← Κύπρος

ALOUSYSTEM PROFILES LTD ν. K A KLEOPAS ALUMINIUM CONSTRUCTRIONS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12100/12, 20/9/2013

ALOUSYSTEM PROFILES LTD ν. K A KLEOPAS ALUMINIUM CONSTRUCTRIONS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12100/12, 20/9/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B65 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12100/12 ALOUSYSTEM PROFILES LTD Παραπονουμένων εναντίον 1.K. & A. KLEOPAS ALUMINIUM CONSTRUCTRIONS LTD 2.ΚΛΕΟΠΑΣ ΚΛΕΟΠΑ 3.ΑΡΙΑΔΝΗ ΚΛΕΟΠΑ Κατηγορουμένων ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 20/9/2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους παραπονούμενους: κ. Δανιήλ Δανιήλ Για τους κατηγορούμενους: κ. Χάρης Φωτίου Κατηγορούμενοι 2 και 3 : παρόντες ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν σύμφωνα με το κατηγορητήριο, κατηγορίες που αφορούν την έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρυσμα, κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως αυτό έχει τροποποιηθεί με μεταγενέστερες τροποποιήσεις. Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 αντιμετωπίζουν κατηγορίες ότι παρείχαν συνδρομή στην έκδοση των επιταγών όπως αυτές αναφέρονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων κατά τον τόπο και χρόνο που αναφέρονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων, έχοντας προς υποστήριξη το Αρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Οσον αφορά τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, αυτή έχει τεθεί από δύο μάρτυρες. Ο 1ος μάρτυρας η κα Ελενα Αταλιώτου και ο 2ος μάρτυρας ο κ. Χαράλαμπος Γ. Χαραλάμπους. Στη γραπτή της δήλωση η κα Αταλιώτου, Μ.Κ.1, ανάφερε ότι είναι διευθύντρια της παραπονούμενης εταιρείας, έχει άμεση προσωπική γνώση για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και η παραπονούμενη εταιρεία ασχολείται με την κατασκευή, εμπορία και εφαρμογή αλουμινίων και οι κατηγορούμενοι 2 και 3 είναι διευθυντές της κατηγορούμενης εταιρείας. Η κατηγορούμενη εταιρεία στον ουσιώδη με την παρούσα υπόθεση χρόνο, ήταν πελάτης των παραπονούμενων και αγόραζε διάφορα ήδη αλουμινίων από τους παραπονούμενους. Για την περίοδο από 10.1.11 μέχρι 10.10.11 οι κατηγορούμενοι αγόρασαν από τους παραπονούμενους διάφορες ποσότητες αλουμινίων και στη βάση αυτής της αγοράς που προκύπτει από την κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 28.11.11, έγινε διευθέτηση όπως εκδοθούν στις 28.11.11 και 30.4.12 οι μεταχρονολογημένες επιταγές που αναφέρονται στο κατηγορητήριο. Οι πιο πάνω επιταγές κατατέθηκαν στο λογαριασμό της παραπονούμενης εταιρείας, στάληκαν για εκκαθάριση στην εκδότρια Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Χλώρακας αλλά στη συνέχεια επιστράφησαν και σφραγίστηκαν με την ένδειξη ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για εξόφληση των σχετικών ποσών και αυτές παρέμειναν απλήρωτες και μετά την περίοδο των 15 ημερών από την παρουσίαση τους. Ισχυρίστηκε η Μ.Κ.1 ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 παρείχαν συνδρομή στην διάπραξη των αδικημάτων υπογράφοντας τις επιταγές. Ως είναι η θέση της Μ.Κ.1, αντίθετος ισχυρισμός περί έλλειψης κεφαλαίου και νόμιμου ανταλλάγματος θα είναι εφεύρημα εκ των υστέρων αφού στον ουσιώδη χρόνο οι κατηγορούμενοι δεν προέβησαν έγκυρα ή έγκαιρα σε ανάκληση των επιταγών. Κατέθεσε η Μ.Κ.1 ως Τεκμήρια 2 και 3 τις επίδικες επιταγές. Αντεξεταζόμενη η Μ.Κ.1 ερωτήθηκε επίμονα από τον ευπαίδευτο συνάδελφο υπεράσπισης σε ερωτήσεις που αφορούν την ιδιότητα των παραπονουμένων, τις ισχυριζόμενες δοσοληψίες μεταξύ των διαδίκων, τις συνθήκες έκδοσης των επιταγών, το αντάλλαγμα αυτών και έχει δώσει κάποιες θέσεις που ουσιαστικά δεν έχει προσθέσει οτιδήποτε στα όσα ανάφερε στην γραπτή της δήλωση. Ο Μ.Κ.2 έδωσε μαρτυρία «και ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε» αναφορικά με το τόπο εργασίας του, τα καθήκοντα του αλλά και το θέμα έκδοσης επιταγών κατά την παρουσίαση τους και τη μη κίνηση τους. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του Μ.Κ.2 οι παραπονούμενοι έκλεισαν την υπόθεση τους και με την ενδιάμεση απόφαση του δικαστηρίου έκρινε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων. Κλήθηκαν αυτοί σε απολογία και αφού τους επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους, δυνάμει του Αρθρου 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, οι κατηγορούμενοι επέλεξαν όπως προβούν σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσαν μάρτυρες υπεράσπισης. Η ανώμοτη δήλωση ουσιαστικά συνίστατο σε δύο λέξεις «είμαι αθώος». ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι κατηγορούμενοι 1 ως αυτουργοί, αντιμετωπίζουν την κατηγορία για διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Από το λεκτικό του ως άνω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: Η έκδοση επιταγής Η παρουσίαση της επιταγής στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε Η παρουσίαση της να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα Η μη εξόφληση της επιταγής η οποία να οφείλεται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της. Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 λοιπόν, για να καταστούν ένοχοι, θα πρέπει να αποδειχθούν όχι μόνο τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία, αλλά θα πρέπει να αποδειχθεί ότι παρείχαν τέτοια συνδρομή με ένοχη διάνοια (mens rea) ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Οσον αφορά την επιλογή των κατηγορουμένων να προβούν σε ανώμοτη δήλωση, κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι αυτό αποτελεί απόλυτο δικαίωμα τους και σε καμία περίπτωση η επιλογή τους αυτή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον τους. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία της, είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι η χωρίς όρκο δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R. v. Frost
(1964)64 Cr. App. R.284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είμαι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 CLR 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R. V. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R.11). Αναφορικά με την ανώμοτη δήλωση των κατηγορουμένων, το δικαστήριο έχοντας υπόψη του το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης, τις νομολογιακές αρχές που τέθηκαν πιο πάνω που διέπουν το θέμα της αποδεικτικής βαρύτητας της ανώμοτης δήλωσης αλλά και το λόγω του ότι αποτελεί ούτως ή άλλως καθήκον της παραπονούμενης εταιρείας να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την εμπλοκή των κατηγορουμένων αλλά και ενόψει του ότι οι κατηγορούμενοι απολάμβαναν του τεκμηρίου της αθωότητας, το δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει στην ανώμοτη δήλωση οποιαδήποτε βαρύτητα. Αναφορικά με την ΜΚ.1, το δικαστήριο έχει εξετάσει με πάρα πολύ προσοχή τη συμπεριφορά της στο εδώλιο του μάρτυρα, το περιεχόμενο της μαρτυρίας που έχει δώσει ενόρκως τόσο με την γραπτή της δήλωση όσο και προφορικά στο δικαστήριο. Το δικαστήριο έχει εξετάσει με πάρα πολύ προσοχή την συμπεριφορά της στο εδώλιο του μάρτυρα αλλά και τις απαντήσεις που έδινε κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Η Μ.Κ.1 δεν άφησε θετική εικόνα στο δικαστήριο. Η όλη της συμπεριφορά μέσα από το εδώλιο του μάρτυρα έχει καταδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η εν λόγω μάρτυρας δεν ήρθε στο δικαστήριο με σκοπό να πει την αλήθεια. Απαντούσε συγκεκριμένα με ασάφειες, γενικότητες και υπεκφυγές που δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία στο δικαστήριο ότι η εν λόγω μάρτυρας δεν είπε στο δικαστήριο την αλήθεια. Δεν ήταν σε θέση να παρασχέσει στο δικαστήριο επαρκείς, εμπεριστατωμένες και πειστικές λεπτομέρειες αναφορικά με τις συνθήκες έκδοσης των επιταγών, την προέλευση της υπογραφής που υπάρχει στις επίδικες επιταγές, το αντάλλαγμα των επίδικων επιταγών, την παρουσίαση τους στο τραπεζικό ίδρυμα όπου αυτές έχουν εκδοθεί και γενικά η εν λόγω μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να υποστηρίξει καθόλου οτιδήποτε αφορά την παρούσα υπόθεση. Δεν ήταν σε θέση να αναφέρει οτιδήποτε με λεπτομέρεια και πειστικότητα που αφορά ακόμα και την ιδιότητα των παραπονούμενων, τις ισχυριζόμενες συναλλαγές που είχαν οι διάδικοι μεταξύ τους, δεν μπορούσε να δικαιολογήσει γιατί υπήρχε μια και όχι δύο υπογραφές στις επίδικες επιταγές, παραθέτοντας απλά την φράση ότι θεωρεί ότι εκ του νόμου υπογράφτηκαν οι επίδικες επιταγές από τον κατηγορούμενο 2 χωρίς να είναι σε θέση να υποστηρίξει θετικά την προέλευση της εν λόγω υπογραφής στις επίδικες επιταγές, ερχόμενη ουσιαστικά σε πλήρη αντίφαση με τα όσα ανάφερε στην γραπτή της δήλωση. Ουδεμία εμπλοκή ή σύνδεση των επίδικων επιταγών δεν υπήρχε ούτως ή άλλως για την κατηγορούμενη 3 και ως εκ τούτου το Δικαστήριο απορρίπτει στην ολότητα την εκδοχή της, όχι μόνο λόγω των όσων έχουν λεχθεί πιο πάνω αλλά και επειδή απέφυγε η μάρτυρας να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση αναφορικά και με το Τεκμήριο 4 που της υποδείχθηκε και που κατατέθηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης της και που αφορά την προβαλλόμενη θέση εκ μέρους της υπεράσπισης ότι οι επίδικες επιταγές έχουνε εξοφληθεί. Ναι μεν η θέση αυτή της υπεράσπισης δεν έχει αποδεικτεί με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων από την πλευρά της υπεράσπισης αλλά λόγω του ότι έχουν δημιουργηθεί τεράστιες αμφιβολίες στο μυαλό του δικαστηρίου αναφορικά με τις συνθήκες έκδοσης των επίδικων επιταγών, το αντάλλαγμα αυτών, έχουν αφήσει ένα τεράστιο ρήγμα ως προς την αξιοπιστία της εκδοχής των παραπονουμένων. Συνεπώς, από τα στοιχεία που το δικαστήριο έχει ενώπιον του, δεν έχει ασφαλές και στέρεο υπόβαθρο γεγονότων για να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα επί των θεμάτων και επίδικων γεγονότων που αφορά αυτή η υπόθεση, όπως αυτά έχουν αναφερθεί πιο πάνω, δεν μπορεί επομένως το δικαστήριο να εξάξει ασφαλή συμπεράσματα και ευρήματα αναφορικά με τις συνθήκες έκδοσης των επίδικων επιταγών αλλά και ως προς το αντάλλαγμα αυτών (βλ. ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ -ν - ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΦΟΥΡΝΙΔΟΥ ΠΟΙΝΙΚΗ ΈΦΕΣΗ 129/2011 18/12/2012). Αναφορικά με τον Μ.Κ.2 ουσιαστικά το δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα για τον εξής απλούστατο λόγο, ήτοι ο εν λόγω μάρτυρας δεν έχει δώσει οποιαδήποτε θετική και ασφαλή μαρτυρία αναφορικά με τις επίδικες επιταγές καθότι αυτός κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης του δεν του έχουν επιδειχθεί οι επίδικες επιταγές έτσι ώστε να τις αναγνωρίσει και να δώσει λεπτομέρειες αναφορικά με την ταυτότητα αυτών των επιταγών, την προέλευση της υπογραφής που υπήρχε σ' αυτές ως επίσης και για τη μη τίμηση αυτής λόγω ανεπαρκών κεφαλαίων. Με λίγα λόγια ο εν λόγω μάρτυρας δεν κατάφερε να συνδέσει τους κατηγορούμενους με τις επίδικες επιταγές. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που προσπάθησε το δικαστήριο να εξηγήσει, οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται σε όλες τις κατηγορίες λόγω του ότι οι παραπονούμενοι δεν κατάφεραν να αποδείξουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το νόμιμο αντάλλαγμα, τις συνθήκες έκδοσης των επίδικων επιταγών τους ως αυτή έχει αρχικά παρατεθεί με τη γραπτή δήλωση της Μ.Κ.1. Συνακόλουθα οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται από όλες τις κατηγορίες και οι παραπονούμενοι να καταβάλουν στους κατηγορούμενους τα δικηγορικά έξοδα όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.