Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11127/10, 28/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B53 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Δρουσιώτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11127/10 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής και
- ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
- ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΠΛΑΣ Κατηγορουμένων ----------------- Ημερομηνία: 28.6.2013 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Ν. Φακοντής Κατηγορούμενος 1 παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει σύμφωνα με το κατηγορητήριο τρεις κατηγορίες. Η πρώτη αφορά πλαστογραφία κατά παράβαση των άρθρων 331, 332, 333(δ)(ι), 334 και 335 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και συγκεκριμένα κατηγορείται ότι μεταξύ των ημερομηνιών 30/5/2001 και 10/7/2001 στην Πάφο, κατάρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό την καταδολίευση, ήτοι υπόγραψε στο έντυπο του Κτηματολογίου, τύπου Ν3Α, στη θέση της Έφης Σάββα Λαγού από τον Καναδά ως να υπόγραψε αυτή, χωρίς την συγκατάθεση της. Η δεύτερη κατηγορία αφορά κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση του άρθρου 339 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και συγκεκριμένα κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, εν γνώσει του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, δηλαδή το πλαστογραφημένο έντυπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, παρουσιάζοντας το στο Κτηματολόγιο Πάφου ως γνήσιο, ενώ στην πραγματικότητα ήταν πλαστογραφημένο. Η τρίτη κατηγορία αφορά εξασφάλιση εγγραφής ακινήτου περιουσίας δια ψευδών παραστάσεων, κατά παράβαση του άρθρου 305 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και συγκεκριμένα κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία εσκεμμένα εξασφάλισε με ψευδείς παραστάσεις την μεταβίβαση και εγγραφή του τεμαχίου γης με αρ. 258, στην τοποθεσία «Σκουτάρη» στην Πέγεια, στο όνομα της μητέρας του Παναγιώτας Αγαπίου Κολώτα, χρησιμοποιώντας το πλαστογραφημένο έντυπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες και κατατέθηκαν συνολικά 39 τεκμήρια. Tο μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας δόθηκε υπό τη μορφή παραδεκτών γεγονότων εφόσον τα τεκμήρια 16-24 καθώς και το τεκμήριο 39 κατατέθηκαν με πλήρη αποδοχή του περιεχόμενου τους από το δικηγόρο του κατηγορούμενου
- Ο κατηγορούμενος 1 όταν κλήθηκε σε απολογία άσκησε το δικαίωμα της σιωπής. Οι δύο μάρτυρες που κατέθεσαν ήταν ο Αστυνόμος Α Μάριος Μαρκίδης ο οποίος προέβηκε σε γραφολογικό έλεγχο του τεκμηρίου 2 καθώς και δειγμάτων υπογραφής τόσο της παραπονούμενης όσο και του κατηγορούμενου 1 και άλλων προσώπων. Κατέθεσε ως τεκμήριο 1 την έκθεση που ετοίμασε και καταλήγει ότι η υπογραφή της Έφης Σάββα Λαγού στο τεκμήριο 2, στην 4η γραμμή κάτω από την έγγραφη συγκατάθεση συγκρινόμενη με άλλα δείγματα γραφής που αποδίδονται στην Έφη Σάββα Λαγού παρουσιάζει διαφορές και κατά τη γνώμη του η υπογραφή στο τεκμήριο 2 δεν είναι γνήσια υπογραφή της Έφης Σάββα Λαγού. Επίσης αναφέρει ότι η υπογραφή της Έφης Σάββα Λαγού στο τεκμήριο 2 συγκρινόμενη με δείγματα γραφής που αποδίδονται στον Αλέκο Κωνσταντίνου παρουσιάζει ορισμένες ομοιότητες όπως τον τρόπο σχηματισμού των γραμμάτων φ και η, τη σύνδεση των γραμμάτων α, γ και ο στο επίθετο Λαγού και ομοιότητες στην κλίση των γραμμάτων. Επειδή οι μικρολεπτομέρειες στην αμφισβητούμενη υπογραφή δεν αποτυπώνονται με ευκρίνεια δεν μπορεί να δώσει απόλυτη γνώμη ως προς τον καθορισμό του προσώπου που έγραψε την αμφισβητούμενη υπογραφή και δεν αποκλείει η αμφισβητούμενη υπογραφή στο όνομα Έφη Σάββα Λαγού να έγινε από τον κατηγορούμενο
- Ο μάρτυρας αντεξεταζόμενος και συγκεκριμένα σε ερώτηση σε ποια συμπεράσματα μπορεί να καταλήξει σε περιπτώσεις πραγματογνωμοσύνης όπως είναι η υπό αναφορά υπόθεση ο μάρτυρας απάντησε ότι ένας εμπειρογνώμονας με βάση τη συγκριτική αναλυτική μέθοδο την οποία ακολουθεί και η οποία είναι διαπιστευμένη βάσει ISO 17025 είναι πλήρης βεβαίωση, ισχυρή πεποίθηση, απλή υποψία και καμιά εκφορά γνώμης. Την υπό αναφορά υπόθεση την κατατάσσει στην απλή υποψία. Η Μ.Κ.2 Μαρία Αγαπίου ανέφερε ότι η παραπονούμενη Έφη Σάββα Λαγού είναι ξαδέλφη της η οποία ζει μόνιμα στον Καναδά και έχει ειδικό πληρεξούσιο να καταθέσει για την παρούσα υπόθεση (τεκμήριο 25). Περαιτέρω κατέθεσε ως τεκμήρια 26-36 τις καταθέσεις που έδωσε σε διάφορες ημερομηνίες στην Αστυνομία και αφορούν τόσο την παρούσα υπόθεση όσο και άλλες διαφορές που αφορούν τις κληρονομικές διαδοχές της οικογένειας του πατέρα της και συγκεκριμένα τα κτηματικά που αφορούσαν την γιαγιά της, μητέρα του πατέρα της. Περαιτέρω ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 1 είναι ξάδελφος της, ο πατέρας της, η μητέρα του και η μητέρα της Έφης Σάββα Λαγού είναι αδέλφια. Όσον αφορά το τεκμήριο 2 η μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι έχει δοθεί από το Κτηματολόγιο στον κατηγορούμενο 1 για να εξασφαλίσει τις σχετικές υπογραφές. Είναι η θέση της ότι εάν δεν υπήρχε η υπογραφή της Έφης Σάββα Λαγού δεν θα μπορούσε να ολοκληρωθεί η εγγραφή των ακινήτων στα ονόματα των προσώπων που φαίνονται στο τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας ανέφερε ότι η κατάληξη της ότι το τεκμήριο 2 δόθηκε στον κατηγορούμενο 1 αντλείται από το γεγονός ότι το παρών έγγραφο παραδίδεται στον αιτητή και στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν η μητέρα του κατηγορούμενου 1 της οποίας ο κατηγορούμενος 1 είχε ειδικό πληρεξούσιο. Επίσης ότι το τεκμήριο 2 το επέστρεψε ο κατηγορούμενος 1 και σε αυτή την κατάληξη καταλήγει καθότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της αιτήτριας. Η μαρτυρία του Μ.Κ.1 κρίνεται καθόλα αξιόπιστη και αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ο μάρτυρας εμπεριστατωμένα επεξήγησε στο Δικαστήριο τον τρόπο και τη μέθοδο την οποία έχει χρησιμοποιήσει για να καταλήξει στο συμπέρασμα όπως αυτό φαίνεται στην έκθεση του τεκμήριο
- Ο μάρτυρας ήταν ξεκάθαρος ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή στο τεκμήριο 2 παρουσιάζει διαφορές οι οποίες του δίδουν το δικαίωμα να καταλήξει ότι δεν είναι γνήσια η υπογραφή της Έφης Σάββα Λαγού όμως είναι δεδομένη και η θέση του ότι τη συγκεκριμένη περίπτωση την κατατάσσει μόνο ως απλή υποψία ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή στο όνομα της Έφης Σάββα Λαγού δεν αποκλείεται να έγινε από τον κατηγορούμενο
- Η Μ.Κ.2 με τις καταθέσεις που έδωσε αλλά και την προφορική της κατάθεση αναφέρεται σε ένα πολύ μεγάλο φάσμα γεγονότων που έχει να κάμει με τα κληρονομικά μερίδια τόσο του πατέρα της και κατ΄ επέκταση τα κληρονομικά μερίδια της γιαγιάς της τα οποία παρουσιάζουν μια σειρά από ανατροπές. Τα όσα έχει καταθέσει και αφορούν τα τεμάχια που κάνει αναφορά μπορώ να πω ότι αφορούν κάποια γεγονότα. Επί της ουσίας όμως και συγκεκριμένα για το επίδικο θέμα η μαρτυρία της εστιάζεται σε απλές υποψίες και σε σειρά γεγονότων τα οποία θεωρεί ως πρακτική του Κτηματολογίου με αποτέλεσμα να καταλήγει ότι το τεκμήριο 2 που αποτελεί τη βάση της παρούσας υπόθεσης συμπληρώθηκε και παραδόθηκε στο Κτηματολόγιο από τον κατηγορούμενο
- Αποτελεί επίσης γεγονός η θέση της ότι εάν δεν ετίθετο η υπογραφή της Έφης Σάββα Λαγού επί του τεκμηρίου 2 δεν θα μπορούσε να ολοκληρωθεί ο διαμοιρασμός του ακινήτου, κάτι που επιβεβαιώνεται και από την κατάθεση τεκμήριο 39 της Μαρίας Παπαδοπούλου, ξαδέλφης της μάρτυρος και διαχειρίστριας της περιουσίας του Νικόλα Γιαννή Πετούση. Επίσης αποτελεί γεγονός και έχει παραμείνει αδιαμφισβήτητο ότι η Έφη Σάββα Λαγού κατά την επίδικη περίοδο, δηλαδή κατά την υπογραφή του τεκμηρίου 2, δεν ευρίσκετο στην Κύπρο. Στο τεκμήριο 20 ο Κυριάκος Μακαρίου, κτηματολογικός λειτουργός, αναφέρει ότι το έντυπο Ν.3Α το έδωσε στον Αλέκο Κωνσταντίνου, γιο της αιτήτριας Παναγιώτας Αγαπίου για να προσκομίσει τις έγγραφες συγκαταθέσεις των εγγεγραμμένων ιδιοκτητών και επιστράφη πίσω υπογραμμένο από τον κοινοτάρχη Πέγειας. Επίσης αναφέρει ότι δεν κάλεσε την Έφη Σάββα Λαγού γιατί είχε διεύθυνση στον Καναδά. Νομική Πτυχή Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της πλαστογραφίας (1η κατηγορία) κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(α) και 336 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με το άρθρο 331 «πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου με σκοπό καταδολίευσης». Το άρθρο 333(α) προνοεί ότι: «Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος- (α) καταρτίζει έγγραφο που εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα.» Τέλος, το άρθρο 334 ορίζει πότε τεκμαίρεται η πρόθεση καταδολίευσης, σε σχέση με το αδίκημα της πλαστογραφίας. Πότε ένα έγγραφο είναι πλαστό απορρέει από το περιεχόμενο του άρθρου 333 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο ορίζει τις περιπτώσεις όπου κάποιους θεωρείται ότι καταρτίζει πλαστό έγγραφο. Αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για να θεωρηθεί πλαστό ένα έγγραφο παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice & Evidence
(2003)p. 357, par. B6.2.: "Falsification, False Statements and False Instruments B6.2 The concept of falsity, as applied to documents or instruments, is not always the same as that of falsity statements. A lie is a false statement, but documents containing lies or false statements are not always regarded as false instruments. As far as offences under the Forgery and Counterfeiting Act 1981 are concerned, an instrument is only false if it purports to be something it is not, or if it 'tells a lie' about its own authorship, origins or history. Conversely, such an instrument might be false in one or more of those respects, despite being a true and accurate statements of the matters with which it deals (as where an exact copy of a genuine document purports to be the original)." Συνάγεται από τα παραπάνω ότι για να χαρακτηριστεί πλαστό ένα έγγραφο θα πρέπει να εμφανίζει γεγονός που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και να είναι δυνατό να εξαπατηθεί οποιοδήποτε πρόσωπο έρθει σε επαφή μαζί του. Από τη συνδυασμένη ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: Πρώτον, ο καταρτισμός εγγράφου, δεύτερο, που εμφανίζεται ως να είναι στην πραγματικότητα, τρίτο, με σκοπό καταδολίευσης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας καταλογίζεται στον κατηγορούμενο 1 ότι μεταξύ των ημερομηνιών 30/5/2001 και 10/7/2001 κατήρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό την καταδολίευση και συγκεκριμένα ότι υπέγραψε το έντυπο του Κτηματολογίου Ν3Α στη θέση της Έφης Σάββα Λαγού ως να υπέγραψε αυτή, χωρίς τη συγκατάθεση της. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και τα παραδεκτά γεγονότα παρατηρώ ότι στο έντυπο Ν3Α (τεκμήριο 2) στην παράγραφο κάτω από την έγγραφη συγκατάθεση η φερόμενη ως υπογραφή της Έφης Σάββα Λαγού δεν είναι γνήσια και καταλήγω στο συμπέρασμα αυτό τόσο από τη μαρτυρία των Μ.Κ.1 και 2 αλλά και των παραδεκτών γεγονότων και συγκεκριμένα την κατάθεσης της Μαρίας Παπαδοπούλου (τεκμήριο 39) ότι η Έφη Σάββα Λαγού κατά την 10/7/2001, ημερομηνία που φέρει το τεκμήριο 2, δεν βρισκόταν στην Κύπρο και την επιστολή τεκμήριο 13 που στάληκε από την ίδια στον Αρχηγό της Αστυνομίας. Πέραν των πιο πάνω δεν έχει τεθεί οτιδήποτε άλλο και συγκεκριμένα αν το έγγραφο αυτό καταρτίστηκε με πρόθεση καταδολίευσης της Έφης Σάββα Λαγού και ποιος κατήρτισε το τεκμήριο 2 από τη στιγμή που παραδόθηκε από τον κτηματολογικό λειτουργό στον κατηγορούμενο 1 και επεστράφη από τον κοινοτάρχη Πέγειας φέροντας πέραν της υπογραφής του κατηγορούμενου 1 ως πληρεξούσιου της μητέρας του, υπογραφές τρίτων προσώπων, την αμφισβητούμενη υπογραφή και την υπογραφή του κοινοτάρχη. Συνεπώς το Δικαστήριο μόνο εικασίες μπορεί να κάνει ως προς τον καταρτισμό του επίδικου πλαστού εγγράφου. Σε ποινική δίκη υποθέσεις όσο εύλογες κι αν είναι δεν επιτρέπονται (βλ. Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Ως εκ τούτη η πρώτη κατηγορία πρέπει να απορριφθεί. Το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο 1 ότι διέπραξε με τη 2η κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 339 του Ποινικού Κώδικα στοιχειοθετείται όταν κάποιος: - εν γνώσει του ότι ένα έγγραφο είναι πλαστό, - το θέτει σε κυκλοφορία και - με δόλιο τρόπο. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό ότι για να καταδικαστεί κάποιος στην κατηγορία κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να είναι και το πρόσωπο που κατάρτισε το πλαστό έγγραφο (βλ. Γερμανού v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 127). Επί του θέματος αυτού η μόνη μαρτυρία που έχει τεθεί είναι από την κατάθεση του κτηματολογικού λειτουργού ότι παραδόθηκε το έντυπο Ν3Α στον κατηγορούμενο 1 ως πληρεξούσιο της μητέρας του και επεστράφηκε υπογραμμένο από τον κοινοτάρχη Πέγειας. Στο έντυπο Ν3Α υπάρχουν και υπογραφές τρίτων προσώπων πέραν της υπογραφής του κατηγορούμενου 1 ως πληρεξούσιου αντιπροσώπου της μητέρας του. Συνεπώς και επί του θέματος αυτού δεν υπάρχει μαρτυρία η οποία να συνδέει τον κατηγορούμενο 1 με τη διάπραξη του αδικήματος και μόνο εικασίες μπορεί να κάνει το Δικαστήριο. Το αδίκημα της εξασφάλισης εγγραφής ακινήτου περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο 1 ότι διέπραξε με την τρίτη κατηγορία σύμφωνα με το άρθρο 305 του Ποινικού Κώδικα στοιχειοθετείται όταν: - κάποιος εν γνώσει και εσκεμμένα εξασφαλίζει εγγραφή, - με ψευδή παράσταση. Η τρίτη κατηγορία θα μπορούσε να εξετασθεί μόνο αν η δεύτερη κατηγορία είχε θετική κατάληξη. Το Δικαστήριο στις ποινικές υποθέσεις δεν μπορεί να κάνει υπολογισμούς και στην παρούσα υπόθεση μόνο απλές υποψίες μπορούν να εγερθούν ότι είναι ο κατηγορούμενος 1 που παρουσίασε το επίδικο έγγραφο στο κτηματολογικό λειτουργό. Συνεπώς η απόρριψη της δεύτερης κατηγορίας συμπαρασύρει και την τρίτη κατηγορία καθότι συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η ψευδής παράσταση για την εξασφάλιση εγγραφής. Κάτι τέτοιο εδώ δεν υπάρχει. Με βάση τα όσα πιο πάνω έχω αναφέρει οι κατηγορίες 1, 2 και 3 απορρίπτονται, ο κατηγορούμενος 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ................ Μ. Δρουσιώτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /ΑΜ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο