Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Fidel Tchokoko, Αρ. Υπόθεσης: 11790/2013, 10/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B81 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11790/2013 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. Fidel Tchokoko Κατηγορουμένου Ημερομηνία:10.10.13 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Κατηγορούμενος: παρών και εμφανίζεται αυτοπροσώπως ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στις κατηγορίες της συνομωσίας προς διάπραξη πλημμελήματος και της πλαστοπροσωπίας κατά παράβαση των άρθρων 372, 20, 360 και 35 αντίστοιχα του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (πρώτη και δεύτερη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία του μηνός Αυγούστου 2013 συνομώτησε με άγνωστο πρόσωπο στην Κυπριακή Δημοκρατία να διαπράξουν το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας, για το οποίο ο κατηγορούμενος στις 10.09.13 στο αεροδρόμιο Πάφου και με σκοπό καταδολίευσης του αστυφύλακα 1464 Ι. Σάββα παρέστησε ψευδώς τον εαυτό του ως τον Mbouwe Nguekam Christian Alain από το Βέλγιο ενώ στην πραγματικότητα είναι ο Fidel Tchokoko από το Καμερούν. Επίσης, ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στις κατηγορίες της παράνομης εισόδου και παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά παράβαση των άρθρων 2, 12
(1)
(2)
(5), 20, 6
(1)(κ) και 19
(1)(λ) του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ.105 μετά των συναφών τροποποιήσεων (τρίτη και τέταρτη κατηγορία). Με βάση τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος, ενώ είναι αλλοδαπός από το Καμερούν, σε άγνωστη ημερομηνία τον Απρίλιο 2013 εισήλθε μέσω κατεχομένων περιοχών στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας από μη εγκεκριμένο λιμάνι και έκτοτε παρέμεινε παράνομα στην Κύπρο χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, είναι τα ακόλουθα: Στις 11.09.13 ενώ ο αστυφύλακας 1464 Ι. Σάββα εργαζόταν στο κέντρο ελέγχου διαβατηρίων του αεροδρομίου Πάφου και διενεργούσε διαβατηριακό έλεγχο στον τομέα της αναχώρησης, εμφανίστηκε ο κατηγορούμενος με σκοπό να αναχωρήσει με την πτήση της Ryanair FR 5048 για Dusseldorf παρουσιάζοντας τα πιο κάτω ταξιδιωτικά έγγραφα: (α) Ένα βελγικό διαβατήριο με αρ. EJ752180 στο όνομα Mbouwe Nguekam Christian Alain με ημερομηνία γεννήσεως 13.11.73 και τόπο γεννήσεως Doualla, το οποίο εκδόθηκε στις 27.05.13 και λήγει στις 26.05.18 και (β) Μία ηλεκτρονική κάρτα επιβίβασης στο ίδιο όνομα. Κατά το διαβατηριακό έλεγχο που έκανε ο προαναφερόμενος αστυφύλακας διαπιστώθηκε ότι το διαβατήριο φαινόταν γνήσιο αλλά δεν ανήκε στον κατηγορούμενο που το παρουσίασε για να αναχωρήσει. Συγκεκριμένα, υπήρχαν αρκετές διαφορές στη φωτογραφία του διαβατηρίου σε σύγκριση με τον κατηγορούμενο όπως στο σχήμα προσώπου, στη μύτη, μαλλιά και αυτιά. Επίσης, ο κατηγορούμενος υπέγραψε σε κενό χαρτί την υπογραφή του και αυτή διέφερε εντελώς από την υπογραφή του κατόχου του εν λόγω διαβατηρίου. Από εξετάσεις που έγιναν διαπιστώθηκε ότι το εν λόγω διαβατήριο δεν ήταν καταχωρημένο ως κλοπιμαίο ή απολεσθέν. Την ίδια ημέρα ο πιο πάνω αστυφύλακας συνέλαβε τον κατηγορούμενο για το αυτόφωρο αδίκημα της πλαστοπροσωπίας και του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης του καθώς και του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο χωρίς όμως αυτός να δώσει οποιαδήποτε απάντηση. Ακολούθως της ίδιας ημέρας ο αρχιαστυφύλακας 1827 Μ. Καλλής έλαβε με τη βοήθεια διερμηνέα ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στην οποία ομολόγησε ενοχή. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι κατά το μήνα Απρίλιο 2013 ταξίδευσε από το Καμερούν στην Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια στο παράνομο αεροδρόμιο της Τύμπου και από εκεί εισήλθε μέσω των κατεχομένων στις ελεύθερες περιοχές της Κύπρου όπου διέμενε σε διάφορους τόπους τόσον στη Λευκωσία όσο και στη Λάρνακα. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι πριν από ένα περίπου μήνα συναντήθηκε στη Λευκωσία με κάποιο πρόσωπο, ο οποίος του εξασφάλισε και του παρέδωσε το εν λόγω βελγικό διαβατήριο έναντι του χρηματικού ποσού των €500,00. Κατόπιν ελέγχου που ο αστυφύλακας 1464 Ι. Σάββα διενέργησε, δεν εντοπίστηκαν τα στοιχεία του κατηγορουμένου στον κατάλογο των αφίξεων και αναχωρήσεων των αερολιμένων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο δε αρχιαστυφύλακας 1827 Μ. Καλλής συνέλαβε τον κατηγορούμενο με βάση δικαστικό ένταλμα, ο οποίος αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο απάντησε 'Εντάξει'. Καταλήγοντας η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες ενώ παράλληλα ζήτησε την κατάσχεση του βελγικού διαβατηρίου και του εισιτηρίου. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο κατηγορούμενος, αφού απολογήθηκε για τη συμπεριφορά του και υποσχέθηκε ότι δεν θα παρουσιαστεί ξανά στο Δικαστήριο ανάφερε ότι η φτώχεια τον οδήγησε σ' αυτή την κατάσταση. Όπως ο ίδιος δήλωσε, ήθελε να προσφέρει στα παιδιά του το όνειρο μιας ποιοτικά καλύτερης ζωής καθότι στην Αφρική κάτι τέτοιο δεν είναι εύκολο. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να διευκρινίσω ότι το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για ετοιμασία κοινωνικοοικονομικής έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής στον κατηγορούμενο. Αναμφίβολα τα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Ενδεικτική δε της σοβαρότητας των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ενοχή είναι κατ' αρχήν οι προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Έκαστο από τα αδικήματα της πλαστοπροσωπίας και της συνομωσίας προς διάπραξη πλημμελήματος επισύρουν, με βάση τα άρθρα 35, 360 και 372 αντίστοιχα του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 2 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι €2.562,90 ή και τις δύο αυτές ποινές. Τα δε αδικήματα της παράνομης εισόδου και παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας τιμωρούνται έκαστο, δυνάμει των άρθρων 12
(5)και 19
(1)(λ) του Κεφ.105, με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το 1 έτος ή με χρηματική ποινή μέχρι €1.708,60 ή και με τις δύο αυτές ποινές. Όλα τα αδικήματα του κατηγορητηρίου θεωρούνται σοβαρά για τον επιπλέον λόγο ότι η συνδυασμένη διάπραξη τους από αλλοδαπούς παρουσιάζει ιδιαίτερα ανησυχητική έξαρση στο νησί, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Η σοβαρότητα των αδικημάτων της παράνομης εισόδου και παράνομης παραμονής στην Κύπρο έγκειται ακόμη στις αλυσιδωτές επιπτώσεις που η διάπραξη τους προκαλεί στην κυπριακή οικονομία και κοινωνία γενικότερα. Τέτοιου είδους αδικήματα στρέφονται ευθέως κατά του κράτους και της έννομης τάξης, ενώ ταυτόχρονα υπονομεύουν τη δυνατότητα των αρμοδίων αρχών για άσκηση αποτελεσματικού ελέγχου στην επικράτεια της, προκειμένου να γνωρίζουν ανά πάσα στιγμή ποιος εισέρχεται στο νησί, ποιος παραμένει εδώ και για ποιο λόγο, πέραν του γεγονότος ότι προκαλούνται προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως. Η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα και συνάμα συντεταγμένο κράτος το οποίο διέπεται από νόμους, οι οποίοι ρυθμίζουν τον τρόπο άσκησης των δικαιωμάτων τόσο των πολιτών της όσο και αυτών άλλων κρατών. Σε ότι αφορά τους τελευταίους, η είσοδος και παραμονή στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας επιτρέπεται, όχι όμως ανεξέλεγκτα, αλλά σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις που καθορίζει ο Νόμος. Παρόλο ότι τα Δικαστήρια δεν μπορούν παρά να εκφράζουν τη συμπάθεια τους σε πρόσωπα που εγκαταλείπουν τις χώρες καταγωγής τους αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον στη χώρα μας, εντούτοις την ίδια στιγμή αναμένουν να γίνει απόλυτα κατανοητό ότι τα άτομα αυτά οφείλουν να σέβονται τους νόμους του κράτους στο οποίο επιζητούν φιλοξενία. Έχει τονιστεί επανειλημμένως σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι το φαινόμενο της λαθρομετανάστευσης στη χώρα μας πρέπει να παταχθεί. Το Δικαστήριο έχει επίσης καθήκον και υποχρέωση να προστατεύσει το κύρος της νόμιμα εκλεγμένης Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία, λόγω της τουρκικής εισβολής του 1974 και της μεταγενέστερης και μέχρι σήμερα κατοχής κυπριακών εδαφών από τα τουρκικά στρατεύματα, δεν μπορεί να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά της στα κατεχόμενα εδάφη μας. Αυτό όμως δεν σημαίνει σε καμιά περίπτωση ότι η κατοχή θα πρέπει να χρησιμοποιείται από τους παράνομους αλλοδαπούς για να εισέρχονται στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας από μη ελεγχόμενες περιοχές. Θα πρέπει να αντιληφθούν και οι ίδιοι ότι ο συγκεκριμένος τρόπος εισόδου στο έδαφος της Κύπρου δεν είναι επιτρεπτός. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια τα Δικαστήρια, επιτελώντας την αποστολή τους για εφαρμογή του Νόμου, οφείλουν να επιβάλουν αποτρεπτικές ποινές για την πάταξη του φαινομένου καθώς επίσης και για ευρύτερη προστασία της κυπριακής κοινωνίας από τις επιπτώσεις που παρατηρούνται. Στην υπόθεση Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 421 το ακόλουθο απόσπασμα επιβεβαιώνει την πιο πάνω θέση του Δικαστηρίου: "Αδικήματα που αφορούν την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. Έχει επισημανθεί στη σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα έχει φθάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης. Ακόμη ότι η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα αλλά ο καθένας που επιθυμεί να ζήσει εδώ οφείλει να συμμορφώνεται με τους Νόμους και Κανονισμούς της χώρας αυτής. Όπου ένα αδίκημα είναι από τη φύση του σοβαρό ή όπου διαπράττεται με μεγάλη συχνότητα δικαιολογείται η αντιμετώπιση του με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα έτσι που πέραν από την τιμωρία του κατηγορούμενου να εξυπηρετείται και ο στόχος της αποτροπής διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από άλλα πρόσωπα." Επίσης, στην υπόθεση Tutunciyan v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 524, η οποία αφορά το αδίκημα της παράνομης εισόδου στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω των κατεχομένων περιοχών, λέχθηκε ότι η χρήση των λιμανιών στα κατεχόμενα αποτελεί σοβαρό αδίκημα αφού πλήττει το κύρος της δημοκρατίας και ενισχύει την κατοχή και γι' αυτό η επιβολή ποινής φυλάκισης δεν είναι ως θέμα αρχής εσφαλμένη. Στην υπόθεση Ali Riza Mohamet v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 295 ο εφεσείοντας καταδικάστηκε κατόπιν δικής του παραδοχής στο αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του κατά παράβαση του άρθρου 19
(1)(λ) του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ.105 μετά των συναφών τροποποιήσεων, όπως στην παρούσα υπόθεση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο του επέβαλε ποινή φυλάκισης 5 μηνών. Ο εφεσείοντας ήταν Ιρανός, ηλικίας 31 ετών και πατέρας ενός ανήλικου τέκνου ηλικίας 3 ετών. Εισήλθε στην Κύπρο με άδεια παραμονής η οποία έληγε στις 24.01.
- Μετά παρέμεινε στην Κύπρο παράνομα. Αυτό διαπιστώθηκε από την Αστυνομία στις 10.10.
- Ο εφεσείων εφεσίβαλε την ποινή ως έκδηλα υπερβολική. Το Εφετείο τονίζοντας την αυξητική τάση που παρατηρείται στην παράνομη παραμονή στην Κύπρο αλλοδαπών που εισήλθαν νόμιμα, τις δυσμενείς επιπτώσεις που δημιουργούνται στον τόπο από τη διάπραξη του αδικήματος αυτού σε διάφορους τομείς, όπως οικονομικούς, κοινωνικούς και άλλους και ότι στην περίπτωση της Κύπρου θα πρέπει να γίνει καθολικά σεβαστό ότι συντρέχουν ιδιαίτερα ισχυροί λόγοι για την αυστηρή εφαρμογή της αρχής του διεθνούς δικαίου που επιτρέπει τον αποκλεισμό αλλοδαπών προς διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας έκρινε ότι δεν συνέτρεχε λόγος για επέμβαση. Επίσης, στην υπόθεση Nazari ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 231 τονίστηκε ότι η παράνομη παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο συνιστά δεσπόζον (prevalent) αδίκημα, γεγονός που δικαιολογεί την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Το ακόλουθο χαρακτηριστικό απόσπασμα από την ίδια υπόθεση αποτυπώνει την σοβαρότητα της κατάστασης: "Η Κύπρος, πρέπει να γίνει κατανοητό, είναι μια μικρή χώρα, με τεράστια προβλήματα. Η περιφρούρηση της Κυπριακής Επικράτειας αποτελεί θεμελιώδες καθήκον. Δεν υποτιμούμε την αγωνία των όπου γης ανθρώπων για την εξασφάλιση εργασίας και, γενικά, τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους. Όμως, στην περίπτωση της Κύπρου, πρέπει να γίνει καθολικά σεβαστό ότι συντρέχουν ιδιαίτερα ισχυροί λόγοι για την αυστηρή εφαρμογή της αρχής του διεθνούς δικαίου που επιτρέπει τον αποκλεισμό αλλοδαπών προς διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας. Η συχνότητα, με την οποία διαπράττονται αδικήματα αυτής της φύσης, και οι αρνητικές επιπτώσεις στο κοινωνικό σύνολο συνοψίζονται περιεκτικά στο απόσπασμα που ακολουθεί από την πρόσφατη απόφαση του Εφετείου. Mohamed και Άλλοι ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 166 που δόθηκε από το Νικήτα Δ.:- «Δυστυχώς το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκαν οι εφεσείοντες διαπράττεται τελευταία με εντεινόμενη συχνότητα. Ο πρωτόδικος δικαστής, εκφράζοντας τη βαθιά ανησυχία του για το φαινόμενο, το χαρακτήρισε ως επιδημία. Δε θα ήταν υπερβολικό να λεχθεί ότι από την άποψη αυτή η Κύπρος βρίσκεται σε κατάσταση πολιορκίας. Οι αρνητικές επιπτώσεις, κοινωνικές, οικονομικές και άλλες ήδη εκδηλώθηκαν και επηρεάζουν τη ζωή του τόπου. Η Κύπρος είναι χώρα φιλόξενη και ανεκτική. Ιστορικά υπήρξε και εξακολουθεί να είναι κόμβος συγκοινωνιακός, οικονομικός και πολιτιστικός. Όμως κάθε κράτος διατηρεί το δικαίωμα μη αποδοχής αλλοδαπών (βλέπε ανάπτυξη του καθηγητή J.G. Starke 'Introduction to International Law', 10η έκδοση στη σελ. 748 και επ.), το οποίο παραβιάζεται με διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων..»" Το στίγμα της υπόθεσης δίδεται ακόμη μέσα από το απόσπασμα της προαναφερόμενης υπόθεσης Ali Riza Mohamet v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 295: Έπειτα, το δικαστήριο εξήγησε ότι λόγω της παρατηρούμενης έξαρσης αυτών των αδικημάτων, με έκδηλες τις αρνητικές επιπτώσεις στη ζωή του τόπου, καθίστατο αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικών ποινών όπως άλλωστε τονίστηκε και στις πρόσφατες αποφάσεις του Εφετείου στις υποθέσεις Mohamed El Feky και άλλοι ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 166 και Nazari v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 231. Τελευταία η Κύπρος αντιμετωπίζει πράγματι οξύ πρόβλημα τόσο από την παράνομη είσοδο στην Κύπρο αλλοδαπών όσο και από την παράνομη παραμονή αλλοδαπών που εισήλθαν νόμιμα. Έχει σημειωθεί μια κατακόρυφη αυξητική τάση και ο αριθμός του συνόλου των ευρισκομένων στην Κύπρο παράνομα έχει φτάσει σε επίπεδο τόσο ψηλό ώστε αφενός να καθίσταται δύσκολη η αποτελεσματική αστυνόμευση και αφετέρου να δημιουργούνται δυσμενείς επιπτώσεις σε διάφορους τομείς, οικονομικούς, κοινωνικούς αλλά και γενικότερα." Περαιτέρω, στην υπόθεση Al Jibouri κ.ά v. Αστυνομίας
(1992)2 A.A.Δ. 143, στην οποία αλλοδαποί που παρέμειναν στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής τους καταδικάστηκαν σε ένα μήνα φυλάκιση έκαστος, το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά σε νομολογία, σημείωσε ότι οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων όσο και αν, όπως σε κάθε περίπτωση, είναι παράγοντες σχετικοί με την επιμέτρηση της ποινής, είναι περιορισμένης σημασίας και σίγουρα δεν μπορούν να αφεθούν να οδηγήσουν σε αναποτελεσματική εφαρμογή του νόμου σε υποθέσεις όπως η παρούσα, στις οποίες οι ποινές είναι αναγκαίο να είναι αποτρεπτικές. Όσον αφορά τα αδικήματα της πλαστοπροσωπίας και της συνομωσίας προς διάπραξη του αδικήματος αυτού θεωρούνται σοβαρά, πέραν των προαναφερόμενων παραγόντων, για τον επιπρόσθετο λόγο ότι ενέχουν το στοιχείο της εξαπάτησης αρχών και ατόμων στοχεύοντας στη διακίνηση ανθρώπων με πλαστή ταυτότητα από χώρα σε χώρα. Στην υπόθεση Eurgan Ali Bhatti v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 661 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 5 μηνών που το πρωτόδικο δικαστήριο είχε επιβάλει σε άτομο που διέπραξε το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας. Επίσης, στην υπόθεση Kandiah v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 324 επιβλήθηκε συντρέχουσα ποινή φυλάκισης 12 μηνών για τα αδικήματα της πλαστοπροσωπίας, πλαστογραφίας διαβατηρίου και κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, η οποία επικυρώθηκε κατ΄έφεση. Στην ίδια υπόθεση τονίστηκε ότι η αποτροπή τέτοιων αδικημάτων, στην περίπτωση της Κύπρου, έχει ιδιαίτερη σημασία. Περαιτέρω, στην υπόθεση Κουλλαπής v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 273 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 ετών που επιβλήθηκε για το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας μειώθηκε κατ΄έφεση στο 1 έτος. Στη δε υπόθεση Khaknegad v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 148/2010 ημερομηνίας 24.05.11 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 μηνών για τη διάπραξη του αδικήματος της πλαστοπροσωπίας σε άτομο από το Ιράν που ήλθε στην Κύπρο επειδή κινδύνευε η ζωή του. Επρόκειτο για άτομο που προερχόταν από γονείς χαμηλής οικονομικής κατάστασης, με τον πατέρα του να είχε αποβιώσει 2 χρόνια προηγουμένως, την μητέρα του να παρουσιάζει προβλήματα υγείας και να είχε άλλα 10 αδέλφια, 4 από τα οποία διέμενα με την μητέρα του. Παρά τη συμπάθεια που το Δικαστήριο έδειξε, εντούτοις τονίστηκε ότι η συμπεριφορά του αλλοδαπού θα έπρεπε να ήταν διαφορετική. Η σοβαρότητα των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ενοχή σε συνδυασμό με τις επιζήμιες επιπτώσεις που προκαλούν καθώς και η δραματική αύξηση στη συχνότητα διάπραξης τους υποχρεώνει το Δικαστήριο να επιβάλλει ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα σε μια προσπάθεια αναχαίτισης τους. Θεώρηση της νομολογίας, δείγμα της οποίας έχει εκτεθεί πιο πάνω, καταδεικνύει ότι για τέτοιου είδους αδικήματα η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη ενδεδειγμένη. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής του κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα που επιβαρύνουν τη θέση του: (α) Τη σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή διαφαίνεται από τα πιο πάνω αλλά και από τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη τους καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας αλλά και λόγω του ότι τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. (β) Το χρονικό διάστημα των 5 σχεδόν μηνών που διήρκεσε η παράνομη παραμονή του εν λόγω κατηγορουμένου στην Κυπριακή Δημοκρατία. (γ) Το ότι ουσιαστικά ο εν λόγω κατηγορούμενος διέμενε παράνομα στην Κύπρο μέχρις που τελικά συνελήφθηκε από τις αστυνομικές αρχές. (δ) Το ότι ο κατηγορούμενος δεν περιορίστηκε στην παράνομη είσοδο και παράνομη παραμονή του στην Κύπρο αλλά προχώρησε στη διάπραξη και άλλων σοβαρών ποινικών αδικημάτων, ήτοι αυτό της πλαστοπροσωπίας και της συνομωσίας προς διάπραξη του αδικήματος αυτού μαζί με άλλο πρόσωπο. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την άμεση παραδοχή του. (β) Το ότι δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. (γ) Το ότι το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας δεν διαπράχτηκε με σκοπό την αποκόμιση οφέλους αλλά για να μπορέσει ο κατηγορούμενος να μεταβεί σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα με σκοπό να πετύχει ένα οικονομικά καλύτερο αύριο για τον εαυτό του αλλά και την οικογένεια του, πράγμα το οποίο τον επιβάρυνε οικονομικά με το ποσό των €500,00 αφού είναι το ποσό αυτό που κατέβαλε σε άλλο πρόσωπο για να του εξασφαλίσει και παραδώσει το συγκεκριμένο βελγικό διαβατήριο. (δ) Το ότι ο κατηγορούμενος βρίσκεται υπό κράτηση αναφορικά με την υπόθεση αυτή από τις 13.09.
- (ε) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές αναφέρονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ειδικότερα ότι: · Πριν από τη σύλληψη του ήταν περιπλανώμενος χωρίς έτσι να είχε μόνιμη ή σταθερή κατοικία διαμονής. · Προέρχεται από διασπασμένη οικογένεια χαμηλής οικονομικής κατάστασης. · Οι γονείς του χώρισαν όταν ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 7 ετών. · Η μητέρα του είχε αναλάβει μόνη τη φροντίδα και ανατροφή του ιδίου και των υπολοίπων δύο νεαρότερων αδελφών του ενώ ο πατέρας του διατήρησε απλά τυπικές σχέσεις μαζί τους χωρίς να επιδεικνύει οποιοδήποτε ενδιαφέρον τόσο σε συναισθηματικό όσο και σε οικονομικό τομέα μέχρις ότου απεβίωσε το
- · Φοίτησε μέχρι τη Γ' τάξη Γυμνασίου αφού τότε υποχρεώθηκε να διακόψει τη φοίτηση του για να εργαστεί αρχικά ως εργάτης και σε ηλικία 19 ετών όταν λειτούργησε δικό του κατάστημα ειδών ένδυσης, έτσι ώστε να συνεισφέρει στα έξοδα της οικογένειας. · Είναι δεσμευμένος και πατέρας δύο παιδιών ηλικίας 5 και 3 ετών αντίστοιχα ενώ η σύντροφος του κυοφορεί το τρίτο παιδί τους με την εγκυμοσύνη της να βρίσκεται στον όγδοο μήνα. · Για να καλύψει τα έξοδα της διαδικασίας εξόδου του από τη χώρα καταγωγής του και μετάβασης του στην Ευρώπη πώλησε την επιχείρηση του. Προς το σκοπό αυτό πλήρωσε το ποσό των €7.000,00 σε συμπατριώτη του. · Η οικογένεια του διαμένει στην πατρική του κατοικία με τις συνθήκες διαβίωσης της να περιγράφονται μη ικανοποιητικές λόγω στενότητας χώρου. · Αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα του για βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης του ιδίου και της οικογένειας του. Γενικά, λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί ή τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για τον κατηγορούμενο. Οι προαναφερόμενες προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου χωρίς αμφιβολία αποκαλύπτουν ότι ο κατηγορούμενος έζησε την παιδική και εφηβική του ηλικία σε δυσλειτουργικό οικογενειακό περιβάλλον. Παράλληλα, φανερώνουν ότι τα οικονομικά προβλήματα που η οικογένεια του αντιμετώπιζε όταν αυτός μεγάλωνε συνεχίζει σήμερα ο ίδιος να τα βιώνει, αν όχι σε δυσκολότερο βαθμό τουλάχιστο στην ίδια έκταση, με τη δική του οικογένεια. Τα προαναφερόμενα δείχνουν άτομο που όχι μόνο ταλαιπωρήθηκε οικογενειακά και οικονομικά με αποκορύφωμα τη στέρηση στοιχειώδης μόρφωσης αλλά και συνεχίζει να ταλαιπωρείται μέχρι σήμερα. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος, όπως και πολλοί άλλοι που εγκαταλείπουν τη χώρα καταγωγής τους, αναζητούν μέσω πολλές φορές δυσκολιών και κινδύνων ένα καλύτερο αύριο τόσο για τους ιδίους όσο και για τις οικογένειες τους. Ουσιαστικά αγωνίζονται για την επιβίωση τους. Ουδείς μπορεί να τους αποδώσει ευθύνη γι' αυτό. Από την άλλη όμως η προσπάθεια τους αυτή σε καμία περίπτωση πρέπει να γίνεται μέσω της διάπραξης ποινικών αδικημάτων, ακόμη χειρότερα όταν αυτά που διαπράττονται είναι σοβαρά όπως είναι στη δική μας περίπτωση. Η συμπάθεια και κατανόηση που το Δικαστήριο επιδεικνύει στην παρούσα περίπτωση δεν μπορούν να δικαιολογήσουν ούτε και να ανατρέψουν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος διέπραξε, ιδιαίτερα όταν σ' αυτά επιβάλλεται ποινή αποτρεπτικής φύσεως. Στη βάση των γεγονότων και δεδομένων της παρούσας υπόθεσης το Δικαστήριο ανάμενε από τον κατηγορούμενο να επιδείκνυε συμπεριφορά διαφορετική από αυτή που προέκυψε μέσα από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που περιβάλουν την υπόθεση αυτή. Ειδικότερα δεν θα έπρεπε εξ' αρχής να ερχόταν στις ελεύθερες περιοχές μέσω του παράνομου αεροδρομίου της Τύμπου στα κατεχόμενα εδάφη. Θα έπρεπε από την αρχή να ερχόταν στην Κύπρο μέσω των αναγνωρισμένων αεροδρομίων ή λιμένων στις ελεύθερες περιοχές. Ανεξαρτήτως όμως αυτού, θα έπρεπε να είχε παρουσιαστεί ο ίδιος από μόνος του στις αρμόδιες αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αντί αυτού παρέμεινε παράνομα στο νησί μέχρι που συνελήφθηκε επειδή στην πορεία διέπραξε και άλλα ποινικά αδικήματα. Καθοδηγούμενος από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων σε συνδυασμό με την ανησυχητική έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη τους και με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας και συχνότητας διάπραξης του αδικήματος όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλεται στον κατηγορούμενο οι εξής ποινές: Πρώτη κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3 μηνών Δεύτερη κατηγορία - ποινή φυλάκισης 4 μηνών Τρίτη κατηγορία - ποινή φυλάκισης 2 μηνών Τέταρτη κατηγορία - ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν η ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/
- Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου, κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ή παράγοντας που να δικαιολογεί την έκδοση διαταγής για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Παρόλα αυτά, όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες λήφθηκαν υπόψη για τη δραστική μείωση της ποινής που του επιβλήθηκε (βλέπε άρθρο 3
(2)του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09, Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663). Η έκτιση της ποινής του κατηγορουμένου θα αρχίσει από τις 13.09.13, δηλαδή από την ημερομηνία που τελεί υπό κράτηση για την παρούσα υπόθεση. Επιπλέον, δυνάμει των εξουσιών που μου παρέχει ο νόμος διατάζω όπως το βελγικό διαβατήριο κατασχεθεί και επιστραφεί στο νόμιμο ιδιοκτήτη του ενώ το εισιτήριο κατασχεθεί και καταστραφεί. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Πλαστοπροσωπεί-Συνομωσία προς διάπραξη πλημμελήματος-Παράνομη είσοδος- Παράνομη παραμονή/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο