Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Αιμίλιου Μακρίδη, Αρ. Υπόθεσης: 5558/12, 20/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B52 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5558/12 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Κατηγορούσα αρχή εναντίον Αιμίλιου Μακρίδη Κατηγορούμενου ---------------------------------- Ημερομηνία: 20.6.2013 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Μανώλη Για τον κατηγορούμενο: κα Α. Κορακίδου Κατηγορούμενος: παρών ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ ------------------------------------- Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 7, 19 και 20 Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 166/87, 80
(1)/2000, 5
(1)/10, 8
(1)/10 και την ΚΔΠ 312/07. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος την 24η Φεβρουαρίου του 2011 στη διασταύρωση της λεωφόρου Γρίβα Διγενή με την οδό Γρηγόρη Αυξεντίου στην Πάφο, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KWK650 αλόγιστα, απερίσκεπτα ή επικίνδυνα για το κοινό, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και της χρήσης της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας που υπήρχε κατά τον δεδομένο χρόνο ή που εύλογα θα αναμενόταν να υπάρχει κατά τον εν λόγω χρόνο επί της οδού. Μαρτυρία - Αξιολόγηση - Βάρος Απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton ν. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοΐζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας ν. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Το Δικαστήριο βεβαίως δεν θα παραθέσει αυτολεξεί όλη την τεθείσα ενώπιον του προφορική και γραπτή μαρτυρία αλλά θα παραθέσει συνοπτικώς την εκδοχή που προσκόμισε κάθε μάρτυρας και θα προχωρήσει ταυτόχρονα και με αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε από κάθε μάρτυρα. Αναφορικά με το Τεκμήριο Α για αναγνώριση, το εν λόγω Τεκμήριο παρέμεινε ως τέτοιο και συνακόλουθα αγνοείται η μαρτυρία που δόθηκε αυτή ως επίσης και το περιεχόμενο του. Τα Τεκμήρια που κατέθεσε ο κατηγορούμενος δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη διότι δεν υποδείχθηκαν στους μάρτυρες κατηγορίας για να τοποθετηθούν επ' αυτών και συνακόλουθα ελλείπει το στοιχείο της αντίκρυσης από την άλλη πλευρά. Το γεγονός του παραπόνου που υπέβαλε ο κατηγορούμενος στην ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Παραπόνων, ουσιαστικά είναι άσχετο με τα επίδικα ζητήματα και δεν μπορεί να τύχει οποιασδήποτε ουσιαστικής εξέτασης και να έχει οποιαδήποτε βαρύτητα καθότι ούτως ή άλλως είναι άσχετο με τα επίδικα ζητήματα. Επίσης είναι άσχετη με τα επίδικα θέματα και δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε βαρύτητα η ορθότητα των υποδείξεων του ΜΚ2, καθότι ουσιαστικά ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε τη 2η κατηγορία που συνιστά την παράλειψη συμμόρφωσης σε οδηγίες αστυνομικού με στολή. Αυτό το οποίο ουσιαστικά είναι σημαντικό και εδώ θα κριθεί η τύχη της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, είναι το κατά πόσο αν είναι αλήθεια η θέση που προέβαλε η κατηγορούσα αρχή ότι δηλαδή τα πίσω ελαστικά του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος «σπίνιαραν», δηλαδή είχαν γρήγορες περιστροφές και ότι ο κατηγορούμενος προέβηκε σε κίνηση ζικ - ζακ στην εν λόγω διασταύρωση που αναφέρθηκε πιο πάνω και κατά πόσο κινδύνευσε ο ΜΚ2 αλλά και ο κόσμος που κατ' ισχυρισμό υπήρχε στην οδό Χριστόδουλου Γαλατόπουλου που βρίσκεται παραπλεύρως ουσιαστικά των επίδικων δρόμων. Επίσης θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο ο ΜΚ2 προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, ως ήταν και η θέση που προβλήθηκε από τον κατηγορούμενο. Αναλώθηκε μεγάλο μέρος της μαρτυρίας αναφορικά με τη διαρρύθμιση της σκηνής του επίδικου συμβάντος και το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή η διαρρύθμιση δηλαδή κατά πόσο υπήρχαν σχοινιά, κορδέλες, επιγραφές ή κώνοι, ουδεμία βαρύτητα ουσιαστικά έχουν στην παρούσα υπόθεση καθότι όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, ο κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί τη 2η κατηγορία. Αυτό το οποίο καλείται ουσιαστικά το Δικαστήριο να εξετάσει και που ουσιαστικά είναι το επίδικο ζήτημα, είναι η οδική συμπεριφορά που κατ' ισχυρισμό της κατηγορούσας αρχής είχε ο κατηγορούμενος, δηλαδή με τη γρήγορη περιστροφή των τροχών του αυτοκινήτου που οδηγούσε, την οδήγηση ζικ - ζακ και κατά πόσο κινδύνευσε τόσο ο ΜΚ2 αλλά και άτομα που υπήρχαν στο μέρος. Ουσιαστικά κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τέσσερεις μάρτυρες κατηγορίας και το Δικαστήριο αφού έκρινε με ενδιάμεση απόφαση του ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Ο ΜΚ1, αστ. 2456 Μάριος Κωνσταντινίδης, αναφέρθηκε στα καθήκοντα του και ειδικότερα στη λήψη των καταθέσεων που λήφθηκαν στα πλαίσια της διερεύνησης του επίδικου συμβάντος. Ουσιαστικά ο μάρτυρας ανέφερε ότι απλά έλαβε την κατάθεση από τον κατηγορούμενο, δεν ήταν παρών στο επίδικο συμβάν και κατέθεσε τε Τεκμήρια 1 -
- Ο εν λόγω μάρτυρας κρίνεται από το Δικαστήριο ως ανεξάρτητος και αξιόπιστος και δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οποιαδήποτε απόπειρα υποβοήθησης της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής ή να βλάψει τον κατηγορούμενο. Κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει ότι ο μάρτυρας παρέθεσε στο Δικαστήριο όλα όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και δεν δίσταζε να αναφερθεί και να αποκαλύψει τις πηγές των γνώσεων του αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα. Συνακόλουθα ο εν λόγω μάρτυρας κρίνεται αξιόπιστος και η μαρτυρία του κρίνεται ως αποδεκτή στην ολότητα της ως αληθινή και αξιόπιστη. Ο ΜΚ2 ήταν ο αστ. 1804 Παναγιώτης Πόρακος. Ήταν ο κύριος ουσιαστικά μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζεται και η μαρτυρία των ΜΚ3 και
- Ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 την κατάθεση του την οποία και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Το Δικαστήριο έχει εξετάσει με πάρα πολύ προσοχή τη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, τη συμπεριφορά του κατά το εδώλιο του μάρτυρα και το Δικαστήριο κρίνει ότι ο εν λόγω μάρτυρας ήταν αναξιόπιστος για τους πιο κάτω λόγους: Κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, διαπιστώθηκε ότι ο μάρτυρας απέφευγε να απαντήσει και ουσιαστικά απλά κατέφευγε στην ασφάλεια προηγούμενων απαντήσεων του οι οποίες σε πολλά σημεία ήταν συγκεχυμένες, ασαφείς και αντιφατικές μεταξύ τους. Ήταν μη κατατοπιστικός, ασαφής, διστακτικός και ουσιαστικά απέφευγε να απαντήσει σε καίριας σημασίας και βαρύτητας ερωτήσεις. Εξέφραζε συχνά άγνοια και απέφευγε να δώσει εξηγήσεις κατά πόσο γνώριζε γνωστά σημεία της Πάφου πράγμα το οποίο δεν έπεισε το Δικαστήριο καθότι ένας αστυφύλακας που υπηρετεί για πέντε χρόνια στην επαρχία Πάφου, σίγουρα αναμένεται να γνωρίζει τουλάχιστον κεντρικά σημεία της Πάφου. Στην κατάθεση του Τεκμήριο 4, υπάρχει η εξής αντίφαση. Από τη μία αναφέρει ότι στην οδό Χριστόδουλου Γαλατόπουλου αναμενόταν εκατοντάδες κόσμος να προσέλθει λόγω της έλευσης του Βασιλιά Καρνάβαλου και από την άλλη σε κατοπινό στάδιο της κατάθεσης, αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος διέσχισε δια μέσω της εν λόγω οδού και κινδύνευσαν περίπου 20 άτομα από την επικίνδυνη οδήγηση του κατηγορούμενου, ως ήταν ο ισχυρισμός του εν λόγω μάρτυρα, δηλαδή δια της γρήγορης περιστροφής των ελαστικών του αυτοκινήτου του αλλά και της οδήγησης ζικ - ζακ. Κορυφαία αντίφαση και το Δικαστήριο θα επανέλθει σε κατοπινό στάδιο της απόφασης του, είναι το ότι ο ΜΚ2 ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια του συμβάντος δεν μίλησε με κανένα άτομο. Στον αντίποδα, ο ΜΚ3, δηλαδή ο κ. Στέφανος Κωμοδρόμος, ανέφερε σε σχέση με το συμβάν, ότι προσέγγισε τον ΜΚ2 και έδωσε τα στοιχεία στον εν λόγω αστυφύλακα, δηλαδή τα στοιχεία, τον αριθμό εγγραφής του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος όμως ο ΜΚ2 στην κατάθεση του, Τεκμήριο 4, ανέφερε ότι τα στοιχεία του κατηγορούμενου τα βρήκε μέσα από το κεντρικό αρχείο ηλεκτρονικού υπολογιστή και βρήκε το όνομα, τη διεύθυνση και το τηλέφωνο του κατηγορούμενου. Η πιο πάνω σοβαρή αντίφαση, αφήνει ουσιαστικά σοβαρές σκιές και αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιοπιστία του εν λόγω μάρτυρα αλλά και τα κίνητρα του να προσέλθει στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Ο ΜΚ3 ανέφερε μάλιστα ότι συνομίλησε με τον ΜΚ2, προθυμοποιήθηκε να δώσει κατάθεση και να δώσει τα στοιχεία στον ΜΚ2 ενώ κάτι τέτοιο καταρρίπτεται πανηγυρικά από τον ΜΚ
- Επιπλέον αντίφαση στη μαρτυρία του ΜΚ2 αποτελεί και το εξής γεγονός το οποίο δεν αναφέρθηκε από τον ΜΚ2: Σε μία απόπειρα του ο ΜΚ3 να πείσει το Δικαστήριο για την εκδοχή του, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος έβαλε μάλιστα και όπισθεν πριν δηλαδή να κάνει γρήγορες περιστροφές το όχημα, πριν να κάνει την κίνηση ζικ - ζακ, ενώ ο ΜΚ2 ανέφερε ότι παρέμεινε ακίνητο το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου για 1 - 2 δευτερόλεπτα ενώ μετά άρχισε την κίνηση ζικ - ζακ. Αυτή η αντίφαση ουσιαστικά δεν πείθει το Δικαστήριο και κρίνει ότι αυτός ο ισχυρισμός για όπισθεν κίνηση του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου, τέθηκε σε μία προσπάθεια εντυπωσιασμού αλλά και μίας μάταιης προσπάθειας να πείσει το Δικαστήριο για την αλήθεια της εκδοχής του. Ουσιαστικά δεν έπεισε το Δικαστήριο ο ισχυρισμός ότι συγκράτησε τα στοιχεία του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου και τα έδωσε στον ΜΚ
- Ο εν λόγω μάρτυρας, κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, δηλαδή του ΜΚ3 και γενικά η όλη του συμπεριφορά κατά το εδώλιο του μάρτυρα ήταν η μαρτυρία του μάρτυρα ο οποίος έδινε συγκεχυμένες και ασαφείς περιγραφές, ήταν διστακτικός, απέφευγε να δώσει κατατοπιστικές απαντήσεις σε καίριας σημασίας και βαρύτητας ερωτήσεις. Συνακόλουθα το Δικαστήριο χωρίς κανένα δισταγμό απορρίπτει τη μαρτυρία του ΜΚ3 στην ολότητα του ως αναληθή και αναξιόπιστη. Βεβαίως, αναφορικά με τις μαρτυρίες των ΜΚ2 και 3, το Δικαστήριο αποδέχεται το μέρος εκείνης της μαρτυρίας που ουσιαστικά έχει γίνει παραδεκτό από τον κατηγορούμενο δηλαδή τη μη συμμόρφωση του κατηγορούμενου σε σήμα αστυνομικού με στολή. Αναφορικά τώρα με τη μαρτυρία του ΜΚ4, ομολογουμένως διαφοροποιείται μεν η μαρτυρία του σε σύγκριση με τους ΜΚ2 και 3 καθότι ο εν λόγω μάρτυρας αναμφίβολα ήταν πιο κατατοπιστικός, πιο ήρεμος, πιο σαφής και πιο λεπτομερής όμως αναπόφευκτα λόγω της αξιολόγησης της μαρτυρίας των ΜΚ2 και 3 και λόγω του ότι ο ΜΚ4 προσήλθε στο Δικαστήριο ουσιαστικά για να επιβεβαιώσει τη μαρτυρία των ΜΚ2 και 3, αναπόφευκτα συμπαρασύρεται και η μαρτυρία του ΜΚ4 αφού ουσιαστικά δεν θα μπορούσαν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα ενόψει των αμφιβολιών που έχουν δημιουργηθεί στο μυαλό του Δικαστηρίου αναφορικά με το επίδικο ουσιαστικά ζήτημα, δηλαδή της αλόγιστης και επικίνδυνης οδήγησης του κατηγορούμενου. Ουσιαστικά από τη στιγμή που ο ΜΚ4 καλείται να υποστηρίξει το καταρριφθέν οικοδόμημα που προσπάθησε να ανεγείρει η κατηγορούσα αρχή και από τη στιγμή που το εν λόγω οικοδόμημα έχει καταρρεύσει, δεν απομένει άλλη επιλογή στο Δικαστήριο από το να αγνοήσει ουσιαστικά τη μαρτυρία του ΜΚ4 και ουσιαστικά δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα ενόψει της κατάρρευσης των μαρτυριών των ΜΚ2 και
- Τα όσα ανέφερε ο ΜΚ4 περί καταδίωξης του κατηγορούμενου και το τι επακολούθησε, δεν μπορούν να έχουν καμία απολύτως βαρύτητα διότι όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, το ουσιαστικό στοιχείο που καλείται το Δικαστήριο να αξιολογήσει είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος στη συμβολή των δρόμων όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, οδηγούσε αλόγιστα και επικίνδυνα. Δεν παίζει βεβαίως κανένα ρόλο για την ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου το τι επακολούθησε, δηλαδή αναφορικά με την καταδίωξη του κατηγορούμενου. Αν και με τις πιο πάνω ουσιαστικά αξιολογήσεις σφραγίζεται και η τύχη της παρούσας υπόθεσης αναφορικά με την κατηγορία 1, εντούτοις το Δικαστήριο θα πρέπει να αξιολογήσει και τη μαρτυρία του κατηγορούμενου, ως είναι και η υποχρέωση του. Ο κατηγορούμενος ουσιαστικά κατέθεσε τα Τεκμήρια 7 και επέκεινα. Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του το Τεκμήριο 2 που έχει ήδη κατατεθεί αλλά και το Τεκμήριο
- Αναφορικά με τα Τεκμήρια 8 - 14 τα οποία μάλιστα κατατέθηκαν με ένσταση της κατηγορούσας αρχής, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα καθότι δεν υποδείχθηκαν στους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής για να τοποθετηθούν. Επίσης, τα Τεκμήρια 15 - 17 και αυτά δεν έχουν καμία βαρύτητα καθότι αυτά αφορούν το υποβληθέν παράπονο προς την ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Παραπόνων και ουδεμία βαρύτητα θα μπορούσαν να έχουν αυτά. Έχω εξετάσει επίσης με πάρα πολύ προσοχή τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου κατά το εδώλιο του μάρτυρα και ουσιαστικά αποτελεί θλιβερή διαπίστωση ότι ουσιαστικά όλοι οι μάρτυρες που παρέλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είπαν στο Δικαστήριο ουσιαστικά την όλη αλήθεια και σε αυτούς συμπεριλαμβάνεται και ο κατηγορούμενος. Έχω διαπιστώσει ότι και ο κατηγορούμενος είχε ουσιαστικά μία δόση υπερβολής αλλά και μία δόση υπεροψίας προς τους ΜΚ2, 3 και 4 και μία στάση την οποία κράτησε, ουσιαστικά κατακρίνοντας τους, κακοχαρακτηρίζοντας τους και αυτό δεν επιδοκιμάζεται από το Δικαστήριο. Αναφορικά με τις καταθέσεις του κατηγορούμενου, δηλαδή τα Τεκμήρια 2 και 7, έχουν δημιουργηθεί στο μυαλό του Δικαστηρίου σοβαρές αμφιβολίες ως προς τις συνθήκες όπως αυτές κατεγράφησαν καθότι το Τεκμήριο 2 έχει συνταχθεί ουσιαστικά στην οικία του κατηγορούμενου αλλά και το Τεκμήριο 7 μετά την παρέλαση των μαρτύρων κατηγορίας ενώπιον του Δικαστηρίου, έχουν δημιουργηθεί σοβαρές αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου αναφορικά με τις συνθήκες που κατεγράφησαν οι εν λόγω καταθέσεις ως επίσης και το περιεχόμενο τους. Ήταν μια προσπάθεια ουσιαστικά εντυπωσιασμού και το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχθεί τις εν λόγω καταθέσεις του κατηγορούμενου με εξαίρεση βεβαίως το μέρος εκείνο που αφορούν τη μη συμμόρφωση του κατηγορούμενου σε σήμα αστυνομικού σε στολή που ούτως ή άλλως έχει καταχωρηθεί παραδοχή στη 2η κατηγορία. Το Δικαστήριο κρίνει ότι η όλη μαρτυρία του κατηγορούμενου ήταν ουσιαστικά προγραμματισμένη και εξέλειπε παντελώς το στοιχείο του αυθορμητισμού και της πηγαιότητας. Συνακόλουθα, απορρίπτω και τη μαρτυρία του κατηγορούμενου ως αναληθή και αναξιόπιστη. Νομική Πτυχή Αναφορικά με τη νομική πτυχή του θέματος ως προς την πρώτη κατηγορία, το άρθρο 7
(1)του Νόμου 86/72 δεν καθορίζει τι συνιστά αλόγιστη ή επικίνδυνη οδήγηση αφήνοντας το θέμα στο Δικαστήριο να το ερμηνεύσει ως θέμα πραγματικό, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις, όπως η φύση, η κατάσταση και χρήση της οδού, ο όγκος της τροχαίας που υπάρχει στο δεδομένο χρόνο ή που λογικά θα αναμένετο να υπάρχει. Το συγκεκριμένο άρθρο του νόμου προνοεί: «Πας όστις, οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινός οδού, αλογίστως, απερισκέπτως ή επικινδύνως δια το κοινόν, λαμβανομένων υπ' όψιν πασών των περιστάσεων, ιδία δε της φύσεως, της καταστάσεως και της χρήσεως της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας, ήτις πραγματικώς υπάρχει κατά τον δεδομένον χρόνον, ή ήτις ευλόγως θα αναμένετο να υπάρχη κατά τον εν λόγω χρόνον επί της οδού ταύτης, είναι ένοχος αδικήματος...» Στην υπόθεση Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233 επεξηγήθηκε ότι για την επικίνδυνη οδήγηση απαιτείται η απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού. Λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 238: «Σε σχέση με επικίνδυνη οδήγηση σύμφωνα με τη νομολογία, απαιτείται τουλάχιστο απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους (fault) εκ μέρους του οδηγού και στην αγγλική απόφαση R v. Gosney
(1971)55 Cr. App. R. 502 σε σχέση με κατηγορία επικίνδυνης οδήγησης αναφέρεται ότι: «the fault certainly does not necessarily involve deliberate misconduct or recklessness or intention to drive in a manner inconsistent with proper standards of driving . Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of driving and the relevant circumstances of the case». Στην υπόθεση Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115 λέχθηκε με αναφορά στην R v. Gosney (ανωτέρω) πως το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί και λέχθηκε ότι σε μια τέτοια περίπτωση, αυτό που το Δικαστήριο αναζητά, είναι αν η συγκεκριμένη οδήγηση είναι επικίνδυνη. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα. Ως προς την έννοια του σφάλματος που αρκεί για την στοιχειοθέτηση της επικίνδυνης οδήγησης αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τη σελίδα 224 της R v. Gosney (ανωτέρω), σε μετάφραση: «Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία, πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης, Είναι αρκετό αν, βλέποντας το λογικά, αποτελεί μία αιτία». Σε σχέση με την απερίσκεπτη οδήγηση σχετική είναι η υπόθεση R v. Lawrence
(1981)1 All. E. R. 974. Στην απόφαση αυτή, αποφασίστηκε ότι η ένοχη σκέψη (mens rea) υπάρχει όταν ένας οδηγός πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που περιέχει σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπόψη τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει οδηγώντας με αυτό τον τρόπο. (βλέπε επίσης R v. Reid
(1992)3 ALL ER 673). Στην αγγλική υπόθεση Trentham v. Rowlands
(1974)RTR 164 αποφασίστηκε ότι συνιστούσε ενδεχομένως επικίνδυνη οδηγηση και συνεπώς επικίνδυνη οδήγηση για ένα οδηγό να προσπερνά άλλο κινούμενος με ελιγμό στις εσωτερικές λωρίδες, ενώ σε απόσταση 300 - 400 υάρδων ο δρόμος ήταν καθαρός και με ταχύτητα 70 μ.α.ω. Στις πλείστες των περιπτώσεων το σφάλμα συμπεραίνεται από το Δικαστήριο από τα γεγονότα της υπόθεσης. Το αδίκημα, όμως, δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Αν ο κατηγορούμενος προτίθεται να αποδείξει κάποιο ειδικό γεγονός (special fact) με σκοπό να αποτρέψει το Δικαστήριο από του να εξαγάγει το συμπέρασμα δεν πρέπει να εμποδιστεί από το να το πράξει. Είναι επίσης, σαφώς νομολογημένο, ότι στο αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν υπεισέρχεται το στοιχείο της ένοχης διάνοιας (mens rea ) (βλ. Hill v. Baxter
(1958)42 Cr. App. Rep. 51 και Simpson v. Peat
(1952)2 QB 24). Ενώ αυτό υποδηλοί, ότι η κατηγορούσα αρχή δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να οδηγήσει επικίνδυνα ή άσχημα, δεν σημαίνει, ότι το αδίκημα μπορεί να διαπραχθεί χωρίς σφάλμα του οδηγού. Αναφορικά με την έννοια της αλόγιστης πράξης, αυτή δόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κώστας Ζυπίτης v. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220 και σαν τέτοια ορίσθηκε η πράξη η οποία δεν είναι υπό τις περιστάσεις λελογισμένη ή απόρροια της κοινής λογικής. Ευρήματα - Συμπεράσματα Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο ουσιαστικά τα μόνα ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα τα οποία μπορεί να εξάξει είναι τα εξής: Ο κατηγορούμενος στις 24.2.2011 στη συμβολή των δρόμων της λεωφόρου Γρίβα Διγενή με την οδό Γρηγόρη Αυξεντίου στην Πάφο, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KWK650 παρέλειψε να συμμορφωθεί σε οδηγίες αστυνομικού με στολή δηλαδή του αστ. 1804 Παναγιώτη Πόρακου, ΜΚ2, και αντί να κατευθυνθεί προς την πλατεία Κέννετυ, ουσιαστικά κατευθύνθηκε προς την οδό Χριστόδουλου Γαλατόπουλου. Αυτά ουσιαστικά είναι και τα μόνα ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα που μπορεί το Δικαστήριο να εξάξει ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης του Δικαστηρίου αλλά και της παραδοχής που ουσιαστικά υπάρχει στη 2η κατηγορία. Κατάληξη Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει και για τη σοβαρή αμφιβολία που δημιουργήθηκε στο μυαλό του Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιοπιστία των ΜΚ2, 3 και 4, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 1η κατηγορία. Αναφορικά με τη 2η κατηγορία, ουσιαστικά παραμένουν τα ευρήματα και τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου. (Υπ.)........... Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../Γ.Ι. (Subject/Traffic/Final Judgment) (Αναφορά: αλόγιστη και επικίνδυνη οδήγηση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο