← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. ΚΟΝΩΝΑΣ ΣΤΕΦΑΝΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 7508/10, 13/8/2013

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. ΚΟΝΩΝΑΣ ΣΤΕΦΑΝΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 7508/10, 13/8/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B56 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Δρουσιώτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7508/10 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής και ΚΟΝΩΝΑΣ ΣΤΕΦΑΝΟΥ Κατηγορούμενος ----------------- Ημερομηνία: 13.8.2013 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία αντιφατικές μαρτυρικές καταθέσεις κατά παράβαση του άρθρου 113

(2)του Ποινικού Κώδικα και συγκεκριμένα κατηγορείται ότι την 5ην Φεβρουαρίου του 2010 στην Πάφο, ενώ ήταν μάρτυρας κατηγορίας σε δίκη στην υπόθεση 9885/2007 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, κατέθεσε ενόρκως ότι δεν υιοθετεί το περιεχόμενο της κατάθεσης του προβάλλοντας την δικαιολογία ότι αυτή λήφθηκε κατόπιν απειλών, πιέσεων και υποσχέσεων από τον ερευνών αξιωματικό με απώτερο σκοπό να βοηθήσει στην αθώωση του κατηγορούμενου, ο οποίος κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος ήταν προϊστάμενος του, με αποτέλεσμα να κηρυχθεί από το Δικαστήριο ως εχθρικός μάρτυρας στις 12.3.
  1. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεσης της κάλεσε πέντε μάρτυρες. Ο κατηγορούμενος μετά που κλήθηκε σε απολογία προχώρησε σε ανώμοτη δήλωση. Κατατέθηκαν συνολικά 11 τεκμήρια. Πολύ περιληπτικά η μαρτυρία των μαρτύρων που κατέθεσαν είναι η ακόλουθη. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Υπαστυνόμος Κ. Κωνσταντίνου ο οποίος ανέφερε ότι στις 22.2.2010 του ανατέθηκε από τον Ανώτερο Αστυνόμο Μιχαηλίδη η διερεύνηση του αδικήματος της αντιφατικής μαρτυρικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο. Κατέθεσε ως τεκμήρια 2 και 3 τα πρακτικά Δικαστηρίου ημερομηνίας 5.2.2010 που αφορούσαν την υπόθεση 9885/07 και ως τεκμήριο Α προς αναγνώριση την κατάθεση του κατηγορούμενου. Τέλος κατέθεσε ως τεκμήριο 4 την κατάθεση του κατηγορούμενου ημερομηνίας 22.3.2010 και ως τεκμήριο 5 την γραπτή κατηγορία. Ο μάρτυρας αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι κατά την εξέταση της υπόθεσης και κατά πόσο στοιχειοθετείται αδίκημα έλαβε υπόψη του τα πρακτικά του Δικαστηρίου τα οποία κατέθεσε ανωτέρω ως τεκμήρια 2 και
  2. Δεν θα παραθέσω οτιδήποτε άλλο γι΄ αυτό το μάρτυρα καθότι οι πλείστες ερωτήσεις που του τέθηκαν κατά το στάδιο της αντεξέτασης αφορούσαν ενέργειες τρίτου προσώπου. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο Γιάννος Αργυρού, δημόσιος κατήγορος στη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας και ήταν ο δημόσιος κατήγορος που χειρίστηκε την υπόθεση με αριθμό 9885/07 στην οποία ήταν μάρτυρας ο κατηγορούμενος. Ο μάρτυρας ανάφερε ότι κατά την εκδίκαση της υπόθεση 9885/07 κλήθηκε ως μάρτυρας ο κατηγορούμενος. Αναγνώρισε το τεκμήριο Α προς αναγνώριση και ανάφερε ότι πρόκειται για την γραπτή κατάθεση του κατηγορούμενου την οποία ο κατηγορούμενος ανεγνώρισε αλλά δεν υιοθέτησε το περιεχόμενο της. επίσης ο μάρτυρας ανεγνώρισε τα τεκμήρια 2 και
