Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Δημητράκης Παπασάββας κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14813/2010, 30/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B96 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14813/2010 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.
- Δημητράκης Παπασάββας
- Motahar Hossain Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 30.10.13 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορούμενο 1: κα Σ. Φλωράκη Κατηγορούμενος 1: παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει την κατηγορία της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού κατά παράβαση του άρθρου 14Β του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ.105 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 19.12.10 στο πρατήριο καυσίμων με την ονομασία "ESSO" που βρίσκεται στη λεωφόρο Μεσόγης στη Μεσόγη της επαρχίας Πάφου εργοδοτούσε τον Motahar Hossain (κατηγορούμενο 2) χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ακούστηκε μαρτυρία από 2 μάρτυρες, ήτοι τον αστυφύλακα 1469 Βάκη Παρασκευόπουλο (ΜΚ1) και τον αστυφύλακα 1844 Ε. Αλεξάνδρου (ΜΚ2). Παράλληλα κατατέθηκαν 7 τεκμήρια. Περαιτέρω, κατά την παρουσίαση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής δηλώθηκαν εκ συμφώνου από τα μέρη ως παραδεκτό γεγονός ότι ο Motahar Hossain, πρώην κατηγορούμενος 2, διέμενε κατά τον ουσιώδη για το κατηγορητήριο χρόνο παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επίσης, κατατέθηκε από κοινού ως Τεκμήριο 5 η κατάθεση του αστυφύλακα 1105 ημερομηνίας 19.12.10, το περιεχόμενο της οποίας τα μέρη αποδέχονται ως αληθές. Από κοινού κατατέθηκαν ακόμη η ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου 1 ημερομηνίας 19.12.10 ως Τεκμήριο 6 και το έντυπο καταγγελίας του κατηγορουμένου 1 ως Τεκμήριο 7, χωρίς όμως το περιεχόμενο τους να είναι κοινά παραδεκτό. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, όπως προκύπτει από την μαρτυρία των προαναφερθέντων μαρτύρων, συνοψίζεται ως εξής: Πρώτος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο αστυφύλακας 1469 Βάκη Παρασκευόπουλο (ΜΚ1), ο οποίος το έτος 2010 υπηρετούσε στην υπηρεσία αλλοδαπών και μετανάστευσης. Στην γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 19.12.10 που κατατέθηκε στην παρούσα διαδικασία ως Τεκμήριο 1 αναφέρει ότι στις 19.12.10 μετέβηκε μαζί με τους α/αστ.296, αστ.3447 και αστ.3202 επίσης της Υ.Α.Μ. Πάφου σε πρατήριο βενζίνης με την ονομασία "ESSO" στη λεωφόρο Μεσόγης προς διερεύνηση πληροφορίας ότι εκεί εργάζονται παράνομα αλλοδαποί. Κατόπιν διακριτικής παρακολούθησης του μέρους, εντοπίστηκε ένας αλλοδαπός ασιατικής καταγωγής να εξυπηρετεί πελάτες και συγκεκριμένα να παίρνει χρήματα από πελάτες, να τα τοποθετεί στην αυτόματη μηχανή και ακολούθως να παίρνει την αντλία και να βάζει καύσιμα στα οχήματα. Αφού ο εν λόγω μάρτυρας προσέγγισε τον αλλοδαπό και του αποκάλυψε την αστυνομική ταυτότητα του, ο αλλοδαπός του απάντησε ότι ονομάζεται Motahar Hossain και είναι από το Μπαγκλαντές. Ως εργοδότη του ο αλλοδαπός κατονόμασε τον Δημήτρη Παπασάββα λέγοντας ότι είναι γνωστός με το υποκοριστικό "Λίλλης". Ακόμη ανάφερε ότι εργάζεται εκεί κάθε Κυριακή τον τελευταίο μήνα με μισθό €15,00 πλέον το φιλοδώρημα που λαμβάνει από τους πελάτες. Την ώρα του περιστατικού ο εργοδότης του αλλοδαπού δεν ήταν παρών. Από διαβατηριακό έλεγχο που έγινε διαπιστώθηκαν τα στοιχεία του αλλοδαπού καθώς και το ότι η έφεση που υπέβαλε στην αναθεωρητική αρχή και εξετάστηκε απορρίφτηκε στις 23.10.09 και έκτοτε διέμενε παράνομα στην Κύπρο. Τα στοιχεία του αλλοδαπού εντοπίστηκαν στον κατάλογο των αναζητουμένων προσώπων με ημερομηνία καταχώρησης στις 29.06.
- Ακολούθως, ο μάρτυρας κατάθεσε ως Τεκμήριο 2 έγγραφο με τα προσωπικά στοιχεία του αλλοδαπού από το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 συμφώνησε ότι η 19η Δεκεμβρίου 2010 ήταν ημέρα Κυριακή και το πρατήριο βενζίνης ήταν κλειστό. Επίσης, δήλωσε ότι ο αλλοδαπός εκείνη την ημέρα φορούσε φανέλα με τα διακριτικά "ESSO" χωρίς όμως να θυμάται το χρώμα της φανέλας ή εάν η φανέλα είχε διακριτικό της εταιρείας που διαχειριζόταν το συγκεκριμένο πρατήριο βενζίνης. Θυμάται όμως ότι ο αλλοδαπός είχε εξυπηρετήσει 3-4 οχήματα. Ακολούθως, ο μάρτυρας ανάφερε ότι ο αλλοδαπός του ανάφερε προσωπικά ότι ο εργοδότης του ονομαζόταν "Λίλλης". Δεν του ανάφερε όμως ότι το όνομα του εργοδότη του ήταν Δημήτρης Παπασάββας. Μέσα από αστυνομικές εξετάσεις διαπιστώθηκε ότι το όνομα "Λίλλης" ήταν το προσωνύμιο του ιδιοκτήτη του πρατηρίου. Ο ίδιος ο μάρτυρας όμως δεν γνωρίζει ποιος είναι ο ιδιοκτήτης του συγκεκριμένου πρατηρίου βενζίνης. Ούτε θυμάται ποιος συνάδελφος του του κατονόμασε ότι το προσωνύμιο του Παπασάββα είναι "Λίλλης". Ο ίδιος δεν γνωρίζει τον Δημήτρη Παπασάββα. ΜΚ2 ήταν ο αστυφύλακας 1844 Ε. Αλεξάνδρου (ΜΚ2), ο οποίος τον Δεκέμβριο του έτους 2010 εργαζόταν στο τμήμα μικροπαραβάσεων του αστυνομικού σταθμού Πάφου. Στην γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 19.12.10 που κατατέθηκε στην παρούσα διαδικασία ως Τεκμήριο 3 αναφέρει ότι στις 19.12.10 στο τμήμα μικροπαραβάσεων Πάφου με τη βοήθεια διερμηνέα πήρε ανακριτική κατάθεση από τον αλλοδαπό. Η ανακριτική κατάθεση του αλλοδαπού στην μητρική του γλώσσα κατατέθηκε στην παρούσα διαδικασία ως Τεκμήριο 4Γ, ενώ πιστή μετάφραση της κατάθεσης αυτής στην αγγλική γλώσσα καθώς και πιστή μετάφραση από την αγγλική γλώσσα στην ελληνική γλώσσα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 4Α και 4Β αντίστοιχα. Στην κατάθεση αυτή αναφέρεται ότι ο αλλοδαπός εργάστηκε στο πρατήριο βενζίνη "ESSO" που βρίσκεται στη Λεωφόρο Μεσόγης στην Πάφο πριν από ένα μήνα για μία ημέρα που ήταν Κυριακή και η επόμενη φορά ήταν στις 19.12.
- Με βάση ακόμη το περιεχόμενο αυτής της κατάθεσης, δηλώνεται ότι ο αλλοδαπός λάμβανε μόνο το φιλοδώρημα από τους πελάτες του πρατηρίου με τον εργοδότη του που ήταν το πρόσωπο που του είχε ζητήσει να εργαστεί εκεί να είναι ο Δημήτρης Παπασάββας, χωρίς όμως ο αλλοδαπός να διαθέτει άδεια εργασίας από την αρμόδια αρχή. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 δήλωσε ότι ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης αυτής, την οποία ανέλαβε να διερευνήσει. Ως εξεταστής της παρούσας υπόθεσης δεν ζήτησε από τον αλλοδαπό να του περιγράψει τον Δημήτρη Παπασάββα που κατονομάζει ως εργοδότη του. Όπως ο μάρτυρας ανάφερε, ο αλλοδαπός ουδέποτε αναγνώρισε τον κατηγορούμενο 1 ως τον εργοδότη του. Ούτε και ο ίδιος ως εξεταστής της υπόθεσης διενήργησε οποιαδήποτε αναγνωριστική παράταξη για να αναγνωριστεί ο κατηγορούμενος 1 από τον αλλοδαπό. Ο ΜΚ2 γνωρίζει όμως ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν είναι ο ιδιοκτήτης του συγκεκριμένου πρατηρίου αλλά σύμφωνα με την ιδιοκτήτρια ο κατηγορούμενος 1 είναι μέτοχος στο εν λόγω πρατήριο βενζίνης. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε, με βάση το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου 1 στην κατηγορία που αντιμετωπίζει και ότι το Δικαστήριο πρέπει να τον αθωώσει σε αυτό το στάδιο. Η κυρία Φλωράκη εστίασε την νομική επιχειρηματολογία της στη θέση ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη-εργοδοτουμένου μεταξύ κατηγορουμένου και αλλοδαπού (πρώην κατηγορουμένου 2) που είναι ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος για το οποίο ο πελάτης της κατηγορείται. Σύμφωνα με την εν λόγω συνήγορο, δεν υπάρχει μαρτυρία που να συνδέει τον κατηγορούμενο 1 είτε με το όνομα Δημήτρης Παπασάββας είτε με το σχετιζόμενο μ' αυτό το όνομα προσωνύμιο "Λίλλης" για το οποίο πρόσωπο ο αλλοδαπός κατονόμασε ως εργοδότη του, παρόλο που τέτοια μαρτυρία δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή αφού, όπως η κυρία Φλωράκη ευσεβάστως υπέδειξε, η ενοχοποιητική γραπτή κατάθεση συγκατηγορούμενου στην αστυνομία εναντίον συγκατηγορούμενου, αφ' εαυτής ως έγγραφο, δεν γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία καθότι δεν ήλθε στο Δικαστήριο για να υποστεί τη βάσανο της αντεξέτασης. Επί του σημείου αυτού η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου 1 παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση Ευρυπίδου και άλλος v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337. Από την άλλη η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι έχουν αποδειχτεί όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος στο κατηγορητήριο και γι' αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία. Μέσα από τη δική της νομική επιχειρηματολογία η κυρία Παπαλαζάρου ευσεβάστως επισήμανε ότι μέσα από το Τεκμήριο 6 φαίνεται ο κατηγορούμενος 1 να έχει κάποια σχέση με το συγκεκριμένο πρατήριο καυσίμων. Σε σχέση με τη μαρτυρία του αλλοδαπού, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής σημείωσε ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ασχοληθεί με το ενδεχόμενο δεκτότητας ή απόρριψης της. Πλήρης έκταση των όσο ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση επειδή κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί κανένα πρακτικό σκοπό. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας και άλλος
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό ακόμη είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σε λ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α., Ποινικές Εφέσεις 5-9/2012 ημερομηνίας 11.12.12 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Μία από τις υποθέσεις στην οποία γίνεται αναφορά είναι η αγγλική υπόθεση R v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060 στην οποία με το πιο κάτω απόσπασμα καταγράφεται η προσέγγιση που καλείται το Δικαστήριο να υιοθετήσει στο στάδιο ολοκλήρωσης της παρουσίασης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής: "How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
- a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
- b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury." Η υιοθέτηση της πιο πάνω αγγλικής υπόθεσης στην κυπριακή νομολογία (Azinas et al v. Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191) την κατέστησε καθοδηγητική αυθεντία. Ειδικότερα στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Αστυνομίας και άλλος
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί." Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, θα εξετάσω κατά πόσο ο κατηγορούμενος 1 θα πρέπει να κληθεί σε απολογία για την κατηγορία που αντιμετωπίζει στη βάση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας. Το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού διέπεται από το άρθρο 14Β του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ.105 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Ειδικότερα το εδάφιο
(1)του πιο πάνω άρθρου αναφέρει τα εξής: "
(1)Η εργοδότηση αλλοδαπού χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια ή η εργοδότηση κατά παράβαση των όρων άδειας εργοδότησης ή η εργοδότηση κατά παράβαση οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμού, συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης μέχρι τρία χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος εργοδοτεί, (β) αλλοδαπό, (γ) χωρίς την απαιτούμενη από το νόμο άδεια ή (δ) κατά παράβαση των όρων άδειας εργοδότησης ή (ε) κατά παράβαση νόμου ή κανονισμού. Στην προκειμένη περίπτωση από την μέχρι τώρα προσκομισθείσα μαρτυρία παρατηρώ ότι ο πρώην κατηγορούμενος 2 είναι αλλοδαπός. Συγκεκριμένα, τα Τεκμήρια 1, 2 και 4 καθώς και οι μαρτυρίες των ΜΚ1 και ΜΚ2 αναφέρουν ότι ο πρώην κατηγορούμενος 2 κατάγεται από το Μπαγκλαντές και στις 19.12.10 εντοπίστηκε να εργάζεται στο πρατήριο καυσίμων "ESSO" στη λεωφόρο Μεσόγης έναντι χρηματικού οφέλους χωρίς να διαθέτει άδεια εργασίας από τον Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, πράγμα που είχε πράξει και στο παρελθόν επίσης για μία ημέρα που πάλι ήταν Κυριακή. Ειδικότερα υπάρχει μαρτυρία που εκ πρώτης όψεως αποκαλύπτει ότι ο πιο πάνω αλλοδαπός ασιατικής καταγωγής στις 19.12.10 εξυπηρετούσε έναντι χρηματικής αμοιβής πελάτες και συγκεκριμένα θεάθηκε να παίρνει χρήματα από πελάτες, να τα τοποθετεί στην αυτόματη μηχανή και ακολούθως να παίρνει την αντλία και να βάζει καύσιμα στα οχήματα των πελατών. Το Δικαστήριο κρίνει ότι η μαρτυρία αυτή είναι επαρκές, στο βαθμό που της αναλογεί και πάντοτε αντικειμενικά εξεταζόμενη, για να θεωρηθεί ότι στοιχειοθετούνται εξ' αντικειμένου το δεύτερο κα τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, δηλαδή του αλλοδαπού που εργάζεται χωρίς να έχει άδεια εργασίας από την αρμόδια αρχή. Το πρώτο και εναπομείναντα συστατικό στοιχείο του προαναφερόμενου αδικήματος παραπέμπει σε εργοδότηση του πρώην κατηγορουμένου 2, που είναι αλλοδαπός και δεν διέθετε το χρόνο που αναφέρουν οι λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας άδεια από την αρμόδια αρχή, από τον κατηγορούμενο
- Με άλλα λόγια για να αποδεικτεί το συστατικό αυτό στοιχείο θα πρέπει η προσαχθείσα μαρτυρία να δείχνει ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν κατά τον ουσιώδη για το κατηγορητήριο χρόνο εργοδότης του πρώην κατηγορουμένου 2, ο οποίος εργαζόταν στο πιο πάνω πρατήριο καυσίμων. Είναι η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος 1 είναι όντως το πρόσωπο που εργοδότησε τον πρώην κατηγορούμενο 2 αλλοδαπό και εντοπίστηκε να εργάζεται στις 19.12.10 στο εν λόγω πρατήριο καυσίμων. Αντικειμενική θεώρηση του συνόλου της μαρτυρίας που προσάχθηκε από την κατηγορούσα αρχή και χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται επί της αξιοπιστίας αυτής και δίχως να καταλήγει σε οποιαδήποτε ευρήματα ή συμπεράσματα, φανερώνει ότι την ώρα του επιδίκου περιστατικού, δηλαδή την ώρα που εντοπίστηκε ο πρώην κατηγορούμενος 2 να εργάζεται στο συγκεκριμένο πρατήριο καυσίμων ο εργοδότης του δεν ήταν παρών. Παράλληλα, τέθηκε μαρτυρία ότι ο εργοδότης του αλλοδαπού έφερε το προσωνύμιο "Λίλλης" και ότι μέσα από αστυνομικές εξετάσεις διαπιστώθηκε ότι το παρατσούκλι αυτό ανήκε σε κάποιο Δημήτρη Παπασάββα. Ωστόσο δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που εκ πρώτης όψεως να συνδέει τον κατηγορούμενο 1 είτε με το προσωνύμιο "Λίλλης" είτε με το πρόσωπο του οποίου το όνομα Δημήτρης Παπασάββα φέρεται να έχει το εν λόγω παρατσούκλι και να εμφανίζεται ως ο εργοδότης του αλλοδαπού. Επομένως, παρόλο ότι το ονοματεπώνυμο του κατηγορουμένου 1 είναι Δημήτρης Παπασάββα εντούτοις καμία μαρτυρία προσκομίστηκε που να τείνει να καταδείξει ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο για το οποίο υπάρχει μαρτυρία που εκ πρώτης όψεως φανερώνει ότι εργοδοτούσε τον πιο πάνω αλλοδαπό. Μια πρόχειρη αντικειμενική εικόνα της ανυπαρξίας τέτοιας σχετικής μαρτυρίας παρατηρείται από το σύνολο των πιο κάτω που αντλείται μέσα από την εξ' όψεως θεώρηση της μαρτυρίας που συνοδεύει την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής και επαληθεύουν τα προαναφερόμενα αλλά ταυτόχρονα προδιαγράφουν και την έκβαση της παρούσας υπόθεσης: (α) Ο εργοδότης του αλλοδαπού δεν ήταν παρών στο συγκεκριμένο περιστατικό. (β) Ο κατηγορούμενος 1 δεν είναι ιδιοκτήτης του συγκεκριμένου πρατηρίου. (γ) Δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε στοιχείο που εκ πρώτης όψεως να συνδέει τον κατηγορούμενο 1 με το συγκεκριμένο πρατήριο καυσίμων κατά το χρόνο που σχετίζεται με την εργοδότηση του αλλοδαπού. (δ) Ο αλλοδαπός δεν περίγραψε στην αστυνομία τα χαρακτηριστικά και το προφίλ του προσώπου που τον εργοδότησε. (ε) Ο κατηγορούμενος 1 δεν συμμετείχε σε αναγνωριστική παράταξη για να αναγνωριστεί από τον πρώην κατηγορούμενο
- (στ) Ο κατηγορούμενος 1 δεν αναγνωρίστηκε καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο ως το πρόσωπο που τη δεδομένη στιγμή εργοδότησε το αλλοδαπό. (ζ) Ουδείς μάρτυρας αναγνώρισε και υπέδειξε τον κατηγορούμενο 1 ως το πρόσωπο που σχετίζεται με την αναφορά του αλλοδαπού και τη δήλωση της ιδιοκτήτριας. (η) Ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε που να συνδέει τον κατηγορούμενο 1 με το πρόσωπο που ο αλλοδαπός κατονομάζει στην ανακριτική κατάθεση του. (θ) Δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε στοιχείο που εκ πρώτης όψεως να συνδέει τον κατηγορούμενο 1 με τον πρώην κατηγορούμενο 2 καθώς και με την δήλωση της ιδιοκτήτριας του συγκεκριμένου πρατηρίου καυσίμων, την οποία η κατηγορούσα αρχή επικαλέστηκε χωρίς βέβαια να παρουσιαστεί τέτοια μαρτυρία είτε δια ζώσης από την ίδια είτε μέσω γραπτής κατάθεσης της στην αστυνομία, παρόλο που δηλώθηκε ότι λήφθηκε μια τέτοια γραπτή κατάθεση. Σε σχέση με το τελευταίο σημείο η απλή δήλωση της ιδιοκτήτριας του συγκεκριμένου πρατηρίου καυσίμων ότι πρόσωπο με το όνομα Δημήτρης Παπασάββας είναι μέτοχος στο εν λόγω πρατήριο, όπως αυτή μεταφέρθηκε και αποδόθηκε για το πρόσωπο του κατηγορουμένου 1 από μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής, χωρίς να παρουσιαστεί οποιοδήποτε στοιχείο που τείνει να καταδεικνύει τέτοια συσχέτιση ή άνευ άλλης πληροφορίας που έστω εκ πρώτης όψεως να δείχνει ορθότητα στην απόδοση που γίνεται για το πρόσωπο του κατηγορουμένου 1, την καθιστά ανεπαρκής και ισχνή. Θα ασχοληθώ τώρα με τη θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης ότι η ενοχοποιητική γραπτή κατάθεση στην αστυνομία κατηγορουμένου εναντίον συγκατηγορουμένου δεν είναι αποδεκτή ως μαρτυρία και ως εκ τούτου θα πρέπει να αγνοηθεί από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Εδώ θα πρέπει να διαχωριστεί η περίπτωση της δυνατότητας κατάθεσης μαρτυρίας από την περίπτωση αποδοχής ή μη του περιεχομένου της. Είναι ένα θέμα το να επιτρέπεται η κατάθεση μαρτυρίας και είναι άλλο ζήτημα το εάν και πόση αποδεικτική αξία αυτή έχει. Στο κυπριακό νομικό σύγγραμμα του Τάκη Ηλιάδη "Το Δίκαιο της Απόδειξης-Μια Πρακτική Προσέγγιση" σελίδες 81-82 τονίζεται ότι όταν δύο πρόσωπα αντιμετωπίζουν την ίδια κατηγορία ως συγκατηγορούμενοι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να καλέσει τον ένα για να καταθέσει εναντίον του άλλου εκτός αν διεξαχθεί ξεχωριστή εκδίκαση της υπόθεσης ή ο ένας δηλώσει παραδοχή και του επιβληθεί ποινή ή ο ένας απαλλαγεί της κατηγορίας ή καταχωρηθεί αναστολή ποινικής δίωξης (nolle prosequi) οπότε σε τέτοια περίπτωση το πιο πάνω νομικό εμπόδιο υπερπηδείται με αποτέλεσμα ο πρώην συγκατηγορούμενος να δύναται να κληθεί να καταθέσει εναντίον συγκατηγορουμένου του και να καθίσταται έτσι τόσο ικανός όσο και εξαναγκάσιμος μάρτυρας. Μέσα στο πιο πάνω νομικό πλαίσιο κινείται το σκεπτικό της υπόθεσης Ευρυπίδου και άλλος v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337 στην οποία ευγενικά με παρέπεμψε η κυρία Φλωράκη. Στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν μελέτης του ιστορικού του δικαστηριακού φακέλου της παρούσας υπόθεσης, διαπιστώνω ότι η ποινική δίωξη του αλλοδαπού, πρώην κατηγορουμένου 2 αναστάληκε στις 31.05.11 με αποτέλεσμα αυτός να απαλλαχθεί από όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Ας σημειωθεί ακόμη ότι η κατηγορία που ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει διαφέρει από αυτές που ο κατηγορούμενος 2 αρχικά αντιμετώπιζε καθώς επίσης διαφορετικές είναι και οι ποινές που η σχετική νομοθεσία προνοεί γι' αυτές. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει την κατηγορία της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού κατά παράβαση του άρθρου 14Β του Κεφ.105 με μέγιστες προβλεπόμενες ποινές, σε περίπτωση που κριθεί ένοχος, αυτή της φυλάκισης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα 3 έτη ή πρόστιμο μέχρι €8.543,01 (ισότιμο σε Λ.Κ.£5.000,00) ή και τις δύο αυτές ποινές, ενώ ο πρώην κατηγορούμενος 2 απαλλάχτηκε από τις κατηγορίες της απασχόλησης και της παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης κατά παράβαση των άρθρων 19
(1)(κ), 19
(1)(λ) και 20 του Κεφ.105 για τις οποίες προνοείται φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες ή σε πρόστιμο μέχρι €1.708,60 (ισότιμο σε Λ.Κ.£1.000,00) ή και τις δύο αυτές ποινές. Η ανακριτική κατάθεση του αλλοδαπού κατατέθηκε ως Τεκμήρια 4Α, 4Β και 4Γ από τον αστυφύλακα 1844 Ε. Αλεξάνδρου (ΜΚ2). Πρόκειται για κατάθεση που έλαβε ο ίδιος ο ΜΚ2 από τον πρώην κατηγορούμενο 2 με τα σχετικά έγγραφα να βρίσκονται στον σχετικό αστυνομικό φάκελο και να κατατίθενται στο Δικαστήριο από τον εν λόγω αστυφύλακα ως εξεταστής της υπόθεσης αυτής που ήταν στα πλαίσια επίδειξης της ύπαρξης τους. Είναι κάτω από αυτά τα δεδομένα που επιτράπηκε η κατάθεση της ανακριτικής κατάθεσης του αλλοδαπού, ο οποίος έπαυσε πλέον να θεωρείται κατηγορούμενος αφού ήδη έχει διακοπεί οποιαδήποτε ποινική διαδικασία εναντίον του. Η όποια δε βαρύτητα που της αποδοθεί, αν της αποδοθεί, είναι θέμα που θα απασχολήσει το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση όλης της ενώπιον του προσαχθείσας μαρτυρίας και όχι στο στάδιο αυτό του εκ πρώτης όψεως όπου εξετάζεται μόνο αντικειμενικά και προκαταρκτικά η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής. Εν πάσει περιπτώσει, στη βάση των πιο πάνω, η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι ελλιπής και αντικειμενικά αδύνατη σε βαθμό που να μην μπορεί να στηρίξει καταδίκη του κατηγορουμένου 1 στην κατηγορία που αντιμετωπίζει ενώ ταυτόχρονα η προσκομισθείσα μαρτυρία δεν τείνει να καταδείξει σύνδεση του κατηγορουμένου 1 με την αξιόποινη συμπεριφορά που του αποδίδεται. Επομένως, δεν έχει εξ' αντικειμένου αποδειχτεί ότι ο αλλοδαπός είχε εργοδοτηθεί από τον κατηγορούμενο 1. Η μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο Δικαστήριο, αντικειμενικά ιδωμένη στο σύνολο της και στην όψη της και μόνο, δεν συγκεντρώνει τους απαραίτητους παράγοντες έτσι ώστε να στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος και του συστατικού στοιχείου αυτού ότι ο κατηγορούμενος 1 είναι που εργοδότησε τον αλλοδαπό για να εργάζεται στο συγκεκριμένο πρατήριο καυσίμων κατά τον ουσιώδη για το κατηγορητήριο χρόνο. Το Δικαστήριο αισθάνεται πως αν ο κατηγορούμενος κληθεί σε απολογία θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Υπό το φως των προαναφερόμενων, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή δεν κατάφερε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 1 αναφορικά με την πρώτη κατηγορία του κατηγορητηρίου. Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/Παράνομη Εργοδότηση/ Άρθρο 14Β του Κεφ.105 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο