Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Κώστας Πάπαου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5580/10, 2/8/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B55 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Δρουσιώτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5580/10 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής και
- Κώστας Πάπαου
- Πάμπος Χαραλάμπους
- Ιωάννης Ιωάννου Κατηγορουμένων ----------------- Ημερομηνία: 2.8.2013 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για τους Κατηγορούμενους 1 και 3: κα Σ. Σωκράτους Κατηγορούμενοι 1 και 3 παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι 1 και 3 αντιμετωπίζουν τις κατηγορίες 1 μέχρι
- Η πρώτη κατηγορία αφορά συνωμοσία προς διάπραξη πλημμελήματος κατά παράβαση των άρθρων 372 και 20 του Ποινικού Κώδικα, η δεύτερη κατηγορία αφορά αξιόποινη παράνομη είσοδο κατά παράβαση των άρθρων 280 και 20 του Ποινικού Κώδικα, η τρίτη κατηγορία αφορά κακόβουλη ζημιά κατά παράβαση των άρθρων 324
(1)και 20 του Ποινικού Κώδικα και η τέταρτη κατηγορία αφορά κλοπή κατά παράβαση των άρθρων 255, 262 και 20 του Ποινικού Κώδικα. Συγκεκριμένα κατηγορούνται ότι στις 18.7.2007 συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν πλημμέλημα δηλαδή τα αδικήματα των κατηγοριών 2, 3 και 4 (κατηγορία 1), εισήλθαν παράνομα στο κέντρο με την ονομασία «Καλιγούλας» με σκοπό να διαπράξουν μέσα σε αυτό αδίκημα δηλαδή κακόβουλη ζημιά και κλοπή (2η κατηγορία), εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσαν ζημιά ύψους £1.500 στους τοίχους και στους πέτρινους ανθώνες του κέντρου «Καλιγούλας» (3η κατηγορία) και έκλεψαν από το κέντρο με την ονομασία «Καλιγούλας» το χρηματικό ποσό των £
- Ο κατηγορούμενος 1 έχει παραδεχθεί την τρίτη κατηγορία και παρέμειναν για ακρόαση οι υπόλοιπες κατηγορίες. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε 4 Μ.Κ. και οι κατηγορούμενοι 1 και 3 όταν κλήθηκαν σε απολογία κατέθεσαν ενόρκως. Κατατέθηκαν συνολικά 15 τεκμήρια. Ο Μ.Κ.1 είναι ο Αστ. 857 Γιώργος Γεωργίου. Κατέθεσε ως τεκμήριο 1 την κατάθεση του, ως τεκμήριο 2 το σκαπανέα, ως τεκμήριο 3 το σφυρί, ως τεκμήριο 4 την κατάθεση του Πάμπου Χαραλάμπους και ως τεκμήριο 5 την κατάθεση του κατηγορούμενου
- Στη γραπτή του κατάθεση ο μάρτυρας αναφέρει ότι στις 18.7.2007 και ώρα 21:40 προσήλθε στα γραφεία της Αστυνομίας ο Χαράλαμπος Λαπέρτας και κατήγγειλε ότι την ίδια μέρα και περί ώρα 19:30 στο καφενείο που βρίσκεται στην οδό Δανάης 11 το οποίο ανήκει στις «Καλλιτεχνικές Επιχειρήσεις Καλιγούλας Λτδ» αντελήφθηκε τρία άτομα να κατεβαίνουν από το όχημα με αρ. ΗΥΡ144 και εισήλθαν εις το καφενείο κρατώντας οικοδομικά εργαλεία, εκ των οποίων τον ένα τον γνώριζε από παλιά και ήταν ο Κώστας Πάπαος. Προκάλεσαν ζημιές και έκλεψαν από το μπαρ το ποσό των £
- Ο μάρτυρας αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο ίδιος δεν μετέβη στη σκηνή γιατί μετέβηκαν από το Τμήμα Μικροπαραβάσεων αρχικά, δεν γνωρίζει αν είναι καφενείο ή μπυραρία. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο παραπονούμενος Χαράλαμπος Λαπέρτας. Κατέθεσε ως τεκμήρια 9, 10 και
- Στην κατάθεση του τεκμήριο 9 ανέφερε ότι στις 18.7.2007 βρισκόταν στο καφενείο. Γύρω στις 19:30 είδε ένα αυτοκίνητο τύπου σαλούν, δεν θυμάται το χρώμα, να σταθμεύει έξω από το καφενείο και είδε τρία άτομα να κατεβαίνουν. Ένας εξ΄ αυτών ήταν ο Κώστας Πάπαου ο οποίος εργαζόταν ως γκαρσόνι στο καπαρέ «Καλιγούλας» τον Σεπτέμβριο και Οκτώβριο της προηγούμενης χρονιάς. Επίσης ανέφερε ότι το δεύτερο πρόσωπο ονομάζετο Πάμπος. Για το τρίτο πρόσωπο δεν το γνώριζε καθόλου. Ο Κώστας τον ρώτησε «πόσα μου χρωστάς» και αυτός του απάντησε ότι «μου χρωστάς £780». Στη συνέχεια ο Κώστας του είπε «ήρθαμε για να σε πληρώσουμε» και μαζί με τους άλλους δύο επέστρεψαν στο αυτοκίνητο και είδε τον Κώστα να παίρνει ένα black and decker με καλώδιο και ένα σκεπάρνι και οι άλλοι δύο οικοδομικά εργαλεία. Προσπάθησε να μιλήσει με τους άλλους δύο και ο Κώστας άρχισε να φωνάζει και να τους παροτρύνει να μπουν στο καφενείο. Ο Κώστας άρχισε να ξεβιδώνει βίδες και οι άλλοι δύο να κτυπούν ένα ξύλινο ενδιάμεσο τοίχο. Έφυγε με το αυτοκίνητο του και πήγε στις Μικροπαραβάσεις για καταγγελία. Τα υπόλοιπα που αναφέρει στην κατάθεση του είναι ότι του έχει αναφέρει ο Γιώργος Μιχαήλ. Στην κατάθεση τεκμήριο 10 αναφέρει ότι στις 31.7.2007 παρέλαβε δύο μεγάλους πυροσβεστήρες και ένα μικρό οι οποίοι ήταν στο καφενείο και τους άδειασαν οι κατηγορούμενοι. Στην κατάθεση του τεκμήριο 11 αναφέρει ότι με βάση τις ζημιές όπως υπολογίσθηκαν προσεκτικά ανέρχονται στο ποσό των £1.
- Στην αντεξέταση ο μάρτυρας επέμενε ότι ο Κώστας ξεβίδωνε τις πρίζες από τους τοίχους και οι άλλοι δύο με εργαλεία που κρατούσαν στα χέρια τους κτυπούσαν και έσπρωχναν τον ξύλινο τοίχο για να τον ρίξουν κάτω. Αρνήθηκε ότι ήρθαν με καλή πρόθεση και με άλλη διάθεση. Επέμενε ότι οι μοναδικές φράσεις που είπε με τον Κώστα ήταν αυτές που αναφέρει στην κατάθεση του, τους φώναξε να σταματήσουν, δεν του έδωσαν σημασία. Όταν εισήλθε στο αυτοκίνητο ο παραπονούμενος για να φύγει ο Πάμπος, που δεν είναι σήμερα εδώ, προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα του αυτοκινήτου του και να τον σταματήσει. Σε σχέση με την αναφορά του ότι κλάπηκε το ποσό των £12 ανέφερε ότι το ποσό αυτό δεν ήταν εισπράξεις, ήταν πάγιο στο συρτάρι για διευκόλυνση του σερβιτόρου και διαπίστωσε ότι έλειπαν τα χρήματα. Αρνήθηκε ότι ο Κώστας Πάπαου ήταν διευθυντής του καπαρέ και ανέφερε ότι τον γνώριζε μόνο ως σερβιτόρο. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο Αστ. 711 Θεόφιλος Παπαδόπουλος. Κατέθεσε ως τεκμήριο 12 την κατάθεση του στην οποία αναφέρει ότι συνέλαβε τον Ιωάννη Ιωάννου και όταν του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο απάντησε «Εγώ δεν έκαμα τίποτα». Επίσης κατάθεσε ως τεκμήριο 13 την κατάθεση του κατηγορούμενου
- Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε ο Αστ. 2588 Α. Παπακλεοβούλου ο οποίος είναι φωτογράφος. Αναγνώρισε το τεκμήριο Α προς αναγνώριση που ήταν ο φωτογραφικός φάκελος, κατέθεσε ως τεκμήριο 14 την κατάθεση που έδωσε και ως τεκμήριο 15 το φωτογραφικό φάκελο. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι στο χώρο κατά τη στιγμή της φωτογράφησης δεν ήταν παρόντες οι κατηγορούμενοι αλλά ούτε και ο παραπονούμενος. Ο κατηγορούμενος 1 κατέθεσε ενόρκως. Μπορώ να πω ότι η κατάθεση του ήταν μια απολογία. Επί της ουσίας ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 3 δεν έχει καμιά ανάμιξη στη διάπραξη του αδικήματος εκτός του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος 3 τον μετέφερε με το αυτοκίνητο του, ήταν παρών στη σκηνή και προσπάθησε να τον αποτρέψει χωρίς αποτέλεσμα. Ισχυρίστηκε ότι τα οικοδομικά εργαλεία τα έβαλε στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου 3 σε στιγμή που ο ίδιος δεν μπορούσε να τον αντιληφθεί και ότι τα παρέλαβε και τα τοποθέτησε στο αυτοκίνητο κατά την επίσκεψη τους σε τρίτο πρόσωπο στην Πάφο. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι στον κατηγορούμενο 3 ανέφερε ότι θα περνούσαν από τον εργοδότη του να πάρουν κάποια λεφτά που του όφειλε και μετά να πάνε για καφέ. Στην κατάθεση του που έδωσε στην Αστυνομία ο κατηγορούμενος 1 αναφέρει ότι επισκέφθηκε το καφενείο στην οδό Δανάης 11 μαζί με το Γιάννο Ιωάννου που οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΗΥΡ144 και το Χαράλαμπο Χαραλάμπους. Είδε το Χαράλαμπο Λαπέρτα να κάθεται σε τραπεζάκι, τον πλησίασε μαζί με τους άλλους και άρχισαν να κουβεντιάζουν. Τον ρώτησε πόσα του χρωστά και πόσα ο ίδιος του χρωστά αυτού. Συνέχισαν τη συνομιλία και του είπε ότι θα τον εξοφλήσει τώρα, πήγε στο αυτοκίνητο, πήρε ένα σφυρί και ένα τραπανάκι και άρχισε να χαλά τα αποχωρητήρια, κτυπούσε στον ξύλινο τοίχο με το σφυρί, άδειασε τους τέσσερις πυροσβεστήρες και μετά πήγε στο καπαρέ «Καλιγούλας» που είναι δίπλα από το καφενείο και έσπασε τους έξι πέτρινους ανθώνες. Αναφέρει ότι τις ζημιές τις έκανε ο ίδιος και όχι οι φίλοι του που ήταν συνεχώς στο καφενείο. Ο κατηγορούμενος 3 στην ένορκη του κατάθεση ανέφερε ότι με τον κατηγορούμενο 1 είναι φίλοι και την επίδικη ημερομηνία συμφώνησαν να μεταβούν στην Πάφο για καφέ. Δεν είδε τον κατηγορούμενο 1 να βάζει στο αυτοκίνητο του τα οικοδομικά εργαλεία, μετέβησαν κατ΄ αρχάς στο σπίτι ενός τρίτου προσώπου από την Πάφο και μετά στο κέντρο «Καλιγούλας» για να πάρει τα λεφτά του ο κατηγορούμενος
- Όσον αφορά το επίδικο γεγονός ανέφερε ότι είναι ο κατηγορούμενος 1 που προκάλεσε οποιεσδήποτε ζημιές και προσπάθησε ο ίδιος να τον αποτρέψει χωρίς αποτέλεσμα. Τα ίδια περίπου αναφέρει και στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία. Στο στάδιο των αγορεύσεων η ευπαίδευτος δικηγόρος της Κατηγορούσας Αρχής ισχυρίστηκε ότι με τη μαρτυρία που έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών 1, 2 και 3 σε αντίθεση με την κατηγορία 4 για την οποία ανέφερε ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε θετική μαρτυρία ότι οι άνθρωποι αυτοί έκλεψαν και δικαιούνται σε αθώωση. Για τις υπόλοιπες κατηγορίες τόνισε ότι σε συνδυασμό με το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα διαπιστώνεται ότι ο κατηγορούμενος 3 έχει διαπράξει και αυτός τα αδικήματα και κάλεσε το Δικαστήριο να βρει ενόχους και τους δύο κατηγορούμενους στις κατηγορίες 1, 2 και
- Αντίθετη ήταν η εισήγηση της ευπαιδεύτου δικηγόρου των κατηγορουμένων 1 και
- Είναι η θέση της ότι δεν έχει αποδειχθεί το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας που αφορά τη συνωμοσία καθότι απλή γνώση ή και πρόθεση δεν αρκεί στη στοιχειοθέτηση του αδικήματος. Για τις κατηγορίες 2 και 3 εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να συνδέει τον κατηγορούμενο 3 και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθούν αυτές οι κατηγορίες για τον κατηγορούμενο
- Περαιτέρω τόνισε ότι η είσοδος των κατηγορουμένων στο κέντρο «Καλιγούλας» δεν ήταν παράνομη και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί και η δεύτερη κατηγορία για τον κατηγορούμενο
- Η σημαντικότερη έκφανση του δικαστικού καθήκοντος είναι το έργο της αξιολόγησης, έργο που δεν περιορίζεται στην απαρίθμηση αντιφάσεων ή κενών στη δοθείσα μαρτυρία αλλά συνιστά ένα πολυσύνθετο έργο αποτίμησης της αξίας της εντύπωση από ένα μάρτυρα που κατέθετε στην ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Ο Δικαστής Νικήτας έχει εκφράσει αυτή την υποχρέωση του Δικαστηρίου με πυκνότητα νοήματος στην υπόθεση C & A PELEKANOS ASSOCIATES LIMITED v. Πελεκάνου
(1999)1Β Α.Α.Δ. σελ. 1273: «Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του, ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας.» Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω όλους τους μάρτυρες τη στιγμή που κατάθεταν ενώπιον του Δικαστηρίου και έχοντας υπόψη την όλη στάση και συμπεριφορά τους προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Οι Μ.Κ.1, 3 και 4 είναι αστυνομικοί οι οποίοι ουσιαστικά έχουν καταθέσει τις ενέργειες τους μέσα στα πλαίσια της διερεύνησης της υπόθεσης. Δεν έχω αντιληφθεί να έχουν υποπέσει σε οποιαδήποτε σφάλματα και η μαρτυρία τους κρίνεται καθόλα αξιόπιστη και αποδεκτή. Η μαρτυρία του Μ.Κ.2 Χαράλαμπου Λαπέρτα δεν μπορώ να πω ότι είναι εκτός πραγματικότητας, υπάρχει φυσικά σοβαρή υπερβολή ως προς τα γεγονότα χωρίς φυσικά αυτό να αλλοιώνει την αξιοπιστία του. Επί του θέματος της ζημιάς που προκλήθηκε στο συγκεκριμένο κέντρο αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός, η διαφορά έγκειται στο αν ο κατηγορούμενος 3 συμμετείχε στην εκτέλεση οποιασδήποτε ζημιάς. Είναι γεγονός ότι ο μάρτυρας για τον κατηγορούμενο 1 τον οποίο γνώριζε, κάνει ειδική αναφορά σε τι κρατούσε κατά τη στιγμή που προκάλεσε τη ζημιά σε αντίθεση με τον κατηγορούμενο 3 και το τρίτο πρόσωπο για τους οποίους αναφέρει ότι κρατούσαν οικοδομικά εργαλεία χωρίς να τα συγκεκριμενοποιεί. Φυσικά είναι κοινά αποδεκτό ότι τόσο ο κατηγορούμενος 1 όσο και ο κατηγορούμενος 3 εισήλθαν μαζί στο κέντρο και ο κατηγορούμενος 3 ήταν παρών κατά την πρόκληση των ζημιών. Συνεπώς η μαρτυρία του κρίνεται καθόλα αξιόπιστη και αποδεκτή. Η προσπάθεια του κατηγορούμενου 1 ήταν εμφανής να καταφέρει να πείσει το Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος 3 ήταν απλός θεατής, προσπάθησε να τον αποτρέψει χωρίς αποτέλεσμα. Το ίδιο έκανε και ο κατηγορούμενος 3 κατά την ένορκη του κατάθεση. Αυτό που έχει αναφέρει η ευπαίδευτος δικηγόρος της Κατηγορούσας Αρχής στο στάδιο της αγόρευσης της ότι «η φιλία που τους συνδέει ήταν και το κίνητρο για να μαρτυρήσει ο κατηγορούμενος 1 ότι «μόνο εγώ έκαμα ότι έκαμα, ο Ιωάννου δεν ήξερε τίποτε», ισχύει στην περίπτωση των κατηγορουμένων και φαίνεται σε μεγάλο βαθμό σε όλο το φάσμα της μαρτυρίας τους. Θεωρώ ότι είναι εκ των υστέρων η σκέψη να καταθέσουν ότι ο κατηγορούμενος 3 προσπάθησε να αποτρέψει τον κατηγορούμενο 1 από τη διάπραξη των αδικημάτων. Συνεπώς η μαρτυρία τους αυτή άνετα πέφτει στο κενό και απορρίπτεται. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας προχωρώ στα πιο κάτω συμπεράσματα. Στις 18.7.2007 ο κατηγορούμενος 1 μαζί με τον κατηγορούμενο 3 και ένα άλλο πρόσωπο αφού σταμάτησε με το όχημα με αριθμό εγγραφής ΗΥΡ144 έξω από το κέντρο με την ονομασία «Καλιγούλας», εισήλθαν σε αυτό και βρήκαν τον παραπονούμενο Μ.Κ.2. Μετά από συζήτηση που είχε ο κατηγορούμενος 1 με το Μ.Κ.2 και αφού του ανάφερε ότι θα τον εξοφλήσει σήμερα, επέστρεψε τόσο αυτός όσο και οι άλλοι στο αυτοκίνητο και έλαβαν από το όχημα διάφορα οικοδομικά εργαλεία. Ο κατηγορούμενος 1 έλαβε ένα τραπανάκι και ένα σφυρί καθώς και οι άλλοι δύο άλλα εργαλεία, εισήλθαν στο κέντρο και ο κατηγορούμενος 1 προχώρησε και κατέστρεψε τα αποχωρητήρια, κτύπησαν στον ξύλινο τοίχο και έσπασαν τους ανθώνες. Οι ζημιές ανέρχονταν στο ποσό των £1.500 σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Κ.2. Με βάση τα πιο πάνω γεγονότα θα προχωρήσω να εξετάσω αν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που οι κατηγορούμενοι 1 και 3 αντιμετωπίζουν. Η πρώτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας κατά παράβαση του άρθρου 372 και 20 του Ποινικού Κώδικα. Συστατικό στοιχείο του άρθρου 372 του Ποινικού Κώδικα είναι η ύπαρξη μιας συμπληρωμένης συμφωνίας. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση ABDEBRAOUF BEN ABDALLAH GANI v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
(1991)2 A.A.Δ. 134, η ύπαρξη συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό στοιχείο του αδικήματος της συνωμοσίας. Το ζήτημα είναι πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δεν αποκαλύπτεται άμεσα η ύπαρξη συμφωνίας. Οι κατηγορούμενοι ξεκίνησαν να έρθουν στην Πάφο με σκοπό ο κατηγορούμενος 1 να παραλάβει τα χρήματα που ως ανέφερε του όφειλε ο Μ.Κ.2, στο χώρο εκεί υπήρξε αντίδραση του κατηγορούμενου 1 και κατ΄ επέκταση του κατηγορούμενου
- Συνεπώς με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δεν μπορώ να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ των κατηγορουμένων για τη διάπραξη αυτών των αδικημάτων. Η δεύτερη κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράνομης εισόδου κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα. Το άρθρο 280 αναφέρει: «
- Όποιος εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου, με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία ή με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή όποιος, αφού εισέρθει νόμιμα σε τέτοια περιουσία, παραμένει σε αυτή παράνομα, με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.» Από το λεκτικό του υπό αναφορά άρθρου σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι η παράνομη είσοδος των κατηγορουμένων σε περιουσία, η περιουσία αυτή να βρίσκεται στην κατοχή άλλου, η είσοδος να έγινε με σκοπό τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος της κακόβουλης ζημιάς. Ο σκοπός ή η πρόθεση διάπραξης του ποινικού αδικήματος δεν είναι πάντοτε δεκτικά θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενα αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Ωστόσο τεκμαίρεται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του. Το τεκμήριο είναι μαχητό, αλλά εάν δεν ανατραπεί θα ισχύσει. Έτσι στην υπόθεση Ανθία v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 404, αποφασίστηκε ότι η πρόθεση ενόχλησης ήταν αυτονόητη και αυταπόδεικτη και αποτελούσε φυσική συνέπεια της παράνομης εισόδου. Πριν να εξετάσω αν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας και επειδή θα πρέπει να εξεταστούν σε συνδυασμό με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της τρίτης κατηγορίας, παραθέτω τις αρχές που στοιχειοθετούν το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας. Το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία προβλέπεται από το άρθρο 324
(1)του Ποινικού Κώδικα, το οποίο έχει ως ακολούθως: «324.-
(1)Όποιος εσκεμμένα και παράνομα καταστρέφει ή προξενεί ζημιά σε περιουσία, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος, το οποίο εκτός αν προνοείται διαφορετικά είναι πλημμέλημα, αυτός αν δεν προβλέπεται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Από το λεκτικό του υπό αναφορά άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι η καταστροφή ή πρόκληση ζημιάς σε περιουσία η οποία να είναι εσκεμμένη και παράνομη. Στην υπόθεση Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168, αναφέρθηκε ότι για τη στοιχειοθέτηση του υπό εξέταση αδικήματος δεν απαιτείται η απόδειξη της ύπαρξης ειδικής πρόθεσης (specific intent). Η απόδειξη του συναρτάται με τη θεληματική και παράνομη πρόκληση ζημιάς. Συνεπώς το αδίκημα διαπράττεται είτε όταν ο κατηγορούμενος ενεργεί με επίγνωση του τι κάνει, δηλαδή όταν έχει την πρόθεση να το διαπράξει, είτε όταν η πράξη του γίνεται με αδιαφορία ως προς τις συνέπειες της (recklessly) και η ζημιά είναι η φυσική της συνέπεια. Όσον αφορά την έννοια της ζημιάς αυτή δεν περιορίζεται σε ζημιά μόνιμης φύσης (βλ. το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003, σελ. 431, στα πλαίσια παρόμοιου αδικήματος που καθορίζει το άρθρο 1 του Αγγλικού Malicious Damage Act 1971). Το ύψος δε της ζημιάς και η ιδιοκτησία δεν αποτελούν συστατικά στοιχεία του αδικήματος (βλ. Θωμά v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 255). Τέλος παράνομη είναι μια πράξη όταν γίνεται χωρίς νόμιμη δικαιολογία (βλ. Police v. Djioppou
(1972)10 JSC 1365). Όπως έχει τονιστεί από την ευπαίδευτο δικηγόρο της Κατηγορούσας Αρχής ο κατηγορούμενος 3 ουσιαστικά είναι με βάση το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα για το οποίο κατηγορείται ως συνεργός. Με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης οι κατηγορούμενοι 1 και 3 κατ΄ αρχάς μπορώ να πω ότι εισήλθαν νόμιμα στο καφενείο αφού η πρόθεση τους ήταν να συζητήσουν με το Μ.Κ.2. Η πράξη τους να παραμείνουν παράνομα στο χώρο του καφενείου ξεκίνησε από τη στιγμή που έλαβαν ο μεν κατηγορούμενος 1 το σφυρί και το τραπανάκι και οι άλλοι δύο τα άλλα εργαλεία και προκάλεσαν ζημιές στο συγκεκριμένο κέντρο. Συνεπώς με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου βρίσκω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία 2 για τους κατηγορούμενους 1 και 3 και την κατηγορία 3 για τον κατηγορούμενο 3 εφόσον ο πρώτος κατηγορούμενος την έχει παραδεχθεί. Όσον αφορά την κατηγορία 4 το αδίκημα της κλοπής δεν θα εξετάσω περαιτέρω το θέμα από τη στιγμή που και η Κατηγορούσα Αρχή συμφωνεί ότι δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε θετική μαρτυρία η οποία να μπορεί το Δικαστήριο να βασιστεί σε αυτή και να βρει ένοχους τους κατηγορούμενους. Συνεπώς με βάση τα όσα πιο πάνω έχω εξηγήσει οι κατηγορούμενοι 1 και 3 βρίσκονται ένοχοι στην κατηγορία 2 που αντιμετωπίζουν, ο δε κατηγορούμενος 3 βρίσκεται ένοχος στην κατηγορία 3 που αντιμετωπίζει. Οι κατηγορίες 1 και 4 απορρίπτονται, οι κατηγορούμενοι 1 και 3 αθωώνονται και απαλλάσσονται. (Υπ.) ................ Μ. Δρουσιώτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /ΑΜ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο