← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΦΙΝΤΑΝΑΚΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 11915/11, 14/5/2013

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΦΙΝΤΑΝΑΚΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 11915/11, 14/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B47 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11915/11 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ Κατηγορούσα αρχή εναντίον ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΦΙΝΤΑΝΑΚΗΣ Κατηγορουμένου ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 14/5/2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ευαγγελία Μανώλη Για τον κατηγορούμενο: κα Χριστιάνα Χατζηγεωργίου Κατηγορούμενος: παρών ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία που αφορά την πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση των άρθρων 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 181

(1)/2000 και άρθρα 19 και 20 Α του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τον νόμο 80
(1)/2000 και Κ.Δ.Π. 312/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 3ην Σεπτεμβρίου 2011, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια και άνευ προθέσεως, οδηγώντας το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΗΒΚ 422 στην συμβολή της Λεωφόρου Μακαρίου του Γ΄ με την οδό Χριστόδουλου Πολυδώρου στην Χλώρακα της Επαρχίας Πάφου. Επέφερε τον θάνατο του Γέωργιου Ιωάννου τέως από την Πέγεια. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε ο αστυφύλακας 1142 κ. Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου ο οποίος ανέφερε ότι υπηρετεί στην τροχαία Πάφου και κατέθεσε και υιοθέτησε την κατάθεση του - τεκμήριο 1 - ως μέρος της κυρίας εξέτασης του και διόρθωσε τον αναγραφέντα αριθμό εγγραφής από KXC 550 σε KZC
  2. Στην κατάθεση του κάνει αναφορά στο που είναι τοποθετημένος και ποια είναι τα προσόντα του και τα πιστοποιητικά τα οποία κατέχει, ως επίσης και την εμπλοκή του κατά την διερεύνηση του επίδικου ατυχήματος με την λήψη των φωτογραφιών από την σκηνή του ατυχήματος, την εμφάνιση τους, ως επίσης και την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο. Επίσης κατέθεσε ως τεκμήρια 2, 3 και 4 τα cds από τα οποία τύπωσε σχετικές φωτογραφίες και ως τεκμήριο 5 σετ από 29 φωτογραφίες της σκηνής του δυστυχήματος. Στην κατάθεση του ο μάρτυρας αναφέρει ότι έχει διαλέξει 29 φωτογραφίες από τα αρχεία 30 φωτογραφιών δίδοντας εξήγηση περί τούτου. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι είναι τοποθετημένος στην τροχαία Πάφου στον κλάδο διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων για δέκα χρόνια που όμως δεν είναι συνεχόμενα. Κατέθεσε επίσης ο μάρτυρας ως τεκμήριο 6 την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο και περιέγραψε, επεξήγησε και ανέλυσε φωτογραφίες επί του τεκμηρίου 5 με τα σχετικά ευρήματα και υποδείξεις του, όπως π.χ. ίχνη τροχοπέδησης, μαυρίσματα τροχού, σημείο σύγκρουσης, θέσεις των οχημάτων, κατάσταση του δρόμου κλπ. Αντεξεταζόμενος, κατέθεσε τα τεκμήρια 7 και 8 τα οποία η πλευρά της υπεράσπισης αποδέχθηκε το περιεχόμενο τους ως αληθή και κατέθεσε επίσης το τεκμήριο
  3. Σύμφωνα με το τεκμήριο 7 το οποίο είναι κείμενο παραδεκτών γεγονότων, στις 3/9/2011 επεσυνέβη θανατηφόρο τροχαίο δυστύχημα στην συμβολή της Λεωφόρου Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ΙΙΙ με την οδό Χρ. Πολυδώρου στην Χλώρακα με ενεχόμενα οχήματα το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΒΚ 422 που οδηγούσε ο κατηγορούμενος και την μοτοσυκλέτα με αριθμούς εγγραφής KZC που οδηγούσε το θύμα Γεώργιος Ιωάννου 27 ετών, τέως από την Πέγεια (όπως έχει διορθωθεί εκ των υστέρων) και συνεπεία του δυστυχήματος το θύμα τραυματίστηκε θανάσιμα. Την ίδια ημέρα κατέφθασε στην σκηνή η Δέσπω Μιχαήλ, νοσηλευτής του γενικού νοσοκομείου Πάφου η οποία βρήκε το θύμα ξαπλωμένο στην άσφαλτο χωρίς ζωτικά σημεία. Αφού τον μετέφερε στο γενικό νοσοκομείο Πάφου, τον παρέδωσε στην επί καθήκοντι ιατρό Μάρω Σβανά, η οποία αφού το εξέτασε, διαπίστωσε ότι ήταν νεκρός και εξέδωσε σχετικό πιστοποιητικό θανάτου, ήτοι το τεκμήριο
  4. Στις 5/9/2011 και περί ώρα 10:15 στο νεκροτομείο του γενικού νοσοκομείου Πάφου ο θείος του θύματος Νίκος Παλατές αναγνώρισε την σορό του θύματος. Στις 5/9/2011 ο ιατροδικαστής Σοφοκλής Σοφοκλέους διενήργησε την νενομισμένη νεκροψία επί της σορού του θύματος και απεφάνθη ότι ο θάνατος του προήλθε από εσωτερική αιμορραγία ως είναι κατά τροχαίο ατύχημα και εξέδωσε σχετική έκθεση, ήτοι το τεκμήριο
  5. Έκανε αναφορά στην υπηρεσία του στην αστυνομική δύναμη γενικά και στην τροχαία ειδικότερα, στα καθήκοντα και εμπειρίες του και στον ρόλο που διαδραμάτισε στην διερεύνηση του επίδικου ατυχήματος και τις οδηγίες που έχει λάβει για αυτόν τον σκοπό, όπως π.χ. λήψη φωτογραφιών λόγω της ειδικότητας του, λήψη ανακριτικής κατάθεσης κλπ και παρέπεμπε ο μάρτυρας για σχετικές λεπτομέρειες στην κατάθεση του και στα κατατιθέντα από αυτόν τεκμήρια και στις συνθήκες όπου αυτά έχουν δημιουργηθεί. Επί του τεκμηρίου 5 στην πρώτη φωτογραφία, ανέφερε ότι υπάρχει μια κηλίδα η οποία δεν είναι νωπή και δεν έχει σχέση με το ατύχημα και αυτό μπορεί να διαπιστωθεί με την επιτόπια επίσκεψη, αρνούμενος σχετική υποβληθείσα θέση περί του αντιθέτου. Αιτιολογώντας το εύρημα του ότι στις φωτογραφίες 3 - 6 επί του τεκμηρίου 5 φαίνονται ότι είναι ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσικλέτας, ανέφερε ότι υπήρχε μαύρισμα του οποίου κατέδειξε την αρχή και το τέλος και που είναι χαρακτηριστικά ίχνη που εντοπίζονται όταν ένα όχημα φρενάρει και αυτά τα ίχνη κατέληγαν στην τελική της θέση. Στην φωτογραφία 5 επί του τεκμηρίου 5, ανέφερε ότι τα σημάδια από Γ 2 - 4 είναι παλιά υγρά στην άσφαλτο και δεν έχουν σχέση με το ατύχημα και πιο συγκεκριμένα το Γ 2 ξεχωρίζει και τα Γ 3 και 4 είναι πιο φαρδιά από τα ίχνη που άφησε η μοτοσυκλέτα, ήταν ευδιάκριτα, φρέσκα και ξεχώριζαν με αυτά που σημειώθηκαν με το γράμμα Γ1 και όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι τα σημεία Γ 3 και 4 είναι πιο ευδιάκριτα από τα ίχνη τροχοπέδησης που έχει σημειώσει, ανέφερε ότι αυτά είναι πιο παλιά και δεν έμοιαζαν με τα ίχνη της μοτοσυκλέτας και είναι και πιο πλατιά, ενώ η μοτοσυκλέτα και πιο συγκεκριμένα ο τροχός της σε επαφή με την άσφαλτο, έρχεται το κέντρο του τροχού, δεν πατά όλο το πέλμα σε αντίθεση με ότι συμβαίνει με τα αυτοκίνητα. Απέκλεισε το ενδεχόμενο όπως το Γ 2 να είναι ίχνη της μοτοσυκλέτας, αλλά συμφώνησε ότι αυτά είναι ευδιάκριτα. Τα υγρά τα οποία έχει σημειώσει ως Γ 1, ανέφερε ότι δεν ανήκουν στην μοτοσυκλέτα και παρέπεμψε στην φωτογραφία 8 του τεκμηρίου 5 στην οποία φαίνονται τα υγρά της μοτοσυκλέτας και η φορά που είχαν. Συμφώνησε ότι όλα τα σημάδια που του έχουν υποδειχθεί καταλήγουν ή περνούν από το σημείο του αυτοκινήτου και της μοτοσυκλέτας, διευκρινίζοντας όμως ότι είναι παλιά ίχνη αφού έχει ελέγξει την σκηνή και γνωρίζει επί του θέματος. Τα σημεία 2 και 3 στην φωτογραφία 5 επί του τεκμηρίου 5, ανήκουν στον μπροστινό τροχό της μοτοσυκλέτας και είναι ίχνη τριβής και ερωτώμενος πως είναι δυνατόν αυτά να ξεφεύγουν από την ευθεία της μοτοσυκλέτας, ανέφερε ότι στην μοτοσυκλέτα υπάρχουν δύο ανεξάρτητα είδη ιχνών τροχοπέδησης σε σχέση με τα αυτοκίνητα, είναι του μπροστινού και του πισινού τροχού και στην συγκεκριμένη περίπτωση λόγω της θέσης και της κίνησης της μοτοσυκλέτας την οποία περιέγραψε, ο μπροστινός τροχός ήταν πιο αριστερά από τον πισινό τροχό και η μοτοσυκλέτα έφυγε προς τα πλάγια. Ερωτώμενος κατά πόσο υπήρχε ενδεχόμενο μέχρι το σημείο 1 που φαίνεται στην φωτογραφία 5 επί του τεκμηρίου 5, η μοτοσυκλέτα να ήταν ΄΄σούζα΄΄ ήτοι στον ένα πισινό τροχό και στα σημεία 2 και 3 με το ΄΄κάτσιμο΄΄ της μοτοσυκλέτας, ήτοι την προσγείωση και του μπροστινού τροχού, να τρίφτηκε ο τροχός σε αυτά τα σημεία, ο μάρτυρας εξέφρασε άγνοια αλλά ανέφερε ότι μπορεί σε εκείνο το σημείο ο μοτοσυκλετιστής να χρησιμοποίησε τα φρένα και να σχηματίστηκε το ίχνος αυτό αλλά αυτό δεν το ξέρει και δεν έχει τύχει ποτέ να ξέρει όπως μια μοτοσυκλέτα να είναι ΄΄σούζα΄΄ και να τροχοπεδά. Ερωτώμενος κατά πόσο ο οδηγός την ώρα της ΄΄σούζας΄΄ αν μπορεί να χρησιμοποιήσει τα φρένα του πισινού τροχού, εξέφρασε άγνοια αλλά ανέφερε ότι εάν αυτό γινόταν, τότε ο οδηγός θα έχανε τον τροχό και θα έπεφτε κάτω. Το θύμα δεν έχει χάσει τον έλεγχο προηγουμένως διότι πριν από τα πιο πάνω σημεία που αναφέρθησαν, δεν υπήρχαν ίχνη που να δείχνουν ότι η μοτοσυκλέτα έπεσε κάτω και κτύπησε το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου ενώ τριβόταν στην άσφαλτο. Τα σκαψίματα που φαίνονται στις φωτογραφίες 8, 10 και 15 επί του τεκμηρίου 5 έχουν γίνει μετά την σύγκρουση διότι το σημείο 5 στην φωτογραφία 8 έγινε από μεταλλικό μέρος της μοτοσυκλέτας μετά την σύγκρουση, όπως και η εκδορά που φαίνεται και είναι πιο ευδιάκριτη στην φωτογραφία 15 που αυτή κατέληγε κάτω από τον τροχό της μοτοσυκλέτας στο εξώστ, διότι το ίχνος ξεκινούσε από εκείνο το σημείο και κατέληγε κάτω από την μοτοσυκλέτα και αυτό έγινε μετά την σύγκρουση όταν η μοτοσυκλέτα έπεσε στην άσφαλτο. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν είναι ο ανακριτής της υπόθεσης διότι ο ρόλος του επικεντρώθηκε στα καθήκοντα του όπως έχουν εκτεθεί πιο πάνω και συνεπώς δεν έχει εξετάσει την θέση του κατηγορουμένου που ανέφερε στην κατάθεση του ότι έπεσαν φώτα πάνω του από αριστερά και μετά άκουσε το μπαμ, λέγοντας επίσης ότι ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν έχει δει τα φώτα πριν και ουσιαστικά αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι το θύμα οδηγούσε την μοτοσυκλέτα ΄΄σούζα΄΄ και αυτό καταδεικνύεται από τα σημεία στην άσφαλτο και αυτός είναι ο λόγος που ο κατηγορούμενος δεν έχει δει το θύμα, τονίζοντας ταυτόχρονα ότι δεν είναι ο ίδιος ο εξεταστής της υπόθεσης. Επανέλαβε την θέση ότι στο σημείο 6 που φαίνεται στην φωτογραφία 8 επί του τεκμηρίου 5 είναι ίχνη τροχοπέδησης του αριστερού μπροστινού τροχού του αυτοκινήτου και κατέληξε σε αυτό το συμπέρασμα διότι στο σημείο εκείνο υπήρχε ίχνος που κατέληγε στον μπροστινό αριστερό τροχό και όπως φαίνεται στην φωτογραφία 29 επί του τεκμηρίου 5, αυτό το ίχνος όταν σήκωσαν το αυτοκίνητο προς τα πάνω, φαίνεται και στον μπροστινό δεξιό τροχό και είναι κάτω από το αυτοκίνητο. Τα σημεία Γ 1 και 2 στην φωτογραφία 2 του τεκμηρίου 5 είναι παλιά ίχνη και ερωτώμενος κατά πόσο αυτά αν είναι τα ίχνη που φαίνονται στις φωτογραφίες 7 και 9 του ίδιου τεκμηρίου που προχωρούν και φεύγουν μετά το αυτοκίνητο, εξέφρασε την πιθανότητα να είναι τα ίδια αλλά ο μάρτυρας δεν έχει αναφερθεί σε αυτά αλλά για το σημείο 6 προς τον τροχό του αυτοκινήτου π.χ. στην φωτογραφία 9 στην οποία κατέδειξε τα ίχνη και συνεπώς τα ίχνη που του υποδείχθηκαν είναι διαφορετικά διότι αυτά πάνε προς τα μπροστά, είναι παλιά και διαφορετικά και ξεχωρίζουν από τα νωπά. Τα ίχνη του αυτοκινήτου σταματούν στον μπροστινό αριστερό τροχό και υπέδειξε το σημείο αυτό στην φωτογραφία 9 του τεκμηρίου 15 και όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι αυτό που έχει περιγράψει δεν φαίνεται στην φωτογραφία αλλά είναι αυτά που φαίνονται στην φωτογραφία 2 του ίδιου τεκμηρίου που είναι τα παλιά ίχνη όπως τα έχει αναφέρει και συνεπώς δεν έχουν σχέση με το ατύχημα, ανέφερε ότι στην φωτογραφία 9 μπορεί να μην φαίνονται αρκετά ευδιάκριτα αυτά τα ίχνη, στην σκηνή όμως την νύκτα του ατυχήματος ξεχώριζαν αρκετά καλά, διευκρινίζοντας ότι ξεχωρίζουν αλλά δεν είναι ευδιάκριτα και δεν είναι όπως τα παλιά ίχνη. Όταν του έγινε αναφορά ότι ανέφερε πως στην φωτογραφία 24 και στο σημείο όπου έχει σημειωθεί ως σημείο σύγκρουσης Χ, ανέφερε ότι έχει κάνει λάθος στο σημείο όπου κατέληγαν τα ίχνη τροχοπέδησης αλλά κατέληγαν στον τροχό του αυτοκινήτου. Το πρώτο σημείο επαφής που ήταν στον μπροστινό προφυλακτήρα, την ώρα της σύγκρουσης ο μπροστινός αριστερός τροχός του αυτοκινήτου βρισκόταν στο σημείο 6, δηλαδή ο προφυλακτήρας του αυτοκινήτου την ώρα της σύγκρουσης ήταν στο σημείο Χ και αυτό το γνωρίζει από τα ίχνη που υπήρχαν. Δεν μπόρεσε ο μάρτυρας να προσδιορίσει επακριβώς στην φωτογραφία 4 του τεκμηρίου 5 που ήταν το αυτοκίνητο την ώρα της σύγκρουσης και ποιο ήταν το σημείο σύγκρουσης αλλά εξέφρασε την άποψη ότι μπορεί να ήταν στο σημείο όπου βρίσκεται ένα άσπρο πλαστικό κοντά στον μπροστινό τροχό. Ερωτώμενος κατά πόσο έχει μετρήσει πόσο έχει μετακινηθεί το αυτοκίνητο από το σημείο που υπάρχει το άσπρο πλαστικό, ανέφερε ότι δεν έχει προβεί σε μετρήσεις σε αυτό το ατύχημα αλλά απλά προέβη στην φωτογράφηση. Συμφώνησε ο μάρτυρας ότι η σύγκρουση ήταν βίαιη και επειδή δεν ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης δεν έχει προβεί σε εξετάσεις άλλες όπως π.χ. της ταχύτητας της μοτοσυκλέτας ή συντελεστή τριβής με συγκεκριμένο μηχάνημα το οποίο προσδιόρισε. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι εάν εντοπιστούν σε μια σκηνή ατυχήματος ίχνη τροχοπέδησης πέραν των 15 μέτρων, τότε γίνεται εξέταση της ταχύτητας και στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν ήξερε πόσο ήταν το μήκος των ιχνών τροχοπέδησης των ενεχόμενων οχημάτων, ανέφερε όμως ότι δεν ήταν πολλά. Συμφώνησε ο μάρτυρας ότι στην σκηνή υπήρχε ένα χωμάτινο παγκέτο το οποίο όμως δεν έχει φωτογραφήσει διότι δεν υπήρχε λόγος κατά την έκφραση του και δεν διαδραμάτιζε οποιονδήποτε ρόλο στο ατύχημα και όταν ερωτήθηκε κατά πόσο από την εμπειρία του ένας οδηγός στην θέση του θύματος θα μπορούσε όπως ήταν το χωμάτινο παγκέτο στα αριστερά να αποφύγει την σύγκρουση με ελιγμό προς τα αριστερά, απάντησε ότι το χωμάτινο παγκέτο ήταν πριν την πάροδο, δηλαδή τα ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσκλέτας ήταν μετά το παγκέτο. Ο φωτισμός που φαίνεται στην φωτογραφία 2 του τεκμηρίου 5, είναι και από το φλας της φωτογραφικής μηχανής του, όσο και από τις προσθήκες των εκεί καταστημάτων τα οποία προσδιόρισε, ο φωτισμός στο μέρος είναι αρκετός τον οποίο δεν έχει μετρήσει αλλά έχει προσδιορίσει τις πηγές του όπως π.χ. πάσσαλοι της ηλεκτρικής, καταστήματα κλπ, το φλας όμως της φωτογραφικής μηχανής καλύπτει σχεδόν 20 μέτρα. Σύμφωνα με την πορεία του θύματος πριν το σημείο σύγκρουσης, ο μόνος φωτισμός ήταν οι πάσσαλοι της ηλεκτρικής στα δεξιά του ενώ αριστερά του δεν υπήρχε φωτισμός. Οι πάσσαλοι της ηλεκτρικής που υπάρχουν εκεί φωτίζουν πιο πολύ το μέρος της συγκεκριμένης λωρίδας όπου βρίσκονται και συνεπώς στην λωρίδα όπου ήταν το θύμα ήταν πιο αραιός. Διευκρίνησε ότι όταν αναφερόταν στην κύρια εξέταση του πως ο κατηγορούμενος ήταν τελείως στην δεξιά πλευρά, εννοούσε ότι ο κατηγορούμενος ήταν στην λωρίδα κυκλοφορίας που οδηγούσε το θύμα, στην αντίθετη λωρίδα όπου εκεί βρέθηκε στην τελική του θέση. Η μοτοσυκλέτα του θύματος ήταν μεγάλου κυβισμού και αυτό το γνωρίζει επειδή το μέγεθος της είναι μεγάλο όπως και η ιπποδύναμη της, δεν ήταν σε θέση όμως να γνωρίζει ποια ταχύτητα μπορεί να αναπτύξει και ούτε από ποιο υλικό είναι κατασκευασμένη. Το ανώτατο όριο ταχύτητας στην σκηνή του ατυχήματος είναι 50 ΧΑΩ και δεν έχει κάποια ένδειξη κατά πόσο το θύμα οδηγούσε εντός του εν λόγω ορίου. Στην σκηνή δεν έχει εντοπίσει οποιοδήποτε κράνος και δεν ξέρει κατά πόσο το θύμα φορούσε κράνος. Στην φωτογραφία του 17 του τεκμηρίου 5 φαίνεται ο χιλιομετρητής της μοτοσυκλέτας του θύματος αλλά δεν είχε οποιαδήποτε ένδειξη όταν έφτασε στην σκηνή ο μάρτυρας επειδή ο συγκεκριμένος είναι ηλεκτρονικός και έχει καταστραφεί, ενώ ο μηχανικός χιλιομετρητής υπάρχει η περίπτωση την ώρα της σύγκρουσης να ΄΄μαγκώσει΄΄ και δεν θυμόταν ποιος τον παρέλαβε μετά το ατύχημα. Ο κατηγορούμενος όταν έδινε την κατάθεση του ήταν λίγο αγχωμένος και όταν την έλαβε την παρέδωσε στον ανακριτή και δεν ασχολήθηκε άλλο. Ως Μ.Κ. 2 κατέθεσε ο αστ. 2988 κ. Μάριος Κρεμμάς και ο οποίος κατέθεσε και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση του - τεκμήριο 10 - με την διόρθωση στους αριθμούς εγγραφής από ΗΚΒ 422 σε ΗΒΚ
  6. Στην κατάθεση του και αφού πρώτα έκανε αναφορά στο που είναι τοποθετημένος και στην εκπαίδευση που έτυχε, αναφέρει ότι την 3/9/2011 και ώρα 21:30 επισκέφθηκε μαζί με τον αστ. 2521 Μ. Μιχαήλ την σκηνή του επίδικου ατυχήματος. Κατά την άφιξη του στην σκηνή του δυστυχήματος, βρήκε τα δύο ενεχόμενα οχήματα στην τελική τους θέση, παρών στην σκηνή ήταν ο κατηγορούμενος, ο οδηγός της μοτοσυκλέτας απουσίαζε διότι λόγω του τραυματισμού του μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο γενικό νοσοκομείο Πάφου πριν από την άφιξη του μάρτυρα στην σκηνή. Στην σκηνή ρώτησε τον κατηγορούμενο πως συνέβηκε το ατύχημα και αυτός του ανέφερε ότι ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο του στον κύριο δρόμο με κατεύθυνση προς Πάφο, έστριψε δεξιά για να εισέλθει σε πάροδο και ένιωσε ένα δυνατό κτύπημα. Τον ρώτησε αν είδε την μοτοσυκλέτα και ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν την είδε. Ενώ ο μάρτυρας βρισκόταν στην σκηνή πληροφορήθηκε ότι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας ήταν νεκρός και στην συνέχεια ενημέρωσε σχετικά τον υπεύθυνο και τον βοηθό υπεύθυνο της τροχαίας και όταν ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε από άγνωστο πολίτη για τον θάνατο του θύματος, τότε υπέστη σοκ και κλήθηκε ασθενοφόρο όπου τον μετέφερε με ασθενοφόρο στο γενικό νοσοκομείο Πάφου. Ακολούθως ο μάρτυρας ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο και με την βοήθεια του αστ. 2521 έλαβε τις αναγκαίες μετρήσεις, σημείωσε σε αυτό με το γράμμα Χ το σημείο σύγκρουσης των δύο ενεχομένων οχημάτων για τον λόγο ότι στο σημείο αυτό υπήρχε μαύρισμα στην άσφαλτο από το μπροστινό ελαστικό του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου που προκλήθηκε από την μετατόπιση λόγω της σύγκρουσης και ως επίσης σκάψιμο που προκλήθηκε από μέταλλο κατά την επαφή των ενεχόμενων αυτοκινήτων. Επίσης σημείωσε στο σχέδιο τα ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσυκλέτας, τα ίχνη τριψίματος της, ως επίσης και την κηλίδα αίματος. Το όχημα του κατηγορουμένου έσπασε ο μπροστινός προφυλακτήρας, το αριστερό μπροστινό φανάρι, ο αριστερός μπροστινός τροχός, το αριστερό μπροστινό φτερό, ο αριστερός μπροστινός δείκτης και βούλωσε το μπροστινό καπό, στο δε όχημα του θύματος έσπασε ολόκληρο το μπροστινό μέρος, κόπηκε ο σκελετός και βούλωσε το ντεπόζιτο καυσίμων. Προέβηκε σε έλεγχο της μοτοσυκλέτας και διαπίστωσε τον τύπο της, το ιδιοκτησιακό της καθεστώς και ο κατηγορούμενος δεν ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης για τον συγκεκριμένο τύπο της μοτοσυκλέτας και την επόμενη του ατυχήματος έλαβε κατάθεση από τον ιδιοκτήτη της μοτοσυκλέτας ο οποίος του ανέφερε ότι έδωσε την μοτοσυκλέτα στο θύμα με την συγκατάθεση του. Με βάση το πρόχειρο σχέδιο ο μάρτυρας ετοίμασε σχέδιο επί κλίμακας 1:
  7. Το δυστύχημα έγινε κατά την διάρκεια της νύκτας, ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος στεγνή και καθαρή. Υπήρχε ικανοποιητικός οδικός φωτισμός, ως επίσης και φωτισμός από παρακείμενα καταστήματα, ο δρόμος είναι διπλής κατεύθυνσης με μια λωρίδα για κάθε κατεύθυνση οι οποίες διαχωρίζονται από άσπρη συνεχή γραμμή και στην πάροδο υπάρχει διακεκομμένη γραμμή. Η ασφαλτόστρωση σε μερικά σημεία είναι σε κακή κατάσταση και η ορατότητα του κατηγορουμένου ως προς την κατεύθυνση του ήταν 200 μέτρα. Στην συνέχεια της κύριας εξέτασης του ο μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήρια 11 και 12 το πρόχειρο και το τελικό σχέδιο αντίστοιχα της σκηνής του ατυχήματος και υιοθέτησε τα ευρήματα και τις μετρήσεις που κατέγραψε σε αυτά. Είναι τοποθετημένος στην τροχαία Πάφου στον κλάδο διερεύνησης τροχαίων ατυχημάτων από το 2003 και αναφέρθηκε χρονικά στην εκπαίδευση που έτυχε. Υπέδειξε στον αστ. 1142 όπως προβεί στην φωτογράφηση της σκηνής - τεκμήριο
  8. Στο τεκμήριο 12 φαίνεται το σημείο σύγκρουσης των ενεχομένων οχημάτων και αυτό το σημείο βρίσκεται στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας που οδηγούσε το θύμα, ήτοι από Χλώρακα προς Κισσόνεργα και σε αυτό το σημείο κατέληξε επειδή υπάρχει στο σημείο αυτό μαύρισμα το οποίο προήλθε από τον αριστερό μπροστινό τροχό του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου το οποίο προκλήθηκε από την μετατόπιση λόγω της σύγκρουσης, ως επίσης και σκάψιμο που προκλήθηκε από μέταλλο από την επαφή των δύο οχημάτων. Περιέγραψε ο μάρτυρας τις δύο πρώτες φωτογραφίες του τεκμηρίου 5, ως επίσης και το τεκμήριο 12, όπως π.χ. τον επίδικο δρόμο και που αυτός οδηγεί, ποιο το μέσο του δρόμου και το πλάτος κάθε λωρίδας και που είναι 3,30 μέτρα. Στην συγκεκριμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος όφειλε να πάρει το κέντρο της Λεωφόρου Αρχ. Μακαρίου, να φτάσει στο ύψος του κέντρου της οδού Χριστόδουλου Πολυδώρου, να κάνει στροφή δεξιά 90 μοιρών και να πάρει την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας στην οδό Χριστόδουλου Πολυδώρου σύμφωνα με την κατεύθυνση του. Οι διακεκομμένες γραμμές στο ύψος της οδού Χριστόδουλου Πολυδώρου συμβολίζουν ότι από το σημείο εκείνο κάποιος μπορεί να στρίβει δεξιά για να εισέρχεται στην συγκεκριμένη πάροδο ή να εξέρχεται από αυτήν. Με βάση την τελική θέση του οχήματος του κατηγορουμένου που αναγράφηκε στο τεκμήριο 12 ως σημείο Α 1, ο κατηγορούμενος έστριψε βεβιασμένα διαγώνια και παραβίασε την άσπρη συνεχόμενη γραμμή και αυτό φαίνεται στις φωτογραφίες 1 έως 8 και 21 επί του τεκμηρίου
  9. Το σημείο σύγκρουσης Χ από την άκρη της διαχωριστικής γραμμής δεξιά ως η πορεία του θύματος απέχει 3,20 μέτρα, στην φωτογραφία 14 φαίνεται η κηλίδα αίματος που απεικόνισε στο τεκμήριο 12 και ο κύκλος με την κιμωλία σχηματίστηκε από τον μάρτυρα, το Χ από το Κ απέχει 1,50 μέτρα, το Χ από το Β 1 8,70 μέτρα, το Χ από το Β 2 6,70 μέτρα, το Χ από το Β 3 1,70 μέτρα, η απόσταση του Χ από το περίπτερο είναι 10,60 μέτρα και το Χ από το 0 1 14,50 μέτρα. Τα ίχνη τροχοπέδησης του πίσω τροχού της μοτοσυκλέτας που οδηγούσε το θύμα και που σημειώθηκαν στο τεκμήριο 12 ως Β 1 έχουν μήκος 7 μέτρα και φαίνονται στις φωτογραφίες 3 και 4 του τεκμηρίου
  10. Το μάυρισμα από τον μπροστινό τροχό της μοτοσυκλέτας το οποίο φαίνεται στο τεκμήριο 12 ως Β 2 έχει μήκος 2,50 μέτρα και φαίνεται στις φωτογραφίες 3, 4 και 5 του τεκμηρίου 5 στα σημεία 2 και
  11. Στην φωτογραφία 8 του τεκμηρίου 5 φαίνεται η τελική θέση της μοτοσυκλέτας με τον αριθμό 4 και στις φωτογραφίες 8, 9, 10, 11 και 29 του τεκμηρίου 5 φαίνεται το τρίψιμο από τον αριστερό μπροστινό τροχό του οχήματος του κατηγορουμένου, στις φωτογραφίες 6 έως 10 του τεκμηρίου 5 φαίνεται το σκάψιμο που προκλήθηκε κατά την επαφή των δύο οχημάτων από την σύγκρουση με μέταλλο, στις φωτογραφίες 15 και 16 του ίδιου τεκμηρίου οι άσπρες χαραγμένες γραμμές πάνω στην άσφαλτο είναι εκδορές της μοτοσυκλέτας που δημιουργήθηκαν μετά την σύγκρουση. Ο δρόμος όπου έγινε το ατύχημα είναι ο κεντρικός δρόμος της Χλώρακας που ενώνεται με την Πάφο και είναι πολυσύχναστος εμπορικός δρόμος, ο κατηγορούμενος σε σχέση με την πορεία του είχε ορατότητα 200 μέτρα χωρίς να εμποδίζεται από οποιοδήποτε φυσικό ή τεχνικό εμπόδιο, στο συγκεκριμένο σημείο όπου έγινε το ατύχημα η ασφαλτόστρωση ήταν σε καλή κατάσταση, πριν όμως αυτό το σημείο έχοντας κατεύθυνση προς Κισσόνεργα είναι σε κακή κατάσταση και αναφορικά με τον οδικό φωτισμό ανέφερε ότι υπήρχαν ηλεκτρικοί πάσσαλοι με λαμπτήρες υψηλής τάσης, υπήρχε περίπτερο που ήταν ανοικτό με φωτισμό, προσθήκες καταστημάτων και οικίες. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο εξεταστής της υπόθεσης δεν ήταν ο ίδιος αλλά ο λοχίας
  12. Συμφώνησε ότι η σύγκρουση ήταν βίαιη και εξέφρασε άγνοια για τον χαρακτηρισμό του οχήματος του θύματος ως μοτοσυκλέτα του διαβόλου λόγω της πολλής δύναμης και επιτάχυνσης που έχει, ως επίσης αγνοούσε το βάρος αυτής, κατά πόσο η τελική ταχύτητα που αναπτύσσει είναι 260 ΧΑΩ και αν μπορούσε να αναπτύξει ταχύτητα 100 ΧΑΩ σε τρία δευτερόλεπτα αλλά συμφώνησε ότι το βάρος του αυτοκινήτου είναι πολλαπλάσιο της μοτοσυκλέτας. Από την σύγκρουση το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου μετατοπίστηκε προς τα δεξιά, ο κατηγορούμενος οδηγούσε λοξώς δεξιά ως η πορεία του. Έχει εκπαιδευτεί αλλά όχι σε μεγάλο βαθμό στο θέμα της ορμής και όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι θα έπρεπε να εξεταστεί αυτό το ζήτημα για να γίνει σωστή διερεύνηση, παρέπεμψε στον εξεταστή της υπόθεσης, ως επίσης παρέπεμψε στον εξεταστή για θέματα που ερωτήθηκε αναφορικά με την ορμή. Όπως έχει διαπιστώσει ο μάρτυρας από την σχετική έκθεση, το θύμα έχει καταναλώσει κοκαίνη αλλά δεν ήταν σε θέση να ξέρει που διαμένει ο φίλος του θύματος και κατά πόσο το θύμα ζήτησε από το εν λόγω άτομο την μοτοσυκλέτα για να αγοράσει τσιγάρα και να δοκιμάσει την μοτοσυκλέτα, λέγοντας ότι το μόνο που ξέρει είναι ότι με βάση τα ίχνη τροχοπέδησης που υπάρχουν στην σκηνή του δυστυχήματος, η κατεύθυνση της μοτοσικλέτας ήταν από Αρχ. Μακαρίου στην Χλώρακα προς Κισσόνεργα. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι δεν έχει εξεταστεί το σημείο από όπου ξεκίνησε το θύμα ή αν έκανε στάση προηγουμένως ή αν ήρθε από κάποια πάροδο, αλλά ανέφερε ότι εμφανώς η πορεία του ήταν από Αρχ. Μακαρίου προς Κισσόνεργα και δεν υπάρχει μαρτυρία που να υποδηλώνει ότι το θύμα βγήκε από οποιαδήποτε πάροδο. Δεν έχει διερευνηθεί η ταχύτητα της μοτοσυκλέτας, όταν επισκέφθηκε την σκηνή του ατυχήματος πρόσεξε τα διάφορα ίχνη, τις τελικές θέσεις και ότι είχε σχέση γενικά με το ατύχημα και ζήτησε από τον αστ. 1142 όπως προβεί σε φωτογραφήσεις. Σημείωσε ο μάρτυρας με το γράμμα Χ το σημείο σύγκρουσης στην φωτογραφία 3 του τεκμηρίου 5, ως υπέδειξε επίσης το ήδη υποδειχθέν σημείο σύγκρουσης με το γράμμα Χ στην φωτογραφία 10 του ίδιου τεκμηρίου και υποστήριξε την ορθότητα του σημείου, αρνούμενος ταυτόχρονα σχετική υποβολή ότι αυτό είναι λανθασμένο επειδή είναι πιο πίσω από την ζημιά που υπέστη το αυτοκίνητο. Προς επίρρωση αυτού ανέφερε ότι στην φωτογραφία 10 επί του τεκμηρίου 5 και πιο συγκεκριμένα στο σημείο 6 που είναι το μαύρισμα από τον αριστερό μπροστινό τροχό εκεί ήταν ο τροχός πριν την σύγκρουση. Από τον αριστερό τροχό, το κέντρο μέχρι το μπροστινό μέρος του προφυλακτήρα, μέχρι την γωνία του προφυλακτήρα τον αριστερό είναι περίπου 60 με 70 εκατοστά και συνεπώς από το σημείο 6 μέχρι το σημείο όπου είναι τα συντρίμια είναι το σημείο σύγκρουσης και η επαφή έγινε στην αριστερή μπροστινή γωνία του προφυλακτήρα. Το αυτοκίνητο σε εκείνο το σημείο είχε κλίση την ώρα που έστριφε το αυτοκίνητο δεξιότερα και δεν ήταν σε ευθεία αλλά διαγώνια ως η πορεία του και συνεπώς το αυτοκίνητο μετατοπίστηκε και λίγο προς τα δεξιά και για αυτό υπάρχει τρίψιμο, μετατόπιση με το τρίψιμο του αριστερού μπροστινού τροχού λοξώς δεξιότερα διαγώνια και η μετατόπιση είχε μήκος 60 εκατοστά. Στην φωτογραφία 2 του τεκμηρίου 5, με το σημάδι 1 είναι τα ίχνη τροχοπέδησης του πισινού τροχού της μοτοσυκλέτας ενώ με τα σημεία 2 και 3 του μπροστινού όπου σταματούν στο σημείο 3 και του μπροστινού τροχού είναι αριστερότερα του πισινού, υποστηρίζοντας την θέση του ότι αυτά τα ίχνη είναι της μοτοσυκλέτας και αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση περί του αντιθέτου και παρέπεμψε στην φωτογραφία 19 του ίδιου τεκμηρίου και στα εκεί ευρήματα. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι το σημείο σύγκρουσης Χ δεν είναι ορθό με βάση τα ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσυκλέτας όπως τα έχει καταγράψει, επανέλαβε και υιοθέτησε τις θέσεις και ευρήματα τα οποία ήδη έχει περιγράψει και πιο συγκεκριμένα έκανε αναφορά και υποστήριξε την ορθότητα στα ίχνη που άφησε όχι μόνο ο πισινός αλλά και ο μπροστινός τροχός της μοτοσυκλέτας ο οποίος ήταν αριστερότερα του πισινού και αυτό πιθανόν να δηλεί ελιγμό αριστερότερα πριν την σύγκρουση και τα ίχνη αυτά εξετάστηκαν και διαπιστώθηκε ότι ήταν της μοτοσυκλέτας. Αναφορικά με την ορατότητα των 200 μέτρων, ο μάρτυρας την διαπίστωσε, αφού μετέβηκε στο σημείο την επόμενη νύκτα με επιβατικό αυτοκίνητο (saloon) σε παρόμοιες συνθήκες και καταμετρήθηκε η ορατότητα, αρνούμενος σχετική υποβληθείσα θέση ότο η ορατότητα στο σημείο είναι μικρότερη λόγω των κλίσεων του εκεί δρόμου, λέγοντας ότι υπάρχει πολύ ικανοποιητικός φωτισμός. Τέλος ο μάρτυρας ανέφερε ότι όταν λάμβαναν κατάθεση από το άτομο που έδωσε στο θύμα για να οδηγήσει την μοτοσυκλέτα ενώ προφανώς ήταν υπό την επίρρεια ναρκωτικών, ανέφερε ότι η αστυνομία δεν ήξερε ότι το θύμα ήταν υπό την επίρρεια ναρκωτικών την στιγμή που λήφθηκε η κατάθεση και δεν έγινε σχετική ερώτηση σε κατοπινό στάδιο. Ως Μ.Κ. 3 κατέθεσε ο λοχ. 1239 κ. Κώστας Σάββα ο οποίος κατέθεσε και υιοθέτησε την κατάθεση του - τεκμήριο 13 - ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Στην κατάθεση του και αφού κάνει αναφορά στα καθήκοντα και προσόντα του, αναφέρει ότι στις 3/9/2011 και ώρα 21:45 ενημερώθηκε από τον αστ. 2988 Μ. Κρεμμά ότι περί ώρα 21:20 για το επίδικο ατύχημα. Επέβλεπε την πορεία των ανακρίσεων και έδιδε οδηγείες για τις διάφορες ενέργειες. Στις 5/9/2011 και ώρα 10:15, πήγε στο νεκροτομείο του γενικού νοσοκομείου Πάφου όπου στην παρουσία του ο Νίκος Παλατές είδε και αναγνώρισε την σορό του θύματος που είναι αδελφότεχνος του που τραυματίστηκε θανάσιμα στο επίδικο ατύχημα. Στην συνέχεια ο ιατροδικαστής Δρ. Σ. Σοφοκλέους διενήργησε την νεκροτομή στην σορό και διαπίστωσε ότι ο θάνατος του οφειλόταν σε αιμορραγία ως είναι κατά τροχαίο ατύχημα. Κατά την διάρκεια της νεκροτομής έλαβε αριθμό φωτογραφιών σύμφωνα με τις υποδείξεις του ιατροδικαστή, ο ιατροδικαστής έλαβε από την σορό του θύματος δύο δείγματα αίματος, ένα οφθαλμικού υγρού και ένα δείγμα ούρων για ανάλυση ως προς την περιεκτικότητα τους σε αιθυλική αλκοόλη και ναρκωτικές ουσίες τα οποία παρέλαβε και σφράγισε σε κιβώτιο λήψης βιολογικών δειγμάτων. Την 5/9/2011 μεταξύ των ωρών 16:00 - 16:30 επιθεώρησε στην τροχαία Πάφου τα ενεχόμενα αυτοκίνητα και στο μεν αυτοκίνητο του κατηγορουμένου διαπίστωσε ότι έσπασε ο μπροστινός προφυλακτήρας, το μπροστινό αριστερό φανάρι και δείκτης, βούλωσε το μπροστινό αριστερό φτερό, ο μπροστινός αριστερός τροχός ζάβωσε προς τα πίσω, βούλωσε το καπό της μηχανής και υπήρχε σκούπισμα σκόνης στο καπό από το σώμα του θύματος, έσπασε η βάση του μπροστινού αριστερού φαναριού ομίχλης και βούλωσε το μπροστινό αριστερό ριμς, στην δε μοτοσυκλέτα που οδηγούσε το θυμα κόπηκε ο σκελετός ακριβώς πίσω από το τιμόνι και κάτω από το ντεπόζιτο καυσίμων, κόπηκαν τα τιμόνια, βούλωσε και μετατοπίστηκε το ντεπόζιτο καυσίμων, έσπασαν τα μπροστινά φανάρια, το μιλίμετρο και όλα τα πλαστικά καλύμματα μπροστινού μέρους. Διαπίστωσε ότι τα συστήματα πεδήσεως, διευθύνσεως, ελαστικά και αναρτήσεις, ως επίσης και τα φώτα πορείας του αυτοκινήτου λειτουργούσαν κανονικά κατά τον χρόνο του δυστυχήματος, η μοτοσυκλέτα υπέστηκε εκτεταμένες ζημιές στο μπροστινό μέρος και κόπηκε ο σκελετός, ελέχθηκε το σύστημα πεδήσεως και βρέθηκε σε λειτουργήσιμη κατάσταση. Έκανε αναφορά στα τεχνικά μέσα που χρησιμοποίησε για την λήψη των φωτογραφιών, την καταγραφή τους σε cd, την εμφάνιση τους σε έντυπη μορφή και στις 6/9/2011 και ώρα 07:00 παρέδωσε σφραγισμένο στον αστ. 2641 Χρ. Ανδρέου το κιβώτιο που περιείχε τα βιολογικά δείγματα του θύματος για να τα μεταφέρει στο χημείο του Κράτους. Στην συνέχεια της κύριας εξέτασης του κατέθεσε ως τεκμήρια 14, 15 και 16 τα cds για τα οποία έκανε αναφορά και ως τεκμήριο 17 την δέσμη φωτογραφιών που λήφθηκαν κατά την νεκροψία του θύματος. Ανέφερε ότι εξετάζει από το 1998 θανατηφόρα τροχαία ατυχήματα και σήμερα υπηρετεί στην τροχαία Λεμεσού και είναι ο προιστάμενος του γραφείου διερεύνησης τροχαίων υποθέσεων και είναι ο εξεταστής της παρούσας υπόθεσης. Αναγνώρισε το τεκμήριο 12 για το οποίο έκανε αναφορά και ανάλυση, όπως π.χ. το σημείο σύγκρουσης, τον επίδικο δρόμο, την πορεία του θύματος κλπ, αναγνώρισε το τεκμήριο 5 για το οποίο έκανε αναφορά στην φωτογραφία 2 την οποία ανελυσε και περιέγραψε. Σύμφωνα με τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας, ο κατηγορούμενος για να στρίψει στην οδό Πολυδώρου από την Λεωφόρο Μακαρίου όπου βρισκόταν, θα έπρεπε να σταματήσει στο μέσο της Λεωφόρου στο σημείο Μ επί του τεκμηρίου 12 και μετά με γωνία 90 μοιρών να πάει δεξιά και να μπει στην οδό Πολυδώρου. Οι διακεκομμένες γραμμές στο σημείο Μ στο τεκμήριο 12, έχουν τοποθετηθεί για να επιτρέπουν την στροφή δεξιά για όσους θέλουν να εισέλθουν στην οδό Πολυδώρου από την Λεωφόρο Μακαρίου και αντίστροφα με στροφή δεξιά προς την εν λόγω Λεωφόρο. Από την τελική θέση του οχήματος του κατηγορουμένου που φαίνεται με το σημείο Α1 στο τεκμήριο 12, φαίνεται ότι ο κατηγορούμενος βεβιασμένα είχε επιχειρήσει δεξιά στροφή προς την οδό Πολυδώρου παραβιάζοντας άσπρη συνεχή γραμμή επί της Λεωφόρου Μακαρίου εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ενώ θα έπρεπε να κάνει τις ενέργειες που προανέφερε και ως αποτέλεσμα της εισόδου του κατηγορουμένου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας ανακόπηκε η ελεύθερη πορεία του θύματος ο οποίος οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου με κατεύθυνση προς Χλώρακα και να συγκρουστεί. Αυτή η βεβιασμένη κίνηση του κατηγορουμένου φαίνεται στις φωτογραφίες 1 έως 8, 13, 21, 23 και 24 επί του τεκμηρίου
  13. Η απόσταση μεταξύ του σημείου Μ μέχρι το σημείο Χ είναι 8,80 μέτρα σε ευθεία γραμμή και αυτό σημαίνει την λανθασμένη πορεία του κατηγορουμένου, η απόσταση της δεξιάς μπροστινής πλευράς του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου με το πεζοδρόμιο ως η πορεία του κατηγορουμένου είναι 1,20 μέτρα και η απόσταση της αριστερής μπροστινής γωνίας του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου μέχρι το αριστερό πεζοδρόμιο ως η πορεία του είναι 10,40 μέτρα. Ως εξεταστής του επίδικου ατυχήματος δεν έχει εξετάσει την ταχύτητα του οχήματος του θύματος, υπήρχε πολύ μικρη απόσταση ιχνών τροχοπέδησης της μοτοσυκλέτας, από τις τελικές θέσεις των οχημάτων και ειδικότερα της μοτοσυκλέτας η οποία μετά την σύγκρουση ακινητοποιήθηκε χωρίς να εκτραπεί και να συνεχίσει άλλη πορεία, λόγω του ότι δεν υπήρχε εκτίναξη του οδηγού της μοτοσυκλέτας πάνω από το αυτοκίνητο και λόγω της μεγάλης διαφοράς βάρους στα δύο οχήματα οι οποιοιδήποτε υπολογισμοί θα οδηγήσουν σε εντελώς λανθασμένες εκτιμήσεις ως προς τις ταχύτητες των οχημάτων και ειδικότερα της μοτοσυκλέτας. Με βάση όμως τα ευρήματα που ανέφερε, δεν φαίνεται να υπήρχε υπερβολική ταχύτητα εκ μέρους του θύματος. Επειδή τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν υπό γωνία, σε περίπτωση αυξημένης ταχύτητας της μοτοσυκλέτας θα υπήρχε εκτροπή και θα συνέχιζε την πορεία της ως προς το βορειοδυτικό μέρος της Λεωφόρου, δηλαδή προς το χωράφι δίπλα από το περίπτερο του Λιασίδη ανάλογα πάντα με την ταχύτητα της. Το θύμα βρέθηκε στο σημείο Κ στο τεκμήριο 12 μπροστά από το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου. Ως προς την ορατότητα του κατηγορουμένου στο μέρος, ανέφερε ότι από την συμβολή των δύο δρόμων προς την Πάφο ήταν 200 μέτρα την οποία μέτρησε ο ίδιος μετά από δύο μέρες με ίδιες συνθήκες και βράδυ. Ως προς τον φωτισμό στο επίδικο μέρος, ανέφερε ότι ο δρόμος φωτίζεται ικανοποιητικά λόγω της ύπαρξης αρκετών καταστημάτων, ως επίσης και λαμπτήρων υψηλής έντασης της ΑΗΚ που βρίσκονται κατά μήκος της Λεωφόρου στην βόρεια πλευρά της Λεωφόρου. Ο δρόμος εκεί είναι κεντρικός, ο κύριος δρόμος που ενώνει την Πάφο με την Χλώρακα και την Χλώρακα με την Κισσόνεργα. Το κύριο χρώμα της μοτοσυκλέτας ήταν το άσπρο με χρωματισμούς κόκκινο προς κεραμιδί σε κάποια πλαστικά μέρη στις δύο της πλευρές. Υπήρχε μετατόπιση του μπροστινού μέρους του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου κατά 60 εκατοστά προς τα δεξιά, ήτοι προς το νοτιοδυτικό πεζοδρόμιο της συμβολής και αυτό δικαιολογείται από την ύπαρξη δύο μαυρισμάτων από τα μπροστινά ελαστικά του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου τα οποία φανερώνουν αυτήν την μετατόπιση και τα οποία φαίνονται στην φωτογραφία 29 του τεκμηρίου
  14. Αυτή η μετατόπιση ήταν μια φυσική μετατόπιση που έγινε συνεπεία της σύγκρουσης και τέτοιες μετατοπίσεις παρουσιάζονται σχεδόν σε όλες τις μετατοπίσεις αυτού του τύπου επειδή η κατεύθυνση που είχε η μοτοσυκλέτα περνούσε έξω από το κέντρο βάρους του αυτοκινήτου, ήτοι από το μπροστινό μέρος και για αυτό η μετατόπιση γίνεται στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου. Ως προς την ευθύνη του κατηγορουμένου, ανέφερε ότι το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου λανθασμένα και βεβιασμένα έκανε στροφή δεξιά για να εισέλθει σε πάροδο, παραβιάζοντας άσπρη συνεχή γραμμή της Λεωφόρου με αποτέλεσμα την είσοδο του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας που ταξίδευε το θύμα με συνέπεια να του ανακόψει την πορεία και να συγκρουστούν. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι την ώρα της σύγκρουσης, η ταχύτητα της μοτοσυκλέτας δεν πρέπει να υπερέβενε τα 50 ΧΑΩ διότι σε διαφορετική περίπτωση πέραν αυτής της ταχύτητας θα έπρεπε να υπήρχε εξωστρακισμός της μοτοσυκλέτας και εκτίναξη του θύματος σε απόσταση ανάλογα με την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας και συνεπώς τα δεδομένα θα ήταν εντελώς διαφορετικά όπως και οι θέσεις των οχημάτων. Δεν ήταν δε θέση να γνωρίζει το ακριβές σημείο εκκίνησης της μοτοσυκλέτας αλλά σύμφωνα με τις καταθέσεις φαίνεται να δόθηκε στο θύμα η μοτοσυκλέτα από κάποιον φίλο του, του οποίου την κατοικία δεν επισκέφθηκε αλλά φαίνεται να κατοικά στην Λεωφόρο όπου έγινε το ατύχημα. Δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει πότε το θύμα άναψε τα φώτα της μοτοσυκλέτας και δεν μπορεί να ξέρει 10 δευτερόλεπτα πριν από την σύγκρουση τι έγινε ή αν το θύμα οδηγούσε την μοτοσυκλέτα στον ένα τροχό, διότι αν υποθέσει ότι ένα όχημα κινείται με ταχύτητα 50 ΧΑΩ διανύει μια απόσταση 13,88 μέτρα το δευτερόλεπτο και συνεπώς στα 10 δευτερόλεπτα θα ήταν σε απόσταση 130 - 140 μέτρα πριν το ατύχημα και το ίδιο ισχύει και αν η απόσταση ήταν 70 - 100 μέτρα. Επίσης ο μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήριο 18 τα αποτελέσματα των εξετάσεων από το χημείο του κράτους, σύμφωνα με τα οποία το θύμα βρέθηκε θετικό στην ύπαρξη κοκαίνης και κάνναβης και σύμφωνα με τα μαθήματα που ο μάρτυρας έχει παρακολουθήσει, το γεγονός ότι δεν έχει εντοπιστεί η κάνναβη στο αίμα του αλλά μόνο στα ούρα, φανερώνει ότι η χρήση της είχε γίνει πριν από κάποιες μέρες, όσον αφορά την κοκαίνη δεν μπορούσε να προσδιορίσει επακριβώς το χρονικό σημείο λήψης της από το θυμα. Η λήψη τέτοιων φαρμάκων επηρεάζει την οδική συμπεριφορά ενός οδηγού αλλά δεν ήταν σε θέση να πει σε ποιον βαθμό. Ερωτώμενος κατά πόσο τα ίχνη τροχοπέδησης που καταγράφονται στο τεκμήριο 12 από τον αστ. κ. Κρεμμά δεν καταλήγουν στο σημείο Χ και κατά πόσο αυτά τα ίχνη ήταν, παρέπεμψε στον ίδιο τον κ. Κρεμμά, αλλά εξέφρασε την άποψη ότι από την στιγμή που απεικονίζονται δύο ίχνη τροχοπέδησης, φανερώνει ότι το ένα ίχνος ανήκε στον πισινό τροχό και το άλλο στον μπροστινό και συνεπώς η θέση της μοοσυκλέτας ήταν διαγώνια με κλίση προς τα αριστερά ως προς την πορεία της μοτοσυκλέτας και συμφώνησε εν τέλει ως προς την ορθότητα του σημείου Χ στο τεκμήριο
  15. Τα ίχνη τροχοπέδησης του πισινού τροχού της μοτοσυκλέτας φαίνεται να είναι ευθεία και να πάνε από το Β1 έως το Β3 και το Β2 είναι ίχνη τροχοπέδησης του μπροστινού τροχού που είναι μικρής απόστασης. Διευκρίνησε ο μάρτυρας ότι η ευθεία γραμμή που προανέφερε δεν έχει καμία σχέση με την αντίδραση του θύματος που εμφανίστηκε με την έναρξη των ιχνών τροχοπέδησης και σίγουρα και ελιγμού της μοτοσυκλέτας προς τα αριστερά ως η πορεία του. Το φαινόμενο να φαίνονται δύο ίχνη τροχοπέδησης μοτοσυκλέτας είναι πολύ σύνηθες αφού ένα δίτροχο όχημα δίδει την δυνατότητα στον χειριστή της για ταυτόχρονη χρήση του συστήματος φρένων με ελιγμό ταυτόχρονα και βλέποντας ο μάρτυρας το σχέδιο και ειδικά το Β2 που αντιστοιχεί στον μπροστινό τροχό της μοτοσυκλέτας, υπολείπεται ένα ίχνος από τα 18, 5 μέτρα της βασικής γραμμής μέτρησης μέχρι το σημείο Χ που είναι στα 22,70 μέτρα της βασικής γραμμής μέτρησης και συνεπώς ο πισινός τροχός πολύ ορθά έχει καταγραφεί σε πορεία ευθείας γραμμής αλλά το μπροστινό μέρος της μοτοσυκλέτας μετά το σημείο Β2 συνέχιζε να αυξάνει την κλίση του προς τα αριστερά και ταιριάζει απόλυτα με την σύγκρουση του μπροστινού μέρους της μοτοσυκλέτας με το σημείο Χ. Συμφώνησε ο μάρτυρας ότι η απόσταση μεταξύ των δύο τροχών δεν αλλάζει και ανέφερε ότι στο σημείο Β3 η μοτοσυκλέτα και συγκεκριμένα οι δύο τροχοί δεν είναι σε ευθεία γραμμή αλλά σε γωνία, ο μπροστινός τροχός είναι πιο νότια και όταν ερωτήθηκε εάν είναι λοξά προς το αυτοκίνητο και αντί να συνεχίσει η ευθεία γραμμή από το Β3 κατευθύνεται λοξά προς το αυτοκίνητο, απάντησε αρνητικά και επεξήγησε στο Δικαστήριο παραστατικά τι γίνεται σε τέτοια περίπτωση. Ο πισινός τροχός ακολουθεί την πορεία από το Β1 αλλά δεν συνεχίζει μετά το Β3 διότι η μοτοσυκλέτα ακινητοποιείται όπως φαίνεται. Η απόσταση του Β2 από με την γραμμή Β1 και Β3 είναι 40 εκατοστά, ο μπροστινός τροχός στην γραμμή Β2 και ο πισινός τροχός Β1 και Β3, η μοτοσυκλέτα είχε κλίση προς τα αριστερά, δεν ήταν κάθετη και σίγουρα με τα ίχνη που αποτυπώνονται στο σχέδιο, η κλίση ήταν προς τα νοτιοανατολικά. Η απόσταση των ιχνών μεταξύ τους ήταν 40 εκατοστά, το μεταξόνιο είναι πέραν του ενός μέτρου το οποίο και έχει περιγράψει και η μοτοσυκλέτα συρόταν στις αποστάσεις Β1 έως Β3, στο Β2 ο μπροστινός τροχός συρόταν και μετά το Β2 διακόπτεται και το πιο πιθανόν είναι να ελευθερώθηκαν τα φρένα του μπροστινού τροχού και για να μην υπάρχουν ίχνη δεν συρόταν ο τροχός πλέον, ο μπροστινός τροχός θα ακολουθούσε την πορεία που ήταν στριμμένο το τιμόνι της μοτοσυκλέτας, ο πισινός τροχός συρόταν μέχρι το Β3, δεν υπάρχουν ίχνη μετά το Β2 του μπροστινού τροχού άρα το πιο πιθανό είναι να μην εφάρμοζαν τα φρένα. Με διαγώνια πορεία προς τα αριστερά ο πισινός τροχός συρόταν, ο μπροστινός όμως γύριζε και συνεπώς κάλυπτε απόσταση. Ο μπροστινός τροχός κάλυπτε καμπύλη τροχιά ως προς την νοτιοανατολική πλευρά του δρόμου και αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι θα ήταν αδύνατο ο μπροστινός τροχός να ακολουθεί διαφορετική πορεία από την πορεία που είχε ο πισινός τροχός εκτός εάν συρόταν και υποστήριξε ότι είναι ακριβώς το αντίθετο, η πορεία ήταν νοτιοανατολική σε κλίση 15 - 20 μοίρες από την ευθεία γραμμή, ο μπροστινός τροχός περιστρέφετο και ακολουθούσε την πορεία που ήταν στριμμένο το τιμόνι της μοτοσυκλέτας και που μόνο το θύμα ήξερε προς τα που ήταν στριμμένο. Σύμφωνα με τα ίχνη, είναι δεδομένο ότι η μοτοσυκλέτα είχε κλίση νοτιοανατολική και με αυτήν την κλίση μετά το ίχνος Β2 δεν θα μπορούσε ο οδηγός να επαναφέρει σε αυτήν την μικρή απόσταση πριν το σημείο Χ την μοτοσυκλέτα ξανά σε ευθεία πορεία. Κατά την σύγκρουση ο πισινός τροχός ήταν στο Β3 και η απόσταση του Β3 από το σημείο Χ είναι 1,80 μέτρα αλλά δεν ήταν σε θέση να ξέρει αν αυτή η απόσταση είναι μεγαλύτερη από το μεταξόνιο της μοτοσυκλέτας διότι δεν ήξερε τις διαστάσεις του, παρόλο που συγκεκριμένη ιστοσελίδα την προσδιορίζει σε 1,44 μέτρα και πιθανόν η ακτίνα του μπροστινού τροχού να ήταν 30 εκατοστά. Ανέφερε ότι για να εξευρεθεί που είναι το κέντρο βάρους του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου, ανέφερε ότι υπολογίζεται περίπου στο σημείο που βρίσκεται ο μοχλός του κιβωτίου ταχυτήτων και κατέγραψε αυτό στο τεκμήριο
  16. Η μοτοσυκλέτα μετά την σύγκρουση βρέθηκε στο Β3 μερικά εκατοστά μετά το Χ και η μοτοσυκλέτα πήγε λίγο βόρεια και το θύμα βρέθηκε μπροστά από το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου στο σημείο Κ. Δεν ήταν βόρεια του κέντρου βάρους η φορά της μοτοσυκλέτας αλλά νοτιοανατολικά και αυτός ήταν και ο λόγος που υπήρχε μια πολύ μικρή περιστροφή προς τα αριστερά αφού το όχημα ήταν δίτροχο και αυτό καταδεικνύει ότι το θύμα όχι μόνο έκανε χρήση των φρένων αλλά έκανε και ελιγμό αποφυγής αριστερά ως η πορεία του και είναι γνωστό ότι στρίφοντας ένα δίκυκλο όπου στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν προς τα αριστερά, το κέντρο βάρους της δεν παραμένει σε ευθεία γραμμή που κινείτο προηγουμένως αλλά μετατοπίζεται σημαντικά προς την πλευρά που έχει κλίση η μοτοσυκλέτα και για αυτό εξέφρασε την διαφωνία του ότι η φορά της μοτοσυκλέτας την ώρα της σύγκρουσης ήταν σε ευθεία πορεία παράλληλα δεξιά προς την Χλώρακα αλλά προς νοτιοανατολικά και αυτή η ενέργεια έγινε πριν την έναρξη των ιχνών τροχοπέδησης που έστριψε και αυτός είναι ο λόγος που υπάρχουν δύο ειδών είδη τροχοπέδησης. Η φύση του οχήματος που οδηγούσε το θύμα και που δεν ήταν τετράτροχο που σε περίπτωση τροχοπέδησης δεν μπορεί να μεταβληθεί η φορά κατεύθυνσης με την χρήση του τιμονιού, αλλά δίτροχο του οποίου η φορά κατεύθυνσης αλλάζει σύμφωνα με τον χειρισμό του τιμονιού που εδώ έχει φορά προς Ν.Α. η φορά της μοτοσυκλέτας στο Β1 ήταν νοτιοανατολική με κατεύθυνση από Πάφο προς Χλώρακα και το ίδιο συνέβαινε στο σημείο Β
  17. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι εάν η μοτοσυκλέτα κινείτο με τον τροχό στα σημεία Β1 έως 3 θα υπήρχε ανατροπή αυτής, ανέφερε ότι θα υπήρχε ανατροπή εάν η μοτοσυκλέτα βρισκόταν σε οριζόντια θέση προς την άσφαλτο, χωρίς οποιαδήποτε κλίση αριστερά ή δεξιά, αυτό θα την οδηγούσε αμέσως σε ανατροπή και επανέλαβε τα όσα έχει αναφέρει πιο πάνω. Σχεδίασε κατά προσέγγιση στο τεκμήριο 12 αλλά όχι με ακρίβεια λόγω απουσίας ιχνών από το Β1 μέχρι το Χ την πορεία του θύματος, λέγοντας ότι ο μπροστινός τροχός διαγράφει κυκλική τροχιά με νοτιοανατολική κατεύθυνση προς το Χ και διαφώνησε σε υποβληθείσα θέση ότι η φορά ήταν πάνω στην γραμμή ή κοντά στην γραμμή παράλληλα με Β1 έως 3, διότι όπως ανέφερε το θύμα είναι προφανές ότι έκανε παράλληλη χρήση των φρένων με ελιγμό προς τα αριστερά προς αποφυγή κινδύνου που εμφανίστηκε και αυτός είναι ο λόγος που ο μπροστινός τροχός σχημάτισε μια κυκλική αυξανόμενη τροχιά προς νοτιοανατολικά της συμβολής. Επίσης προσδιόρισε στο τεκμήριο 12 κατά προσέγγιση ως η έκφραση του, την πορεία της δύναμης που ασκήθηκε στην σύγκρουση από την μοτοσυκλέτα προς το αυτοκίνητο κατά την σύγκρουση και που οδηγεί πιο νότια από το κέντρο βάρους του αυτοκινήτου, διότι κατά την σύγκρουση το πρόσωπο του αυτοκινήτου ήταν στο Χ και το αυτοκίνητο ήταν 60 εκατοστά πιο πάνω και όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι πιθανόν η μοτοσυκλέτα να κατευθύνθηκε από την Λαική Τράπεζα και από εκεί κινήθηκε προς το Χ, απέκλεισε αυτό το ενδεχόμενο διότι δεν θα υπήρχαν τα ίχνη που απεικονίζονται στο σχέδιο και επανέλαβε εκ νέου τα ευρήματα του. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι το θύμα με δεδομένο ότι οδηγούσε με 50 ΧΑΩ, όταν εφάρμοσε τα φρένα η ταχύτητα του θα ήταν στα 35 - 40 ΧΑΩ. Η απόσταση ακινητοποίησης μιας μοτοσυκλέτας από ένα αυτοκίνητο και σε μια τροχοπέδηση με κλειδωμένα τα ελαστικά δεν θα διαφοροποιηθεί αλλά η μοτοσυκλέτα θα σταματήσει λίγο πιο κοντά νοουμένου ότι δεν θα κλειδώσουν οι τροχοί και που στην συγκεκριμένη περίπτωση έχουν κλειδώσει. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι εάν το θύμα οδηγούσε με τις ταχύτητες που προανέφερε το θύμα δεν θα πέθαινε και δεν θα γινόταν μνεία για έναν μεγάλο θόρυβο, παρέπεμψε στην ιατροδικαστική έκθεση με βάση την οποία το θύμα δεν έφερε κατάγματα στα άκρα ή στο κεφάλι και που αυτό αποδεικνύει ότι το θύμα κτύπησε κάπου με πολύ μεγάλη ταχύτητα και να προκληθούν αυτά τα τραύματα και έχοντας υπόψη την αιτία θανάτου την εσωτερική αιμορραγία, αποδεικνύεται η μεγάλη ταχύτητα. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι η εσωτερική αιμορραγία δείχνει κτύπημα μεγάλης έντασης, απάντησε αρνητικά λέγοντας ότι ένα κτύπημα στο μπροστινό μέρος θα έχει ως αποτέλεσμα το σπάσιμο οστών ή σπονδυλικής στήλης και διαφώνησε σε υποβληθείσα θέση ότι το θύμα υπέστη κάταγμα στέρνου, τραυματισμό του πνεύμονα και δεν θα μπορούσε να τα πάθει εάν η σύγκρουση δεν ήταν τόσο μεγάλη, διαφώνησε σε υποβληθείσα θέση ότι δεν έχει προβεί σε ορθή διερεύνηση του ατυχήματος, ως επίσης διαφώνησε σε υποβληθείσα θέση ότι είναι γνώστης του ότι η σύγκρουση ήταν βίαιη λόγω των ζημιών που υπέστη η μοτοσυκλέτα και επανέλαβε τις ζημιές που αυτή υπέστη και από την πείρα του σχεδόν πάντοτε σπάζει ο σκελετός της μοτοσυκλέτας στο σημείο που έσπασε και η συγκεκριμένη. Δεν αμφισβήτησε ο μάρτυρας ότι ακούστηκε ένας θόρυβος από την σύγκρουση και ότι αυτός μπορεί να ήταν και δυνατός. Ο μάρτυρας γνώριζε ότι το θύμα κτύπησε στο στέρνο αλλά δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει σε ποιο σημείο του αυτοκινήτου έχει κτυπήσει, η μοτοσυκλέτα όμως σίγουρα κτύπησε στο αυτοκίνητο. Αναφορικά με τον φωτισμό στην σκηνή και πιο συγκεκριμένα όπως αυτός φαίνεται στην φωτογραφία 2 του τεκμηρίου 5, ανέφερε ότι αυτός είναι ο φωτισμός από το φλας της φωτογραφικής μηχανής το οποίο έχει μια ακτίνα γύρω στα 30 μέτρα και συνεπώς από εκείνο το σημείο και πιο πέρα δεν υπάρχει βάθος πεδίου που να δείχνει τον φωτισμό αλλά περιέγραψε την εκεί κατάσταση και τον φωτισμό όπως π.χ. λαμπτήρες οι οποίοι κατά την έκφραση του δεν έκαναν την νύκτα μέρα αλλά παρείχαν φωτισμό και που είναι τοποθετημένοι κάθε 40 - 50 μέτρα, καταστήματα, οικίες κλπ. Περιέγραψε ο μάρτυρας στο μέτρο που μπορούσε τι είναι η φυγόκεντρος δύναμη, δεν θυμόταν όμως εάν ο κατηγορούμενος λίγα λεπτά αργότερα λιποθύμησε αλλά θυμόταν ότι έχει μεταφερθεί στο νοσοκομείο και κατατέθηκε προς αυτόν τον σκοπό το τεκμήριο
  18. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι το πιο πιθανό θα ήταν το θύμα και με βάση την μετατόπιση του αυτοκινήτου και τις θέσεις όπου βρέθηκαν το θύμα και η μοτοσυκλέτα όπως το θύμα ερχόταν από βορειοανατολικά από την Λαική Τράπεζα, απάντησε αρνητικά λόγω των ιχνών που υπάρχουν στην σκηνή, ανέφερε επίσης ότι στο σημείο Κ βρέθηκε κηλίδα με αίμα αλλά όχι το θύμα. Ως Μ.Κ. 4 κατέθεσε ο αστ. 2521 κ. Μιχάλης Μιχαήλ. Ανέφερε ότι υπηρετεί στην τροχαία Πάφου στον κλάδο ατυχημάτων, κατέθεσε ως τεκμήριο 20 την κατάθεση του την οποία και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του και ως τεκμήριο 21 το ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του κατηγορουμένου στο οποίο σημείωσε ότι εξήγησε στον κατηγορούμενο για την ύπαρξη μαρτυρίας για το αδίκημα που αντιμετωπίζει. Στην κατάθεση του ο μάρτυρας αναφέρει ότι τον ουσιώδη χρόνο έλαβε κλήση για το επίδικο ατύχημα ενώ ανέλαβε ήδη καθήκον και μετέβηκε στην σκηνή του ατυχήματος με τον αστ. 2988 και βρήκε στην σκηνή τον κατηγορούμενο στον οποίο διενήργησε προκαταρκτική εξέταση άλκοτεστ με μηδενική ένδειξη. Στην συνέχεια εξασφαλίστηκε Δικαστικό ένταλμα σύλληψης και αφού τον συνέλαβε, του επίστησε την προσοχή στον νόμο και ο κατηγορούμενος ανέφερε ΄΄εγώ φταίω΄΄ και στην συνέχεια ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στα κρατητήρια της ΑΔΕ Πάφου όπου παραδόθηκε σε άντρες του Κεντρικού Σταθμού και τέθηκε υπό κράτηση. Αντεξεταζόμενος εξέφρασε την άποψη ότι μετέβηκε στο ατύχημα γύρω στις 9:35 μ.μ, ο κατηγορούμενος ήταν στο μέρος, όχι όμως το θύμα. Ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε αργότερα με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο και ο οποίος ήταν σοκαρισμένος και λιποθύμησε, δεν τον έχει όμως συνοδεύσει στο νοσοκομείο και ούτε έχει μεταβεί εκεί αλλά δεν ήξερε αν κάποιος άλλος αστυνομικός έχει μεταβεί στο νοσοκομείο. Τον κατηγορούμενο τον έχει δει ξανά μετά στον σταθμό τροχαίας, αλλά δεν του έχει πάρει κατάθεση και δεν τον θυμόταν. Ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στην τροχαία με περιπολικό, χωρίς να ξέρει ποιοι τον έχουν μεταφέρει και μεταφέρθηκε εκεί αφού του είχαν παρασχεθεί οι πρώτες βοήθειες, ενώ αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι αστυνομικοί συνέλαβαν τον κατηγορούμενο στις 01:30 π.μ. στις 4/9/2011 στο νοσοκομείο και από εκεί τον μετέφεραν στην τροχαία. Αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι ενώ ο κατηγορούμενος τελούσε σε κατάσταση σοκ οι κατηγορούμενοι επέμεναν να του λάβουν κατάθεση και γενικά εξέφρασε άγνοια για τις συνθήκες αλλά και για το πότε λήφθηκε η κατάθεση από τον κατηγορούμενο. Με την ολοκλήρωση της κατάθεσης του εν λόγω μάρτυρα, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και αφού επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα στον κατηγορούμενο δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του - τεκμήριο 6. Στην κατάθεση του, αφού κάνει αναφορά στην καταγωγή αλλά και στην οικογενειακή και προσωπική του κατάσταση, ανέφερε ότι είναι κάτοχος άδειας οδήγησης από τα 18 του χρόνια την οποία εξασφάλισε στην Κύπρο μετά από κάποια μαθήματα, δεν έχει ιδιόκτητο όχημα αλλά χρησιμοποιεί κάποιες φορές το επίδικο αυτοκίνητο το οποίο ανήκει στην μητέρα του και που καλύπτεται ο ίδιος από ασφάλεια. Έχει μυοπία και στραβισμό 2,9 βαθμούς και στα δύο μάτια μαζί αλλά δεν ξέρει για το κάθε ένα ξεχωριστά, αλλά στραβισμό έχει στο δεξί μάτι και φορεί για αυτόν τον σκοπό γυαλιά τα οποία βγάζει μόνο όταν πάει για ύπνο. Στις 3/9/2011 το βράδυ και αφού περιέγραψε την διαδρομή που ακολούθησε και τον προορισμό του, έφτασε στο σημείο όπου έγινε το ατύχημα, μπροστά του δεν υπήρχαν αυτοκίνητα, υπήρχαν όμως πίσω του. Οδηγούσε μόνος του με την ζώνη ασφαλείας και φορούσε τα γυαλιά του και μόλις έφτασε στο σημείο όπου έγινε το ατύχημα, ήθελε να στρίψει δεξιά σε μια πάροδο και απέναντι σχεδόν υπήρχε ένα περίπτερο. Στην διαδρομή του η ταχύτητα που τηρούσε ήταν 40 - 50 ΧΑΩ, όταν πλησίασε στην πάροδο που ήθελε να στρίψει, οδήγησε το αυτοκίνητο του προς το κέντρο του δρόμου, οι τροχοί οι δεξιοί πατούσαν λίγο την γραμμή στο κέντρο του δρόμου και έδειξε με τον σχετικό σηματοδότη ότι θα στρίψει δεξιά. Προχωρούσε με την πρώτη ταχύτητα και το αυτοκίνητο μόλις που κινείτο και περίμενε να καθαρίσει ο δρόμος από απέναντι για να στρίψει δεξιά, αφού από απέναντι κατά τον χρόνο αυτό οδηγούνταν προς το μέρος του κάποια αυτοκίνητα. Από τα αριστερά του τα αυτοκίνητα που τον ακολουθούσαν τον προσπερνούσαν με δυσκολία, μόλις πέρασαν τα αυτοκίνητα από απέναντι του και βεβαιώθηκε ότι δεν υπήρχαν άλλα οχήματα έστριψε δεξιά, όταν έστριψε δεξιά και το αυτοκίνητο πέρασε στην δεξιά λωρίδα, ήταν σχεδόν μέσα στην πάροδο, έπεσαν φώτα πάνω του από αριστερά και αμέσως άκουσε το μπαμ και το αυτοκίνητο του ταρακουνήθηκε και πήγε προς τα πίσω. Δεν πρόλαβε να κοιτάξει και να δει τι ήταν τα φώτα αυτά πριν την σύγκρουση όταν είπε ότι έπεσαν τα φώτα πάνω του πάνω στο πρόσωπο του από πάνω προς τα κάτω. Μετά το κτύπημα και αφού ακινητοποιήθηκε το αυτοκίνητο του, κατέβηκε να δει τι έγινε και είδε κάποιον πεσμένο στην άσφαλτο περίπου μπροστά από το αυτοκίνητο του λίγο προς το πεζοδρόμιο χωρίς να θυμάται ακριβώς. Πήγε κοντά του και τον ρώτησε αν είναι καλά και αυτός του είπε ΄΄πονάω πονάω΄΄, στην συνέχεια ήρθαν εκεί και άλλοι και του είπαν να τον αφήσει, κάποιοι ειδοποίησαν ασθενοφόρο που ήρθε στην σκηνή και τον πήρε, ήτοι τον τραυματία. Αμέσως τηλεφώνησε στην μητέρα του την οποία πληροφόρησε για το ατύχημα και η οποία έφθασε στο μέρος και της είπε πως έγινε το ατύχημα, όπως το περιέγραψε στην κατάθεση του και όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ΄΄πήγα να μπω και ήρθε κατά πάνω μου΄΄. Ενώ βρισκόταν στο μέρος ήρθε η αστυνομία και σχεδόν ταυτόχρονα και το ασθενοφόρο. Σε κάποια στιγμή κάποιος τον πλησίασε και του είπε ΄΄πέθανε εσκότωσες τον΄΄ και τότε λιποθύμησε, δεν κατάλαβε τι έγινε και μετά του είπαν ότι λιποθύμησε και τον πήραν στο νοσοκομείο όπου και εξύπνησε εκεί. Πρόσθεσε ο κατηγορούμενος ότι όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο είδε πρώτα τον άνθρωπο ο οποίος ήταν πεσμένος. ΄΄Ψιλοκατάλαβε΄΄, ως ήταν η έκφραση του, ότι οδηγούσε μηχανή αλλά δεν κοίταξε να την δει και πήγε κατ΄ ευθείαν στον άνθρωπο αυτόν. Αργότερα στην σκηνή άκουσε από ασύρματο που ανέφεραν για δυστύχημα με μηχανή. Το