← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Παναγιώτης Ιωαννίδης, Aρ. Υπόθεσης: 976/2010, 24/9/2013

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Παναγιώτης Ιωαννίδης, Aρ. Υπόθεσης: 976/2010, 24/9/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B68 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης: 976/2010 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής - και - Παναγιώτης Ιωαννίδης Κατηγορούμενος ----------------------------- Ημερομηνία: 24 Σεπτεμβρίου 2013 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ε. Σάββα Για τον κατηγορούμενο: κ. Αλ. Αλεξάνδρου (Για να ακούσει απόφαση κα Κ. Μενοίκου) Κατηγορούμενος: παρών ----------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες την κατηγορία της κοινής επίθεσης του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και την κατηγορία και της δημόσιας εξύβρισης του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, την 23ην Νοεμβρίου 2009 στο γραφείο του Κοινοτικού Συμβουλίου Πολεμίου της Επαρχίας Πάφου παράνομα επιτέθηκε εναντίον της Ανδρονίκης Κωνσταντίνου, γραμματέα του πιο πάνω Κοινοτικού Συμβουλίου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της δεύτερης κατηγορίας, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, σε δημόσιο μέρος, δηλαδή στο γραφείο του Κοινοτικού Συμβουλίου Πολεμίου εξύβρισε την Ανδρονίκη Κωνσταντίνου από το Πολέμι με την φράση «Κουφούα άνεδρη» κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση. Για την Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσαν ενόρκως 2 μάρτυρες κατηγορίας, η παραπονούμενη Ανδρονίκη Κωνσταντίνου γραμματέας στο Κοινοτικό Συμβούλιο Πολεμίου (Μ.Κ.1) και ο Χριστάκης Χριστοδούλου υπάλληλος στο πιο πάνω Συμβούλιο (Μ.Κ.2). Στην διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, από την Κατηγορούσα Αρχή, κατατέθηκαν ως τεκμήρια, οι γραπτές καταθέσεις των Μ.Κ.1 και 2 (Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα), οι οποίες αποτέλεσαν μέρος της κυρίως εξέτασης τους. Ο κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία, προέβη σε ανώμοτη δήλωση και κάλεσε ως μάρτυρα υπεράσπισης τον Αστ. 1262 Π. Ανδρονίκου (M.Y.1). Είναι παραδεκτό στην προκειμένη περίπτωση, ότι ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη για την υπόθεση χρόνο ήταν ο Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου Πολεμίου, η παραπονούμενη γραμματέας και ο Μ.Κ.2 υπάλληλος στο εν λόγω Συμβούλιο. Ως θα φανεί κατωτέρω, συνοψίζοντας τα έχουν τεθεί ενώπιον μου υπό μορφή μαρτυρίας, υποβολών και της δήλωσης του κατηγορούμενου, υπάρχουν δύο διαμετρικά αντίθετες εκδοχές όσον αφορά τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν στο γραφείο του Κοινοτικού Συμβουλίου την 23η Νοεμβρίου
  2. Αρχικά θα πρέπει να αναφερθεί, όπως αυτό διαφάνηκε άλλωστε και μέσα από την όλη διαδικασία, ότι οι σχέσεις κατηγορούμενου και παραπονούμενης, δεν είναι, ούτε και ήταν οι καλύτερες. Τούτο διαφαίνεται μέσα και από την γραπτή κατάθεση της Μ.Κ.1 (Τεκμήριο 1), όπου καταλογίζει διάφορα στον κατηγορούμενο, άσχετα μερικά με την υπό κρίση υπόθεση, αλλά και από αυτά που ο ίδιος ο κατηγορούμενος, αναφέρει στην κατάθεση του (Τεκμήριο 3) και ανάφερε κατά την ανώμοτη του δήλωση και σχετίζονται με την παραπονούμενη. Κρίνω σκόπιμο να μην αναφερθώ σε γεγονότα που δεν αφορούν την συγκεκριμένη ημερομηνία, καθότι όπως διαφάνηκε εκκρεμούν και άλλες διαδικασίες μεταξύ των ιδίων προσώπων, κατηγορούμενου και παραπονούμενης, που αφορούν και σχετίζονται με τα όσα ο καθένας τους καταλογίζει στον άλλο. Ως προς τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, είναι η θέση της Κατηγορούσας Αρχής, όπως αυτή διαγράφεται μέσα από την μαρτυρία που προσκόμισε, ότι στις 23.11.2009, ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν εκτός του γραφείου της και είχαν προηγηθεί και άλλα συμβάντα και τηλεφωνικές επικοινωνίες μεταξύ κοινοτάρχη και παραπονούμενης σε έντονο ύφος, με τελευταία να αφορά τον εργάτη του Συμβουλίου, τον Μ.Κ.2, η παραπονούμενη φτάνοντας το γραφείο της, κλήθηκε από τον κατηγορούμενο, ο οποίος έξαλλος πήγε στο δικό της γραφείο και της ζήτησε να πάει στο γραφείο του γιατί την ήθελε. Όταν η παραπονούμενη πήγε στο γραφείο του, αυτός άρχισε να της φωνάζει και να της λέει ότι πήρε ο νους της αέρα, ότι τούτον τον αέρα θα της τον κόψει, ότι θα την καταγγείλει στον Έπαρχο, ότι θα την καταστρέψει και διάφορα άλλα. Παρών στο μέρος κατά τις έντονες παρατηρήσεις του κατηγορούμενου ήταν και ο Μ.Κ.2, ο οποίος σε κάποιο σημείο επενέβηκε και προσπάθησε να καθησυχάσει τον κατηγορούμενο. Σε κάποια στιγμή, η παραπονούμενη εκνευρισμένη από το λόγια του κατηγορούμενου, αποχώρησε από το γραφείο του και εισήλθε στο γραφείο της, ο κατηγορούμενος τότε την ακολούθησε, και αφού συνέχισε να φωνάζει, την αποκάλεσε «κουφούα άνεδρη» και της έφτυσε. Παρών στο συμβάν ήταν και ο Μ.Κ.2, ο οποίος επενέβη και έβγαλε τον κατηγορούμενο έξω από το γραφείο της Μ.Κ.
  3. Ο κατηγορούμενος στη ανώμοτη δήλωση του, υποστήριξε ότι την 23.11.2009, αφού πέρασε έξω από το Κοινοτικό Συμβούλιο και είδε ότι τα δύο οχήματα του Συμβουλίου να βρίσκονται εκεί, επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την Μ.Κ.1 και αφού την καλημέρισε, την ρώτησε γιατί δεν έκανε αυτό που της είπε και γιατί δεν έβγαλε το εργάτη έξω για δουλεία, η Μ.Κ.1 του απάντησε, «καταλαβαίνεις ότι δεν πας καλά» και του έκλεισε το τηλέφωνο. Επειδή θεώρησε προσβλητικό αυτό που η Μ.Κ.1 του είπε, μετέβη στα γραφεία του Κοινοτικού Συμβουλίου και την φώναξε στο γραφείο του. Όταν η Μ.Κ.1 μπήκε και έκατσε (στο γραφείο του) την ρώτησε «τι εννοείς ότι δεν πάω καλά; χάνω νου;», η Μ.Κ.1 του απάντησε «τούτο που σου λέω, τον τελευταίο καιρό δεν πας καλά» και αυτός της είπε «δεν πάω καλά γιατί εξυπηρετώ το Συμβούλιο και προσπαθώ να κάνω όλες τις δουλείες του Συμβουλίου; Νίκη, πρόσεξε την συμπεριφορά σου γιατί θα σου δώσω επιστολή στο Συμβούλιο πράγμα το οποίο δεν θέλω διότι εγώ δεν θα σταδιοδρομήσω ως κοινοτάρχης και αυτά που θα σου δώσω θα παραμείνουν στο Συμβούλιο και θα τα βρεις μπροστά σου», η Μ.Κ.1 του απάντησε «δώσμου επιστολή και δεν μπορείς να μου κάνει τίποτε», ο κατηγορούμενος της ζήτησε να κάτσει να ξανασυζητήσουν, αλλά η Νίκη, έφυγε και πήγε στο γραφείο της. Μετά από 3 με 5 λεπτά, πήγε έξω από την πόρτα του γραφείου της και της είπε «αυτά που σου είπα θέλω να τα λάβεις σοβαρά υπόψη», η παραπονούμενη τότε του απάντησε, «είσαι ένας κούφος άνεδρος που τον τζαιρό που γεννήθηκες είσαι ένα ζώο» και σε εκείνο το σημείο της είπε «πτού να μην ντρέπεσαι» και αποχώρησε. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στην στάση της παραπονούμενης έναντι του τους τελευταίους 6 μήνες, την οποία χαρακτήρισε απρεπή, λέγοντας επίσης , ότι η παραπονούμενη αναζητούσε αφορμή για να δημιουργήσει πρόβλημα και αναφέρθηκε σε μια καταγγελία που έκανε εναντίον του στην αστυνομία για το ότι κάπνιζε εντός του γραφείο του. Τέλος, αρνήθηκε ότι την ύβρισε ότι της έφτυσε και δήλωσε ότι είναι αθώος. Σε ότι αφορά την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου έχω κατά νου, το ανεπίτρεπτου του σχολιασμού ως σχετικού προς ενοχή, της άσκησης εκ μέρους του αυτού του δικαιώματος (βλ. Ιωάννου κ.α ν. Δημοκρατίας

(2001)2 ΑΑΔ 195). Αποδίδω δε σε αυτή το βάρος που της αρμόζει και ασφαλώς θα την λάβω υπόψη προτού αποφασίσω κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή, πέτυχε να αποδείξει την ενοχή του στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει (βλ. το σύγγραμμα «Η Απόδειξη» του Γ. Π. Κακογιάννη 1983 σελ 253). Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει η ανώμοτη δήλωση, παραπέμπω επίσης και στην υπόθεση R. v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11. Τα ακόλουθα έχουν λεχθεί από τον Λόρδο Shaw (από το σύγγραμμα του Κακογιάννη, σελ. 253, σε μετάφραση του συγγραφέα): «Αυτό που λέγεται σε μια κατάθεση δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα, αλλά η ενδεχόμενη αξία της είναι πειστική μάλλον παρά αποδειχτική. Δεν μπορεί ν΄ αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδειγμένα με μαρτυρία που βρίσκεται μπροστά στους ενόρκους μπορεί όμως να κάνει τους ενόρκους να δουν τα αποδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν απ΄ αυτά με διαφορετικό φως.» ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ: Στην παρούσα υπόθεση ως ποινική υπόθεση, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Χαρίτωνος κ.α ν. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R 40. Αποτελεί νομική αρχή ότι έργο της κατηγορούσας αρχής είναι να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν αυτές είναι (βλ. Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 AAΔ 71) . Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Ευριπίδου,
(2002)2 AAΔ 246, επισημάνθηκαν τα εξής: « Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικαστεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής». Τα όσα οι μάρτυρες, έχουν αναφέρει στο δικαστήριο έχουν καταγραφεί στα πρακτικά που τηρήθηκαν, έχουν ληφθεί υπόψη μαζί με τα κατατεθέντα τεκμήρια από το Δικαστήριο στο σύνολο τους και δεν θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω ολόκληρη την μαρτυρία, παρά τα σημεία, τα οποία θα κρίνω ακολούθως ότι είναι σημαντικά σε σχέση με την κρίση του δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία τους. Σε συντομία να αναφέρω, ότι ο συνήγορος του κατηγορούμενου, κατά την αγόρευση του, κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής ως αναξιόπιστη, εντοπίζοντας τις αντιφάσεις που κατά την άποψη του καθιστούν την μαρτυρία τέτοια. Επίσης εισηγήθηκε, στην περίπτωση που η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής κριθεί αξιόπιστη, πως δεν στοιχειοθετούνται τα αδικήματα που αντιμετωπίζει κατηγορούμενος αφού σε ότι αφορά τις λέξεις που εκστόμισε, αν αυτό γίνει αποδεκτό από το Δικαστήριο, στην Μ.Κ.1, δεν έχει αποδειχτεί ότι αποτελούν εξύβριση, ενώ για το αδίκημα της επίθεσης, ανέφερε ότι , δεν συνιστά η συγκεκριμένη πράξη του κατηγορούμενου κοινή επίθεση. Επίσης, αναφέρθηκε στην παράληψη της Κατηγορούσα Αρχής να καλέσει τον μάρτυρα αρ. 3 στο κατηγορητήριο, την οποία αποκάλεσε σκόπιμη ενέργεια ώστε να μην διαψεύσει την Μ.Κ.1. Όπως έχει αποφασιστεί στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Σάββας Σάββα
(1998)2 ΑΑΔ. Το γεγονός της αναγραφής στο κατηγορητήριο μιας συνοπτικής δίκης των ονομάτων κατηγορίας αποτελεί πρωτοβουλία που δεν επάγεται υποχρέωση κλήση τους. H διαφορά της παρούσας υπόθεση με την υπόθεση Πέγκερος ν. Δημοκρατίας
(1995)2 ΑΑΔ 143 συνίσταται στο ότι η παρούσα δικάζεται συνοπτικά. Στην υπόθεση R v. Oliva
(1965)Vol. 49 Cr. App.R.298, (αναφορά στην υπόθεση Oliva γίνεται και στην Πέγκερος), αποφασίστηκε ότι η Κατηγορούσα αρχή έχει υποχρέωση να καλέσει ως μάρτυρα κάθε πρόσωπο από το οποίο λήφθηκε κατάθεση και του οποίου η μαρτυρία θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή έστω και αν το περιεχόμενο της μαρτυρίας που συγκρούεται με την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Στην υπόθεση Πέγκερος, το ζήτημα που συζητήθηκε αφορούσε στο ασφαλές της τελικής ετυμηγορίας όταν διαπιστώνονται κενά τα οποία θα μπορούσαν να πληρωθούν αν η κατηγορούσα αρχή καλούσε διαθέσιμο ουσιώδη μάρτυρα - τον Παπακώστα - από τον οποίο δεν πήρε κατάθεση - ο οποίος θα μπορούσε θα βοηθούσε το Δικαστήριο στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του εφεσείοντα - ο οποίος αμέσως μετά την διαφυγή του από την σκηνή, σύμφωνα με την εκδοχή του, όπου επέστρεψε στον παραπονούμενο την βόμβα του είχε τοποθετήσει προηγουμένως στο όχημα του, για να δώσει στον παραπονούμενο το μήνυμα ότι γνώριζε τις πράξεις του, επισκέφθηκε τον Βοηθό Αρχηγό Αστυνομίας, κ. Παπακώστα στον οποίο ανάφερε ότι η βόμβα δεν μπορούσε να εκραγεί, γιατί δεν περιείχε τα απαραίτητα σύρματα τα οποία θα καθιστούσαν τον μηχανισμό εκρηκτικό και την βόμβα ικανή να εκραγεί όταν κινηθεί βίαια. Ως εκ τούτου αν η Κατηγορούσα αρχή έκρινε σκόπιμο να καλέσει 2 από τους 3 μάρτυρες που αναφέρονται στο κατηγορητήριο, δεν μπορεί αυτό από μόνο το να αποτελεί ενέργεια μεμπτή. Από την άλλη αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης δεν τέθηκε ο,τιδήποτε ενώπιον μου, ότι η μη κλήτευση του μάρτυρα αυτού από την Κατηγορούσα Αρχή άφησε οποιοδήποτε κενό, ώστε να γεννάται ζήτημα απόκλισης της Κατηγορούσας Αρχής από το καθήκον να προσαγάγει ενώπιον του Δικαστηρίου, ουσιώδη, για τα επίδικα θέματα της υπόθεσης, μαρτυρία (βλ. Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας Π.Ε. 6682 ημερ. 18.10.1998). Στην υπό κρίση περίπτωση ο μάρτυρας αυτός είχε να κάνει με την λήψη των παραπόνων αμφοτέρων των πλευρών και μόνο χωρίς να γνωρίζει οτιδήποτε σε σχέση με τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Ενώ σε σχέση με τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, η εκδοχή του κατηγορούμενου δεν ελέγχεται από την μαρτυρία του μάρτυρα υπ ΄αρ. 3 στο κατηγορητήριο, τον οποίο η υπεράσπιση κάλεσε ως μάρτυρα της. Κατά την ακροαματική διαδικασία είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όσους μάρτυρες κατέθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις τους, την συμπεριφορά και αντίδραση τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους και αξιολόγησα αυτή, με επίγνωση της διάκρισης μεταξύ ευρημάτων αξιοπιστίας και βάρους απόδειξης. Παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, τους οποίους και έλαβα υπόψη μου κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες, οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις τους και τα όσα γνώριζε ο κάθε ένας για τα διαδραματισθέντα κατά τον ουσιώδη χρόνο και περίοδο. Κατά την αξιολόγηση των δύο μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής είχα παράλληλα κατά νου την μαρτυρία ενός εκάστου, ιδιαίτερα την αλληλουχία των λεχθέντων του υπό αξιολόγηση μάρτυρα με αυτά που λέχθηκαν από τον άλλο μαρτύρα. Η Μ.Κ.1, δραττόμενη της ευκαιρίας, ενώ βρισκόταν στο εδώλιο ως μάρτυρας, αναφέρθηκε σε ένα ευρύ φάσμα γεγονότων που αφορούν την σχέση της και όχι μόνο με τον κατηγορούμενο, τα οποία όπως και πιο πάνω αναφέρω, δεν κρίνω σκόπιμο να σχολιάσω. Επίσης, η Μ.Κ.1, στην κατάθεση της, την οποία και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, για να περιγράψει και να φτάσει στο επίδικο περιστατικό και ημερομηνία αναφέρεται σε σωρεία γεγονότων. Παρά το ότι αντεξετάστηκε επί αυτών και αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, δεν αποτελούν επίδικα θέματα, ουσιώδη γεγονότα και στοιχεία της υπόθεσης για να ασχοληθώ. Το αν μέσα από αυτά κρίνεται η αξιοπιστία της, επίσης δεν θα το σχολιάσω για τους ίδιους λόγους. Σε ότι αφορά τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, η μαρτυρία της κρίνεται αξιόπιστη. Η μαρτυρία της ήταν φυσική και αυθόρμητη και παρά το ότι δεν έχει αποκρύψει και ούτε κατέβαλε προσπάθεια να αποκρύψει την αντιπάθεια της προς τον κατηγορούμενο, η φυσικότητα και ο αυθορμητισμός της αποκλείει κάθε πιθανότητα αυτή να ήταν προσχεδιασμένη. Η Μ.Κ.1 αμέσως μετά το περιστατικό που περίγραψε, με την συνοδεία δικών της ανθρώπων που την παρέλαβαν από τα γραφεία του Κοινοτικού Συμβουλίου, επισκέφθηκε τον αστυνομικό σταθμό και υπέβαλε το παράπονο της. Αυτό το γεγονός δείχνει την έλλειψη προσχεδιασμού. Εάν η Μ.Κ.1 και ο Μ.Κ.2 ήθελαν να πλήξουν, για τους δικούς του λόγους τον κατηγορούμενο, κρίνω ότι δεν θα ενέπλεκαν και άλλα πρόσωπα. Η αμέσως μετά το περιστατικό, λοιπόν αντίδραση της Μ.Κ.1 δείχνει την έλλειψη προσχεδιασμού. Η παρουσία του Μ.Κ.2 κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν έχει αμφισβητηθεί και από την μαρτυρία του ελέγχεται η εκδοχή της Μ.Κ.
  1. Η μαρτυρία τους, βρίσκεται σε αρμονία και δεν έχω εντοπίσει αντιφάσεις τέτοιας μορφής ώστε να καταλήξω ότι μαζί με τον Μ.Κ.2 είχαν κατασκευάσει την όλη ιστορία για τον πιο πάνω λόγο, δηλαδή για να πλήξουν τον κατηγορούμενο. Υπήρξε σταθερή η Μ.Κ.1 στην εκδοχή της καθόλη την διάρκεια της κυρίως εξέτασης της αλλά κυρίως της αντεξέτασης της. Η ύπαρξη κάποιων παραλείψεων στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία σε σύγκριση και σε σχέση με τη μαρτυρία που έδωσε στο Δικαστήριο, όπως το ότι μετά το περιστατικό έκαμε εμετό, δεν επηρεάζει την καθόλα αξιόπιστη εικόνα που μου δημιούργησε. Ας μην ξεχνούμε ότι όταν ένας μάρτυρας που δίνει μαρτυρία στο δικαστήριο, μπορεί να υποβληθεί σε σωρεία ερωτήσεων ώστε να χρειαστεί να καλύψει αρκετά θέματα και με περισσότερη ίσως έκταση και λεπτομέρεια απ΄ ότι στην κατάθεση που δίνει στην Αστυνομία. Συνεπώς, δεν ανέμενα, όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση, η κατάθεση που έδωσε η Μ.Κ.1 στην αστυνομία, να είναι ακριβώς ταυτόσημη με την ένορκη μαρτυρία που έδωσε στο Δικαστήριο. Σε όλες τις ερωτήσεις που της τέθηκαν επί συγκεκριμένων θεμάτων, τόσο στην κυρίως εξέτασης της όσο και στην αντεξέταση της, η Μ.Κ.1 ήταν σε θέση να απαντήσει και απαντούσε με ευθύτητα, εξηγώντας επίσης και τους λόγους που είχε παραλείψει ή δεν θεώρησε σκόπιμο να αναφέρει κάποια πράγματα στην κατάθεση της. Τα ίδια ισχύουν και για τον Μ.Κ.2, ο οποίος δεν ανέφερε στην κατάθεση του αλλά στο Δικαστήριο τον τρόπο που έβγαλε τον κατηγορούμενο έξω από το γραφείο της παραπονούμενης, δηλαδή προτάσσοντας του το χέρι του ως εμπόδιο και ότι κατά κάποιο τρόπο τον έσπρωξε. Εντοπίστηκαν και υποδείχτηκαν στο Δικαστήριο, αντιφάσεις σχετικές με κάποιες αποστάσεις, τον χώρο, τον τρόπο που ο Μ.Κ2 εμπόδιζε τον κατηγορούμενο αλλά και τον έβγαλε έξω από το γραφείο της παραπονούμενης, για το που ακριβώς κατευθύνθηκε και κατέληξε το σάλιο του κατηγορούμενου, ακόμα και ερωτήσεις για την ποσότητα του σάλιου τέθηκαν στο στάδιο της αντεξέτασης, αν η παραπονούμενη σκούπισε το σάλιο, το ότι ο Μ.Κ.2 δεν την είδε που έκανε εμετό όπως η ίδια υποστήριξε μετά το περιστατικό κ.ά. Αντιφάσεις που και αν ακόμα δεχτώ ότι υπήρξαν δεν καθιστούν την μαρτυρία των Μ.Κ. αναξιόπιστη, έχοντας κατά νου την συνολική εικόνα που παρουσίασαν στο Δικαστήριο. Από την άλλη, δεν θα ενέμενα και δεν είναι λογικό τόσο στην υπό κρίση περίπτωση όσο και σε οποιαδήποτε περίπτωση, από ένα πρόσωπο που καταθέτει ενόρκως για γεγονότα αυτού του είδους να είναι σε θέση να περιγράφει με ακρίβεια όλα τα πιο πάνω μέχρι και την ποσότητα του σάλιου που βγαίνει από το στόμα αυτού που του φτύνει ως ζητήθηκε και ανάμενε η υπεράσπιση να απαντηθεί. Ούτε θα ανάμενα βέβαια στην ένταση γεγονότων αυτή της μορφής να μπορεί κάποιος να μιλήσει για αποστάσεις, σημεία ή το σύνολο των όσων είχαν λεχθεί και τι ακριβώς. Αντιθέτως, αν γινόταν κάτι τέτοιο, αυτό θα μπορούσε περισσότερο να σήμαινε προσχεδιασμό και προσυννενόηση μεταξύ των προσώπων που καταθέτουν για το ίδιο περιστατικό. Η μαρτυρία ενός εκάστου των Μ.Κ., δεν διαψεύδει τον άλλο, ως ήταν η εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορούμενου, επί ουσιωδών γεγονότων, αντίθετα την ενδυναμώνει για τους λόγους που εξηγώ πιο πάνω. Είναι εμφανές ότι τόσο η Μ.Κ.1 όσο και ο Μ.Κ.2 δεν συμπαθούν τον κατηγορούμενο, επίσης είναι εμφανές ότι και ο κατηγορούμενος το ίδιο αισθάνεται για αυτούς. Αυτό όμως από μόνο του δεν είναι στοιχείο το οποίο μπορεί να κλονίσει την αξιοπιστία τους, καθότι, δεν έχω πιεστεί ότι εκείνη την ημέρα οι Μ.Κ. κατασκεύασαν το όλο περιστατικό για συγκεκριμένο λόγο, σκοπό και στόχο. Ο κατηγορούμενος, είχε φτάσει την ημέρα εκείνη φανερά ενοχλημένος από το γεγονός ότι η Μ.Κ.1 δεν υπάκουσε τις εντολές του και δεν έστειλε τον εργάτη, τον Μ.Κ.2, έξω για εργασίες, αλλά ασχολείτο με την ετοιμασία των Χριστουγεννιάτικων στολιδιών. Είχε προηγηθεί μεταξύ τους τηλεφωνική επικοινωνία για το γεγονός αυτό και παρατήρηση προς την Μ.Κ.
  2. Τα όσα ο ίδιος υποστήριξε την ανώμοτη του δήλωση, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την αξιόπιστη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής και συνεπώς δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά. Η μαρτυρία του Μ.Υ.1 δεν ήταν βοηθητική σε σχέση με την ανίχνευση των γεγονότων της υπόθεσης, αφού ο μάρτυρας αυτός δεν είχε καμία εμπλοκή πέραν των συνήθων ενεργειών που έκανε μετά την λήψη της κατάθεσης της Μ.Κ.1 και του παραπόνου της. Το δε αποτέλεσμα της όποιας πειθαρχικής διαδικασίας σε σχέση με καταγγελία που η Μ.Κ.1 έκανε εναντίον του, δεν σχετίζεται με την αξιοπιστία της Μ.Κ.1 και έγινε πολύς λόγος για το γεγονός αυτό. Το ότι η Μ.Κ.1 μετά την κατάθεση του κατηγορούμενου και αφού αυτός προέβη σε παράπονο εναντίον της, σε νέα κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία αναφέρθηκε και σε σεξουαλική παρενόχληση εναντίον της, χωρίς να εξετάζω την αλήθεια ενός τέτοιου γεγονότος, επίσης δεν επηρεάζει την αξιοπιστία της. Η Μ.Κ.1, εξήγησε και έγιναν κατανοητοί οι λόγοι που δεν είχε αναφέρει σε ένα τέτοιο σοβαρό γεγονός προηγουμένως. Το δε περιεχόμενο της κατάθεσης του Μ.Υ.1 και ειδικότερα τα όσα αναφέρει στην τελευταία παράγραφο δείχνουν προκατάληψη εκ μέρους του και κρίνω ότι είναι αχρείαστα από μέρους του σχόλια σε σχέση με το πραγματικό του καθήκον. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω συμπερασμάτων μου, κρίνω ότι τα πραγματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο, είναι όσα συνθέτουν την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής τα οποία και περιγράφονται πιο πάνω χωρίς ανάγκη επανάληψης τους. Tο άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα διαλαμβάνει ως εξής: «Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα είναι ένοχος πλημμελήματος...». Επίθεση αποτελεί οποιαδήποτε πράξη που σκόπιμα ή απερίσκεπτα προκαλεί σε κάποιο άλλο την αντίληψη πως απειλείται με άμεση και παράνομη βία. Η έννοια της περικλείει και την πραγματική ή σκοπούμενη χρήση παράνομης βίας σε αυτόν χωρίς την συναίνεση του. Μπορεί να διαπραχθεί ακόμα και χωρίς κάποιος να αγγιχθεί, όταν δε επέλθει ανεπιθύμητη σωματική επαφή, αυτή από μόνη της αρκεί όσο ανεπαίσθητη και αν είναι η εξασκηθείσα βία. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να συνοδεύεται από εχθρική πρόθεση που είναι υπολογισμένη να προκαλέσει την αίσθηση της απειλής για χρήση βίας στο μυαλό του άλλου προσώπου διαφορετικά η επίθεση δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί (βλέπε Georgiou v. The Police
(1961)2 CLR 254, Fairclough v. Whipp
(1951)2 All E.R. 834, Archbold, παρ. 19-166, Gour's, The Penal Law of India 10η έκδοση (επανεκτώση) Στην υπόθεση R. v. Viena
(1975)3 ALL E.R 788, τέθηκαν νομολογιακές αρχές και αποφασίστηκε ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της επίθεσης δεν χρειάζεται η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει πρόθεση. Ο όρος επίθεση χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο, χωρίς την συγκατάθεση του. Επίσης, επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το άλλο πρόσωπο (βλ. R. v. Rolphe
(1953)36 Cr. App. R. 4 και Fagon v. Metropolitan Police Commissioner
(1983)3 All E.R. 445). Βλέπε επίσης το σύγγραμμα Archbold Pleading and Practice, 40η έκδοση παρ. 2643, σελ 1280). Ο συνήγορος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε ότι ακόμα και αν δεχτούμε ότι ο κατηγορούμενος έχει συμπεριφερθεί με τον τρόπο που Μ.Κ.1 περιέγραψε στο Δικαστήριο, δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της επίθεσης αφού η Μ.Κ.1 μέσα από την μαρτυρία της δεν έδειξε να φοβήθηκε και σε σχέση με το ζήτημα αυτό επικαλέστηκε την απόφαση στην υπόθεση Κωσταντίνος Ωρολογάς ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 709. Θα διαφωνήσω με την πιο πάνω θέση, η Μ.Κ.1 ήταν ξεκάθαρη σε σχέση με το πώς αισθάνθηκε από την συμπεριφορά του κατηγορούμενου εναντίον της, η οποία δεν αφορά μόνο το ότι την έφτυσε αλλά και την προηγούμενη συμπεριφορά του που αφορούσε την εκτόξευση απειλών προς το πρόσωπο της. Το γεγονός ότι αυτός εισήλθε μετά την αποχώρηση της από το γραφείο του, στο δικό της γραφείο και συνέχισε με τον ίδιο τρόπο και τόνο να της μιλά, όπου ο Μ.Κ.2 αναγκάστηκε να επέμβει για να τον βγάλει τελικά έξω, δείχνουν τις διαθέσεις του και τέλος, ενώ ήδη η Μ.Κ.1 έκλαιγε της έφτυσε, πράγμα το οποίο η Μ.Κ.1 αντιλήφθηκε, ασχέτως αν δεν ήταν σε θέση να πει που τελικά κατέληξε το σάλιο του, κάτι που κατά την άποψη μου δεν έχει σημασία. Στην υπόθεση Χρίστος Ψυλλίδης ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 134/2011 ημερομηνίας 10.8.2011 λέχθηκαν τα εξής: «Ούτε μπορούμε να δεχτούμε ότι μπορεί να τίθεται ζήτημα σ΄αυτή την υπόθεση αντίληψης για ενέργειες με εχθρική πρόθεση όταν τα επανειλημμένα φτυσίματα στρέφοντας κάτω από τις περιστάσεις που περιγράφηκαν εναντίον των μελών της αντίπαλης ομάδας» Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι το αδίκημα της κοινής επίθεσης του άρθρου 242 στοιχειοθετείται πλήρως και η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει την κατηγορία αυτή εναντίον του κατηγορούμενου. Το άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει τα εξής: «Όποιος σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παριστάμενο πρόσωπο επίθεση είναι ένοχος πλημμελήματος ....». Τι αποτελεί εξύβριση δεν καθορίζεται στον Ποινικό Κώδικα. Αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 ALL ER: «An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it» Επίσης στην υπόθεση Bolster v. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 89, λέχθηκε ότι η εξύβριση στοιχειοθετείται όταν το χρησιμοποιηθέν υπό συνθήκες αντιπαράθεσης λεκτικό δεν είναι δυνατό να εκληφθεί ως μη υβριστικό. Επομένως, η ακριβής λεκτική απόδοση των εκφρασθέντων στερείται οποιασδήποτε ουσιώδους σημασίας. Στις λέξεις αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Δεν χρειάζεται απόδειξη του στοιχείο της πραγματικής πρόκλησης οποιοδήποτε παρευρισκόμενου να επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99, το ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παρευρισκόμενο πρόσωπο. Το κριτήριο είναι πάλι αντικειμενικό, δηλαδή κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί (βλ. Γ.Ε ν. Ναταλία Καζίνα
(1999)2 ΑΑΔ 403 και Αχιλλέως ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 98). Όσον αφορά την έννοια του δημόσιου χώρου, αυτή καθορίζεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα ως ακολούθως: «δημόσιος χώρος ή δημόσιο υποστατικό περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτήριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης, όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου, είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτήριο ή χώρο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση.» Χωρίς αμφιβολία ο χώρος όπου ο κατηγορούμενος βρισκόταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, όταν είπε στην Μ.Κ.1 την συγκεκριμένη φράση, αποτελεί δημόσιο χώρο εν τη έννοια του νόμου. Τα γραφεία του κοινοτικού συμβουλίου είναι δημόσιο κτίριο εντός που οποίου το κοινό έχει δικαίωμα πρόσβασης και εισόδου. Το ζήτημα είναι κατά πόσο η συγκεκριμένη φράση αποτελεί εξύβριση. Η λέξη κουφούα, χρησιμοποιείται στην Κυπριακή διάλεκτο σε σχέση με μικρά φίδια η λέξη άνεδρη σημαίνει αυτή που δεν έχει νερό. Συγκεκριμένα στο λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Β' Έκδοση του Γ. Μπαμπινιώτη, άνυδρος σημαίνει αυτός που δεν περιέχει καθόλου νερό. Δηλαδή ο κατηγορούμενος είπε στην Μ.Κ.1 ότι είναι ένα μικρό φίδι που δεν περιέχει νερό. Το τι μπορεί αυτό να σημαίνει δεν έχει εξηγηθεί. Το ακριβές νόημα των λέξεων δεν αποδίδει κανενός είδους εξύβριση Συνεπακόλουθα, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου μόνο στην πρώτη κατηγορία, ενώ για τους λόγους που εξηγώ πιο πάνω έχει αποτύχει να αποδείξει την ενοχή του στην δεύτερη κατηγορία. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην πρώτη κατηγορία και αθωώνεται στην δεύτερη κατηγορία. (Υπ.)......... Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.