  3. Το μεγαλύτερο μέρος της αντεξέτασης του μάρτυρα αποτελούσε αντιπαραθέσεις μάρτυρα και συνηγόρου για τα γεγονότα που αφορούσαν την υπόθεση 9885/07 και δεν κρίνω αναγκαίο να τα παραθέσω. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο Ανώτερος Υπαστυνόμος Φίλιππος Βρόντος ο οποίος ανέφερε ότι το 2007 είχε ορισθεί ερευνών αξιωματικός εναντίον άλλου αστυνομικού, του Π. Σωκράτους, για αδικήματα που αφορούσαν σεξουαλική παρενόχληση. Μέσα στα πλαίσια της υπόθεσης αυτής έλαβε κατάθεση και από τον κατηγορούμενο. Του υποδείχθηκε το τεκμήριο Α προς αναγνώριση και αναγνώρισε ότι ήταν η κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω ο μάρτυρας εξήγησε ότι τη συγκεκριμένη κατάθεση ο κατηγορούμενος την κατέγραψε ο ίδιος και του την παρέδωσε. Ο μάρτυρας αντεξεταζόμενος ερωτήθηκε για το χρόνο και τον τρόπο λήψης της κατάθεσης και ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν έχει στην κατοχή του οτιδήποτε για να το συμβουλευθεί και να απαντήσει. Επίσης ο μάρτυρας ερωτήθηκε αν μέσα στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης έδωσε κατάθεση και απάντησε ότι δεν θυμάται να έδωσε. Αντεξετάσθηκε και για τον τρόπο λήψης της κατάθεσης από τον κατηγορούμενο καθώς και για άλλα πρόσωπα τα οποία δεν έδωσαν οποιαδήποτε κατάθεση για την υπόθεση που ερευνούσε και συγκεκριμένα για τον Βαλεντίνο Δημητρίου. Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε ο Ανώτερος Αστυνόμος Κύπρος Μιχαηλίδης ο οποίος ανέφερε ότι έχει διορισθεί από το Βοηθό Αρχηγό Διοίκησης να διερευνήσει πιθανή διάπραξη πειθαρχικών ή ποινικών αδικημάτων εναντίον του κατηγορουμένου με βάση επιστολή που είχε σταλεί από την Εισαγγελία Πάφου προς το Γενικό Εισαγγελέα. Αναγνώρισε το τεκμήριο Α προς αναγνώριση και ανέφερε ότι είναι το έντυπο της κατάθεσης του κατηγορουμένου που του είχε σταλεί μαζί με τα πρακτικά του Δικαστηρίου, την επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα, του κ. Βρόντου και του δημόσιου κατήγορου. Μετά τη λήψη των πιο πάνω κάλεσε τον κατηγορούμενο όπου στην παρουσία του Υπαστυνόμου Κώστα Κωνσταντίνου έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο. Ο Υπαστυνόμος Κωνσταντίνου μετά από κάποιες μέρες τον ενημέρωσε ότι επικοινώνησε εκ νέου ο κατηγορούμενος μαζί του και του ζήτησε να δώσει περαιτέρω στοιχεία όσον αφορά την υπό διερεύνηση υπόθεση. Το έγγραφο αυτό το κατέθεσε ως τεκμήριο
  4. Ο μάρτυρας αντεξετάσθηκε για το χρόνο που ξεκίνησε η διερεύνηση της υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου και απάντησε ότι ξεκίνησε τη διερεύνηση αμέσως μετά τις οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα. Περαιτέρω ο μάρτυρας αντεξετάσθηκε για το περιεχόμενο της κατάθεσης του κατηγορουμένου τεκμήριο 10 και αν μετά τη λήψη αυτής της κατάθεσης προχώρησε εκ νέου στη διερεύνηση της υπόθεσης και σε σχέση με την κατάθεση του κ. Βρόντου. Τέλος απεκάλυψε ότι ο κ. Βρόντος έδωσε κατάθεση κατά τη διερεύνηση αυτής της υπόθεσης και βρίσκεται στο φάκελο της υπόθεσης και ζητήθηκε από το δικηγόρο του κατηγορουμένου να κατατεθεί ως τεκμήριο και κατατέθηκε ως τεκμήριο
  5. Ως Μ.Κ.5 κατέθεσε η Γ/Αστ. 1307 Μαρί Λουϊζ Σολιμάν. Στη γραπτή της κατάθεση αναφέρει ότι στις 15.2.2007 ανέφερε στον κατηγορούμενο τα πάντα για την επίθεση που δέχθηκε από πρώην αξιωματικό της Αστυνομίας. Περαιτέρω αναφέρει ότι στην παρουσία και του εισαγγελέα Γ. Αργυρού ο κατηγορούμενος της ανέφερε ότι δεν ήταν μπροστά και αυτή συμφώνησε ότι δεν ήταν μπροστά αλλά ότι του είπε τα όσα έγιναν και ο κατηγορούμενος συμφώνησε και της ανέφερε «πράξε όπως νομίζεις». Στη συνέχεια ο Αργυρού το ρώτησε σε ποιο χώρο βρίσκονταν όταν του τα ανέφερε η μάρτυρας και αυτός απάντησε «στην κουζίνα του immigration». Επίσης ανέφερε ότι είδε τον κατηγορούμενο τρεις φορές στο Δικαστήριο να βρίσκεται μαζί με τον πρώην αξιωματικό και το δικηγόρο του. Η μάρτυρας αντεξετάσθηκε περισσότερο για τη μαρτυρία που έδωσε στην υπόθεση 9885/07 παρά για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης για τα οποία δεν είχε ιδία γνώση. Ο κατηγορούμενος μετά που κλήθηκε σε απολογία προχώρησε σε ανώμοτη δήλωση στην οποία ανέφερε ότι: «Εντιμότατε, είμαι αθώος στην κατηγορία που αντιμετωπίζω και επειδή τόλμησα να πω στο Δικαστήριο κατά την ένορκη μου μαρτυρία στην Ποινική Υπόθεση υπ΄ αρ. 9885/07 του Ε.Δ. Πάφου τις πραγματικές συνθήκες κάτω από τις οποίες ο κος Βρόντος έλαβε την κατάθεση από εμένα Τεκ. Α για αναγνώριση, δέχτηκα ειλικρινά πόλεμο από την αστυνομική δύναμη που υπηρετώ σε βαθμό μάλιστα που εκδίκασαν Πειθαρχική Υπόθεση εναντίον μου για τα ίδια γεγονότα, αφ΄ ης στιγμής καταχώρησαν την παρούσα Ποινική Υπόθεση εναντίον μου και αρνήθηκαν να αναβάλουν την πειθαρχική μέχρι να εκδικασθεί η παρούσα υπόθεση εναντίον μου και να αποφασίσει το σεβαστό Δικαστήριο επί των γεγονότων. Οι συνθήκες κύριε Πρόεδρε κάτω από τις οποίες λήφθηκε το Τεκ. Α για αναγνώριση είναι αυτές που ανέφερα στην ένορκη μου μαρτυρία κατά την εκδίκαση της Ποινικής Υπόθεσης υπ΄ αρ. 9885/07 τις οποίες και υιοθετώ και δεν είχα κανένα συμφέρον, ούτε από την κα Μαρί ΛουΪζ Σολιμάν, ούτε και από τον κον Πανίκο Σωκράτους ο οποίος κατά το χρόνο της μαρτυρίας μου ήταν στο στάδιο αφυπηρέτησης του από την αστυνομική δύναμη. Είμαι αθώος και ταλαιπωρούμαι γιατί τόλμησα να πω την αλήθεια. Ευχαριστώ.» Στο στάδιο των αγορεύσεων η ευπαίδευτος δικηγόρος της Κατηγορούσας Αρχής υιοθέτησε τα όσα ανέφερε στην εισήγηση της για εκ πρώτης όψεως και ανέφερε ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η οποία είναι καθόλα αξιόπιστη θα πρέπει να βρει ένοχο τον κατηγορούμενο για το αδίκημα το οποίο αντιμετωπίζει. Αντίθετη ήταν η εισήγηση του ευπαίδευτου δικηγόρου του κατηγορούμενου ο οποίος τόνισε ότι η μη υιοθέτηση της κατάθεσης από ένα μάρτυρα δεν αποτελεί από μόνη της αντιφατικότητα στις δηλώσεις. Με βάση το περιεχόμενο των λεπτομερειών του αδικήματος της κατηγορίας που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δεν αποκαλύπτεται οποιοδήποτε αδίκημα. Είναι η θέση του ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.3 Ανώτερου Υπαστυνόμου Φίλιππου Βρόντου είναι αντιφατική, δεν έχει πει την αλήθεια στο Δικαστήριο και τα όσα έχει καταθέσει έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την κατάθεση που έδωσε μέσα στα πλαίσια της διερεύνησης της υπόθεσης και βρίσκεται ενώπιον Δικαστηρίου ως τεκμήριο
  6. Περαιτέρω ανέφερε ότι η κατάθεση του κατηγορουμένου η οποία αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία δεν έχει γίνει κανονικό τεκμήριο και παρέμεινε τεκμήριο προς αναγνώριση, τόνισε ότι και αν ακόμη γίνετο προσπάθεια να κατατεθεί ως τεκμήριο θα εύρισκε τη σοβαρή αντίθεση της υπεράσπισης σε σχέση με τις συνθήκες λήψης της. Τέλος ανέφερε ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει τεθεί η απόφαση του Δικαστηρίου στην ποινική υπόθεση 9885/07 ώστε να υπάρχει σύγκριση και συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω εισηγήθηκε ότι η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος θα πρέπει να απορριφθεί. Είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον μου και προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Φυσικά η παρούσα υπόθεση δεν άπτεται άμεσα του θέματος αξιοπιστίας αλλά γεγονότων τα οποία θα πρέπει να διαπιστωθούν μέσα από τα έγγραφα που κατατέθησαν ως τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου. Παρατηρώ ότι η αντεξέταση όλων των μαρτύρων άπτετο θέματος γεγονότων που αφορούσαν την ποινική υπόθεση υπ΄ αριθμό 9885/07 του Ε.Δ. Πάφου η οποία αποτέλεσε και τη βάση της παρούσας υπόθεσης για τον κατηγορούμενο. Οι Μ.Κ.1 και 4 Υπαστυνόμος Κώστας Κωνσταντίνου και Ανώτερος Αστυνόμος Κύπρος Μιχαηλίδης ήταν αυτοί που είχαν επιφορτιστεί την εξέταση της υπόθεσης ο Μ.Κ.4 ως εξεταστής και ο Μ.Κ.1 ως βοηθός. Δεν έχω διαπιστώσει οτιδήποτε μεμπτό στη διερεύνηση της υπόθεσης από αυτούς και ούτε αποτελεί κώλυμα η έναρξη διερεύνησης της υπόθεσης πριν ο κατηγορούμενος κηρυχθεί ως εχθρικός μάρτυρας από το Δικαστήριο μετά που οι ίδιοι έλαβαν οδηγίες για διερεύνηση της υπόθεσης από τη στιγμή που είχαν στην κατοχή τους τη σχετική επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα. Η μαρτυρία τους κρίνεται καθόλα αξιόπιστη και αποδεκτή. Ο Μ.Κ.2 είναι ο Γιάννος Αργυρού, δημόσιος κατήγορος στη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, ήταν ο δημόσιος κατήγορος ο οποίος χειρίζετο την υπόθεση 9885/07 Ε.Δ. Πάφου, αυτός που ενημέρωσε το Γενικό Εισαγγελέα για την πρόθεση του κατηγορουμένου να μην υιοθετήσει το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε μέσα στα πλαίσια της πιο πάνω υπόθεσης και αυτός που παρέδωσε τα πρακτικά της πιο πάνω υπόθεσης στον Υπαστυνόμο Κωνσταντίνου Μ.Κ.
  7. Λόγω του χειρισμού της πιο πάνω υπόθεσης από το μάρτυρα και λόγω του ότι ο δικηγόρος υπεράσπισης ήταν και δικηγόρος υπεράσπισης στην πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση αιωρείτο στο στάδιο της αντεξέτασης μια αντιπαλότητα μεταξύ των δύο και ειδικά για την ισχυριζόμενη συμπεριφορά του δημόσιου κατήγορου κατά τη στιγμή που ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι δεν υιοθετούσε την κατάθεση του. Αυτά φυσικά δεν αφορούν την ουσία της υπόθεσης και δεν θα ασχοληθώ καθόλου με αυτά τα σημεία. Αυτό που παρατηρώ είναι ότι ο Μ.Κ.2 έχει παραθέσει ενώπιον Δικαστηρίου τα γεγονότα τόσο πριν από την κήρυξη του κατηγορούμενου ως εχθρικού μάρτυρα στην πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση όσο και μετά την κήρυξη του και τις καταθέσεις που έδωσε μέσα στα πλαίσια της διερεύνησης της υπόθεσης. Η μαρτυρία του κρίνεται καθόλα αξιόπιστη και αποδεκτή. Όπως ανέφερα και ανωτέρω η αντεξέταση του Μ.Κ.3 Ανώτερου Υπαστυνόμου Φίλιππου Βρόντου, αφορούσε γεγονότα της υπόθεσης 9885/07 Ε.Δ. Πάφου. Ο μάρτυρας με σύμμαχο το χρόνο σε αρκετά σημεία όταν δεν ήθελε να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις δήλωνε ότι δεν θυμόταν λόγω παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος. Όσον αφορά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έχει λάβει το τεκμήριο Α προς αναγνώριση, τα όσα κατέθεσε προφορικά στο Δικαστήριο ήρθαν σε πλήρη αντίθεση με τα όσα αναγράφονται στην αναφορά του τεκμήριο 11 που παρέδωσε μέσα στα πλαίσια της διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης στο Μ.Κ.4 και ο ίδιος δεν θυμόταν αν είχε πράξει κάτι τέτοιο. Προφορικά η θέση του είναι ότι επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο και του ζήτησε να ετοιμάσει την κατάθεση του, ήρθε στην Πάφο και σε γραφείο του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Πάφου παρέλαβε την κατάθεση. Στο τεκμήριο 11 αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος κατέγραψε ο ίδιος την κατάθεση του στην παρουσία του σε γραφείο στην Α.Δ.Ε. Πάφου. Διαπιστώνεται ότι μέσα στα πλαίσια της πιο πάνω αναφερόμενης υπόθεσης έκανε προσπάθειες για λήψη καταθέσεων και από άλλους συναδέλφους του χωρίς να το πετύχει αυτό και χωρίς να είναι σε θέση να παραθέσει ενώπιον Δικαστηρίου στοιχεία για τις προσπάθειες του αυτές ή ακόμα το ημερολόγιο ενεργείας για όλες τις ενέργειες του με αποτέλεσμα στο σημείο αυτό η μαρτυρία του να παραμένει ατεκμηρίωτη ενώ είχε το χρόνο να παρουσιάσει στο Δικαστήριο εγγράφως τις ενέργειες του. Όλα τα πιο πάνω με έχουν προβληματίσει ιδιαίτερα για την ποιότητα της μαρτυρίας του, διαπιστώνω σοβαρά ρήγματα σε αυτήν με αποτέλεσμα να μην υπάρχει μια συνεχής σύνδεση των γεγονότων και ως εκ τούτου απορρίπτεται στο σύνολο της. Με ιδιαίτερη αυστηρότητα θα πρέπει να εξεταστεί η μαρτυρία της Μ.Κ.5 Γ/Αστ. 1307 Μαρί Λουίζ Σολιμάν λόγω της φύσης της υπόθεσης και της διαφοράς που ενέκυψε με τον κατηγορούμενο. Δεν θα επαναξιολογήσω τη μαρτυρία της μάρτυρος για τα όσα έχει καταθέσει στην υπόθεση 9885/07 και ούτε είναι θέμα που αφορά το παρόν Δικαστήριο. Θεωρώ ότι η μαρτυρία της είναι εκ του περισσού και έχει ουσιαστικά μεταφέρει στο Δικαστήριο γεγονότα που της έχουν αναφέρει τρίτα πρόσωπα. Η μαρτυρία της κρίνεται καθαρά τυπική μαρτυρία χωρίς το Δικαστήριο να μπορεί να δώσει ιδιαίτερη βάση σε αυτή και να καταλήξει σε ασφαλή συμπέρασμα. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθησαν ως τεκμήρια 2 και 3 τα πρακτικά της υπόθεσης 9885/07 για τις ημερομηνίες 5.2.2010 και 12.3.
  8. Στο τεκμήριο 2 ο κατηγορούμενος δεν υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του με τον ισχυρισμό ότι την κατάθεση την έγραψε μετά από υπαγόρευση του κ. Φίλιππου Βρόντου. Παραδέχθηκε ότι ήταν η υπογραφή του. Τέθηκαν σ΄ αυτόν μια σειρά ερωτήσεων και στο τέλος ο Μ.Κ.2 ζήτησε από το Δικαστήριο αναβολή για να συνεχίσει άλλη μέρα την κυρίως εξέταση με σκοπό να προβεί σε κάποιες ενέργειες στην υπηρεσία του. Η υπόθεση ορίστηκε για τις 12.3.2010 με τη συνέχιση της κυρίως εξέτασης του κατηγορουμένου, του ετέθηκαν μια σειρά από ερωτήσεις σε σχέση με την υπηρεσία του στις 15.2.2007 και μετά από κάποιο διάλειμμα πέντε λεπτών ο Μ.Κ.2 ζήτησε να κατατεθεί το τεκμήριο Α προς αναγνώριση ως κανονικό τεκμήριο αφού ο μάρτυρας το αναγνώρισε και από τη στιγμή που το τεκμήριο Α έγινε τεκμήριο Δικαστηρίου ζήτησε από το Δικαστήριο όπως τον κηρύξει εχθρικό μάρτυρα καθότι τα όσα ανέφερε δια ζώσης έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τα όσα αναφέρονται στην κατάθεση του. Το Δικαστήριο αποφάσισε και άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια και κήρυξε το μάρτυρα εχθρικό σημειώνοντας τα πιο κάτω: «Οπωσδήποτε (η κατάθεση του) έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα όσα υποστήριξε ο μάρτυρας αυτός στο Δικαστήριο, έδωσε βεβαίως ο ίδιος ισχυρισμούς για πιο λόγο για τους λόγους για τους οποίους ανέτρεψε το περιεχόμενο της κατάθεσης του, λόγους τους οποίους δεν θα εξετάσω σε αυτό το στάδιο». Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Αλέξανδρου Αλεξάνδρου
(2009)2 Α.Α.Δ. 226 έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα: «Η πρόθεση συνήθως ανάγεται στην πνευματική λειτουργία του κατηγορούμενου. Γι' αυτό και είναι δύσκολο να εξευρεθεί απευθείας μαρτυρία που να αποδεικνύει αυτό το στοιχείο του αδικήματος. Όμως, μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων περιστατικής μαρτυρίας τα οποία να αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του κατηγορουμένου. Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να οδηγήσει σε καταδίκη μόνο, όταν αυτή τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του κατηγορουμένου (βλ. Παφίτης κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 102). Αν ο κατηγορούμενος δώσει εξηγήσεις που δημιουργούν αμφιβολία για την πρόθεση του, τότε του παραχωρείται το ευεργέτημα της αμφιβολίας και αθωώνεται (Βλ. Katelaris v. Police
(1980)2 CLR 230). Στην υπόθεση Hodfield v. Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων
(2002)2 AAΔ 414, τονίστηκε επίσης, ότι η πρόθεση ή ειδική πρόθεση που απαιτείται για να αποδειχθεί η υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων, συνάγεται συνήθως από το σύνολο της μαρτυρίας. Ιδιαίτερα όσον αφορά τη γνώση, διαφωτιστική είναι και η υπόθεση Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 211, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 219:- «Η ύπαρξη της απαραίτητης γνώσης δεν είναι κάτι που συνήθως αποδεικνύεται με άμεση μαρτυρία. Κατά κανόνα συμπεραίνεται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης.»» Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Αντρέας Καρεκλάς
(2005)2 Α.Α.Δ. σελ. 68, υιοθετήθηκε η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το περιεχόμενο της κατάθεσης στο Δικαστήριο πρέπει να αφορά σε κάτι που «τείνει να αποδείξει την ενοχή ή την αθωότητα οποιουδήποτε προσώπου» και πως τούτο είναι ασυμβίβαστο ή αντιφάσκει σε κατάθεση που έδωσε προηγουμένως σε δικαιούμενο πρόσωπο (την Αστυνομία). Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας και τα γεγονότα όπως αυτά διαπιστώνονται μέσα από τα τεκμήρια και ειδικά τα τεκμήρια 2 και 3 διαπιστώνεται ότι ο κατηγορούμενος στις 12.3.2010 μέσα στα πλαίσια της υπόθεσης 9885/07 κηρύχθηκε εχθρικός μάρτυρας και αντεξετάσθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Ο κατηγορούμενος ουσιαστικά επέμεινε στη θέση του ότι το περιεχόμενο της κατάθεσης τεκμήριο Α προς αναγνώριση συντάχθηκε κάτω από τις οδηγίες του Μ.Κ.3. Μέσα από τη μαρτυρία του Μ.Κ.2 διαπιστώνεται ότι ο κατηγορούμενος στην υπόθεση 9885/07 αθωώθηκε καθότι το Δικαστήριο απέρριψε τόσο τη μαρτυρία του εξεταστή όσο και τη μαρτυρία της παραπονούμενης. Ενώπιον του Δικαστηρίου το μόνο που έχει τεθεί είναι ότι ο κατηγορούμενος έχει κηρυχθεί ως εχθρικός μάρτυρας χωρίς να παρουσιαστεί οτιδήποτε άλλο το οποίο να καταδεικνύει ότι οι διαφοροποιήσεις του μάρτυρα όπως αυτές φαίνονται στα τεκμήρια 2 και 3 έτειναν να αποδείξουν την αθωότητα του κατηγορουμένου στην υπόθεση 9885/07 απαραίτητο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Το τεκμήριο 8, πρακτικά του Δικαστηρίου στην υπόθεση 9885/07, αφορά μόνο μαρτυρία η οποία δόθηκε μέσα στα πλαίσια της πιο πάνω υπόθεσης. Επίσης καταλυτική για το αποτέλεσμα της υπόθεσης αποτέλεσε και η απόρριψη της μαρτυρίας του Μ.Κ.3 η οποία κρίθηκε από το Δικαστήριο ως αναξιόπιστη. Πέραν τούτου, στο Δικαστήριο και αν ακόμη υπήρχαν όλα τα πιο πάνω, δεν υπάρχει κατατεθειμένη ως τεκμήριο η κατάθεση του κατηγορουμένου η οποία δόθηκε μέσα στα πλαίσια της υπόθεσης 9885/07 τεκμήριο Α προς αναγνώριση ώστε να υπάρχει μέτρο σύγκρισης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η υπόθεση οδηγείται σε απόρριψη. Η κατηγορία απορρίπτεται, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) .............. Μ. Δρουσιώτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /ΑΜ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.