υπογραφή του αλλά θα πρέπει να του ήταν αδύνατο να καταγράψει κάποιο κείμενο όπως το ιδιόχειρο λεχτικό που καταγράφεται στο τέλος μιας κατάθεσης. Τούτο δεν αποκλείει για κάποιες εργασίες ή κινήσεις να μπορεί να χρησιμοποιεί το ίδιο καλά ή και καλύτερα το αριστερό του χέρι. Όμως η γενικά αποδεχτή θέση είναι πως αυτός που γράφει με το δεξί του χέρι χρησιμοποιεί το δεξί χέρι για τις συνήθεις εργασίες και κινήσεις. Ουδεμία πειστική μαρτυρία πρόσφερε η Κατηγορούσα Αρχή ότι ο κατηγορούμενος έχει την ευχέρεια να χειρίζεται αντικείμενα και θα μπορούσε να χειριστεί ένα πιστόλι με το αριστερό του χέρι με ευχέρεια. Αναφέρθηκε ο Α/Αστ. Τσεκούρας, αφού ερωτήθηκε από την Υπεράσπιση, σε υπόθεση του 2006 εναντίον του κατηγορούμενου όπου, στα πλαίσια διερεύνησης αδικημάτων βίας στην οικογένεια, η σύζυγος του κατηγορούμενου είχε καταθέσει σε άλλο αστυνομικό ότι ο κατηγορούμενος είχε πιάσει ένα τυφέκιο G3 με το αριστερό του χέρι. Πρόκειται για δεύτερου βαθμού εξ' ακοής μαρτυρία. Περαιτέρω έχοντας υπόψη πως ο ορθόδοξος τρόπος για να αναλάβει κάποιος ένα τυφέκιο είναι να χρησιμοποιήσει και τα δύο του χέρια δεν μπορούμε να αποδώσουμε ιδιαίτερη σημασία στην αναφορά πολύ περισσότερο αφού δεν εξηγήθηκαν οι επιμέρους περιστάσεις. Η ουσία του πράγματος είναι πως η μαρτυρία που έχουμε προς αξιολόγηση είναι πως, κάτω από συνθήκες που κάποιος αναμένεται να ενεργήσει με τρόπο που να παρέχει σε αυτόν τη μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και σιγουριά, ένας δεξιόχειρας, έχοντας διαθέσιμο το δεξί του χέρι, ανέσυρε πιστόλι με το αριστερό του. Παράπονα για ευμενή αντιμετώπιση του Σκάγια από την αστυνομία Μπορεί να ήταν υπερβολικός, όμως δεν ήταν αδικαιολόγητος ο δικηγόρος Υπεράσπισης να αισθάνεται πως ο κατηγορούμενος και ο Σκάγιας δεν αντιμετωπίστηκαν ισότιμα από την αστυνομία. Οι θέσεις του πως ο Σκάγιας είναι συνεργάτης της αστυνομίας και τυγχάνει της εύνοιας των διωκτικών αρχών δεν τεκμηριώθηκαν. Ωστόσο διαπιστώνουμε στοιχεία που δικαιολογούν τη δυσαρέσκεια του για τους χειρισμούς που έγιναν τόσο κατά το στάδιο της διερεύνησης όσο και της παρουσίασης της υπόθεσης. Η μη συμπερίληψη της Γκαλίνας Στυλιανού ως μάρτυρα επί του κατηγορητηρίου και η διάθεση να μην κληθεί ως μάρτυρας από την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ένας τέτοιος χειρισμός. Η Στυλιανού ήταν η μόνη αυτόπτης μάρτυρας και η αναφορά πως δεν είχε να προσθέσει στην υπόθεση της κατηγορίας δεν ικανοποιεί. Πολύ περισσότερο όταν στο κατηγορητήριο συμπεριλήφθηκαν πρόσωπα των οποίων η μαρτυρία ήταν περιθωριακής σημασίας. Στην κατάθεση του (Τεκμήριο 62) ο Α/Αστ. Τσεκούρας αναφέρει ότι από τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα που εξασφαλίστηκαν (Τεκμήριο 72) διαπίστωσε ότι τα λεγόμενα του Σκάγια σε σχέση με τις τηλεφωνικές του συνδιαλέξεις ήταν αληθή ενώ, αντίθετα, τα όσα είχε αναφέρει ο κατηγορούμενος καταρρίπτονταν. Κατά την κύρια του εξέταση ανέφερε πως ο Σκάγιας τα είχε αναφέρει όλα με λεπτομέρεια και είχαν ταυτιστεί απόλυτα με τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα. Από τα όσα είχε πει ο κατηγορούμενος κάποια ταυτίζονταν και κάποια όχι. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος παρέλειψε να πει για κάποια τηλεφωνήματα. Η εντύπωση που αποκόμισε ή ήθελε να παρουσιάσει ότι αποκόμισε ο Α/Αστ. Τσεκούρας δεν ήταν ορθή. Ο Σκάγιας στην κατάθεση του (κατάθεση ημερ. 22.6.2012 Τεκμήριο 65, σελ.12) ισχυρίστηκε πως ο Α/Αστ. Κλεόπα ήταν ο πρώτος στον οποίο τηλεφώνησε μετά το επεισόδιο ενώ η πραγματικότητα είναι πως πριν από τον Α/Αστ. Κλεόπα είχε τηλεφωνήσει στο φίλο του Μάριο Ορφανίδη. Περαιτέρω δεν μας παρέπεμψε ο Α/Αστ. Τσεκούρας και δεν έχουμε εντοπίσει καμιά αναφορά του κατηγορούμενου σε τηλεφώνημα που να μην επιβεβαιώνεται από τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα. Αντίθετα ο Σκάγιας είπε πως δεν θυμόταν κατά πόσο δέχτηκε τηλεφωνήματα μετά το επεισόδιο, ενώ φαίνεται πως δέχτηκε αρκετά. Ακόμα, ο Α/Αστ. Τσεκούρας υποστήριξε πως διερεύνησε τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ότι ο Σκάγιας είχε πάει στο χώρο με διπλοκάμπινο και διαπίστωσε πως ούτε ο Σκάγιας ούτε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας του ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης διπλοκάμπινου. Αυτό είναι λάθος γιατί ο ίδιος ο Σκάγιας στην κατάθεση του ημερ. 22.6.2012 που λήφθηκε από τον Α/Αστ. Τσεκούρα αναφέρει πως είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ενός Toyota διπλοκάμπινου με αρ. εγγραφής ΕΑΖ485 (Τεκμήριο 65, σελ.3). Εάν αυτό συνδυαστεί με τη θέση που, εξ' υπαρχής, επικαλέστηκε ο κατηγορούμενος για διπλοκάμπινο και την απροθυμία παρουσίασης της Στυλιανού ως μάρτυρα δικαιολογείται ο δικηγόρος Υπεράσπισης να αισθάνεται κάποια ανασφάλεια. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Ο Αναστασίου μας έκαμε πολύ φτωχή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Στην κατάθεση του στην Αστυνομία απέκρυψε ή παραποίησε σημαντικά γεγονότα. Για να δημιουργήσει δυσμενή εικόνα κατά του κατηγορουμένου ισχυρίστηκε πως όταν προέκυψε η οικονομική τους διαφωνία ο κατηγορούμενος αιφνίδια πήρε το ανυψωτικό του και εγκατέλειψε το συνεργείο του. Αυτό ήταν ψέμα. Ψέμα ήταν ακόμα πως φεύγοντας ο Σκάγιας από το συνεργείο του πήρε μαζί του τα τιμολόγια. Η αλήθεια ήταν πως ο Σκάγιας επέστρεψε σε μεταγενέστερο χρόνο για να τα πάρει μετά που, όπως είπε, είχε μιλήσει εκ νέου με τον κατηγορούμενο και διευθετήθηκε συνάντηση. Ότι ο Σκάγιας χρειάστηκε να ξαναεπισκεφθεί το συνεργείο του Αναστασίου για να πάρει τα τιμολόγια συνάδει με τη θέση της Υπεράσπισης πως αυτά, ή τουλάχιστον αυτό του Αναστασίου δεν ήταν έτοιμο ή θα ετοιμαζόταν άλλο. Αναφέρει ο Αναστασίου πως όταν έδιδε την κατάθεση του στην αστυνομία ήταν ταραγμένος, ο αστυνομικός τα έγραφε με τον τρόπο που μπορούσε και πως ο ίδιος δεν μπήκε σε λεπτομέρειες. Ότι ο Αναστασίου απέκρυψε το γεγονός και έδωσε άλλη εκδοχή ενισχύει την θέση πως κάτι το μεμπτό υπάρχει σε σχέση με το τιμολόγιο του. Θα ήταν πράγματι άξιο απορίας γιατί ο Σκάγιας δεν παρέλαβε τα τιμολόγια κατά την πρώτη του επίσκεψη εάν τα τιμολόγια που παρουσιάστηκαν ήταν διαθέσιμα. Οι δικαιολογίες του Αναστασίου ότι ο Σκάγιας μόλις είχε έρθει από ταξίδι και ήταν με τη γυναίκα του, ότι ήταν φορτωμένος βαλίτσες, ότι θα πήγαινε από το σπίτι του για να αλλάξει ρούχα και πως όλα έγιναν τόσο βιαστικά, δεν είναι πειστικές. Είναι, περαιτέρω, οι δικαιολογίες ασυμβίβαστες με την προθυμία και τον ζήλο που επέδειξε ο Σκάγιας, κάτω από τις αυτές συνθήκες, να εμπλακεί στη διαφορά και να αφιερώσει χρόνο. Ήταν εκτός του πλαισίου γνώσης της Υπεράσπισης πότε συντάχθηκε το τιμολόγιο του Αναστασίου ή ακόμα και του τορναδόρου. Δύσκολα θα μπορούσε να προσφέρει προς τούτο άμεση μαρτυρία. Οι αντικειμενικές περιστάσεις, χωρίς να το επιβεβαιώνουν, αφήνουν ανοιχτό και καθόλου απίθανο αυτό που εισηγήθηκε, αφού το αναμενόμενο θα ήταν, εάν το τιμολόγιο του Αναστασίου ήταν έτοιμο, να το πάρει μαζί του ο Σκάγιας φεύγοντας από το συνεργείο του. Κατέθεσε ακόμα ψέματα ο Αναστασίου στην αστυνομία αποκρύβοντας ότι είχε τηλεφωνική συνομιλία με το Σκάγια μετά το επεισόδιο παριστάνοντας ψευδώς πως το μόνο που γνώριζε μέχρι τη στιγμή που κατέθετε ήταν πως όπως του τηλεφώνησαν από το Νοσοκομείο κάποιος πήγε «να παίξει» το Σκάγια και πως ο Σκάγιας ήταν στις Α΄ Βοήθειες. Και ενώ στην κατάθεση του απέκρυψε πως μίλησε τηλεφωνικά με το Σκάγια μετά το επεισόδιο, δια ζώσης, στην προσπάθεια του να ενισχύσει την εκδοχή του Σκάγια, μαρτύρησε πως στο τηλεφώνημα εκείνο ο Σκάγιας του ανέφερε πως ο κατηγορούμενος είχε ανασύρει δύο πιστόλια. Δεν μας πείθει ο Αναστασίου ότι υπήρξε ειλικρινής κατά την κατάθεση του στην αστυνομία και ότι δεν ήταν σκόπιμη η παράλειψη αναφοράς στο τηλεφώνημα του Σκάγια. Αν αυτό ήταν το περιεχόμενο της συνομιλίας του με τον Σκάγια θα έπρεπε να το έλεγε στην αστυνομία. Δεν μπορεί να γνώριζε για δύο πιστόλια και να λέει στην αστυνομία πως το μόνο που γνώριζε ήταν ότι κάποιος πήγε «να παίξει» το Σκάγια. Αναφέρει περί το τέλος της κατάθεσης του ότι το μόνο που γνώριζε ήταν ότι του τηλεφώνησαν από το νοσοκομείο ότι κάποιος πήγε «να παίξει τον Σκάγια» σημειώνοντας ότι «μέχρι στιγμής μόνο αυτό γνωρίζω τίποτε άλλο» που αναμφίβολα ήταν ψέμα. Ο Αναστασίου δεν λέει την αλήθεια, προφανώς κάτι άλλο ειπώθηκε στο τηλεφώνημα που είχε με τον Σκάγια μετά το επεισόδιο, κάτι που ενδεχομένως δεν θα βοηθούσε την υπόθεση του Σκάγια, γι΄ αυτό και η αρχική προσέγγιση του Αναστασίου ήταν να αποκρύψει το τηλεφώνημα αυτό. Πολύ φτωχή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας μας έκανε και ο Σκάγιας. Όχι μόνο δεν μας ικανοποίησε πως ενεπλάγηκε στην οικονομική διαφορά του Αναστασίου με τον κατηγορούμενο με φιλική διάθεση και για να εξυπηρετήσει προς αποφυγή παρεξήγησης αλλά, αντίθετα, είμαστε πεπεισμένοι στον υπέρτατο βαθμό ότι ο Σκάγιας είχε την εμπλοκή που του αποδίδει η Υπεράσπιση. Κατά πόσο το όφελος του θα ήταν οικονομικό και άμεσο, δηλαδή είχε παραφουσκωθεί το τιμολόγιο του Αναστασίου για να καλύψει την αμοιβή του δεν είμαστε απόλυτα βέβαιοι, είναι όμως ένα σοβαρό ενδεχόμενο. Πέραν του ζητήματος της αναξιοπιστίας του Αναστασίου στην οποία αναφερθήκαμε και στην αναξιοπιστία του Σκάγια στην οποία θα αναφερθούμε πιο κάτω με επιμέρους αναφορές, σημειώνουμε πως η θέση της κατηγορίας είναι και αναληθοφανής. Ο Σκάγιας επέστρεψε από το εξωτερικό και παρουσιάζεται σε χρόνους που δεν είχε ακόμη ανταμωθεί με τα παιδιά του και ενώ, όπως είπε, είχε να κάμει εργασίες σε σχέση με τα ζώα που διατηρεί, να επιδεικνύει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να εμπλακεί σε κάτι που δεν τον αφορά και να αναλώνει χρόνο και να διευθετεί συνάντηση με κάποιο πρόσωπο που δεν γνωρίζει με την προοπτική να βοηθήσει να μην δημιουργηθεί μια παρεξήγηση. Απορρίπτουμε τη θέση του Σκάγια πως η παρέμβαση του είχε τη μορφή φιλικής διαμεσολάβησης. Προκύπτει από τη δική του μαρτυρία πως δεν είχε καμία εξουσιοδότηση να διαπραγματευθεί οτιδήποτε. Πήρε μαζί του στη συνάντηση τα τιμολόγια με σκοπό να εισπράξει τα ποσά που αναφέρονταν σ' αυτά. Δεν γνώριζε ποιο ήταν το ζήτημα για το οποίο ο κατηγορούμενος είχε αρνηθεί να πληρώσει. Κατά πόσο δηλαδή δεν είχε ικανοποιηθεί με την εργασία ή θεωρούσε τη χρέωση ψηλή. Ούτε και εξουσιοδότηση είχε από τον Αναστασίου να δεχτεί προς συμβιβασμό λιγότερο ποσό. Αν προσεγγίζοντας τον κατηγορούμενο, πράγματι του ανέφερε: «Εν αξίζει να τσακωνόμαστε γι' αυτό το ποσό» αυτό σημαίνει πως η προσπάθεια του δεν ήταν να λύσει την όποια παρεξήγηση του κατηγορούμενου με τον Αναστασίου αλλά να τσακωθεί εάν ο κατηγορούμενος δεν εξοφλούσε το συνολικό ποσό. Στην κατάθεση του στην αστυνομία δεν είχε αναφέρει τη φράση «να τσακωνόμαστε» αλλά «να συζητούμε». Δεν πιστεύουμε τον Σκάγια ότι είναι ο κατηγορούμενος που καθόρισε να γίνει η συνάντηση τους στη μάντρα του στην Αμαργέτη. Είναι βέβαιο πως ο κατηγορούμενος κατανόησε τη φύση της εμπλοκής του Σκάγια στην οικονομική εκκρεμότητα. Αναφέρθηκε κατά τη μαρτυρία του στον τόνο και ύφος του Σκάγια στα τηλεφωνήματα, ενώ στο τηλεφώνημα προς τον Αναστασίου τον ρώτησε «Κάμνει σου τούντη δουλειά;», εννοώντας ότι ο Σκάγιας του κάνει τον εισπράκτορα. Δεν θα επέλεγε να συναντηθεί με τον Σκάγια στο χώρο του τελευταίου. Αποδεχόμαστε τη θέση του κατηγορούμενου πως ο Σκάγιας απαίτησε να γίνει η συνάντηση στη μάντρα του. Την πεποίθηση μας ενισχύει η δισταχτικότητα του κατηγορούμενου να μεταβεί εκεί. Προέβαλε ο κατηγορούμενος τη δικαιολογία πως υπερθερμάνθηκε το αυτοκίνητο του. Απορρίπτουμε αυτή του τη θέση. Είμαστε πεπεισμένοι ότι προέβαλε αυτό το κώλυμα γιατί ανησυχούσε να βρεθεί στο χώρο του Σκάγια. Ούτε αποδεχόμαστε πως φτάνοντας στο ελαιοτριβείο σκέφτηκε να επιχειρήσει εκ νέου να οδηγήσει στην Αμαργέτη. Αμφιβάλλουμε κατά πόσο σε πρώτο στάδιο επιχείρησε καν να μεταβεί στην Αμαργέτη. Ο Γιαννάκης Ναζίρης (Μ.Κ.16) είναι μηχανικός στην αστυνομία. Στις 28.6.2012 έλεγξε το λάδι και το νερό του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου και δεν διαπίστωσε οιονδήποτε πρόβλημα. Το οδήγησε από την Πάφο μέχρι την είσοδο του χωριού Τσάδα σε δρόμο ανηφορικό και δεν διαπίστωσε οιονδήποτε πρόβλημα σε σχέση με τη θερμοκρασία της μηχανής. Αποδέχθηκε πως εκτός από το νερό και το λάδι πρόβλημα υπερθέρμανσης μπορεί να δημιουργηθεί και από άλλη αιτία. Η εξέταση του Ναζίρη δεν αφορά μόνο τον έλεγχο του λαδιού και του νερού που είναι οι συνήθεις αιτίες που προκαλούν την υπερθέρμανση κάποιου αυτοκινήτου. Μεγαλύτερη σημασία αποδίδουμε στην εμπειρική διαπίστωση του Ναζίρη πως το ίδιο αυτοκίνητο λίγες μόνο μέρες μετά και ενώ βρισκόταν υπό τον έλεγχο της αστυνομίας χωρίς να έχει επιδεχθεί οιασδήποτε επιδιόρθωσης ταξίδεψε σε ανηφορικό δρόμο προς το χωριό Τσάδα χωρίς να παρουσιάσει πρόβλημα υπερθέρμανσης. Αυτή η μαρτυρία ενισχύει την πεποίθηση μας πως δεν ήταν αλήθεια του κατηγορούμενου ότι το αυτοκίνητο του είχε υπερθερμανθεί. Η δια ζώσης μαρτυρία του Σκάγια αναφορικά με το επεισόδιο συνάδει με την κατάθεση (Τεκμήριο 65) που έδωσε στην αστυνομία την επομένη μέρα το απόγευμα. Επιμέρους σημαντικά σημεία είναι ταυτόσημα. Ότι δηλαδή είδε στην πρώτη περίπτωση τον κατηγορούμενο να ανασύρει πίσω από τη μέση του ένα πιστόλι το οποίο είδε στο αριστερό του χέρι πριν προλάβει να το στρέψει προς το μέρος του. Ότι στη δεύτερη περίπτωση είδε τον κατηγορούμενο να βγάζει κάτι μέσα από το τσαντάκι που φορούσε στη μέση και σε μεταγενέστερο χρόνο και αφού τον κτύπησε είδε στο χέρι του το δεύτερο πιστόλι. Οι θέσεις αυτές δεν είναι όμως οι ίδιες με αυτές που προβλήθηκαν σε πρώτο στάδιο από τον Σκάγια. Στον Αστ. Νικολάου, που ήταν με τον Αστ. Χειμώνα οι πρώτοι αστυνομικοί που έφτασαν στη σκηνή, ο Σκάγιας ανάφερε σε σχέση με το μικρό πιστόλι πως το βρήκε στην κατοχή του κατηγορούμενου χωρίς να αναφέρει πού. Όταν κάποιος κρατά κάτι στα χέρια του αυτό βρίσκεται στην κατοχή του, όμως δεν αναμένεται πως έτσι, στη βάση της νομικής έννοιας, εξιστορεί κάποιος το τι συνέβηκε. Η εντύπωση που δίδεται είναι πως εκείνη την ώρα ο Σκάγιας δεν εννοούσε ότι απέσπασε το μικρό πιστόλι από τα χέρια του κατηγορούμενου. Η δεύτερη αξιόπιστη πηγή που έχουμε για τα λεχθέντα από τον Σκάγια στη σκηνή προέρχεται από τον Υπ/μο Κλεάνθους και αποτυπώνεται με ακρίβεια στο λεκτικό του όρκου του Α/Αστ. Τσαππή ημερ. 21.6.
  25. Όπως διευκρίνισε ο Υπ/μος Κλεάνθους λαμβάνοντας πληροφόρηση από το Σκάγια, τηλεφωνικώς ενημέρωνε ταυτόχρονα τον Α/Αστ. Τσαππή που δακτυλογραφούσε τον όρκο. Από τα λεχθέντα του Σκάγια προκύπτει πως δεν ήταν η θέση του ότι το δεύτερο πιστόλι απέσπασε από τα χέρια του κατηγορούμενου. Επιβεβαιώνεται έτσι η προηγούμενη μας εντύπωση. Ό,τι ανέφερε στον Υπ/μο Κλεάνθους ήταν πως το δεύτερο πιστόλι βρήκε στην κατοχή του κατηγορούμενου μετά που τον ερεύνησε. Όσον αφορά το πρώτο πιστόλι η θέση που πρόβαλε ήταν ότι ο κατηγορούμενος προσπάθησε να βγάλει κάτι από το πίσω μέρος του παντελονιού του, πως ο ίδιος αντιλήφθηκε πως κάτι ύποπτο θα συνέβαινε και τον κτύπησε. Προκύπτει καθαρά πως η θέση του ήταν πως δεν είδε τον κατηγορούμενο να ανασύρει πιστόλι, αφού μόνο όταν ο κατηγορούμενος έπεσε στο έδαφος από τη γροθιά του αντιλήφθηκε ότι του είχε πέσει ένα πυροβόλο όπλο. Η αστυνομία αργοπόρησε στο να λάβει κατάθεση από τον Σκάγια. Η κατάσταση της υγείας του δεν μπορούμε να αποδεχθούμε πως εμπόδιζε την λήψη κατάθεσης άμεσα. Εντούτοις κατάθεση λήφθηκε η ώρα 14:25 της επομένης ημέρας και τούτο παρά το ότι, όπως μας αναφέρθηκε, είναι ασύνηθες η αστυνομία να προχωρά σε αίτημα για έκδοση εντάλματος σύλληψης υπόπτου χωρίς να έχει στα χέρια της γραπτή κατάθεση του παραπονούμενου. Στη γραπτή του κατάθεση ο Σκάγιας δίδει, όπως προειπώθηκε, την εκδοχή που έδωσε και ενώπιον μας ως μάρτυρας κατηγορίας. Τα βασικά στοιχεία που έχουν διαφοροποιηθεί από τις πρώτες του αναφορές ήταν πως στην πρώτη περίπτωση είδε τον κατηγορούμενο να ανασύρει το μεγάλο πιστόλι, το είδε στο αριστερό του χέρι και τότε ήταν που κινήθηκε εναντίον του για να τον αφοπλίσει. Μάλιστα όχι με γροθιά αλλά αγκαλιάζοντας τον και ρίχνοντας τον στο έδαφος. Όσον αφορά το δεύτερο πιστόλι η θέση έχει αλλάξει και προβάλλεται ότι το απέσπασε από κάποιο χέρι του κατηγορούμενου. Σημειώνουμε πως, σύμφωνα με τη μαρτυρία, και στον Ορφανίδη είχε πει πως το δεύτερο πιστόλι ανήβρε μετά που κοίταξε στη τσάντα που κρατούσε ο κατηγορούμενος. Όμως δεν θα αξιοποιήσουμε αυτό το «στοιχείο» γιατί ούτε και στην μαρτυρία του Ορφανίδη μπορούμε να βασιστούμε. Δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι κατά πόσο ανέφερε κάτι τέτοιο στον Ορφανίδη. Ότι όμως και να του είπε, ο Ορφανίδης που είχε καταθέσει στην αστυνομία την περιγραφή διαφοροποίησε τη θέση του στην δια ζώσης μαρτυρία του ώστε να συμβαδίζει με τη μαρτυρία του Σκάγια ότι ο κατηγορούμενος ανέσυρε και το δεύτερο πιστόλι. Ο Σκάγιας στην κατάθεση του στην αστυνομία απέκρυψε πως προτού συνομιλήσει με τον Α/Αστ. Κλεόπα είχε συνομιλήσει με τον Ορφανίδη. Κατά τη δίκη, ενδεχομένως γνωρίζοντας πως είχαν αποκαλυφθεί τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα, δεν θα μπορούσε να το αρνηθεί. Δεν πιστεύουμε πως πρόκειτο για αθώα παράλειψη. Ήθελε να αποκρύψει ότι συνομίλησε με οιονδήποτε και έλαβε συμβουλή. Ήθελε να παρουσιάσει το τηλεφώνημα καταγγελίας προς τον Α/Αστ. Κλεόπα ως την πρώτη, άμεση και αυθόρμητη, ενέργεια του μετά το περιστατικό. Η πραγματικότητα είναι πως ζήτησε και έλαβε συμβουλή από τον Ορφανίδη για το τι να κάνει. Τι ακριβώς είπε στον Ορφανίδη και τι ακριβώς ο Ορφανίδης τον συμβούλευσε δεν γνωρίζουμε. Η αναφορά του Ορφανίδη σε προτροπή του να δέσει τον κατηγορούμενο μπορεί και να σχετίζεται με την ανεύρεση στο έδαφος της ζώνης του κατηγορούμενου που ο Σκάγιας δεν παραδέχεται ότι του έβγαλε. Γεγονός παραμένει πως υπήρξε προσπάθεια να αποκρυβεί ότι προτού τηλεφωνήσει στον Α/Αστ. Κλεόπα ο Σκάγιας είχε μιλήσει με τον Ορφανίδη. Κανένα από τα πρόσωπα στα οποία ο Σκάγιας τηλεφώνησε και τα οποία με την μαρτυρία τους έτειναν να ενισχύσουν τη θέση του Σκάγια δεν μας ικανοποίησαν ως μάρτυρες της αλήθειας. Ούτε και στην ακρίβεια της κατάθεσης του Α/Αστ. Κλεόπα μπορούμε με ασφάλεια να βασιστούμε. Έχουμε σοβαρές αμφιβολίες. Η περιγραφή του περιεχομένου του τηλεφωνήματος του Σκάγια που δίδει ο Α/Αστ. Κλεόπα στην κατάθεση του ημερ. 22.6.2012 και που επανέλαβε ενώπιον μας αποδίδει στο Σκάγια την εκδοχή που ο Σκάγιας υποστήριξε στην κατάθεση του στην αστυνομία και ενώπιον μας, όχι όμως στην εκδοχή που ο Σκάγιας έδωσε σε άλλους κατά τα πρώτα στάδια της διερεύνησης της υπόθεσης. Ο Α/Αστ. Κλεόπα μεταβίβασε την καταγγελία στον Α/Αστ. Τσαππή. Τι ακριβώς του μεταβίβασε δεν θα μπορούσαμε να διασταυρώσουμε αφού ο Α/Αστ. Τσαππής δεν κλήθηκε ως μάρτυρας κατηγορίας, ούτε η όποια κατάθεση του τέθηκε ενώπιον μας. Το όνομα του Α/Αστ. Τσαππή βρισκόταν στον κατάλογο των μαρτύρων του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε για σκοπούς παραπομπής, όχι όμως στον κατάλογο των μαρτύρων του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο. Ούτε θα μπορούσαμε να διασταυρώσουμε την ώρα που ο Α/Αστ. Κλεόπα τηλεφώνησε στο Α/Αστ. Τσαππή, αν ήταν πράγματι πριν πάρει πίσω το Σκάγια ή μετά. Ο Σκάγιας τηλεφώνησε στον Α/Αστ. Κλεόπα η ώρα 16:
  26. Ο Α/Αστ. Κλεόπα τον πήρε πίσω η ώρα 16:
  27. Η μαρτυρία που έχουμε για το πότε ειδοποιήθηκε ο Α/Αστ. Τσαππή προέρχεται από τον Αστ. Χειμώνα που αναφέρει περίπου 16:
  28. Αυτή η ώρα μπορεί να μην είναι ορθή, μπορεί όμως και να είναι ακριβής αφού το μόνο τηλεφώνημα που μπορεί να είναι αυτό της αστυνομίας προς το Σκάγια είναι εκείνο που έγινε η ώρα 16:
  29. Ο Σκάγιας προσπάθησε κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του να αποκρύψει πτυχές του επεισοδίου επικαλούμενος πως δεν θυμόταν κατά πόσο χρησιμοποίησε πέτρα ή ξύλα για να κτυπήσει τον κατηγορούμενο και κατά πόσο του έβγαλε τη ζώνη. Στον Υπ/μο Κλεάνθους είχε παραδεχθεί πως χρησιμοποίησε ξύλα για να κτυπήσει τον κατηγορούμενο. Επίσης του είχε παραδεχθεί πως αυτός έβγαλε το τσαντάκι του κατηγορούμενου, κάτι που δεν παραδέχθηκε στη δια ζώσης μαρτυρία του αναφέροντας πως το τσαντάκι μπορεί να βγήκε όπως πάλευαν. Ακόμα δια ζώσης δεν θυμόταν να πει οτιδήποτε για το μαχαίρι ενώ στον Υπ/μο Κλεάνθους είχε πει πως το βρήκε μαζί με το πιστόλι μέσα στο τσαντάκι του κατηγορούμενου και τα πέταξε. Η εκδοχή αυτή διαφέρει σε σχέση με το μικρό πιστόλι από την θέση που προέβαλε δια ζώσης ότι το έβαλε στη τσέπη του και στη συνέχεια το τοποθέτησε δίπλα από το μεγάλο πιστόλι. Όσον αφορά τη ζώνη, σημειώνουμε πως, όπως διαπιστώθηκε κατά τη δίκη, οι θηλιές στη μέση του παντελονιού απ' όπου περνά η ζώνη δεν ήταν σχισμένες. Επομένως η ζώνη δεν μπορεί να βγήκε κατά την πάλη αλλά αναμφίβολα αφαιρέθηκε ενσυνείδητα και επί σκοπώ από κάποιον που δεν μπορεί να ήταν άλλος από τον Σκάγια. (Τα ενδύματα και υποδήματα του κατηγορούμενου (Τεκμήρια 14 - 20) παραλήφθηκαν από τον Αστ. Χειμώνα). Η αρχική τοποθέτηση του Σκάγια ότι η πάλη για να αφοπλίσει τον κατηγορούμενο από το μεγάλο πιστόλι έγινε στο σημείο «4» δεν συνάδει με τη θέση του πως από εκεί πέταξε το πιστόλι προς το δρόμο. Διαφοροποίησε στη συνέχεια τη θέση του λέγοντας πως η πάλη μπορεί να έγινε στο σημείο «6». Εάν η πάλη είχε γίνει στο σημείο «6» και όταν ο κατηγορούμενος του ξέφυγε έτρεξε εντός του χωματόδρομου προς το περιβόλι θα ήταν αδύνατο να είχαν βρεθεί αίματα του κατηγορούμενου στο σημείο «3» στην άκρη της ασφάλτου. Η περιγραφή του Σκάγια δεν ταιριάζει με τα αντικειμενικά ευρήματα της σκηνής. Η εικόνα που παρουσιάζεται δεν αποκλείει τη θέση της Υπεράσπισης πως η σκηνή του επεισοδίου έτυχε ευρείας επέμβασης από τον Σκάγια και πως παρενέβηκε στις τελικές θέσεις των διαφόρων αντικειμένων ώστε να διαμορφώσει μια εικόνα συμβατή ίσως με την εκδοχή του. Επανερχόμαστε στα ζητήματα των τιμολογίων και του ισχυριζόμενου απειλητικού τηλεφωνήματος του κατηγορούμενου προς τον Αναστασίου τα οποία θα εξετάσουμε συμπλέκοντας τις μαρτυρίες του Αναστασίου και του Σκάγια. Ο Σκάγιας ισχυρίστηκε πως μετέβηκε στο συνεργείο του Αναστασίου και πήρε τα τιμολόγια μετά που τηλεφωνικά οριστικοποιήθηκε η συνάντηση με τον κατηγορούμενο. Το τηλεφώνημα στο οποίο αναφέρεται έγινε, όπως προειπώθηκε, στις 15:
  30. Κράτησε περίπου ενάμιση λεπτό. Μετά, αναφέρει ο Σκάγιας, ντύθηκε και μετέβηκε από το σπίτι του στο συνεργείο του Αναστασίου. Επανερχόμαστε στον ισχυρισμό του Αναστασίου ότι ο κατηγορούμενος στο τηλεφώνημα που του έκανε η ώρα 15:52 τον απείλησε και ότι στο τηλεφώνημα του προς τον Σκάγια η ώρα 15:55 τον ενημέρωσε για την απειλή. Τα δύο ισχυριζόμενα γεγονότα αντιμάχονται το ένα το άλλο. Όπως προβάλλει τα γεγονότα ο Σκάγιας όταν πήγε στο συνεργείο του Αναστασίου για να πάρει τα τιμολόγια, ο Αναστασίου πρέπει να είχε ήδη δεχθεί το «απειλητικό» τηλεφώνημα. Δεν μπορεί μετά που έκλεισε το τηλέφωνο στις 15:49 περίπου να μετέβηκε από την κατοικία του στου Αναστασίου, να πήρε τα τιμολόγια και να εγκατέλειψε το συνεργείο πριν τις 15:
  31. Επομένως, εάν υπήρχαν απειλές θα συζητούνταν από τον Αναστασίου και τον Σκάγια κατ' ιδίαν. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Αναστασίου δεν συναντήθηκε με τον Σκάγια μετά το «απειλητικό» τηλεφώνημα. Εκτός και εάν πράγματι δεν συναντήθηκαν στο χρονικό τούτο στάδιο και ψεύδεται ο Σκάγιας ότι πήγε να πάρει τα τιμολόγια μετά τον καθορισμό της συνάντησης για να δικαιολογήσει γιατί δεν τα πήρε προηγουμένως και να πείσει ότι χρειάστηκε να τα πάρει μετά που καθορίστηκε συνάντηση με τον κατηγορούμενο. Κατά την αντεξέταση του ανάφερε πως φεύγοντας από του Αναστασίου την πρώτη φορά «Δεν ήξερα τι θα γινόταν με τον κατηγορούμενο». Είτε ο Σκάγιας ψεύδεται αναφορικά με το χρόνο που μετέβηκε στο συνεργείο του Αναστασίου για να πάρει τα τιμολόγια, κατάληξη που τείνει να ενισχύσει την υποψία πως το τιμολόγιο του Αναστασίου ετοιμάστηκε στις 21.6.2012, είτε ο Αναστασίου ψεύδεται αναφορικά με το περιεχόμενο του τηλεφωνήματος του κατηγορούμενου προς αυτόν. Δεν αποκλείεται όμως και οι δύο να ψεύδονται. Εκείνο που προκύπτει μετά βεβαιότητας από την αντιπαραβολή της μαρτυρίας τους είναι ότι δεν λένε και οι δύο την αλήθεια. Η αναφορά του Αναστασίου στις απειλές όχι μόνο προς τον ίδιο αλλά και τον Σκάγια προβλήθηκε ίσως για να ενισχύσει τη θέση πως ο κατηγορούμενος μετέβαινε στη συνάντηση με τον Σκάγια υπό θέση ισχύος ότι δηλαδή οπλοφορούσε. Καταλήγουμε πως οι Αναστασίου και Σκάγιας είναι πλήρως αναξιόπιστοι μάρτυρες. Σε καμιά πτυχή της μαρτυρίας τους δεν μπορούμε να βασιστούμε για να καταλήξουμε σε ασφαλή ευρήματα. Αδυνατούμε να καταλήξουμε πώς επακριβώς εξελίχθηκαν τα ουσιώδη περιστατικά της υπόθεσης και τούτο γιατί όπως αναξιόπιστος κρίθηκε ο Σκάγιας αναξιόπιστος κρίνεται και ο κατηγορούμενος. Δεν μπορούμε να αποκλείσουμε τη θέση του κατηγορούμενου ότι αδυνατεί να αφηγηθεί μεγάλο μέρος του επεισοδίου γιατί δεν διατηρεί θύμηση του, και τούτο παρά το ότι στη σκηνή είχε συνομιλία με αστυνομικά όργανα, στο νοσοκομείο με συγγενείς και φίλους όπως ο ίδιος αποκάλυψε, ενώ ιατρικώς είχε κριθεί πως μπορούσε να παρακολουθήσει τη διαδικασία για την προσωποκράτηση του. Όμως, από την άλλη, δεν αποκλείουμε να επικαλέστηκε απώλεια θύμησης ως μέρος της τακτικής του να περιοριστεί στους χρόνους που ήθελε και να μην περιπέσει σε ζημιογόνες για την υπόθεση του αντιφάσεις. Ο δικηγόρος του κατηγορούμενου υπόβαλε στον Σκάγια ότι χρησιμοποίησε το μεγάλο πιστόλι που κρατούσε για να επιφέρει το πρώτο κτύπημα στο κεφάλι του κατηγορούμενου και πως έσπασε τα δάκτυλα του κατηγορούμενου για να του τοποθετήσει σ' αυτά τα πιστόλια για να τον ενοχοποιήσει. Ακόμη πως μετέφερε τον πολυτραυματία κατηγορούμενο από την άκρη του δρόμου σε σημείο που να μην φαίνεται από το δρόμο μεταξύ δύο δέντρων για να αποκρύψει το έγκλημα του φοβούμενος πως ο κατηγορούμενος θα πέθαινε. Οι υποβολές δεν τεκμηριώθηκαν με την προσφερθείσα από την Υπεράσπιση μαρτυρία. Εδράζονται σε συμπεράσματα που η Υπεράσπιση εξάγει. Όμως ποτέ δεν ήταν το βάρος στην Υπεράσπιση να αποδείξει την εκδοχή της ή τις υποψίες της αλλά στην Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει τις κατηγορίες πέραν από κάθε λογική αμφιβολία προσκομίζοντας προς τούτο θετική και αξιόπιστη μαρτυρία. Όσον αφορά την παρουσία του μικρού πιστολιού στη σκηνή υπόβαλε ο δικηγόρος Υπεράσπισης στον Σκάγια ότι το είχε μαζί του ή κάποιος του το προσκόμισε στη σκηνή. Φαίνεται πως δημιουργήθηκε η υποψία πως ο οδηγός του αυτοκινήτου που η Στυλιανού κατέθεσε πως σταμάτησε στο μέρος ήταν πρόσωπο προσκείμενο στον Σκάγια που κατέβηκε και παρείχε κάποια συνδρομή στον τελευταίο. Ενδεχομένως τις υποψίες επέτεινε η διστακτικότητα του Σκάγια στην κατάθεση του στην αστυνομία να αποκλείσει την άφιξη άλλου προσώπου. Είχε απαντήσει πως δεν θυμόταν αν είχε αφιχθεί άλλο πρόσωπο στη σκηνή ενώ στη δια ζώσης μαρτυρία του ανέφερε πως αν είχε αφιχθεί κάποιος ή σταμάτησε κάποιος δεν είδε γιατί ήταν προσηλωμένος εκεί που πάλευε. Υπάρχουν κάποια επιμέρους στοιχεία που δημιουργούν κάποιες υπόνοιες αδύνατες όμως να μετατραπούν σε θετικά και ασφαλή ευρήματα κατά του κατηγορούμενου. Μέσα στο τσαντάκι του κατηγορούμενου ανευρέθηκαν τρία χειρουργικά γάντια τα οποία δεν αρνήθηκε πως ήταν δικά του. Τα αγοράζει, ανέφερε, σε κουτί των εκατό και τα χρησιμοποιεί σε διάφορες εργασίες. Εφόσον βρέθηκαν στο τσαντάκι του πιθανόν να τα έβαλε ο ίδιος, χωρίς να θυμάται όμως την περίσταση. Ενδεχομένως να τα είχε βάλει το πρωί όταν ψέκασε το αμπέλι του. Ο Καριόλου ανάφερε πως η χρήση χειρουργικών γαντιών είναι μια μέθοδος που χρησιμοποιείται ώστε κάποιος να μην αφήνει γενετικό του υλικό σε αντικείμενα που αγγίζει. Θα μπορούσε κάποιος να σκεφτεί πως ο κατηγορούμενος μετέφερε τα χειρουργικά γάντια για να τα χρησιμοποιήσει στο στάδιο που θα καθάριζε το ή τα πιστόλια από το γενετικό του υλικό ή τα είχε χρησιμοποιήσει για να τοποθετήσει τα φυσίγγια στην ή στις φυσιγγιοθήκες τους. Η παρουσία των χειρουργικών γαντιών δημιουργεί υπόνοιες, αλλά μέχρις εκεί. Ο κατηγορούμενος ανάφερε πως εκ των υστέρων βλέποντας «την όλη πλοκή του θέματος» λύθηκαν οι απορίες του. Σαφώς άφησε να νοηθεί πως έχει τώρα καταλάβει πως ο ρόλος του Σκάγια είναι αυτός που εισηγήθηκε ο δικηγόρος του. Δεν μας πείθει ο κατηγορούμενος πως δεν είχε πάει ο νους του στο κακό, όπως υποστήριξε, ενδεχομένως για να πείσει πως δεν θα μετέφερε μαζί του κάποιο πιστόλι. Περιγράφοντας τις συνομιλίες του με τον Σκάγια και τον τρόπο που ο τελευταίος του μίλησε είναι βέβαιο πως αντιλήφθηκε τη φύση της εμπλοκής του Σκάγια. Ο κατηγορούμενος που όπως βρήκαμε, ανησυχούσε στο να συναντηθεί με τον Σκάγια στο χώρο του τελευταίου, δεν επέλεξε να σταματήσει το αυτοκίνητο του και να περιμένει τον Σκάγια σε κάποιο σημείο που υπήρχαν και άλλα πρόσωπα. Ίσως έξω από κάποιο περίπτερο. Ίσως να αισθανόταν πως μακριά από το χώρο του Σκάγια και από εκπλήξεις που μπορεί εκεί να τον ανέμεναν μπορούσε να τον αντιμετωπίσει. Από την άλλη μπορεί να ειπωθεί πως ο χώρος δεν ήταν απόμερος, αφού εφαπτόταν σε κύρια οδική αρτηρία. Άλλο σημείο που μας δημιουργεί ερωτηματικά είναι η αναφορά του Αστ. Χειμώνα και του Υπ/μου Κλεάνθους πως κατά την προφορική ανάκριση του κατηγορούμενου από τον τελευταίο στις 21.6.2012 ο κατηγορούμενος είπε πως μόλις έφτασε ο Σκάγιας τράβηξε πιστόλι και τον κτύπησε με το πιστόλι και μετά έπιασε σωλήνα και τον κτυπούσε. Δια ζώσης ο κατηγορούμενος υποστήριξε πως δεν είδε με τι τον είχε αρχικά κτυπήσει ο Σκάγιας αλλά ούτε και στη συνέχεια μπορούσε να συγκεκριμενοποιήσει κάποιο όργανο. Αναφερόμενος στο ζήτημα κατά την αντεξέταση του ο κατηγορούμενος είπε πως ο ίδιος αναφέρθηκε σε κάτι μεταλλικό και ότι ήταν ο Αστ. Τσεκούρας που ρώτησε: «Μπορεί να ήταν πιστόλι, μπορεί να ήταν σωλήνα;» και ο ίδιος απάντησε πως θα μπορούσε να ήταν πιστόλι, γκλόπ μεταλλικό ή σωλήνα μεταλλική. Η εξήγηση του κατηγορούμενου αφορά στην ανάκριση από τον Αστ. Τσεκούρα που έγινε στις 28.6.
  32. Πράγματι εκεί σημειώνεται πως η θέση του κατηγορούμενου ήταν πως κτυπήθηκε με κάτι μεταλλικό που δεν είδε. Σε παρένθεση καταγράφεται: «ρόπαλο, γκλόπ, πιστόλι». Όμως η προφορική ανάκριση από τον Υπ/μο Κλεάνθους ήταν επτά ημέρες προηγουμένως. Αποδόθηκε σαφώς στον κατηγορούμενο ότι μίλησε για πιστόλι και ούτε ο Αστ. Χειμώνα ούτε ο Υπ/μος Κλεάνθους αμφισβητήθηκαν αντεξεταζόμενοι από το δικηγόρο Υπεράσπισης. Ούτε έχει διαλάθει της προσοχής μας η υποβολή του δικηγόρου Υπεράσπισης προς τον Αστ. Τσεκούρα, ότι το πρώτο πράγμα που του είπε ο κατηγορούμενος ήταν ότι ο Σκάγιας πρέπει να τον κτύπησε με πιστόλι. Ο Αστ. Τσεκούρας αρνήθηκε την υποβολή που όμως έγινε στην παρουσία του κατηγορούμενου και τον δεσμεύει. Η βιαιότητα που επιδείχθηκε από τον Σκάγια κατά το επεισόδιο, θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει πως συνηγορεί υπέρ του ότι ο Σκάγιας αντέδρασε κατά αυτό τον τρόπο γιατί απειλήθηκε η ζωή του και γιατί ήθελε να εκδικηθεί τον κατηγορούμενο που την έθεσε σε κίνδυνο. Η Υπεράσπιση επεδίωξε με τη μαρτυρία του Μιχάλη Μαρκίτση (Μ.Υ.2) να καταδείξει πως ο Σκάγιας είναι πρόσωπο οξύθυμο και επιθετικό που και στο παρελθόν έχει κτυπήσει βίαια άλλο πρόσωπο χωρίς λόγο. Δεν χρειαζόμαστε αναφορά σε οτιδήποτε άλλο πέραν από τις περιστάσεις της υπό εκδίκαση υπόθεσης για να καταλήξουμε μετά βεβαιότητας πως ο Σκάγιας είναι πρόσωπο βίαιο. Δεν αποκλείεται η βιαιότητα να μην είναι αποτέλεσμα απειλής για τη ζωή του που αισθάνθηκε αλλά της ιδιοσυγκρασίας του και των μεθόδων που πρέπει να διατηρεί για να είναι πειστικός στις εξυπηρετήσεις που κάνει. Άλλωστε προκύπτει αβίαστα πως έσπασε τα δάκτυλα του κατηγορούμενου με την δικαιολογία να μην μπορεί να πάρει στα χέρια του όπλο σε χρονικό στάδιο που ήταν ήδη ανήμπορος να πράξει κάτι τέτοιο. Η σαφής θέση της Υπεράσπισης είναι πως και τα δύο πιστόλια, αφού κανένα δεν μεταφέρθηκε στη σκηνή από τον κατηγορούμενο, κατέχονταν από τον Σκάγια. Η εξήγηση της Υπεράσπισης για το λόγο που ο Σκάγιας άφησε στη σκηνή τα πιστόλια ώστε να τα περισυλλέξει η αστυνομία είναι επίσης σαφής. Ο Σκάγιας έχοντας βιαιοπραγήσει βάναυσα κατά του κατηγορούμενου θα είχε να αντιμετωπίσει μια πολύ σοβαρή κατηγορία. Οι συνέπειες στον κατηγορούμενο θα μπορούσε να ήταν ακραίες. Η εγκατάλειψη του κατηγορούμενου στη σκηνή δεν φαίνεται να ήταν εφικτή διέξοδος. Εύκολα ο Σκάγιας θα μπορούσε να συνδεθεί με το περιστατικό. Θα έπρεπε λοιπόν να σκηνοθετήσει τέτοιες συνθήκες που θα παρείχαν σε αυτόν υπεράσπιση ή έστω θα μετρίαζαν τη σοβαρότητα των πράξεων του. Παρατηρούμε πως και τα δύο πιστόλια στις φωτογραφίες παρουσιάζονται καθαρά. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Σκάγια το μικρό πιστόλι απέσπασε από το χέρι του κατηγορούμενου, το έβαλε στην τσέπη του και στη συνέχεια το τοποθέτησε στο σημείο όπου ανευρέθηκε από την αστυνομία. Όσον όμως αφορά το μεγάλο πιστόλι ήταν η θέση του πως αφότου το απέσπασε από το αριστερό χέρι του κατηγορούμενου το πέταξε. Θα αναμενόταν ίσως πάνω σε ένα πιστόλι που κάποιος πετά στο έδαφος να υπάρχουν χώματα. Όσο και αν εκ πρώτοις ακούεται παράξενο, αυστηρά ομιλούντες το έργο του ποινικού Δικαστηρίου δεν είναι η διαπίστωση όλων των πραγματικών γεγονότων αλλά κατά πόσο η κάθε κατηγορία που αποδίδεται στον κατηγορούμενο έχει αποδειχτεί πέραν από κάθε λογική αμφιβολία. Άλλωστε όταν η σχετική μαρτυρία δεν είναι αξιόπιστη είναι ακροσφαλές ή και αδύνατο το Δικαστήριο να καταλήξει ως προς τα γεγονότα. Είναι πρόδηλο πως τα δύο πιστόλια και τα πυρομαχικά τους κατέχονταν στη σκηνή του επεισοδίου είτε από τον κατηγορούμενο είτε από τον Σκάγια. Ενδέχεται ακόμα ο ένας να κατείχε το ένα πιστόλι και ο άλλος το άλλο. Ο κατηγορούμενος θα καταδικαστεί μόνο εάν διαφανεί πέραν από κάθε λογική αμφιβολία πως κατείχε το ένα, το άλλο ή και τα δύο. Δεν μπορεί να καταδικαστεί γιατί μπορεί να φαίνεται πως είναι πιθανότερο αυτός να κατείχε το ένα, το άλλο ή και τα δύο παρά ο Σκάγιας. Ούτε μπορεί το αποτέλεσμα να κριθεί στην υπόθεση ότι το πιθανότερο είναι να κρατούσαν από ένα. Ούτε βέβαια η τυχόν απαλλαγή του κατηγορούμενου θα σημαίνει πως τα πιστόλια κατείχε ο Σκάγιας. Γιατί ο κατηγορούμενος να μεταβεί στη σκηνή με δύο πιστόλια; Από την άλλη γιατί ο Σκάγιας να μεταβεί στην περιοχή με δύο πιστόλια; Μπορεί να κατείχαν από ένα. Γιατί ο Σκάγιας να αφήσει και το δικό του στη σκηνή; Δεν ήταν αρκετό να δείξει το πιστόλι του κατηγορούμενου; Πολλές εξηγήσεις μπορεί να ευσταθούν. Όμως ευρισκόμαστε στο πεδίο της εικασίας μακριά από θετική τεκμηρίωση στην απουσία αξιόπιστης μαρτυρίας. Η αδυναμία να καταλήξουμε σε ασφαλές εύρημα ότι ο κατηγορούμενος κατείχε τα δύο πιστόλια ή έστω ένα ή κάποιο από αυτά σφραγίζει το αποτέλεσμα των Κατηγοριών 1 -
  33. Η Κατηγορία 8 της μαχαιροφορίας Το Τεκμήριο 22 είναι μαχαίρι εν τη εννοία του άρθρου 82

(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Η λεπίδα του καταλήγει σε μυτερή άκρη και το μήκος της είναι πέρα των 2 ½ ιντζών (άρθρο 84(β)). Όπως μαρτύρησε ο κατηγορούμενος είναι ένα κοινό «τσακούδι». Δεν συγκαταλέγεται σε οποιαδήποτε νομοθετική εξαίρεση (άρθρο 86). Ο κατηγορούμενος επιβεβαίωσε κατά τη μαρτυρία του πως ήταν δικό του και πως το μετέφερε. Ό,τι συνεπώς παρέμεινε επίδικο είναι κατά πόσο με τα λεχθέντα του απόδειξε ότι το είχε πάνω του ή το μετέφερε για κάποιο νόμιμο σκοπό για τον οποίο ήταν αναγκαίο τέτοιο μαχαίρι. Ο κατηγορούμενος δεν ισχυρίστηκε καν κάτι τέτοιο. Ότι είπε είναι πως συνηθίζει να το έχει μαζί του για σκοπούς της εργασίας του και ακόμα το χρησιμοποιεί όταν γευματίζει στο χώρο εργασίας του. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ούτε σε χώρο εργασίας βρισκόταν, ούτε μας είπε ότι στη συνέχεια θα πήγαινε σε χώρο εργασίας όπου θα του χρειαζόταν. Ότι κάποιος στην εργασία του απαιτείται να χρησιμοποιεί μαχαίρι του παρέχει δικαιολογία να το μεταφέρει προς και να το έχει μαζί του στο χώρο που θα εργαστεί ή από αυτό πίσω στο χώρο όπου το φυλάττει. Επειδή όμως ασχολείται με τέτοια εργασία δεν μπορεί να μεταφέρει το μαχαίρι οπουδήποτε. Ο κατηγορούμενος φεύγοντας από το χώρο εργασίας του για να συναντηθεί με τον Σκάγια όφειλε να απαλλαχθεί από το μαχαίρι αφήνοντας το εκεί. Η μαρτυρία του τεκμηριώνει την κατηγορία. Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρων οι Κατηγορίες 1 - 6 απορρίπτονται και ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάττεται αυτών. Βρίσκουμε τον κατηγορούμενο ένοχο πέραν από κάθε λογική αμφιβολία στην Κατηγορία
  2. (Υπ.) ........... Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Μ. Ματθαίου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Δ.Ι. Κίτσιος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΚ, ΜΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.