πρόσωπο το οποίο ήταν πεσμένο στο έδαφος δεν φορούσε κράνος και ούτε υπήρχε κάποιος άλλος στο μέρος, μετά βγήκαν όλοι έξω, πριν την σύγκρουση δεν είχε ακούσει οποιοδήποτε άλλο θόρυβο, ούτε και υπήρχαν φώτα, δεν είδε τίποτα. Την στιγμή που είδε πάνω του το φως, προσπάθησε να το αποφύγει και να φύγει τελείως δεξιά, δεν είναι όμως σίγουρος και δεν θυμάται πολύ καλά τι έκανε. Τον οδηγό της μοτοσυκλέτας δεν τον γνώριζε και δεν θυμόταν την ηλικία του. Έμεινε για κάποιο χρόνο στο νοσοκομείο χωρίς να θυμάται για πόσο και τι του έκαναν. Μετά τον έφεραν στην τροχαία και τον ρωτούσαν τι έγινε αλλά ήταν σε μια κατάσταση και δεν καταλάμβαινε τίποτε και ούτε θυμάτια τίποτε. Επίσης πρόσθεσε ο κατηγορούμενος ότι στην σκηνή του έκαναν άλκοτεστ με μηδενική ένδειξη, ο αστ. 1142 Κ. Κωνσταντίνου του έχει εξηγήσει το σχέδιο της σκηνής του ατυχήματος καθώς και το σημείο σύγκρουσης αλλά ήθελε να το σκεφθεί και να μιλήσει με τον δικηγόρο του πριν υπογράψει κάτι. Στην συνέχεια της κύριας εξέτασης του, ανέφερε ότι αφού του ανέφεραν ότι το θύμα απεβίωσε και πριν λιποθυμήσει, γύρισε η γλώσσα του και κάποιος αστυνομικός, τον οποίον δεν θυμόταν, του την επανέφερε. Αντεξεταζόμενος έκανε αναφορά για την άδεια οδήγησης που απέκτησε στην Κύπρο και τα μαθήματα που έκανε για να την αποκτήσει, ως επίσης και για την συχνότητα που οδηγεί, διαφώνησε ότι ο δρόμος όπου έγινε το ατύχημα είναι ευθύς και επίπεδος, είναι όμως κεντρικός, έχει λακούβες, ο φωτισμός δεν είναι τόσο ορατός από την μια πλευρά. Στις φωτογραφίες 2 και 4 του τεκμηρίου 5 δεν φαίνονται λακούβες, επανέλαβε τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει στα μάτια του στο μέτρο που αυτός γνωρίζει αλλά δεν θυμόταν πότε επισκέφθηκε για τελευταία φορά τον γιατρό για αυτό το θέμα. Αναφέρθηκε στις δραστηριότητες που είχε την ημέρα του ατυχήματος, όταν οδηγούσε είχε τα παράθυρα ανοικτά επειδή ήταν καλοκαίρι, είχε τα φώτα του ανοικτά. Μόλις έφτασε στην πάροδο που ήθελε να στρίψει, έδειξε με τον φωτεινό σηματοδότη για να δείξει ότι ήθελε να στρίψει δεξιά, σταμάτησε το αυτοκίνητο του περίπου στην μέση του δρόμου, είχε βάλει την πρώτη ταχύτητα και περίμενε να αδειάσει ο δρόμος από απέναντι του από οχήματα για να στρίψει στην πάροδο και πλησίασε στην πάροδο ελαττώνοντας ταχύτητα. Όταν σταμάτησε το αυτοκίνητο του, ήταν στην μέση της λωρίδας του, η πάροδος ήταν ακριβώς δεξιά του όπου ήταν και εκεί που ήθελε να στρίψει και οι δεξιοί τροχοί του αυτοκινήτου του πατούσαν την άσπρη γραμμή που χωρίζουν τις δύο λωρίδες, δεν θυμόταν όμως αν ήταν η διακεκομμένη ή η συνεχής, την ώρα που επιχειρούσε την στροφή το περίπτερο βρισκόταν στα αριστερά του αλλά δεν θυμόταν αν ήταν από την μέση και πάνω ή από την μέση και κάτω. Έκανε στροφή δεξιά, ήταν στην δική του λωρίδα όταν σταμάτησε το αυτοκίνητο του και όταν βεβαιώθηκε ότι ο δρόμος ήταν άδειος, τότε εισήλθε στην πάροδο. Συμφώνησε ότι το αυτοκίνητο του ήταν σε διαγώνια θέση δεξιά όταν έστριψε, λέγοντας ότι για να στρίψει στην πάροδο το έκανε αυτό όταν βεβαιώθηκε ότι άδειασαν τα αυτοκίνητα από απέναντι του και ο δρόμος ήταν καθαρός και τότε εισήλθε στην πάροδο. Δεν είδε τα φώτα της μοτοσυκλέτας διότι όταν εισήλθε στην πάροδο, είδε κάποια φώτα να προσγειόνονται από πάνω προς τα κάτω και μετά το μπαμ που έγινε η σύγκρουση δεν πρόλαβε να κάνει κάτι, προσπάθησε να φύγει τελείως δεξιά για να το αποφύγει αλλά δεν τα κατάφερε, πιθανόν να ήταν στον ένα τροχό για να έγινε αυτό. Δεν άκουσε φρένα της μοτοσυκλέτας διότι ήταν για λίγα δευτερόλεπτα και μετά άκουσε το μπαμ. Όταν του υποδείχθηκαν οι φωτογραφίες 1 έως 7 του τεκμηρίου 5 και ερωτήθηκε κατά πόσο συμφωνεί ότι εκεί ακινητοποιήθηκε το αυτοκίνητο του όπου έγινε η σύγκρουση, απάντησε αρνητικά, λέγοντας ότι το αυτοκίνητο του όταν έγινε η σύγκρουση ταρακουνήθηκε και πήγε προς τα πίσω, αρνούμενος σχετική υποβληθείσα θέση ότι το αυτοκίνητο του από την σύγκρουση μετακινήθηκε ελαφρώς δεξιά και ανέφερε ότι η σύγκρουση πιθανόν να έγινε πιο μπροστά. Όταν του υποδείχθηκε το σημείο σύγκρουσης Χ που φαίνεται στο τεκμήριο 12 και που κατέγραψε η αστυνομία ως σημείο σύγκρουσης αλλά και την θέση του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει που ακριβώς ήταν το αυτοκίνητο του εκείνη την στιγμή, διότι δεν του έδειξαν ούτε στον δρόμο της Χλώρακας το σημείο Χ και από το σχέδιο δεν μπορεί να καταλάβει ακριβώς που ήταν, ανέφερε ότι μόνο στο σχέδιο του έχουν δείξει για το οποίο δεν γνωρίζει, με την έννοια ότι δεν κατέχει από σχέδια. Η πορεία που κρατούσε ήταν στην αριστερή λωρίδα για να πάει στην πάροδο δεξιά και όταν ερωτήθηκε ποιο ήταν το κέντρο του δρόμου που πήρε και ποιου δρόμου και τι γραμμή πατούσαν οι τροχοί του και του ζητήθηκε να τα προσδιορίσει στις φωτογραφίες 2 έως 7 και 21 έως 24, απάντησε ότι δεν γνωρίζει ακριβώς πως ήταν και ούτε πάτησε την γραμμή και όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι δεν έλαβε το κέντρο του δρόμου αλλά οδήγησε δεξιά και ανέκοψε την πορεία του θύματος, επανέλαβε τις συνθήκες που κατά τον ίδιο έγινε το ατύχημα Δεν ήταν σε θέση να πει αν εισήλθε στην δική του λωρίδα στην πάροδο ή αν πάτησε στην αντίθετη λωρίδα της παρόδου. Όταν ερωτήθηκε εάν εκείνο το βράδυ έπαιρνε το κέντρο του δρόμου στο ύψος της παρόδου που ήθελε να στρίψει το ατύχημα θα γινόταν εκεί που έγινε, απάντησε πως μπορεί ναι μπορεί και όχι αναλόγως του χρόνου. Όταν του υποδείχθηκαν αλλά και υποβλήθηκαν το σημείο όπου βρέθηκε η κηλίδα αίματος του θύματος και το θύμα, παρέπεμψε λακωνικά στην κατάθεση του και όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι με βάση το σημείο σύγκρουσης, τις θέσεις των ενεχόμενων οχημάτων και του θύματος αποδεικνύουν ότι ο τρόπος που επέλεξε να εισέλθει στην πάροδο ήταν βεβιασμένος και πάρα πολύ επικίνδυνος και ότι ούτε έλεγξε και ούτε βεβαιώθηκε ότι ήταν ασφαλές, επανέλαβε τις συνθήκες που κατά τον ίδιο έγινε το ατύχημα, διευκρινίζοντας ότι την ένδειξη για να στρίψει δεξιά με τον φωτεινό σηματοδότη την εφάρμοσε 15 - 18 μέτρα πριν και οι τροχοί του αυτοκινήτου πάτησαν στην γραμμή λίγα μέτρα πριν την πάροδο. Στην συνέχεια της αντεξέτασης του ανέφερε ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος δεν είχε οπιοδήποτε πρόβλημα πέραν αυτού των ματιών του και αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι είναι ψέματα τα όσα είπε περί γυρίσματος της γλώσσας του, λέγοντας ότι δεν θυμάται να είπε στον αστυνομικό μετά που του εξήγησε τον λόγο σύλληψης του ότι αυτός φταίει αλλά και να το είπε ήταν σε μια κατάσταση σοκ και δεν ήξερε τι έλεγε. Αρνήθηκε επίσης σχετική υποβληθείσα θέση ότι στις 3/9/2011 οδηγούσε το όχημα ΗΒΚ 422 αλόγιστα, απερίσκεπτα και επικίνδυνα και επέφερε τον θάνατο του θύματος, λέγοντας ότι η οδήγηση του ήταν κανονική και εντός του ορίου ταχύτητας, του υποβλήθηκε η θέση ότι οδηγούσε το εν λόγω όχημα στρίβοντας λανθασμένα, βεβιασμένα και διαγώνια παραβιάζοντας συνεχή άσπρη γραμμή με αποτέλεσμα να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να κόψει την ελεύθερη πορεία του θύματος και ο κατηγορούμενος επανέλαβε εκ νέου την εκδοχή του. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι όφειλε να πάρει το κέντρο του δρόμου στο ύψος της παρόδου όπου υπάρχουν οι διακεκομμένες γραμμές και να κάνει στροφή 90 μοιρών για να εισέλθει στην πάροδο που ήθελε να εισέλθει με βάση και το σχέδιο και την φωτογραφία που του υποδείχθηκαν, ανέφερε ότι μπορεί να παραβίασε την άσπρη συνεχόμενη γραμμή αλλά δεν έβλεπε ακριβώς τις γραμμές επειδή δεν φαίνονται οπτικά καλά. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι στο σημείο όπου έγινε το ατύχημα ο οδικός φωτισμός ήταν ικανοποιητικός και υπήρχαν καταστήματα, οικίες και πάσσαλοι της ΑΗΚ σε λειτουργία, ανέφερε ότι υπήρχαν καταστήματα, αλλά στην σκηνή του ατυχήματος υπήρχε απέναντι το περίπτερο που παρέχει φωτισμό και οικίες. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 155 προνοεί τα ακόλουθα: << Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.>> Όπως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου στο οποίο βασίζεται η κατηγορία, απαιτείται η απόδειξη ότι ο κατηγορούμενος προκάλεσε το θάνατο του θύματος λόγω κάποιας αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς. Οι προαναφερόμενοι όροι υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Ζυπίτης κ.α ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220, Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 409) ). Ως «αλόγιστη» νοείται κάθε μη λελογισμένη πράξη ή συμπεριφορά, δηλαδή κάθε ενέργεια η οποία δεν απορρέει από την κοινή λογική (βλ. Ζυπίτης κ.α. ν. Αστυνομίας, πιο πάνω). Όσον αφορά τον όρο «απερίσκεπτη», όπως έχει νομολογηθεί δεν στοιχειοθετείται απερίσκεπτη ενέργεια ή συμπεριφορά μόνο με την απόδειξη αμελούς οδήγησης, με την έννοια της οδήγησης που εξ αντικειμένου υπολείπεται της αναμενόμενης από το μέσο συνετό οδηγό. Υπεισέρχεται ως συστατικό του όρου, με τη συνήθη του έννοια, και υποκειμενικό στοιχείο. Αυτό είναι συναρτημένο προς τη συγκεκριμένη ενέργεια, και στην προκειμένη περίπτωση την οδήγηση (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 473). Στην βασική αγγλική αυθεντία επί του θέματος R v. Lawrence [1981] 1 All E.R. 974 (η οποία επιβεβαιώθηκε στην R. v. Reid [1992] 3 All ER 673 (και στην οποία αναφέρθηκε κατ'επανάληψιν και το Ανώτατο Δικαστήριο) διατυπώθηκαν οι παράμετροι του όρου απερίσκεπτη οδήγηση. Πρώτον, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος πράγματι οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργούσε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης σε κάποιον άλλον, ο οποίος θα τύγχανε να χρησιμοποιεί το δρόμο, ή πρόκλησης ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία. Δεύτερον, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατ' αυτόν τον τρόπο, χωρίς να είχε στρέψει την προσοχή του στην πιθανότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή, παρά το ότι αναγνώρισε ότι υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εντούτοις προχώρησε διακινδυνεύοντας. Επιπλέον, όπως λέχθηκε στη Χρυσοστόμου, πιο πάνω, σε κατηγορία δυνάμει του άρθρου 210 για «απερίσκεπτη» πράξη ή συμπεριφορά, το ζήτημα δεν περιορίζεται αποκλειστικά στο συγκεκριμένο τρόπο οδήγησης και η απερισκεψία μπορεί να μη συνδέεται με αυτόν καθ΄ εαυτόν τον τρόπο της οδήγησης. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση αυτή παρέπεμψε συναφώς στη νομολογία που συνοψίζεται στο Wilkinson΄s Road Traffic Offences, 4η έκδοση, παράγραφοι 1-302 και 1-307, σε σχέση με τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος και στις περιπτώσεις οδήγησης με γνώση ελαττώματος στο αυτοκίνητο ή με γνώση του κινδύνου να πέσει το φορτίο του ή μετά από κατανάλωση οινοπνεύματος σε βαθμό που επηρέαζε την ικανότητα οδήγησης. Όπως αναφέρθηκε στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18, απαιτείται τουλάχιστον απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού, ο οποίος έστω και στιγμιαία πέφτει κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού (βλ. R. v. Gosney
(1971)55 Crim. App. R. 502, Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 223). Η δε λέξη «επικίνδυνος» στη συνήθη της γραμματική έννοια σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους. Βασική προϋπόθεση αποτελεί πάντοτε η θεμελίωση αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς με το αποτέλεσμα, δηλαδή το θάνατο άλλου προσώπου. Θέματα τα οποία έχουν σχέση με την οδική συμπεριφορά, με προβλήματα της οδήγησης, με τις δυνατότητες και τις ενδεχόμενες αντιδράσεις οδηγών, αντικρίζονται με βάση τη γενική αντίληψη του Δικαστηρίου ως προς τα πράγματα, υπό το φως πάντοτε της λογικής. Δεν χρειάζεται οποιαδήποτε εμπειρογνωμοσύνη σε σχέση με τέτοια θέματα, εκτός βέβαια στις περιπτώσεις όπου παρουσιάζεται κάποια επιστημονική ή τεχνική πτυχή (Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 120, 125). Στην υπόθεση Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233 επεξηγήθηκε ότι για την επικίνδυνη οδήγηση απαιτείται η απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού. Λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 238: «Σε σχέση με επικίνδυνη οδήγηση σύμφωνα με τη νομολογία, απαιτείται τουλάχιστο απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους (fault) εκ μέρους του οδηγού και στην αγγλική απόφαση R v. Gosney
(1971)55 Cr. App. R. 502 σε σχέση με κατηγορία επικίνδυνης οδήγησης αναφέρεται ότι: «the fault certainly does not necessarily involve deliberate misconduct or recklessness or intention to drive in a manner inconsistent with proper standards of driving . Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of driving and the relevant circumstances of the case». Στην υπόθεση Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115 λέχθηκε με αναφορά στην R v. Gosney (ανωτέρω) πως το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί και λέχθηκε ότι σε μια τέτοια περίπτωση, αυτό που το Δικαστήριο αναζητά, είναι αν η συγκεκριμένη οδήγηση είναι επικίνδυνη. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα. Ως προς την έννοια του σφάλματος που αρκεί για την στοιχειοθέτηση της επικίνδυνης οδήγησης αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τη σελίδα 224 της R v. Gosney (ανωτέρω), σε μετάφραση: «Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία, πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης, Είναι αρκετό αν, βλέποντας το λογικά, αποτελεί μία αιτία». Σε σχέση με την απερίσκεπτη οδήγηση σχετική είναι η υπόθεση R v. Lawrence
(1981)1 All. E. R. 974. Στην απόφαση αυτή, αποφασίστηκε ότι η ένοχη σκέψη (mens rea) υπάρχει όταν ένας οδηγός πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που περιέχει σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπόψη τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει οδηγώντας με αυτό τον τρόπο. (βλέπε επίσης R v. Reid
(1992)3 ALL ER 673). Στις πλείστες των περιπτώσεων το σφάλμα συμπεραίνεται από το Δικαστήριο από τα γεγονότα της υπόθεσης. Το αδίκημα, όμως, δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Αν ο κατηγορούμενος προτίθεται να αποδείξει κάποιο ειδικό γεγονός (special fact) με σκοπό να αποτρέψει το Δικαστήριο από του να εξαγάγει το συμπέρασμα δεν πρέπει να εμποδιστεί από το να το πράξει. Είναι επίσης, σαφώς νομολογημένο, ότι στο αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν υπεισέρχεται το στοιχείο της ένοχης διάνοιας (mens rea ) (βλ. Hill v. Baxter
(1958)42 Cr. App. Rep. 51 και Simpson v. Peat
(1952)2 QB 24). Ενώ αυτό υποδηλοί, ότι η κατηγορούσα αρχή δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να οδηγήσει επικίνδυνα ή άσχημα, δεν σημαίνει, ότι το αδίκημα μπορεί να διαπραχθεί χωρίς σφάλμα του οδηγού. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Τα σχέδια (τεκμήρια 11 και 12) αποτελούν στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος. Βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή ν. Κυριάκου,
(1996)1Α ΑΑΔ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1362, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1388. Ο Μ.Κ. 1 άφησε πολύ θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Παρέθεσε με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα γεγονότα τα οποία περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και που αφορούσαν την διερεύνηση του επίδικου ατυχήματος. Έδωσε πλήρη περιγραφή της σκηνής του ατυχήματος, τόσο σε παραπομπή στις φωτογραφίες - τεκμήριο 5 - τις οποίες έλαβε ο ίδιος κατ΄ όπιν οδηγιών του Μ.Κ. 2, όσο και μέσα από την υπόλοιπη μαρτυρία που έδωσε. Δεν δίστασε να παραδεχθεί ότι ορισμένα γεγονότα δεν τα γνώριζε ή δεν τα γνώριζε με ακρίβεια ή τα γνώριζε μέσα από την εμπλοκή του στην παρούσα υπόθεση και αποκάλυπτε την πηγή των γνώσεων και όπου αυτό κρινόταν κατά τον ίδιο αναγκαίο παρέπεμπε στον εξεταστή του επίδικου ατυχήματος για λεπτομέρειες που δεν γνώριζε. Κατέθετε ο μάρτυρας με φυσικό και πηγαίο τρόπο, χωρίς δισταγμό υπεκφυγές ή ασάφειες, δεν έχει προσφύγει στην υπερβολή ή στο ψεύδος με σκοπό να βλάψει ή να ωφελέσει οποιονδήποτε διάδικο και η αξιοπιστία του όχι μόνο δεν έχει κλονιστεί κατά την αντεξέταση του, αλλά απεναντίας επιβεβαιώθηκε. Τα ευρήματα, συμπεράσματα και οι απόψεις του αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το επίδικο ατύχημα αλλά και την πραγματική μαρτυρία την οποία μετέφερε στο Δικαστήριο, έπεισαν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας για την αλήθεια και πληρότητα τους. Έδωσε πλήρη αιτιολόγηση και περιγραφή των εκεί ευρημάτων, όπως π.χ. η σκηνή του ατυχήματος, η πορεία του θύματος και του κατηγορουμένου, την ταυτότητα και την πορεία των ιχνών τροχοπέδησης της μοτοσυκλέτας που οδηγούσε το θύμα και που αποτυπώνεται στις φωτογραφίες, τις θέσεις των ενεχόμενων οχημάτων, τον φωτισμό της σκηνής και την προέλευση του και το Δικαστήριο έχει πεπειστεί για το λογικό και ορθό των ευρημάτων του αφού τα ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσυκλέτας σταματούν στο σημείο σύγκρουσης Χ και δεν θα μπορούσαν να συνεχιστούν πέραν αυτού και της θέσης του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου έτσι ώστε να υπάρχει έστω και η παραμικρή αμφιβολία ότι τα ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσυκλέτας που κατέδειξε η κατηγορούσα αρχή να μην είναι ορθά και να είναι άλλα όπως άφησε να εννοηθεί η πλευρά της υπεράσπισης κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Έχει πεπειστεί το Δικαστήριο κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης για την ανεξαρτησία, αμεροληψία και φιλαλήθεια του εν λόγω μάρτυρα, τα προσόντα και τις εμπειρίες του στην διερεύνηση τροχαίων ατυχημάτων, στην επάρκεια και πληρότητα εκτέλεσης των καθηκόντων του στην διερεύνηση του επίδικου ατυχήματος και το Δικαστήριο χωρίς κανένα δισταγμό αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα στο σύνολο της ως αληθή και αξιόπιστη. Επίσης ο Μ.Κ. 2 άφησε πολύ θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Παρέθεσε και αυτός ο μάρτυρας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα γεγονότα τα οποία περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και που αφορούσαν την διερεύνηση του επίδικου ατυχήματος. Έδωσε πλήρη περιγραφή της σκηνής του ατυχήματος, τόσο σε παραπομπή στις φωτογραφίες - τεκμήριο 5 - τις οποίες έλαβε ο Μ.Κ. 1 κατ΄ όπιν οδηγιών του , όσο και μέσα από την υπόλοιπη μαρτυρία που έδωσε, τόσο προφορικά, αλλά και μέσα από το σχέδιο της σκηνής του ατυχήματος - τεκμήριο 12 - που ετοιμάστηκε από τον ίδιο. Δεν δίστασε να παραδεχθεί ότι ορισμένα γεγονότα δεν τα γνώριζε ή δεν τα γνώριζε με ακρίβεια ή τα γνώριζε μέσα από την εμπλοκή του στην παρούσα υπόθεση και αποκάλυπτε την πηγή των γνώσεων του και όπου αυτό κρινόταν κατά τον ίδιο αναγκαίο παρέπεμπε στον εξεταστή του επίδικου ατυχήματος για λεπτομέρειες που δεν γνώριζε. Κατέθετε ο μάρτυρας με φυσικό και πηγαίο τρόπο, χωρίς δισταγμό υπεκφυγές ή ασάφειες, δεν έχει προσφύγει στην υπερβολή ή στο ψεύδος με σκοπό να βλάψει ή να ωφελέσει οποιονδήποτε διάδικο και η αξιοπιστία του όχι μόνο δεν έχει κλονιστεί κατά την αντεξέταση του, αλλά απεναντίας επιβεβαιώθηκε. Τα ευρήματα, συμπεράσματα και οι απόψεις του αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το επίδικο ατύχημα αλλά και την πραγματική μαρτυρία την οποία μετέφερε στο Δικαστήριο, έπεισαν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας για την αλήθεια και πληρότητα τους. Έδωσε πλήρη αιτιολόγηση και περιγραφή των εκεί ευρημάτων, όπως π.χ. η σκηνή του ατυχήματος, η πορεία του θύματος και του κατηγορουμένου, την ταυτότητα και την πορεία των ιχνών τροχοπέδησης της μοτοσυκλέτας που οδηγούσε το θύμα και που αποτυπώνεται στις φωτογραφίες, τις θέσεις των ενεχόμενων οχημάτων, τον φωτισμό της σκηνής και την προέλευση του και το Δικαστήριο έχει πεπειστεί για το λογικό και ορθό των ευρημάτων του αφού τα ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσυκλέτας σταματούν στο σημείο σύγκρουσης Χ και δεν θα μπορούσαν να συνεχιστούν πέραν αυτού και της θέσης του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου έτσι ώστε να υπάρχει έστω και η παραμικρή αμφιβολία ότι τα ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσυκλέτας που κατέδειξε η κατηγορούσα αρχή να μην είναι ορθά και να είναι άλλα όπως άφησε να εννοηθεί η πλευρά της υπεράσπισης κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Η περιγραφή, ανάλυση και αιτιολόγηση των μετρήσεων, ευρημάτων και συμπερασμάτων τα οποία κατέγραψε στο σχέδιο του ατυχήματος - τεκμήριο 12, έχουν πείσει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το Δικαστήριο για την ακρίβεια τους και αυτά βρίσκονται σε πλήρη ταύτιση με το τεκμήριο 5 το οποίο είναι πάρα πολύ κατατοπιστικό και διαφωτιστικό και ο μάρτυρας συνέδεσε άρρηκτα το σχέδιο της σκηνής του ατυχήματος με τις φωτογραφίες της σκηνής - τεκμήριο 5 - τόσο κατά την κύρια εξέταση, όσο και κατά την αντεξέταση του. Οι μετρήσεις του ήταν ακριβείς, λεπτομερείς και πειστικές και κατέδειξαν στο Δικαστήριο με βάση την πραγματική μαρτυρία που συνέλεξε ο μάρτυρας πως έγινε και σε ποιο σημείο του δρόμου έγινε το μοιραίο αυτό ατύχημα. Έχει πεπειστεί το Δικαστήριο κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης για την ανεξαρτησία, αμεροληψία και φιλαλήθεια του εν λόγω μάρτυρα, τα προσόντα και τις εμπειρίες του στην διερεύνηση τροχαίων ατυχημάτων, στην επάρκεια και πληρότητα εκτέλεσης των καθηκόντων του στην διερεύνηση του επίδικου ατυχήματος και το Δικαστήριο χωρίς κανένα δισταγμό αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα στο σύνολο της ως αληθή και αξιόπιστη. Ο Μ.Κ. 3 άφησε επίσης θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Ως ο εξεταστής του επίδικου ατυχήματος και αυτός με την σειρά του παρέθεσε με σαφήνεια και πληρότητα τις ενέργειες τις οποίες προέβηκε αλλά και διέταξε να γίνουν έτσι ώστε να αποκρυσταλλωθούν οι συνθήκες και τα αίτια του επίδικου ατυχήματος, την έρευνα των οποίων προίστατο και κατεύθυνε. Ο μάρτυρας κατέθετε με φυσικό και πηγαίο τρόπο τα όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη του και απεκάλυπτε την πηγή των γνώσεων του όταν αυτό δεν ήταν προιόν της δικής του εμπλοκής. Ο μάρτυρας παρέθεσε με πλήρη, λεπτομερή αλλά και εκεί που χρειάστηκε με παραστατικό τρόπο, την πορεία και την κλίση που είχε η μοτοσυκλέτα πριν το ατύχημα και τις ενέργειες που έκανε το θύμα που καταδεικνύουν το γεγονός ότι προσπάθησε να αποφύγει το ατύχημα εφαρμόζοντας τα φρένα αλλά και προβαίνοντας σε ελιγμό και αυτό το αιτιολόγησε και υποστήριξε πλήρως μέσα από τα ευρήματα και ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσυκλέτας αλλά και του αυτοκινήτου που οδηγούσε το θύμα. Παρά την έντονη αντεξέταση που υπέστη, ιδίως ως προς την ορθότητα των ιχνών τροχοπέδησης και των ενεργειών που έκανε το θύμα για να αποφύγει την σύγκρουση, εν τούτοις όχι μόνο δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του, αλλά απεναντίας πέρασε αλώβητος και ενισχυμένος από αυτήν την διαδικασία και όχι μόνο διαφώτισε αλλά και έπεισε το Δικαστήριο για την εκδοχή του και που συνίστατο στις συνθήκες και τα αίτια που οδήγησαν στο μοιραίο αυτό ατύχημα. Το Δικαστήριο έχει πεπειστεί για την ορθότητα και πληρότητα των μετρήσεων που προέβη ο εν λόγω μάρτυρας, ως επίσης και για τις ενέργειες που έκανε ο κατηγορούμενος και για αυτές που έπρεπε να πράξει έτσι ώστε να μην γινόταν το επίδικο ατύχημα και αυτό δικαιολογείται απόλυτα μέσα από την εξέταση της πραγματικής μαρτυρίας, ήτοι τα τεκμήρια 5 και 12, τα οποία ρίχνουν άπλετο φως στο τι πραγματικά έγινε εκείνο το μοιραίο βράδυ. Συνεπώς το Δικαστήριο χωρίς κανένα δισταγμό αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αληθή και αξιόπιστη. Επίσης ο Μ.Κ. 4 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Αν και ο ρόλος του στην διερεύνηση του επίδικου ατυχήματος ήταν περιορισμένος χρονικά και σε έκταση καθήκοντος, εν τούτοις παρέθεσε λεπτομερώς την όλη εμπλοκή του όπως ήταν η μετάβαση του στην σκηνή του ατυχήματος, στο περιστατικό λιποθυμίας του κατηγορουμένου αλλά και στην μετέπειτα σύλληψη του από τον ίδιο και την επίστηση του στον νόμο. Δεν δίστασε να αναφέρει ότι δεν γνωρίζει γεγονότα τα οποία δεν περιήλθαν στην αντίληψη του, η μαρτυρία του βρίσκεται σε ταύτιση και με το σχετικό Δικαστικό ένταλμα που έχει εξασφαλιστεί και που έχει εκτελέσει ως προς το περιεχόμενο του αλλά και την ώρα που αυτό έχει εκτελεστεί, η αξιοπιστία του δεν έχει κλονιστεί κατά το στάδιο της αντεξέτασης, έδινε μαρτυρία με φυσικό και πηγαίο τρόπο χωρίς υπεκφυγές, υπερβολές, ασάφειες και προσφυγή στο ψεύδος. Συνακόλουθα το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αληθή και αξιόπιστη. Ο κατηγορούμενος άφησε πάρα πολύ κακή εντύπωση στο Δικαστήριο και το Δικαστήριο απορρίπτει την μαρτυρία του στην ολότητα της και που αφορά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το επίδικο μοιραίο ατύχημα ως ψευδή, υστερόβουλη, και αναξιόπιστη, που μόνο σκοπό είχε να αποφύγει την οποιαδήποτε ευθύνη του στο επίδικο ατύχημα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η αναφορά του ΄΄πήγα να μπω και ήρθε κατά πάνω μου΄΄ καταδεικνύοντας την πλήρη αδιαφορία και ασέβεια του προς την τροχαία κίνηση εν γένει και στο θύμα ιδιαιτέρως, διότι δείχνη την αντίληψη που είχε ο κατηγορούμενος ότι καλώς εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και κακώς το θύμα οδηγούσε στην λωρίδα του. Επίσης ο κατηγορούμενος σε μια προσπάθεια του να αποφύγει τις ευθύνες του, ανέφερε ότι οι γραμμές οι διαχωριστικές στην άσφαλτο δεν φαίνονταν καλά, ενώ αυτός ο ισχυρισμός καταρρίπτεται ευθέως από την πραγματική μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου και πιο συγκεκριμένα οι φωτογραφίες - τεκμήριο 5 - στις οποίες φαίνονται ευδιάκριτα αυτές οι γραμμές. Επίσης προσπάθησε με έμμεσο τρόπο, διότι άμεσα δεν το έχει πράξει με την έγερση ένστασης και την διεξαγωγή δίκης εντός δίκης, ότι η κατάθεση του λήφθηκε κάτω από συνθήκες σοκ, ενώ όταν έκρινε ο κατηγορούμενος ορθό ή σκόπιμο, παρέπεμπε λακωνικά στην κατάθεση του. Δεν δίσταζε ο κατηγορούμενος ακόμα και να αμφισβητήσει την τελική θέση του αυτοκινήτου του όπως αυτό καταγράφεται στις σχετικές φωτογραφίες αλλά και στο σχέδιο - τεκμήριο 12 - προβάλλοντας την γενική θέση ότι δεν μπορεί να αντιληφθεί σχέδιο σκηνής και ότι οι αστυνομικοί δεν του το έχουν εξηγήσει, αποφεύγοντας να απαντήσει με σαφήνεια επομένως σε κρίσιμες ερωτήσεις για την ακριβή του θέση και να την προσδιορίσει στα σχετικά τεκμήρια. Μάλιστα σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας του ο κατηγορούμενος όταν του ζητήθηκε να υποδείξει που πατούσαν οι τροχοί, δεν δίστασε να αναιρέσει τα όσα είπε ότι είχε πατήσει την διαχωριστική γραμμή λέγοντας ότι δεν το έχει πράξει. Επίσης δεν δίστασε όπως αποφύγει να απαντήσει με σαφήνεια κατά πόσο έχει απαντήσει στον αστυνομικό ότι φταίει αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στον νόμο, προβάλλοντας επίσης τον ισχυρισμό ότι δεν θυμόταν τι είπε. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της αμέλειας που επέδειξε ο κατηγορούμενος, συνίσταται στο γεγονός η αναφορά του ότι ΄΄ψιλοκατάλαβε΄΄ ότι κτύπησε με μηχανή, καταδεικνύει το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει αντιληφθεί καν με τι έχει συγκρουστεί. Ο κατηγορούμενος προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα προφύλαξης και ελέγχου λέγοντας ότι έφτασε περίπου στο μέσο του δρόμου και ακριβώς δεξιά βρισκόταν η πάροδος που ήθελε να στρίψει, αλλά αυτός ο ισχυρισμός καταρρίπτεται άμεσα από την πραγματική μαρτυρία και πιο συγκεκριμένα από τα τεκμήρια 5 και 12, όπου δείχνουν την παραβίαση της άσπρης συνεχούς γραμμής από τον κατηγορούμενο και την είσοδο του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας με διαγώνια θέση ενώ αυτό δεν δικαιούτο να το πράξει, διότι θα έπρεπε να σταματήσει στο μέσο της λεωφόρου στο σημείο με τις διακεκομμένες γραμμές και να κάνει στροφή κάθετη δεξιά για να εισέλθει στην πάροδο εφ΄ όσον βεβαιωθεί ότι δεν θα ανακόψει την πορεία οποιουδήποτε οχήματος και δη του θύματος, πράγμα βεβαίως που απέτυχε να πράξει και αυτό συνιστά την αλόγιστη, επικίνδυνη και απερίσκεπτη πράξη και οδήγηση του, εν΄ όψει και του γεγονότος ότι το μέσο του δρόμου από το όποιο όφειλε να σταματήσει για να εισέλθει στην πάροδο απέχει από το σημείο σύγκρουσης 8,80 μέτρα αφού έχει προηγηθεί παραβίαση άσπρης συνεχούς γραμμής και διαγώνιας οδήγησης και δυστυχώς ανακοπής της πορείας του θύματος και του νήματος της ζωής του. Επίσης ο κατηγορούμενος προσπάθησε και άφησε να νοηθεί εμμέσως και όχι άμεσα διότι ανέφερε ότι πιθανόν το θύμα ήταν στον έναν τροχό, αλλά αυτό ακόμα και να ίσχυε, πράγμα για το οποίο δεν υπάρχει σαφή και θετική μαρτυρία περί τούτου, ουδόλως διαδραματίζει οποιονδήποτε ρόλο διότι ο κατηγορούμενος όφειλε να δει το θύμα εν΄ όψει της ορατότητας των 200 μέτρων που είχε και του φωτισμού στην σκηνή του ατυχήματος, αλλά και εν΄ όψει των αμελών αλόγιστων, επικίνδυνων και απερίσκεπτων πράξεων του κατηγορουμένου ως αυτές αναφέρθησαν και που για κανέναν λόγο δεν έδιναν το δικαίωμα στον κατηγορούμενο να ανακόψει την πορεία του θύματος και το νήμα της ζωής του. Ο κατηγορούμενος επίσης σε ορισμένες περιπτώσεις απαντούσε με υπεκφυγές και ασάφειες, υπερβολές και ψεύδη και η μαρτυρία του βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με την αξιόπιστη μαρτυρία των Μ.Κ. 1 έως 4 αλλά και της πραγματικής μαρτυρίας η οποία βεβαίως κρίνεται ως αληθή, διαφωτιστική και αξιόπιστη. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολογηθείσα μαρτυρία και τα παραδεχτά γεγονότα, το Δικαστήριο προβαίνει στα πιο κάτω ευρήματα και συμπεράσματα: Στις 3/9/2011 επεσυνέβη θανατηφόρο τροχαίο δυστύχημα στην συμβολή της Λεωφόρου Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ΙΙΙ με την οδό Χρ. Πολυδώρου στην Χλώρακα με ενεχόμενα οχήματα το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΒΚ 422 που οδηγούσε ο κατηγορούμενος και την μοτοσυκλέτα με αριθμούς εγγραφής KZC που οδηγούσε το θύμα Γεώργιος Ιωάννου 27 ετών, τέως από την Πέγεια και συνεπεία του δυστυχήματος το θύμα τραυματίστηκε θανάσιμα. Την ίδια ημέρα κατέφθασε στην σκηνή η Δέσπω Μιχαήλ, νοσηλευτής του γενικού νοσοκομείου Πάφου η οποία βρήκε το θύμα ξαπλωμένο στην άσφαλτο χωρίς ζωτικά σημεία. Αφού τον μετέφερε στο γενικό νοσοκομείο Πάφου, τον παρέδωσε στην επί καθήκοντι ιατρό Μάρω Σβανά, η οποία αφού το εξέτασε, διαπίστωσε ότι ήταν νεκρός και εξέδωσε σχετικό πιστοποιητικό θανάτου. Στις 5/9/2011 και περί ώρα 10:15 στο νεκροτομείο του γενικού νοσοκομείου Πάφου ο θείος του θύματος Νίκος Παλατές αναγνώρισε την σορό του θύματος. Στις 5/9/2011 ο ιατροδικαστής Σοφοκλής Σοφοκλέους διενήργησε την νενομισμένη νεκροψία επί της σορού του θύματος και απεφάνθη ότι ο θάνατος του προήλθε από εσωτερική αιμορραγία ως είναι κατά τροχαίο ατύχημα και εξέδωσε σχετική έκθεση. Το μοιραίο ατύχημα έγινε κάτω από τις εξής συνθήκες: Ενώ ο κατηγορούμενος οδηγούσε το πιο μηχανοκίνητο του όχημα που ήταν αυτοκίνητο στην Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ΙΙΙ, παραβίασε την άσπρη συνεχόμενη γραμμή που βρίσκεται στην εν λόγω Λεωφόρο και που απαγορεύει την προσπέραση οχημάτων και την είσοδο στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας δεξιά διαγώνια με σκοπό να εισέλθει στην οδό Πολυδώρου που είναι πάροδος σε σχέση με την εν λόγω Λεωφόρο και ανέκοψε την πορεία του θύματος, τον οποίο δεν έχει αντιληφθεί έγκαιρα ενώ μπορούσε να τον δει εν΄ όψει της ορατότητας 200 μέτρων που είχε ο κατηγορούμενος στην σκηνή του ατυχήματος και που το θύμα οδηγούσε το προαναφερθέν όχημα που ήταν μοτοσυκλέτα και που οδηγείτο στην αριστερή λωρίδα ως η πορεία του θύματος και που δικαιούτο το θύμα να χρησιμοποιεί την εν λόγω λωρίδα. Αυτές οι ενέργειες του κατηγορουμένου συνιστούν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας αλόγιστη, επικίνδυνη και απερίσκεπτη πράξη και οδήγηση, διότι ο κατηγορούμενος προέβη στις πιο πάνω πράξεις, ενώ όφειλε να φτάσει στο μέσο της Λεωφόρου στο ύψος της παρόδου της οδού Πολυδώρου στο σημείο όπου υπάρχουν διακεκομμένες άσπρες γραμμές και που επιτρέπουν την είσοδο και έξοδο προς και από την οδό Πολυδώρου, να βεβαιωθεί ότι είναι ασφαλές να εισέλθει στην εν λόγω πάροδο έτσι ώστε να μην ανακόψει την πορεία οποιουδήποτε και δη του θύματος και να εισέλθει προσεκτικά με κάθετη γωνία στην εν λόγω οδό, πράγμα που δυστυχώς ο κατηγορούμενος δεν έπραξε και είχε ως αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του θύματος και δυστυχώς το νήμα της ζωής του ο οποίος ήταν μόλις 27 ετών. Το ότι το θύμα έχει βρεθεί θετικό σε εξετάσεις για ναρκωτικές ουσίες, ουδόλως μεταβάλλει την ευθύνη του κατηγορουμένου και σε καμία περίπτωση δεν δίδει άλλοθι σε αυτόν ή δικαιολογία στο να προβαίνει στις πιο πάνω αλόγιστες, επικίνδυνες και απερίσκεπτες πράξεις, διότι υιοθέτηση τέτοιας θέσης θα οδηγούσε σε παράνομα και παράδοξα αποτελέσματα. Ούτως ή άλλως δεν έχει αποδειχθεί ότι η πιο πάνω κατανάλωση ναρκωτικών συνέβαλε στο να συμβεί το επίδικο ατύχημα, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη και το γεγονός ότι το θύμα με βάση και τα ίχνη τροχοπέδησης προσπάθησε να εφαρμόσει τα φρένα του αφήνοντας ίχνη μήκους 7 μέτρων, αλλά κάνοντας ταυτόχρονα και ελιγμό για να αποφύγει την σύγκρουση και που δυστυχώς δεν τα έχει καταφέρει. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ως αυτό καταγράφεται στην έκθεση αδικήματος και τις λεπτομέρειες αυτού και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.