Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Γεώργιος Ευριπίδου, Aρ. Υπόθεσης 4924/2010, 4/9/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B59 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 4924/2010 Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής - και -
- Γεώργιος Ευριπίδου
- Νεόφυτος Μακαρίου
- Ανδρέας Ηλίας Κατηγορούμενων ----------------------------- Ημερομηνία: 4 Σεπτεμβρίου 2013 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ε. Σάββα Για τους κατηγορούμενους: κ. Π. Ευθυμίου Κατηγορούμενοι: παρόντες ----------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Όλοι οι κατηγορούμενοι από κοινού, αντιμετωπίζουν τις ακόλουθες κατηγορίες: 1η κατηγορία: Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των Άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι την 10ην Απριλίου 2009 στη Πάφο, συνωμότησαν μεταξύ τους με σκοπό να διαπράξουν κακουργήματα, δηλαδή τα αδικήματα των κατηγοριών 2, 3 και
- 2η κατηγορία: Πλαστογραφία, κατά παράβαση, των άρθρων 331, 332, 333(δ)(ι), 336 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της κατηγορίας αυτής, οι κατηγορούμενοι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία κατάρτισαν πλαστό έγγραφο με σκοπό την καταδολίευση, ήτοι έθεσαν την υπογραφή του Ανδρέα Δημητριάδη, τέως από την Πάφο, στο Γενικό πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 10.4.2009 χωρίς την εξουσιοδότηση του. 3η κατηγορία: Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση, των άρθρων 336, 339 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της τρίτης κατηγορίας, οι κατηγορούμενοι την 15ην Απριλίου 2009 στη Πάφο, εν γνώσει τους και δολίως έθεσαν σε κυκλοφορία το πλαστογραφημένο γενικό πληρεξούσιο έγγραφο στο οποίο εμφανίζεται ότι ο Ανδρέας Δημητριάδης τέως, από την Πάφο, διόρισε τον πρώτο κατηγορούμενο ως γενικό πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της περιουσίας του και το οποίο κατέθεσαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου και εξασφάλισαν την δόλια μεταβίβαση τριών τεμαχίων γης στο Πολέμι, με αριθμούς εγγραφής 7214, 7227 και 6005, ιδιοκτησία του Ανδρέα Δημητριάδη, στο όνομα του Γεώργιου Ευριπίδου από την Πάφο. 4η κατηγορία: Εξασφάλιση περιουσίας με ψεύτικες παραστάσεις, κατά παράβαση, των άρθρων 297, 298 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της, οι κατηγορούμενοι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 3ην κατηγορία με ψεύτικες παραστάσεις και με πρόθεση δόλου απέσπασαν την ακίνητη περιουσία που αναφέρεται στην 3η κατηγορία, περιουσία του Ανδρέα Δημητριάδη, τέως από την Πάφο, μεταβιβάζοντας την στο όνομα του πρώτου κατηγορούμενου. Οι ψεύτικες παραστάσεις συνίσταντο στο ότι οι κατηγορούμενοι παρουσίασαν το πλαστογραφημένο έγγραφο που αναφέρεται στην 2η κατηγορία ως γνήσιο στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου και απέσπασαν την ακίνητη περιουσία που αναφέρεται στην 3ην κατηγορία. Για την κατηγορούσα αρχή κατέθεσαν συνολικά τέσσερεις μάρτυρες, ο Αστ. 1635 Ανδρέας Χ¨ Βασίλη (Μ.Κ.1), ο Ιάκωβος Φεσσάς (Μ.Κ.2), ο Αστυνόμος Α' Μάριος Μαρκίδης (Μ.Κ.3) και η Δέσποινα Αζίνα (Μ.Κ.4). Οι κατηγορούμενοι, όταν κλήθηκαν σε απολογία, έδωσαν ένορκη μαρτυρία και κάλεσαν ως μάρτυρα υπεράσπισης την Μάγδα Μαρία Καμπούρη (Μ.Υ.4). Τα ακόλουθα αποτελούν γεγονότα της υπόθεσης, τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί με οποιοδήποτε τρόπο: - Ο πρώτος κατηγορούμενος είναι αδελφότεχνος της συζύγου του Ανδρέα Δημητριάδη από το Πολέμι. - Ο Ανδρέας Δημητριάδης είναι θείος του Μ.Κ.
- - Ο Ανδρέας Δημητριάδης απεβίωσε, άτεκνος στις 5.7.
- - Δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 10.4.2009 (Τεκμήριο 4), του οποίου η γνησιότητα αμφισβητείται, μεταβιβάστηκαν στις 15.4.2009 στο όνομα του πρώτου κατηγορούμενου τρία τεμάχια γης του Ανδρέα Δημητριάδη, όπως αυτά περιγράφονται στην Δήλωση Μεταβίβαση Περιουσίας (Τεκμήριο 11). Ο δεύτερος κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη για την υπόθεση χρόνο ήταν δικολάβος και ο τρίτος πιστοποιών υπάλληλος. - Ο δεύτερος κατηγορούμενος ετοίμασε και σύνταξε το πιο πάνω πληρεξούσιο έγγραφο και ο τρίτος πιστοποίησε την αμφισβητούμενη επί αυτού υπογραφή του Α. Δημητριάδη. - Ο δεύτερος και ο πρώτος κατηγορούμενος στις 15.4.2009 παρουσιάστηκαν αυτοπροσώπως στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου όπου έγιναν οι πιο πάνω μεταβιβάσεις. Το περιεχόμενο της κατάθεσης της Μαρίας Νικολαίδου που σημειώθηκε ως Τεκμήριο 30 δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός. Μεταξύ άλλων, στο Τεκμήριο 30 αναφέρεται και στην παράδοση από την πιο πάνω, η οποία ήταν υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου, προς τον Αστ. 1635 Ανδρέα Χ¨Βασίλη (Μ.Κ.1) πρωτότυπης απόδειξης παραλαβής χρημάτων από τον Ανδρέα Δημητριάδη για το ποσό των €900 ημερομηνίας 12.3.2009 από τον λογαριασμό 0672 - 00- 00260 (Τεκμήριο 8), δύο πρωτότυπων εντύπων με δείγματα γραφής του Ανδρέα Δημητριάδη ημερομηνίας 15.9.2008 (Τεκμήρια 9 Α και 9 Β) και πρωτότυπο έντυπο της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 18.9.2008 (Τεκμήριο 10) που φέρει την υπογραφή του Ανδρέα Δημητριάδη. Επίσης κατατέθηκε εκ συμφώνου κοινή δήλωση των συνηγόρων (Τεκμήριο 31) που περιλαμβάνει παραδεχτά γεγονότα αναφορικά με την λήψη, παραλαβή, κατοχή και διακίνηση των τεκμηρίων 3,4,5,6,8,9 Α, 9 Β και 10 με την οποία δηλώνεται επίσης ότι η λήψη, η παραλαβή, η κατοχή και η διακίνηση τους μέχρι την κατάθεση τους στο Δικαστήριο υπήρξε νόμιμη. Τέλος δηλώθηκε ότι η Μαρία Δημητριάδη η οποία ήταν η σύζυγος του Ανδρέα Δημητριάδη έχει αποβιώσει. Μαρτυρία: Ο Μ.Κ.1, Αστ. 1635 Ανδρέας Χ¨Βασίλη, που είναι ο εξεταστής της υπόθεσης, υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση του ημερομηνία 18.1.2010 (Τεκμήριο 1), στην οποία κάνει αναφορά στις ενέργειες του μετά την καταγγελία που έγινε στην αστυνομία στις 25.6.2009 από τον Ιάκωβο Φεσσά (Μ.Κ.2). Σύμφωνα με την μαρτυρία του, η λήψη κατάθεσης μετά την πιο πάνω καταγγελία, από τον Ανδρέα Δημητριάδη που νοσηλευόταν σε ιδιωτική κλινική δεν έγινε κατορθωτή λόγω της κατάστασης της υγείας του. Η πρώτη προσπάθεια έγινε στις 30.6.2009 ενώ σε δεύτερη επίσκεψη του στην πιο πάνω κλινική την 1.7.2009 για το ίδιο λόγο, πληροφορήθηκε από την Διευθύντρια της κλινικής ότι ο Ανδρέας Δημητριάδης δεν αντιλαμβανόταν και δεν ήταν σε θέση να αναφέρει οτιδήποτε λόγω της κατάστασης της υγείας του. Η ίδια προσπάθεια έγινε και στις 3.7.2009 χωρίς όμως αποτέλεσμα αφού δεν υπήρξε αλλαγή στην κατάσταση της υγείας του. Ο Μ.Κ.1, έλαβε κατάθεση από τον τρίτο κατηγορούμενο στις 24.7.2009 (Τεκμήριο 14), στις 23.8.2009 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον πρώτο κατηγορούμενο (Τεκμήριο 16) και την ίδια ημέρα κατόπιν δικής του συγκατάθεσης (Τεκμήριο 2) 10 δείγματα γραφής (Τεκμήριο 3). Στις 25.8.2009 έλαβε κατάθεση (Τεκμήριο 28) από την υπάλληλο του Κτηματολογίου Πάφου Δέσπω Αζίνα (Μ.Κ.4), αναφορικά με τις μεταβιβάσεις των ακινήτων στο όνομα του πρώτου κατηγορούμενου και παρέλαβε από αυτή το Γενικό Πληρεξούσιο Έγγραφο ημερομηνίας 10.4.2009 (Τεκμήριο 4) και το έντυπο δήλωσης μεταβίβασης (Τεκμήριο 6). Στις 25.8.2009 έλαβε κατάθεση από τον δεύτερο κατηγορούμενο (Τεκμήριο 17) και στις 14.9.2009 κατάθεση (Τεκμήριο 30) από την Διευθύντρια του υποκαταστήματος της Τράπεζας Κύπρου, Μαρία Νικολαίδου, από την οποία παρέλαβε και τα Τεκμήρια 8, 9 Α, 9 Β και
- Στη συνέχεια, στις 21.12.2009 και στις 29.12.2009 αντίστοιχα, έλαβε ανακριτικές καταθέσεις από τους κατηγορούμενους 2 και 3 (Τεκμήρια 18 και 15 ) και την ίδια ημέρα μετά την λήψη της ανακριτικής κατάθεσης τους, τους κατηγόρησε γραπτώς (Τεκμήρια 20 και 21). Την 23.12.2009 κατηγόρησε γραπτώς και τον πρώτο κατηγορούμενο (Τεκμήριο 19). Σύμφωνα με τον Μ.Κ.1, ο Ανδρέας Δημητριάδης απεβίωσε την 5.7.
- Ο Μ.Κ.2, που είναι ο παραπονούμενος στην παρούσα υπόθεση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 24 με 25.6.2009 (Τεκμήριο 22). Ο Μ.Κ.2 σύμφωνα με την μαρτυρία του κατάγεται από το χωριό Πολέμι της Πάφου και διαμένει μόνιμα στην Λευκωσία. Στην Πάφο έχει συγγενείς τους οποίους επισκέπτεται σε τακτά χρονικά διαστήματα. Στις 12.6.2009 επισκέφθηκε τον θείο του, Ανδρέα Δημητριάδη, στο Νοσοκομείο ο οποίος βρισκόταν εκεί για εξετάσεις και κατά την συζήτηση που είχαν, ο Μ.Κ.2 τον ρώτησε αν έβαλε την περιουσία του προς πώληση, αυτός του απάντησε όχι και τότε ο Μ.Κ.2 τον ρώτησε εάν έδωσε σε κάποιον γενικό πληρεξούσιο έγγραφο κάτι για το οποίο επίσης του απάντησε όχι και πως η περιουσία του βρίσκεται στο όνομα του. Με την σύμφωνη γνώμη του θείου του, αποφάσισαν όπως του κάνει γενικό πληρεξούσιο έγγραφο της περιουσίας του για να διασφαλίσει τα συμφέροντα του. Τότε ο Μ.Κ.2, επικοινώνησε με τον κοινοτάρχη του χωριού Πολεμίου, Παναγιώτη Ιωαννίδη, ο οποίος μετέβη στο Νοσοκομείο Πάφου την ίδια ημέρα και επίσης με τον Δικηγόρο Μερκούρη Αγαθοκλέους, ο οποίος συνέταξε το Γενικό Πληρεξούσιο, το οποίο ο θείος του στην παρουσία του κοινοτάρχη το υπέγραψε (Τεκμήριο 5). Στις 15.6.2009 μετέβη ο Μ.Κ.2 στο κτηματολόγιο και κατάθεσε το πιο πάνω πληρεξούσιο και στη συνέχεια ζήτησε να γίνει έρευνα στα αρχεία του Κτηματολογίου αναφορικά με την ακίνητη περιουσία του θείου του. Από την έρευνα που έγινε, διαπιστώθηκε ότι 3 τεμάχια γης του θείου του είχαν μεταβιβαστεί στις 22.4.2009 στο όνομα του Γεώργιου Νικόλα Ευριπίδου δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 15.4.
- Μετά την πιο πάνω πληροφόρηση, ζήτησε και παράλαβε πιστοποιημένα αντίγραφα εντύπων μεταβίβασης και του πληρεξούσιου από το Κτηματολόγιο. Στις 18.9.2009, μετέβη εκ νέου στην Πάφο, στην οικία του θείου του, για να συζητήσουν για το ζήτημα αλλά δεν έγινε κατορθωτό λόγω της κατάστασης της υγείας του. Στις 24.6.2009 μετέβη στο Νοσοκομείου Πάφου όπου τον συνάντησε και του ανέφερε ότι 3 τεμάχια είχαν μεταβιβαστεί στον Γεώργιο Ν. Ευριπίδου, ο θείος του τότε του ανέφερε ότι ποτέ δεν έδωσε τέτοια συγκατάθεση ή οποιοδήποτε πληρεξούσιο έγγραφο σε οποιοδήποτε πρόσωπο και ότι η περιουσία του ήταν γραμμένη στο όνομα του. Μετά την πιο πάνω εξέλιξη, ο θείος του, του παραχώρησε νέο πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο 23) που επιπρόσθετα περιλαμβάνει δήλωση ότι μπορεί να καταγγείλει σε οποιεσδήποτε αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας οποιαδήποτε παρανομία ή παρατυπία εις βάρος του. Επίσης, σε συνομιλία με τον θείο του που είχε στις 12.6.2009 αναφορικά με τα χρήματα που προήλθαν από την πώληση 3 οικοπέδων στο Πολέμι πριν από 1 1/2 χρόνο, του ανάφερε ότι κάποια χρήματα τα είχε χρησιμοποιήσει ενώ τα υπόλοιπα ήταν κατατεθειμένα σε λογαριασμό του στην Τράπεζα Κύπρου. Στις 15.6.2009 μετέβη στην Τράπεζα Κύπρου και ρώτησε αναφορικά με το υπόλοιπο στο οποίο ήταν €6600 και επειδή το ποσό του φάνηκε μικρό ζήτησε διευκρινήσεις από την Τράπεζα. Στις 22.6.2009 μετέβη στο Κτηματολόγιο Λευκωσίας και κατάγγειλε ότι ο Γεώργιος Ευριπίδου ψευδώς δήλωσε κατά την μεταβίβαση των 3 ακινήτων ότι είναι αδελφότεχνος του Ανδρέα Δημητριάδη με αποτέλεσμα να μην καταβληθούν φόροι και μεταβιβαστικά. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.2, ο πρώτος κατηγορούμενος είναι αδελφότεχνος της συζύγου του Ανδρέα Δημητριάδη και όχι του Ανδρέα Δημητριάδη. Περαιτέρω, ο Μ.Κ.2, κατά την κυρίως εξέταση του, ανέφερε ότι ο θείος του ήταν άτεκνος και περίγραψε την σχέση τους μέχρι τον θάνατο του. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Κ.2 αμφισβητήθηκε αναφορικά με τις δηλώσεις που ανάφερε ότι έγιναν από τον Α. Δημητριάδη προς αυτόν, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπογράφτηκαν τα 2 πληρεξούσια έγγραφο και την κατάσταση της υγείας του Δημητριάδη κατά τον χρόνο υπογραφής των 2 πληρεξουσίων. Ο Μ.Κ.3 είναι το πρόσωπο που εξέτασε τα επίδικο έγγραφο, το πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 10.4.2009 (Τεκμήριο 4) και απεφάνθη ότι η υπογραφή σε αυτό κάτω από το σημείο Ο/Η ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΩΝ δεν πρόκειται για την γνήσια υπογραφή του Ανδρέα Δημητριάδη. Σχετικά με το πόρισμα του αυτό ετοίμασε έκθεση (Τεκμήριο 25) την οποία κατάθεσε και εξήγησε στο Δικαστήριο. Ο Μ.Κ.3 αντεξετάστηκε και αμφισβητήθηκε ως προς την εγκυρότητα της εξέτασης που διενήργησε και των αποτελεσμάτων του. Η Μ.Κ.4, υπάλληλος του Κτηματολογίου στον κλάδο μεταβιβάσεων και υποθηκών, υιοθέτησε τις δύο καταθέσεις (Τεκμήρια 28 και 29) που έδωσε στην αστυνομία ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. Σύμφωνα με την Μ.Κ.3, το πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 10.4.2009 (Τεκμήριο 4) κατατέθηκε μαζί με την αίτηση μεταβίβασης ακίνητης περιουσίας (Τεκμήριο 11) στις 15.4.2009 από τον Γεώργιο Ευριπίδου και αφορούσε την μεταβίβαση δυνάμει δωρεάς από τον Ανδρέα Δημητριάδη προς τον Γεώργιο Ευριπίδου 3 τεμαχίων στο χωριό Πολέμι. Την ίδια ημέρα, μετά από σχετικό έλεγχο που διενεργήθηκε, ολοκληρώθηκε η μεταβίβαση των 3 τεμαχίων στο όνομα του Ανδρέα Δημητριάδη. Σύμφωνα με την μαρτυρία της, κατά την μεταβίβαση δηλώθηκε συγγένεια θείος προς αδελφότεκνο και διευκρινίστηκε από την υπάλληλο ότι είναι αδελφός της μητέρας του και αυτό σημειώθηκε σε παρένθεση. Όπως αναφέρει στην κατάθεση της για να γράψει η υπάλληλος τα πιο πάνω πρέπει να ρώτησε τον ίδιο τον Ευριπίδου. Σύμφωνα με την κατάθεση της (Τεκμήριο 29), μετά την καταγγελία που έγινε στις 24.6.2009 στα κεντρικά γραφεία του Κτηματολογίου στην Λευκωσία αναφορικά με την σχέση συγγένειας του Ευριπίδου και ο Α. Δημητριάδη, το Κτηματολόγιο κάλεσε τον Γ. Ευριπίδου, να καταβάλει τα νενομισμένα τέλη και αφού έγινε εκτίμηση των ακινήτων, ο Γ. Ευριπίδου πλήρωσε ως μεταβιβαστικά τέλη το ποσό των €5400 στις 25.9.
- Μαρτυρία Υπεράσπισης: Οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 όπως πιο πάνω αναφέρω μετά την κλήση τους σε απολογία έδωσαν και οι τρεις ένορκη κατάθεση και αντεξετάστηκαν από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής. Και οι τρεις ετοίμασαν και κατάθεσαν γραπτές δηλώσεις (Τεκμήρια 32, 33 και 34) οι οποίες αποτέλεσαν μέρος της κυρίως εξέτασης τους. Πέραν των όσων αναφέρουν στις πιο πάνω γραπτές τους δηλώσεις, με τις ίδιες δηλώσεις υιοθέτησαν και τα όσα αναφέρουν στις καταθέσεις που έδωσαν στην αστυνομία (Τεκμήρια 16, 19 (Κατηγορούμενος 1)), (Τεκμήρια 17, 18 και 20 (Κατηγορούμενος 2)) και (Τεκμήρια 14, 15 και 21 (Κατηγορούμενος 3)). Και οι 3 κατηγορούμενοι αρνούνται ότι συνωμότησαν μεταξύ τους για να διαπράξουν τα αδικήματα που κατηγορούνται, ότι δεν τους συνδέει καμία σχέση εξάρτησης ούτε συγγένειας και ότι μεταξύ τους γνωρίζονται μόνο επαγγελματικά. Ο πρώτος κατηγορούμενος, αναφέρει ότι τον Νεόφυτο Μακαρίου τον γνωρίζει ως δικολάβο μέσω του οποίου έκανε κάποιες δουλείες με το Κτηματολόγιο αλλά και από παλαιότερα όταν εργάστηκαν μαζί στον Παπαέττη και τον Ανδρέα Ηλία τον γνωρίζει ως συνταξιούχο πιστοποιούντα υπάλληλο που έχει ένα μικρό γραφείο στην Πάφο. Ο δεύτερος κατηγορούμενος αναφέρει ότι τον Γεώργιο Ευριπίδου τον γνωρίζει από παλαιότερα όταν εργάστηκαν μαζί στον Παπαέττη και τον Ανδρέα Ηλία τον γνωρίζει ως συνταξιούχο πιστοποιούντα υπάλληλο που έχει ένα μικρό γραφείο κοντά στο δικό του γραφείο στην Πάφο. Ο τρίτος κατηγορούμενος, αναφέρει ότι τους συγκατηγορούμενους τους γνωρίζει στο πλαίσιο της επαγγελματικής του ενασχόλησης ως συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος που εργάστηκε για πολλά χρόνια στο γραφείο Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων στην Πάφο. Ο πρώτος κατηγορούμενος, υποστήριξε ότι μαζί με τον Ανδρέα Δημητριάδη πήγαν στις 10.4.2009 στο γραφείο του δεύτερου κατηγορούμενου και του ζήτησαν να ετοιμάσει ένα πληρεξούσιο έγγραφο γιατί ο Δημητριάδης ήθελε να κάνει κάποιες μεταβιβάσεις στο όνομα του. Ο δεύτερος κατηγορούμενος ετοίμασε το σχετικό πληρεξούσιο και μαζί με τον Ανδρέα Δημητριάδη πήγαν στον τρίτο κατηγορούμενο και πιστοποίησε την υπογραφή του υπογράφοντας το στην παρουσία του και του τρίτου κατηγορούμενου. Δηλώνει απόλυτα σίγουρος ότι ο Α. Δημητριάδης ήταν καλά και επικοινωνούσε και επιβεβαίωσε ότι ήθελε να δώσει γενικό πληρεξούσιο έγγραφο. Θυμάται επίσης, ότι εκεί που υπόγραφε ο Α. Δημητριάδης, ήταν ένα μικρό τραπεζάκι πάνω στο οποίο υπήρχε γυαλί, το οποίο φαίνεται να είχε ένα σπάσιμο που τον δυσκόλεψε να υπογράψει. Ο δεύτερος κατηγορούμενος, υποστήριξε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος μαζί με τον Ανδρέα Δημητριάδη πήγαν στις 10.4.2009 στο γραφείο του και του ζήτησαν να ετοιμάσει ένα γενικό πληρεξούσιο έγγραφο για να υπογράψει ο Α. Δημητριάδης προς τον Γεώργιο Ευριπίδου, καθότι ο Α. Δημητριάδης ήθελε να κάνει κάποιες μεταβιβάσεις στο όνομα του συγγενή του Γ. Ευριπίδου. Όπως κάνει και σε άλλες περιπτώσεις, σύμφωνα με την πρακτική του, ζήτησε τις ταυτότητες και των δύο προσώπων για να βάλει τα στοιχεία τους στο πληρεξούσιο. Δηλώνει απόλυτα σίγουρος ότι μπροστά του είχε τόσον τον Γ. Ευριπίδου όσο και τον ο Α. Δημητριάδη και ότι ο Α. Δημητριάδης ήταν καλά και επικοινωνούσε και επιβεβαίωσε ότι ήθελε να δώσει γενικό πληρεξούσιο έγγραφο στον Ευριπίδου. Στη συνέχεια πήρε ένα τυποποιημένο Γενικό Πληρεξούσιο και το συμπλήρωσε και μετά τους πήρε δίπλα στον Ανδρέα Ηλία πιστοποιούντα υπάλληλο και έγινε η πιστοποίηση της υπογραφής του Α. Δημητριάδη, αλλά δεν είναι σίγουρος αν υπόγραψε στο γραφείο του ή στο γραφείο του Ανδρέα Ηλία. Ο τρίτος κατηγορούμενος, υποστήριξε ότι ο Γεώργιος Ευριπίδου και ο Ανδρέα Δημητριάδη πήγαν στις 10.4.2009 στο γραφείο και του ζήτησαν να πιστοποιήσει ένα πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο ο Α. Δημητριάδης διόριζε τον Γ. Ευριπίδου ως γενικό πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του. Όπως κάνει και σε άλλες περιπτώσεις σύμφωνα με την πρακτική του, και έκανε και στην προκειμένη περίπτωση ζήτησε ταυτότητα του προσώπου που υπογράφει για να βεβαιωθεί ότι το πρόσωπο που υπογράφει είναι πράγματι το πρόσωπο που έχει μπροστά του. Δηλώνει απόλυτα σίγουρος ότι μπροστά του είχε τόσον τον Γ. Ευριπίδου όσο και τον ο Α. Δημητριάδη και ότι ο Α. Δημητριάδης ήταν καλά και επικοινωνούσε και επιβεβαίωσε ότι ήθελε να δώσει γενικό πληρεξούσιο έγγραφο στον Ευριπίδου. Επίσης δηλώνει απόλυτα σίγουρος, ότι ο Α. Δημητριάδης, υπέγραψε στην παρουσία του όπου είχε και δυσκολία λόγω της ηλικίας του. Στις καταθέσεις τους που έδωσαν στην αστυνομία οι κατηγορούμενοι (Τεκμήρια 14, 15, 16, 17 και 18) τις οποίες υιοθέτησαν ως μέρος της κυρίως εξέτασης τους επαναλαμβάνουν σε γενικές γραμμές την ίδια εκδοχή. Οι κατηγορούμενοι αντεξετάστηκαν και αμφισβητήθηκαν ως προς την κύρια εκδοχή τους που είχε να κάνει με την παρουσία του Α. Δημητριάδη κατά την σύνταξη και πιστοποίηση του Τεκμηρίου 4 και την γνησιότητα της υπογραφής του. Ο Μ.Υ.4 είναι το πρόσωπο που εξέτασε το επίδικο έγγραφο, το πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 10.4.2009 (Τεκμήριο 4) από την πλευρά των κατηγορούμενων και απεφάνθη ότι η υπογραφή σε αυτό κάτω από το σημείο Ο/Η ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΩΝ πρόκειται για την γνήσια υπογραφή του Ανδρέα Δημητριάδη. Σχετικά με το πόρισμα του αυτό ετοίμασε έκθεση (Τεκμήριο 35) την οποία κατάθεσε και εξήγησε στο Δικαστήριο. Η Μ.Υ.4 αντεξετάστηκε από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής και αμφισβητήθηκε ως προς την εγκυρότητα της εξέτασης και των αποτελεσμάτων της. Αγορεύσεις: Ο συνήγορος των κατηγορουμένων, εισηγήθηκε στην αγόρευση του, ότι σε περίπτωση που η απάντηση στο ερώτημα αναφορικά με την γνησιότητα της επίδικης υπογραφής είναι θετικό δηλαδή πρόκειται για γνήσια υπογραφή του Α. Δημητριάδη , τότε καμία κατηγορία εναντίον των κατηγορουμένων δεν μπορεί να ευσταθήσει. Εάν όμως είναι αρνητική, τίθεται θέμα ξεχωριστής αξιολόγησης της κάθε κατηγορίας εναντίον του κάθε κατηγορούμενου και επί αυτού του σημείου αναφορά έκανε στο άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, στα συστατικά του κάθε αδικήματος που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι και με αναφορά και σε σχετική νομολογία, εισηγήθηκε ότι δεν έχουν αποδειχτεί οι εναντίον τους κατηγορίες. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής κατά την αγόρευση της σχολίασε την μαρτυρία των 3 κατηγορουμένων, αναφέροντας ότι υπάρχουν σημαντικές αντιφάσεις σε σχέση με τις καταθέσεις που έδωσαν στην αστυνομία, υποδεικνύοντας κάποιες από αυτές στο Δικαστήριο. Περαιτέρω σχολίασε την μαρτυρία της Μ.Υ. 4, τονίζοντας ότι δεν έχει η μάρτυρας αυτή παρουσιάσει στο Δικαστήριο τα δείγματα γραφής που έλαβε υπόψη της και δεν έχει τεκμηριώσει σε αντίθεση με τον Μ.Κ.3 την αλυσίδα λήψης των τεκμηρίων που εξέτασε. Δεν υπάρχει μαρτυρία, είπε, ως προς την λήψη αντιγράφων ή γνησίων δειγμάτων γραφής του Δημητριάδη και πως η Μ.Υ. 4 τα έλαβε για να προβεί στην εξέταση της, ενώ δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία ότι αυτά που έλαβε υπόψη της αποτελούν γνήσια δείγματα γραφής του Α. Δημητριάδη σε αντίθεση με την μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. Η απουσία παρουσίασης δειγμάτων γραφής από μέρους της Μ.Υ.4, ανέφερε η κα Σάββα, άφησε κενό στην θέση της υπεράσπισης και δεν μπορεί η μαρτυρία της να γίνει αποδεκτή. Εισηγήθηκε, ότι η μόνη αξιόπιστη μαρτυρία στην οποία μπορεί το Δικαστήριο να στηριχθεί είναι αυτή του Μ.Κ.3 του οποίου η εξέταση στηρίχθηκε σε γνήσια και πρωτότυπα δείγματα γραφής του Ανδρέα Δημητριάδη και με αναφορά στην μαρτυρία του αλλά και σε αυτή της Μ.Υ.4 εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί την και να υιοθετήσει την γνώμη του. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ: Στην παρούσα υπόθεση ως ποινική υπόθεση τοιαύτη, το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Χαρίτωνος κ.α ν. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R 40. Αποτελεί νομική αρχή ότι έργο της κατηγορούσας αρχής είναι να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν αυτές είναι (βλ. Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου Π.Ε. 7018 και 7093 ημερ. 26.3.20002). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Ευριπίδου, Π.Ε 7102 ημερ. 7.6.2002, επισημάνθηκαν τα εξής: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικαστεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής». ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Κατά την ακροαματική διαδικασία είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις που έδιναν, την συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους και αξιολόγησα αυτή αντιπαραβάλλοντας την επίσης και με σύνολο της μαρτυρίας που προσκομίστηκε, και με επίγνωση της διάκρισης μεταξύ ευρημάτων αξιοπιστίας και βάρους απόδειξης. Παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, τους οποίους και έλαβα υπόψη μου κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες, οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις, τα όσα γνώριζε ο κάθε ένας για τα διαδραματισθέντα κατά τον ουσιώδη χρόνο και περίοδο. O M.K.1 εξεταστής της υπόθεσης γίνεται αποδεχτός ως μάρτυρας της αλήθειας. Κατέθεσε αναφορικά με τις δικές του ενέργειες και την δική του ανάμιξη στην διερεύνηση της υπόθεσης χωρίς να αποκρύψει και χωρίς να προσθέσει ή να αφαιρέσει οτιδήποτε. Απαντούσε με ευθύτητα και ειλικρίνεια σε όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν τόσο κατά την κυρίως εξέταση του όσο και κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του. Επίσης η μαρτυρία της Μ.Κ.4 γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Τα όσα η Μ.Κ.4 ανάφερε υποστηρίζονται από τα σχετικά έγγραφα που έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο. Σε ότι αφορά την δήλωση της ότι στo Τεκμήριο 11, σημειώθηκε σε παρένθεση, η συγγένεια του Γ. Ευριπίδου με τον Α. Δημητριάδηως αδελφός της μητέρας και ότι αυτό έγινε μετά που ρώτησε η υπάλληλος του Κτηματολογίου τον Γ. Ευριπίδου, η μαρτυρία της δεν γίνεται αποδεχτή. Η χρήση από την Μ.Κ.4 στην κατάθεση της λέξης «πρέπει» και πιο συγκεκριμένα «για να το γράψει αυτό η υπάλληλος πρέπει να ρώτησε τον ίδιο τον Ευριπίδου» δεν δείχνει μόνο αβεβαιότητα ως προς ένα τέτοιο γεγονός και αδυναμία να το επιβεβαιώσει αλλά δείχνει καθαρά ότι η ίδια υποθέτει ότι έγινε αυτό. Ο Μ.Κ.2 δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Το πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο 5), σύμφωνα με τον ίδιο, του παραχωρήθηκε στις 12.6.2009 αφού επισκέφθηκε τον θείο του στο Νοσοκομείο Πάφου. Ο Μ.Κ.2, στην αντεξέταση του ερωτηθείς για το πότε ήρθε στην αντίληψη του ότι μέρος της περιουσίας του θείου του είχε μεταβιβαστεί στο όνομα του πρώτου κατηγορούμενου απάντησε στις 12.6.2009, στην κυρίως εξέταση του όμως δεν είπε ότι ήταν την ίδια ημέρα που το πληροφορήθηκε αυτό αλλά τις 15.6.2009 όταν επισκέφθηκε το Κτηματολόγιο. Εάν ο Μ.Κ.2 πράγματι το πληροφορήθηκε στις 12.6.2009 θα ήταν κάτι το οποίο του είπε ο θείος του, ο οποίος όμως θείος του, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν γνώριζε οτιδήποτε αλλά του ανάφερε ότι δεν έδωσε πληρεξούσιο σε κανένα και η περιουσία του εξακολουθεί να είναι στο όνομα του. Δύο είναι οι περιπτώσεις, είτε ο Μ.Κ.2 είπε ψέματα ότι το έμαθε στις 12.6.2009, είτε πράγματι ο θείος του, του είπε στις 12.6.2009 ότι τα ακίνητα έχουν μεταβιβαστεί στο όνομα του πρώτου κατηγορούμενου. Σε αντίθεση με τα πιο πάνω, ο Μ.Κ.2 στην γραπτή του κατάθεση, Τεκμήριο 22, που έδωσε στην αστυνομία και την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, ανέφερε ότι, στις 15.6.2009 πληροφορήθηκε μετά από έρευνα στο Κτηματολόγιο σχετικά με την μεταβίβαση των 3 ακινήτων στο όνομα του πρώτου κατηγορούμενου και για την ύπαρξη του επίδικου πληρεξούσιο και δεν αναφέρει τον πραγματικό λόγο που πήγε στο Κτηματολόγιο εκείνη την ημέρα δηλαδή στις 15.6.
- Αναφέρει μόνο, ότι πήγε και κατάθεσε το εν λόγω πληρεξούσιο και τίποτε δεν λέει για την μεταβίβαση των 2 ακινήτων που βρέθηκαν στο όνομα του θείου του στο δικό του όνομα του. Ο πραγματικός λόγος που ο Μ.Κ.2 μετέβη στο Κτηματολόγιο στις 15.6.2009 δεν ήταν για να καταθέσει το πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 12.6.2009 (Τεκμήριο 22) και να προβεί σε έρευνα αλλά για να μεταβιβάσει τα ακίνητα του θείου στο όνομα του, αυτό προκύπτει από τα όσα ο ίδιος ανέφερε στην αντεξέταση του παραδεχόμενος ότι στις 15.6.2009 μεταβίβασε τα 2 ακίνητα που βρέθηκαν στο όνομα του θείου επ΄ονόματι του. Συνεπώς, είπε ψέματα ότι ο θείος του τον προέτρεψε να μεταβιβάσει τα δύο ακίνητα στο όνομα του για να τον προστατεύσει να μην τα μεταβιβάσει και αυτά ο πρώτος κατηγορούμενος στο όνομα του μέχρι να βγει από το Νοσοκομείο και να κινηθεί ο ίδιος στην Αστυνομία και Κτηματολόγιο και τούτο γιατί, στις 12.6.2009, ο θείος του, όπως υποστήριξε, δεν γνώριζε ότι περιουσία του είχε μεταβιβαστεί στον πρώτο κατηγορούμενο. Επίσης με βάση τα λεγόμενα του, από τις 12.6.2009 που του δόθηκε το πληρεξούσιο έγγραφο και είχε επικοινωνία με τον θείο του μέχρι τις 15.6.2009 που μετέβη στο Κτηματολόγιο και μεταβίβασε τα δύο ακίνητα στο όνομα του δεν είχε οποιαδήποτε άλλη επικοινωνία με τον θείο του. Πως είναι τότε δυνατό, να του είπε ο ίδιος ο θείος του να μεταβιβάσει στο όνομα του τα ακίνητα του για να τον προστατεύσει από τον πρώτο κατηγορούμενο. Η πρώτη επικοινωνία, σύμφωνα με τον Μ.Κ.2, που είχε με τον θείο του, παρά το ότι έκανε και προσπάθεια να τον δει στις 18.6.2009, όπως υποστήριξε, έγινε στις 24.6.2009 και είναι τότε σύμφωνα με τον ίδιο τον πληροφορεί για την μεταβίβαση των 3 ακινήτων στο όνομα του πρώτου κατηγορούμενου. Περαιτέρω, η μαρτυρία του Μ.Κ.2, έρχεται σε αντίφαση με αυτή του Μ.Κ.1 εξεταστή της υπόθεσης, ο οποίος ανάφερε ότι σε 3 περιπτώσεις, την 30.6.2009, την 1.7.2009 και την 3.7.2009 επισκέφθηκε το ιδιωτικό Νοσοκομείο που νοσηλευόταν ο Ανδρέας Δημητριάδης, με σκοπό να του λάβει κατάθεση, αλλά αυτό δεν έγινε κατορθωτό καθότι ο Δημητριάδης δεν αντιλαμβανόταν και δεν ήταν σε θέση να αναφέρει οτιδήποτε λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης της υγείας του. Αυτό το οποίο ο Μ.Κ.2 υποστήριξε κατά την αντεξέταση του, ήταν ότι ο Δημητριάδης και διαύγεια είχε και πλήρη αντίληψη στις 2.7.2009 και για να ενισχύσει τον ισχυρισμό του, όπως ο ίδιος είπε, ανάφερε ότι την 2.7.2009 που τον επισκέφθηκε στο Νοσοκομείο που νοσηλευόταν συζήτησαν για την υπόθεση και ο θείος του τον προέτρεψε να πάει στο Ελληνικό Ταμιευτήριο να δει αν είχε και εκεί χρήματα και επίσης ότι εκείνη την ημέρα του πήρε και μια ταχινόπιττα που ήξερε ότι του αρέσει και την έφαγε σαν να ήταν νηστικός ένα μήνα. Με βάση όλα τα πιο πάνω, καταλήγω ότι ο Μ.Κ.2 σε καμία περίπτωση δεν είπε την αλήθεια αναφορικά τις συνομιλίες που είχε με τον θείο του, ειδικότερα, τα όσα υποστήριξε ότι ο θείος του ανέφερε στις 12.6.2009 και στις 24.6.2009 που τον επισκέφθηκε στο Νοσοκομείο. Έχοντας κατά νου το σύνολο της μαρτυρίας του Μ.Κ.2 και την εικόνα που παρουσίασε στο Δικαστήριο ενώ κατέθετε ενόρκως, καταλήγω ότι τα όσα ψευδώς υποστήριξε έγιναν με σκοπό να πείσει ως προς την πλαστότητα του πληρεξουσίου εγγράφου (Τεκμήριο 4). Επιπρόσθετα. η αντιδραστικότητα του μάρτυρα αυτού και οι απαντήσεις που έδωσε αναφορικά με την περιουσία που μεταβίβασε στο όνομα του σε σχέση με τους λοιπούς κληρονόμους του Α. Δημητριάδη, δημιούργησαν την εντύπωση ότι δεν ήταν η ενέργεια του αυτή προσπάθεια διάσωσης της περιουσίας του Α. Δημητριάδη αλλά κάρπωση της προς ίδιο όφελος και μόνο. Είναι επίσης εμφανές, ότι ο Μ.Κ.2, στις 15.6.2009 που μετέβη στο Κτηματολόγιο , σκοπό είχε να μεταβιβάσει όλη την ακίνητη περιουσία του Α. Δημητριάδη στο όνομα του και όχι μόνο τα 2 τεμάχια που βρέθηκαν εγγεγραμμένα στο όνομα του Δημηριάδη κατά την πιο πάνω ημερομηνία. Καταλήγω σε αυτό το συμπέρασμα αφού τα όσα υποστήριξε για τους λόγους που μεταβίβασε την εναπομείνασα περιουσία στις 15.6.2009 δεν ευσταθούν. Ο θείος του δεν του είπε ούτε στις 12.6.2009 ούτε στις 15.6.2009 να μεταβιβάσει την περιουσία του στο όνομα του για να την προστατεύσει από τον Γ. Ευριπίδου, αφού σύμφωνα με τον ίδιο, ο θείος του ενημερώθηκε στις 24.6.2009 δηλαδή μετά την μεταβίβαση που έκανε στο όνομα του,ότι 3 ακίνητα είχαν μεταβιβαστεί στον Γ. Ευριπίδου. Οι κατηγορούμενοι, παρουσίασαν μια ενιαία την εκδοχή την οποία υποστήριξαν και στις καταθέσεις τους που έδωσαν στην αστυνομία και ενώπιον του Δικαστηρίου στις ένορκες καταθέσεις τους. Η εκδοχή τους υποστηρίζεται και από αυτή της Μ.Υ.4 που κατάθεσε ως μάρτυρας υπεράσπισης, αφού σύμφωνα με την Μ.Υ.4, η υπογραφή στο Τεκμήριο 4 είναι γνήσια υπογραφή του Α. Δημητριάδη. Εκ διαμέτρου βέβαια αντίθετη η μαρτυρία της με την μαρτυρία του Μ.Κ.
- Εάν ήθελε γίνει αποδεχτή από το Δικαστήριο η μαρτυρία του Μ.Κ.3 και όχι αυτή της Μ.Υ.4, θέτει το γεγονός αυτό σε πλήρη αμφισβήτηση την εκδοχή των κατηγορούμενων αφού σε μια τέτοια περίπτωση ο Ανδρέας Δημητριάδης δεν θα μπορούσε να ήταν παρών κατά την πιστοποίηση της υπογραφής, που σύμφωνα με την εκδοχή των κατηγορούμενων, έγινε από τον τρίτο κατηγορούμενο, αλλά ούτε και κατά την σύνταξη του πληρεξουσίου που έγινε, πάλι σύμφωνα με την εκδοχή των κατηγορούμενων, από τον δεύτερο κατηγορούμενο. Σύμφωνα με την νομολογία (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Άντρης Ηρακλέους κ.α Ποινικές Εφέσεις 7332 και 7333 ημερομηνίας 12.1.2005) η καλύτερη μαρτυρία για την απόδειξη πλαστογραφίας είναι η άμεση μαρτυρία καθώς και αυτή που προέρχεται από εμπειρογνώμονα γραφολόγο. Η άμεση μαρτυρία δίδεται από άτομο που επιμαρτύρησε την πράξη της πλαστογράφησης. Η μαρτυρία εμπειρογνώμονα, γραφολόγου στην ειδικότητα, είναι επίσης ουσιαστική σε τέτοιου είδους υποθέσεις. Στην υπό κρίση περίπτωση δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία. Ο Ανδρέας Δημητριάδης, του οποίου σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή πλαστογραφήκε η υπογραφή στο πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο 4), απεβίωσε μόλις άρχισαν οι έρευνες της αστυνομίας ενώ δεν κατέστη δυνατό να του ληφθεί κατάθεση λόγω της κατάστασης της υγείας του και αυτός σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα μετά την καταγγελία απεβίωσε. Αναφορικά με τις δηλώσεις του Δημητριάδη, η μαρτυρία του Μ.Κ.2 δεν έγινε αποδεχτή για τους λόγους που εξηγώ πιο πάνω. Στην υπόθεση, Δημήτρης Ευσταθίου και ΑLpha Bank Ltd Πολιτική Έφεση 241/2008, την οποία επικαλέστηκε ο συνήγορος των κατηγορουμένων λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων, από όπου και αν προέρχεται, δεν υποκαθιστά την πρωτογενή μαρτυρία των ίδιων των πρωταγωνιστών μια διαφοράς. Η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων θεμελιώνει επιστημονικώς τη μια ή την άλλη εκδοχή των διαδίκων, αλλά το πράττει συμπληρωματικώς και προς επίρρωση ή αναίρεση, αναλόγως, της πρωταρχικής και ουσιαστικής μαρτυρίας των ίδιων των μερών. Αποτελεί θεμελιώδες λάθος, η επίλυση του κορυφαίου ζητήματος της αξιολόγησης της εκατέρωθεν μαρτυρίας του ενάγοντος και του εναγόμενου, δια της προσφερόμενης επιστημονικής μαρτυρίας και μόνο, ή, κατά κύριο λόγο». Είναι εμφανές ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είναι το πρόσωπο που επωφελήθηκε από την μεταβίβαση των 3 ακινήτων στο όνομα του. Αυτό, αποδεικνύει, το πολύ, ελατήριο για την διάπραξη των αδικημάτων από μέρους του. Ο πρώτος κατηγορούμενος, δεν έχει αμφισβητηθεί για την σχέση που είχε και διατηρούσε με τον Α. Δημητριάδη και ότι ήταν το πρόσωπο που τον βοηθούσε αλλά και την σύζυγο του και ήταν κοντά τους. Ο Α. Δημητριάδης δεν είχε παιδιά και δεν μπορεί να θεωρηθεί παράλογο να του έταξε, όπως ο πρώτος κατηγορούμενος ανάφερε, τα συγκεκριμένα ακίνητα. Αναφορικά με τον δεύτερο και τον τρίτο κατηγορούμενο, δεν υπάρχει μαρτυρία ότι αυτοί αποκόμισαν οποιοδήποτε όφελος, συνεπώς δεν προκύπτει αναφορικά με αυτούς ελατήριο στην διάπραξη των αδικημάτων. Δεν μου διαφέρει βέβαια ότι η εκδοχή τους ελέγχεται επίσης με άμεσο και καταλυτικό τρόπο από την μαρτυρία του Μ.Κ.3 και της Μ.Υ
- Σε περίπτωση που ήθελε γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του Μ.Κ.3 και όχι αυτή της Μ.Υ.4, αυτό θα σήμαινε αυτόματα ότι τα όσα υποστήριξαν δεν ευσταθούν για τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω. Η μαρτυρία τους ήταν αρμονική, εξαιρουμένων βέβαια κάποιων επουσιωδών κατά την άποψη μου αντιφάσεων, που ακόμα και αυτό ενισχύει την εκδοχή τους, αφού καταδεικνύει ότι δεν πρόκειται για κάτι που από την αρχή οργανώθηκε μεταξύ τους ώστε να υπήρχε προσυνεννόηση μεταξύ τους για να καλύψουν τις πράξεις τους σε όλα τα στάδια. Οι αντιφάσεις αφορούν την παρουσία του δεύτερου κατηγορούμενου κατά την υπογραφή του επίδικου πληρεξουσίου, την δήλωση ενώπιον του Κτηματολογίου ως προς την ακριβή συγγένεια του Γ. Ευριπίδου με τον Α. Δημητριάδη και εάν στις 10.4.2009 οι τίτλοι εγγραφής των 3 ακινήτων είχαν παρουσιαστεί στο γραφείο του δεύτερου κατηγορούμενου. Επιπρόσθετα σε αυτό το σημείο θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν υπάρχει καμία άμεση ή επιστημονική μαρτυρία από μέρους της Κατηγορούσας Αρχής που να συνδέει τους κατηγορούμενος με την υπό αμφισβήτηση υπογραφή. Ο Μ.Κ.3 στην μαρτυρία του αναφέρθηκε σε αδυναμία εντοπισμού του προσώπου που έκανε την υπογραφή και για αυτό κρίθηκε από τον ίδιο περιττή η εξέταση των δειγμάτων γραφής του Α. Ευριπίδου (Τεκμήριο 3). Όπως έχει τονιστεί σε σωρεία αποφάσεων, η υποχρέωση, ενός εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του ώστε να σχηματίσει ίδιαν ανεξάρτητη γνώμη ( Βλ. Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, Φίλιππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ 1) Στην υπόθεση Φιλίππου (ανωτέρω) λέχθηκαν τα εξής «Στα Δικαστήρια συνήθως, καλούνται από τους διάδικους προς υποστήριξη των αντίστοιχων ισχυρισμών τους, εμπειρογνώμονες μάρτυρες για να καταθέσουν πάνω σε τεχνικά ζητήματα. Το καθήκον τους είναι να εφοδιάσουν τον δικαστή με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε να καταστεί ικανός ο Δικαστής να σχηματιστεί τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με τη μαρτυρία (Αναστασιάδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ 97, Κουππής ν. Δημοκρατίας
(1977)2 Α.Α.Δ 361). «Είναι νομολογημένο ότι η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα εισάγεται υπό την αίρεση της απόδειξης του πραγματικού της υπόβαθρου με τον τρόπο που αποδεικνύεται κάθε άλλο γεγονός και ότι η αποτυχία απόδειξης αυτού του υπόβαθρου με αποδεκτή μαρτυρία θα αφήσει τη γνώμη του εμπειρογνώμονα μετέωρη και χωρίς αξία». Επίσης έχει τονιστεί ότι η συμπεριφορά του μάρτυρα εμπειρογνώμονα στο εδώλιο είναι, όπως και στην περίπτωση κάθε άλλου μάρτυρα, κριτήριο με βάση το οποίο μπορεί να διαγνωστεί η αξιοπιστία του (βλ. Χαραλάμπους ν. Αβράαμ
(1999)1 (Β) ΑΑΔ 1441). Ακόμα έχει κριθεί και επιβεβαιωθεί ότι η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σ΄ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα του μάρτυρα αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σε αυτό (βλ. Θεοσκέπατη Φαρμ ν. Δημοκρατία
(1990)1 ΑΑΔ 984 και Τσαγγαρίδης κ.α ν. Αυγουστή
(2000)1 (Α) ΑΑΔ 528. Εκείνο που είναι ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι ο εμπειρογνώμονας μάρτυρας δεν πρέπει να αρκείται στην παρουσίαση της άποψης του με γυμνές δηλώσεις οι οποίες δεν παρέχουν στο Δικαστήριο δυνατότητα ελέγχου της επιστημονικής άποψης του (βλ. Δημοκρατία ν. Ηροδότου Αγιώτου
(2000)1 (Β) ΑΑΔ
- Αρχικό προς επίλυση ζήτημα αναφορικά με τον Μ.Κ.3 και την Μ.Υ.4, είναι το κατά ποσό μπορούν να γίνουν δεχτοί από το Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονες. Τα προσόντα του Μ.Κ.3 δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση με οποιοδήποτε τρόπο σε αντίθεση με τα προσόντα της Μ.Υ.4 τα οποία έχουν τύχει μια κάποιας αμφισβήτησης από την Κατηγορούσα Αρχή κατά την αντεξέταση της, επίσης σχετική αναφορά ως προς τα προσόντα της Μ.Υ.4 έγινε και στην αγόρευση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ειδικότερα στην έλλειψη διαπίστευσης βάση I.S.O 17025 και στην άγνοια που η Μ.Υ.4 δήλωσε αναφορικά με την συγκεκριμένη διαπίστευση. Τούτο κατά την άποψη μου έγινε όχι γιατί η Κατηγορούσα Αρχή εισηγείται ότι δεν μπορεί να γίνει η Μ.Υ.4 αποδεκτή ως εμπειρογνώμονας αλλά για να δείξει την υπεροχή του Μ.Κ. 3 έναντι της. Συνεπώς, έχοντας υπόψη μου τα προσόντα του Μ.Κ.3, όπως ο ίδιος τα έκθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και αυτά καταγράφονται και στο Τεκμήριο 24 και τα οποία όπως πιο πάνω αναφέρω δεν έχουν αμφισβητηθεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, καταλήγω όπως γίνει αποδεκτός από το Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονας. Το γεγονός ότι η Μ.Υ.4 δεν είναι διαπιστευμένη με I.S.O 1725 σε αντίθεση με την Μ.Κ. 3 δεν οδηγεί αυτόματα στον αποκλεισμό της αποδοχής της ως εμπειρογνώμονα. Τα προσόντα της έχουν εκτεθεί με επάρκεια ενώπιον μου (Αναφέρονται στο πρώτο μέρος της γραπτής της Δήλωσης - Τεκμήριο 34 Α) και δεν έχει αμφισβητηθεί η κύρια ιδιότητα της ως ειδική δικαστική γραφολόγος . Συνεπώς και η Μ.Υ.4 γίνεται αποδεχτή από το Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονας. Τόσο ο Μ.Κ.3 όσο και η Μ.Υ.3 διενήργησαν γραφολογική εξέταση, χρησιμοποιώντας την γνωστή συγκριτική μέθοδο. Δηλαδή όπως και οι δύο εξήγησαν, με την χρήση γνησίων δειγμάτων γραφής του Α. Δημητριάδη εφαρμόζοντας την πιο πάνω μέθοδο, που επιβάλλει αντιπαραβολή τους με την αμφισβητούμενη υπογραφή, εντόπισαν είτε κοινά γραφολογικά χαρακτηριστικά είτε διαφορές και κατέληξαν, ο καθένας τους, στο δικό του συμπέρασμα. Ο Μ.Κ.3 καταγράφει το εξής αποτέλεσμα στην έκθεση του (Τεκμήριο 25 σελ. 2): «Από την σύγκριση της αμφισβητούμενης υπογραφής με τις υπογραφές δείγματα που αναφέρονται πιο πάνω, διαπιστώθηκε ότι αυτές παρουσιάζουν διαφορές μεταξύ τους στα πιο κάτω γραφολογικά γνωρίσματα: . Στη γενική μορφή και τεχνική σχηματισμού τους. . Στο ρυθμό της χάραξης. . Στον αριθμό στον ανεξάρτητων γραφικών κινήσεων. . Στη σχέση και αναλογία μεταξύ των γραφικών κινήσεων. Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα, κατά τη γνώμη μου η αμφισβητούμενη υπογραφή που φαίνεται στο Πρωτότυπο Γενικό Πληρεξούσιο Έγγραφο με δική μου αρίθμηση 1, δεν είναι γνήσια υπογραφή του Ανδρέα Δημητριάδη αλλά είναι αποτέλεσμα προσπάθειας αντιγραφής ή απομίμησης της γνήσιας υπογραφής του από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του γνήσια υπογραφή του.» Εξήγησε στην κυρίως εξέταση του, ότι στην αμφισβητούμενη υπογραφή υπάρχουν 5 αδικαιολόγητα σταματήματα παραπέμποντας στο Τεκμήριο 27, ότι δεν είναι γραμμένη ελεύθερα, ούτε με ταχύτητα και αυθορμητισμό και γενικά δεν χαρακτηρίζεται ως υπογραφή φυσιολογικής χάραξης. Σε ότι αφορά τα 9 δείγματα γραφής του Τεκμηρίου 26, τα χαρακτήρισε επαρκή για γραφολογική σύγκριση, ποιοτικά κατάλληλα, χρονολογικά πλησίον του χρόνου με την αμφισβητούμενη υπογραφή και ως εκ τούτου αντιπροσωπευτικά για σκοπούς σύγκρισης και ανάλυσης. Πρόκειται είπε, για γραφικές παραστάσεις γραμμένες ελεύθερα, με ταχύτητα και αυθορμητισμό δεν παρουσιάζουν οποιαδήποτε ίχνη αβεβαιότητας, δισταγμού ή άλλα στοιχεία που να φανερώνουν ότι δεν πρόκειται για φυσιολογική χάραξη, έχουν τεχνική στον τρόπο σχηματισμού τους και περικλείουν υψηλό βαθμό δυσκολίας, συνολικά, ανάφερε ο Μ.Κ.3 εντόπισε 5 ιδιαίτερα γραφολογικά γνωρίσματα στις υπογραφές δείγματα οποία επαναλαμβάνονται σε αυτές. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.3, επεξήγησε ποια είναι αυτά τα 5 ιδιαίτερα γραφολογικά γνωρίσματα, τα οποία σύμφωνα με τον ίδιο, δεν εντοπίζονται στην υπό αμφισβήτηση υπογραφή. Η απουσία των πιο πάνω 5 γραφολογικών γνωρισμάτων στην υπό αμφισβήτηση υπογραφή, όπως ανάφερε, τον οδήγησαν στο συμπέρασμα που καταγράφει στην έκθεση του (Τεκμήριο 25). Η Μ.Υ.4, καταλήγει σε εντελώς διαφορετικό συμπέρασμα, έχοντας λάβει υπόψη της 26 συγκριτικά δείγματα γραφής σε αντίθεση με τον Μ.Κ.3 που έλαβε υπόψη του
- Η μη εγκυρότητα του πορίσματος της Μ.Υ.4, στηρίζεται μεταξύ άλλων, σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή, στην μη παρουσίαση ενώπιον του Δικαστηρίου των εγγράφων που σύμφωνα με την ίδια αποτελούν γνήσια δείγματα γραφής του Α. Δημητριάδη τα οποία και έλαβε υπόψη της. Η Μ.Υ.4 στο δεύτερο μέρος της δήλωσης της (Τεκμήριο 34 Α), κάνει αναφορά τόσο στο επίδικο έγγραφο όσο και στα έγγραφα που έλαβε υπόψη της, ΤΑ ΠΡΟΣ ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΕΓΓΡΑΦΑ, για την διενέργεια γραφολογικής έρευνας. Κατέθεσε ως Τεκμήριο επίσης (Τεκμήριο 36), αντίγραφα όλων των πιο πάνω εγγράφων στα οποία σημειώνονται οι παρατηρήσεις της, έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως (Τεκμήριο 37) και παρατηρήσεις αναφορικά με την έκθεση του Μ.Κ.3 (Τεκμήριο 35). Στα προς σύγκριση έγγραφα που η Μ.Υ.4 έλαβε υπόψη της περιλαμβάνονται και έγγραφα τα οποία και ο Μ.Κ.3 έλαβε υπόψη του. Κατά την αντεξέταση της η Μ.Υ.4, ρωτήθηκε σχετικά με τα τεκμήρια 5, 6, 8, 9 Α, 9 Β και 10 και συγκεκριμένα αφού της υποδείχτηκαν, ρωτήθηκε αν εξέτασε αυτά τα δείγματα γραφής του Ανδρέα Δημητριάδη, η Μ.Υ.4 απάντησε βεβαίως και ότι τα θεωρεί εξαιρετικά δείγματα της αυθεντικότητας της υπό έλεγχο υπογραφής. H M.Y.4 εξήγησε πως περιήλθαν στην κατοχή της τα έγγραφα που έλαβε υπόψη της και με ποια μορφή, ενώ σε σχέση με το έγγραφο που φέρει την αμφισβητούμενη υπογραφή αντεξεταζόμενη, ανάφερε ότι το εξέτασε σε φωτογραφία και επιβεβαίωσε την εξέταση της μέσω του πρωτοτύπου. Εξήγησε επίσης, σε υποβολή, «ότι ένα πρωτότυπο έγγραφο έχει μεγαλύτερη γραφολογική αξία από οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που δεν είναι πρωτότυπο» ότι αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία στο υπό έλεγχο έγγραφο και όχι στα προς σύγκριση (βλ. σελ 14 των πρακτικών ημερομηνίας 23.4.20013 που τηρήθηκαν μετά το διάλειμμα). Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής επικαλέστηκε επί του σημείου αυτού τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Πλαστογραφία με το χέρι & Πλαστογραφία του Κωνσταντίνου Βέννη στην σελ. 55 με τίτλο Φωτοτυπίες - Αντίγραφα. Οι διευκρινήσεις που η Μ.Υ.4 έδωσε σε σχέση με την μορφή που έλαβε τα υπό σύγκριση έγγραφα, αφορούσαν φωτογραφίες και όχι φωτοτυπίες. Ο Μ.Κ.3 στην μαρτυρία του ανάφερε επίσης, ότι φωτογράφησε και εκτύπωσε σε μεγέθυνση την αμφισβητουμένη υπογραφή (Τεκμήριο 27) και φωτογράφησε τις υπό σύγκριση υπογραφές (Τεκμήριο 26) και ετοίμασε συγκριτικούς πίνακες τους οποίους και κατάθεσε και εξήγησε στο Δικαστήριο, όπως και η Μ.Υ.4 έπραξε. Την ίδια δηλαδή μέθοδο εφάρμοσε και ο Μ.Κ.
- Συνεπώς, δεν βλέπω να επηρεάζεται η εξέταση που η Μ.Υ.4 διενήργησε, έχοντας φωτογραφίες των συγκριτικών και φωτογραφία της αμφισβητούμενης υπογραφής την οποία στη συνέχεια επιβεβαίωσε από την πρωτότυπη. Επίσης, στο Τεκμήριο 37 που είναι η έκθεση της Μ.Υ.4 γίνεται αναφορά στα έγγραφα που διενεργήθηκε η γραφολογική διερεύνηση, περιγράφει τα εν λόγω έγγραφα, αναφέρει ότι κάποια είναι πρωτότυπα, πλην αυτών που ήταν στην κατοχή του Μ.Κ.3 και επίσης επισυνάπτονται φωτοαντίγραφα τους. Ακόμα, ο Μ.Κ.3, επιβεβαίωσε ότι ο Α. Ευριπίδου στις 29.8.2011 προσήλθε στο Εργαστήριο Γραφολογίας της Αστυνομίας μαζί με τον φωτογράφο Ελευθέριο Ελευθερίου και στην παρουσία του, φωτογράφησε τα έγγραφα που αφορούν την υπόθεση. Σε ότι αφορά το πιο πάνω ζήτημα, σχετικό είναι το άρθρο 8 του Criminal Procedure Act 1865, που ισχύει στην Κύπρο, το οποίο επιτρέπει σύγκριση υπογραφής με άλλη που έχει αποδειχτεί ικανοποιητικό τρόπο για το Δικαστήριο, ότι είναι γνήσια. Υπό τις περιστάσεις, κρίνω ότι, και τα δείγματα γραφής που εξέτασε η Μ.Υ.4, πρόκειται για γνήσια δείγματα γραφής του Α. Δημητριάδη. Η Μ.Υ.4 καταλήγει μετά την αντιπαραβολή της αμφισβητούμενης υπογραφής με τις γνήσιες υπογραφές του Ανδρέα Δημητριάδη στο εξής συμπέρασμα (Τεκμήριο 34 Α σελ.4) : «- Οι ομοιότητες που εντοπίζονται στον τρόπο διατύπωσης της υπό έλεγχο υπογραφής, σε σχέση με το σύνολο των 26 προς σύγκριση υπογραφών του Ανδρέα Δημητριάδη, αφορούν τόσο σε χαρακτήρες δομής τους, όσο και σε γραφικές συνήθειες του συντάκτη τους. Η υπό έλεγχο δηλ. υπογραφή φέρεται με ομοιότητες σε βασικά γραφολογικά γνωρίσματα λεπτομέρειες του τρόπου διαπλοκής της, με αντίστοιχα των παλαιότερων προγενέστερων, όσων και μεταγενέστερων αυτής, γνησίων υπογραφών του Ανδρέα Δημητριάδη (1985-2009), όπως την περιβάλλουν χρονικώς, καλύπτουσες ένα χρονικό διάστημα 24 ετών, χωρίς καμία ένδειξη απομιμήσεως ή τάσεως για αναπαραγωγή συγκεκριμένων γραφικών τους κινήσεων. Στοιχεία δηλ. ιδιαιτέρως σημαντικά από απόψεως γραφολογικής τους αξιολόγησης, τα οποία εντάσσουν την υπό έλεγχο υπογραφή στον γνήσιο υπογραφικό κύκλο του Ανδρέα Δημητριάδη, - Οι διαφορές δε, που εντοπίζονται στον τρόπο σύνθεσης αυτής, δεν χαρακτηρίζονται από απόπειρα απομιμήσεως ή ανεπιτυχούς προσπάθειας αναπαραγωγής γραφικών κινήσεων των γνησίων υπογραφών του Ανδρέα Δημητριάδη αλλά από εμφανείς, απροσδόκητες γραφικές κινήσεις, οι οποίες περισσότερο «ξαφνιάζουν» δημιουργώντας ερωτηματικά για τον τρόπο σχηματισμού τους χρήζοντας έτσι, αιτιολογήσεως και ερμηνείας, η οποία δύναται πλέον να προέλθει μόνον από τις γραφικές συνθήκες χάραξης αυτής. Ειδικότερα, η υπό έλεγχο υπογραφή στο σημείο της έναρξης αυτής παρουσιάζει απότομη διάσπαση της γραφικής συνέχειας, με συνεπαγόμενα ευρήματα στις επί μέρους γραμμές της. Τα ευρήματα αυτά, συνίστανται από 3 μικρές, άσχετες μεταξύ τους, τρεμώδεις γραμμές (στο σημείο αυτό της διακοπής και στο άνω σημείο του εναρκτήριου σχηματισμού της), από μία αρκετά ασυνήθιστη απόσταση 1 cm από το σημείο της διακοπής μέχρι την συνέχεια του βασικού κορμού και πιθανώς από τη χαλάρωση της υπογραφικής της απόληξης στη βάση αυτής. Τα εν λόγω ευρήματα όμως, δεν είναι «κρυφά», ούτε προσπαθούν να καλύψουν, κάποια λανθασμένη κίνηση, σε καμία περίπτωση δε, δεν φαίνονται να αποτελούν ευρήματα ανεπιτυχούς απομιμήσεως. ......... Οδηγώντας συνεπώς στο συμπέρασμα, ότι: Η εμφανής διάσπασης της συνέχειας της εναρκτήριας χάραξης της υπό έλεγχο υπογραφής, χωρίς προσπάθειας «καλύψεως» ή διορθώσεως αυτής και η ανυπαρξία λοιπών στοιχείων απομιμήσεως στον τρόπο της σύνθεσης της, αποτελούν μεγάλης γραφολογικής σημασίας ενδείξεις γνησιότητας. Επιπροσθέτως, μάλιστα, τόσο η γραφική πρωτοβουλία που εντοπίζεται στις γραφικές κινήσεις, όσο και η ομοιότητα στο σκεπτικό και στην απόδοση γραφικών λεπτομερειών σε επί μέρους σχηματισμούς της, με την αντίστοιχη τάση πρωτοβουλίας και τις γραφικέ λεπτομέρειες εξατομικευμένης δομής που εντοπίζονται στις πλησιόχρονες υπογραφές του ως άνω γραφέα, οδηγούν σε χάραξη αυτή με το χέρι του φυσικού της συντάκτη Ανδρέα Δημητριάδη και συνεπώς, στη χωρίς αμφιβολία, αυθεντικότητα του τρόπου σύνταξης της. .......» Το κρίσιμο υπό τις περιστάσεις ερώτημα που τίθεται είναι όχι εάν ο Μ.Κ.3 ήταν σταθερός στην θέση του περί της μη γνησιότητας της αμφισβητούμενης υπογραφής, αλλά εάν έχει καταφέρει να πείσει για την εκδοχή του και εάν η μαρτυρία του και η γνώμη του έχει κλονιστεί από την δοθείσα μαρτυρία της υπεράσπισης και δη της Μ.Υ.
- Όπως εξηγείται στο Murphy on Evidence 8η έκδ.
(2003)σελ 668-669, ενώ παλαιότερα θεωρείται ότι το βάρος απόδειξης τόσο στις αστικές, όσο και στις ποινικές υποθέσεις, σε ό,τι αφορά τη συγκριτική μαρτυρία περί της υπογραφής τρίτου προσώπου, ήταν στο ισοζύγιο πιθανοτήτων, με την Ewing
(1983)Q.B 1039, καθιερώθηκε ότι στις ποινικές υποθέσεις, το βάρος είναι το ίδιο όπως και στην κυρίως δίκη, δηλαδή, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αντιπαραβάλλοντας το σύνολο της μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί αναφορικά με το επίδικο θέμα και μελετώντας τις απόψεις, γνώμες και τα στοιχεία προς τεκμηρίωση εκατέρωθεν των απόψεων έχω καταλήξει ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.3 έχει τεθεί υπό τέτοια αμφισβήτηση που δεν είναι δυνατό το Δικαστήριο να στηριχθεί στην δική του άποψη και γνώμη και να αποκλειστεί αυτή της Μ.Υ.
- Τούτο γιατί, η Μ.Υ.4 είχε στην διάθεση της ποσοτικά περισσότερα δείγματα που Α. Δημητριάδη τα οποία κατά την άποψη μου, και υιοθετώντας την δική της ως λογική εξήγηση, της παρείχαν μεγαλύτερες και καλύτερες δυνατότητες σύγκρισης με την αμφισβητούμενη υπογραφής εφόσον το εύρος τους και η χρονική διάρκεια που υπήρχε στη λήψη τους, δείχνουν την τάση του γραφέα για διαφοροποίηση της υπογραφής του μέσα στον χρόνο. Όπως ανάφερε, καμία από τις υπογραφές δεν είναι ολόιδια ή ίδια με την άλλη, εμφανίζουν παραλλαγές μεταξύ τους ένα ευρύ υπογραφικό κύκλο. Επιπρόσθετα, η Μ.Υ.4, εντόπισε και περίγραψε με επάρκεια αριθμό ομοιοτήτων της αμφισβητούμενης υπογραφής μεγαλύτερο σε σχέση με τις διαφορές που εντόπισε ο Μ.Κ.3, χωρίς να παραγνωρίσει την ύπαρξη κάποιων διαφορών τις οποίες δικαιολόγησε και ενέταξε στον πιο πάνω λόγο. Οι ομοιότητες, εντοπίζονται, σύμφωνα με την Μ.Υ.4, σε βασικές γραφικές κινήσεις σε χαρακτήρες δομής και σε συνειδητές γραφικές χαράξεις. Εξήγησε ότι η υπό έλεγχο υπογραφή εκκινεί με τον ίδιο άξονα με την ίδια κλίση του άξονα, με την ίδια γωνία σε σχέση με τις συντεταγμένες του γραφικού χώρου. Η Μ.Υ.4 εντοπίζοντας κατά την εξέταση της 3 τρεμώδεις γραμμές, δικαιολόγησε με επάρκεια το γιατί και υποστήριξε ότι πρόκειται για διακοπή της χάραξης στο σημείο, καθότι, η αμφισβητούμενη υπογραφή συνεχίζεται χωρίς διορθωτικές τάσεις, χωρίς τάση σύνδεσης, χωρίς προσπάθεια του συντάκτη της να επανέλθει και αυτό δείχνει αυτοπεποίθηση του φυσικού γραφικού γραφέα, ο οποίος συνεχίζει την υπογραφή σαν να μην συμβαίνει τίποτε. Σε ότι αφορά του συλλογισμούς που διατύπωσε οι οποίοι χαρακτηρίστηκαν ως υποθετικοί και ως μη ορθοί εφόσον η Μ.Υ.4 κατέθετε ως εμπειρογνώμων, η ίδια εξήγησε ότι αναγκάστηκε υπό τις περιστάσεις να το πράξει εφόσον η εν λόγω υπογραφή αμφισβητείται για λόγους μη ανταποκρινόμενους σε γραφικά γνωρίσματα και σε γραφικές διαφορές. Από απλή παρατήρηση της αμφισβητούμενης υπογραφής, είναι εμφανές ακόμα και για το Δικαστήριο ότι αυτή διαφοροποιείται από τα συγκριτικά που έχουν παρουσιαστεί και έχουν χρησιμοποιηθεί από τον Μ.Κ.3 και την Μ.Υ.
- Παρουσιάζει η αμφισβητούμενη υπογραφή μια διακοπή περί το 1 εκ. Η Μ.Υ.4, εξήγησε ότι αυτό πιθανόν να οφείλεται από τη χαλάρωση της υπογραφικής της απόληξης στη βάση αυτής και ότι τα εν λόγω ευρήματα δεν είναι κρυφά ούτε προσπαθούν να καλύψουν, κάποια λανθασμένη κίνηση σε καμία περίπτωση δεν φαίνονται να αποτελούν ευρήματα ανεπιτυχούς απομιμήσεως και ότι αυτό ευλόγως συνάγεται από την ερμηνεία τους εμφανούς τρόπου με τον οποίο αποτυπώνονται, με γραφικές δηλαδή κινήσεις, μη έχουσες σχέση με τυπικές ενδείξεις απομίμησης. Η πιο πάνω εμφανής διακοπή που παρουσιάζει η αμφισβητούμενη υπογραφή και η συνέχεια της μέχρι την ολοκλήρωση της, με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, έχει προβληματίσει και το ίδιο το δικαστήριο, ειδικότερα έχοντας υπόψη μου και την γνώμη του Μ.Κ.3, ότι δηλαδή αυτή έγινε από πρόσωπο που γνώρισε ή είχε στην κατοχή του γνήσια υπογραφή του Α. Δημητριάδη. Δημιουργείται έτσι και το ερώτημα, πως είναι δυνατό αφού καμία από της υπογραφές δείγματα του Α. Δημητριάδη δεν παρουσιάζει αυτό το χαρακτηριστικό, ο γνώστης και ο κάτοχος γνησίων υπογραφών του να υπέπεσε σε ένα τόσο σημαντικό λάθος. Η Μ.Υ. 4 εξήγησε με επάρκεια ενώπιον του δικαστηρίου έχοντας παραθέσει στοιχεία του υπογραφικού χαρακτήρα του Δημητριάδη, ότι η διακοπή αυτή, εφόσον συνεχίζει με τον τρόπο που εξήγησε πιο πάνω ενδεχομένως να οφείλεται σε άλλους εξωτερικούς ή εσωτερικούς παράγοντες που συνέτειναν και οδήγησαν αυτό. Η γνώμη της δεν στηρίζεται σε υποθέσεις αλλά τεκμηρίωσε αυτό της το συμπέρασμα με επάρκεια. Συνεπώς, κρίνω ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής ως προς το ζήτημα της πλαστότητας της αμφισβητούμενης υπογραφής έχει τεθεί υπό τέτοια αμφισβήτηση που έχει χάσει κάθε υπόβαθρο στο να στηριχθεί σε αυτή το Δικαστήριο. Η μαρτυρία της Μ.Υ.3 γίνεται αποδεκτή, καθώς και το συμπέρασμα και το αποτέλεσμα τους. Η αποδοχή της μαρτυρίας της, στηρίζει και επιβεβαιώνει την εκδοχή των κατηγορούμενων. Το ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είπε ότι ο Α. Δημητριάδης ήθελε να του μεταβιβάσει τα συγκεκριμένα 3 ακίνητα, αλλά παρόλα αυτά «δόθηκε» γενικό πληρεξούσιο έγγραφο, δεν οδηγεί σε κανένα συμπέρασμα και ούτε αναιρεί τον σκοπό που αυτό παραχωρήθηκε, αν σκεφτεί κανείς ότι τελικά από το σύνολο της περιουσίας του Α. Δημητριάδη, κινητής και ακίνητης, ο πρώτος κατηγορούμενος μεταβίβασε μόνο τα 3 τεμάχια στο όνομα του και δεν αποξένωσε το σύνολο της όπως θα μπορούσε. Το αν ο κατηγορούμενος προέβη σε ψευδή δήλωση στο κτηματολόγιο και απέκρυψε την ακριβή συγγένεια του με τον Α. Δημητριάδη δεν μπορεί ασφαλώς να οδηγήσει σε οποιοδήποτε συμπέρασμα που να έχει σχέση με τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καμία κατηγορία δεν μπορεί να αποδειχτεί εναντίον των κατηγορουμένων και συνεπώς αθωώνονται σε όλες τις κατηγορίες. Τα έξοδα εκ €455 να πληρωθούν από την Δημοκρατία. (Υπ.)......... Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο