← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γιάννης Τερλεμέζ, Αρ. Υπόθεσης: 3258/2013, 2/10/2013

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γιάννης Τερλεμέζ, Αρ. Υπόθεσης: 3258/2013, 2/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B74 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3258/2013 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. Γιάννης Τερλεμέζ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 02.10.13 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού Κατηγορούμενς: παρών και εμφανίζεται αυτοπροσώπως ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στις κατηγορίες της επίθεσης κατά αστυνομικού οργάνου τηρήσεως της τάξεως κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του και της κοινής επίθεσης κατά παράβαση των άρθρων 244(β) και 242 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, στις 08.02.09 στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου ο κατηγορούμενος παράνομα επιτέθηκε εναντίον του ειδικού αστυφύλακα 5315 Κ. Μιχαηλίδη κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του (πρώτη και δεύτερη κατηγορια). Αναφορικά με την τρίτη, τέταρτη και πέμπτη κατηγορία του κατηγορητηρίου, η κατηγορούσα αρχή προέβηκε στη διακοπή τους και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος απαλλάχτηκε. Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής παρέπεμψε στις λεπτομέρειες των κατηγοριών, στο περιεχόμενο των οποίων έχει ήδη γίνει αναφορά πιο πάνω. Συμπληρωματικά, ο κύριος Συμεού σημείωσε ότι την ημέρα που διαδραματίστηκε το επίδικο περιστατικό στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου υπήρξε ένταση και ο κατηγορούμενος έσπρωξε με το χέρι του τον ειδικό αστυφύλακα 5315 Κ. Μιχαηλίδη, ο οποίος προσπαθούσε να τον ηρεμήσει. Καταλήγοντας, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου ενώ παράλληλα δήλωσε ότι δεν υπάρχουν οποιαδήποτε έξοδα σε σχέση με την υπόθεση αυτή. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο κατηγορούμενος απολογήθηκε στο Δικαστήριο για τη συμπεριφορά του. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να διευκρινίσω ότι το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για ετοιμασία κοινωνικοοικονομικής έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής στον κατηγορούμενο. Αναμφίβολα τα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά, ιδιαίτερα αυτό της επίθεσης κατά αστυνομικού οργάνου τηρήσεως της τάξεως κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του. Η σοβαρότητα των αδικημάτων αντανακλάται από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Ειδικότερα το αδίκημα της επίθεσης κατά αστυνομικού επισύρει ποινή φυλάκισης μέχρι 2 έτη ενώ το αδίκημα της κοινής επίθεσης τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το 1 έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €1.708,60 ή και στις δύο αυτές ποινές. Επίσης, τα προαναφερόμενα αδικήματα θεωρούνται σοβαρά επειδή ενέχουν το κοινό στοιχείο της παρεμπόδισης και άσκησης βίας κατά αστυνομικού οργάνου που εκτελεί τα καθήκοντα του σε εντεταλμένη υπηρεσία. Η αστυνομία είναι το καθ' ύλη αρμόδιο σώμα που διατηρεί την ασφάλεια και την έννομη τάξη σε μια δημοκρατική χώρα, όπως είναι η Κύπρος. Ουδείς έχει δικαίωμα να παρεμβαίνει και να παρεμποδίζει ένα αστυνομικό κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Πολύ δε περισσότερο ουδείς έχει δικαίωμα να επιτίθεται κατά αστυνομικού οργάνου που εκείνη τη στιγμή είναι επιφορτισμένο με τον καθήκον της τήρησης της τάξης ασκώντας ή απειλώντας ότι θα ασκήσει βία εναντίον του. Οτιδήποτε από τα πιο πάνω οδηγεί σε υπονόμευση της αποστολής των αστυνομικών αρχών απέναντι στην κοινωνία. Όπως αναφέρεται στο κυπριακό νομικό σύγγραμμα "Sentencing in Cyprus" του κ. Γ. Πική, 1η έκδοση στη σελ. 55, σε μετάφραση: "Επιθέσεις κατά αστυνομικών κατά την εκτέλεση του καθήκοντος τους αποτελούν σοβαρά αδικήματα δεδομένης της ανάγκης όπως διατηρείται η εξουσία της Αστυνομίας δηλαδή της αρμόζουσας υπηρεσίας του κράτους που εφαρμόζει τον Νόμο." Το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε την σοβαρότητα τέτοιων αδικημάτων στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας

(1992)2 Α.Α.Δ. 245 στο ακόλουθο απόσπασμα: "Οι Αστυνομικές Αρχές στην εκτέλεση του καθήκοντός τους είναι φορείς της εξουσίας του δικαίου. Αντιστράτευση και υπονόμευση του έργου τους κάτω από τις συνθήκες που είχε διαπραχθεί το αδίκημα δε μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως πράξη εξαιρετικής σοβαρότητας." Στις υποθέσεις Rock v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 251 και Zak & Others v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 6, αποφασίστηκε ότι η κατάλληλη ποινή ήταν η ποινή φυλάκισης, πλην όμως στην τελευταία υπόθεση η ποινή αναστάληκε λόγω των δυσμενών επιπτώσεων στη σταδιοδρομία των εφεσειόντων που ήταν άγγλοι στρατιώτες. Σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής του κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου ως επιβαρυντικό στοιχείο τη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή έχει σημειωθεί πιο πάνω. Επίσης, θεωρώ ως επιβαρυντικό στοιχείο το γεγονός ότι η επίθεση εναντίον του εν λόγω αστυνομικού διαδραματίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, σ' ένα δημόσιο χώρο που επισκέπτονται καθημερινά διάφοροι ασθενείς, στον οποίο λόγω της φύσεως της λειτουργίας του, οι παρευρισκόμενοι οφείλουν να είναι ήρεμοι, ήσυχοι και αρμονικά να συνεργάζονται με το προσωπικό του νοσοκομείου. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την άμεση παραδοχή του. (β) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (γ) Το νεαρό της ηλικίας του αφού είναι μόλις 24 ετών. (δ) Την απολογία του ενώπιον του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχτηκαν τα αδικήματα φανερώνουν ότι το επίδικο περιστατικό συνέβηκε μετά από πρόκληση έντασης και ευτυχώς περιορίστηκε σε σπρώξιμο του επί καθήκοντος αστυφύλακα από το χέρι του κατηγορουμένου. Θεωρώ ότι τα περιστατικά της υπόθεσης αυτής μου επιτρέπουν να εκλάβω ότι το επεισόδιο αυτό προκλήθηκε κάτω από ένταση στην οποία περιήλθε ο κατηγορούμενος, γεγονός το οποίο, σε συνδυασμό με το νεαρό της ηλικίας του, τον οδήγησε σε στιγμιαία απώλεια της ψυχραιμίας και του αυτοελέγχου του. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι αν και το εν λόγω επεισόδιο διεξήχθηκε σε δημόσιο χώρο που καθημερινά κατακλύζεται από ασθενείς, την ίδια στιγμή πρόκειται για χώρο που εκ φύσεως της λειτουργίας του περιβάλλεται από ατμόσφαιρα ανησυχίας, αγωνίας και άγχους με αποτέλεσμα να εγκυμονεί προκλήσεις για δημιουργία έντασης και εξωτερίκευσης αυτής της αγωνίας και του άγχους που συνήθως οι επισκέπτες αισθάνονται και με λάθος τρόπο να δημιουργείται μία ανεπιθύμητη κατάσταση. Όλα αυτά θεωρούνται ελαφρυντικοί παράγοντες, οι οποίοι και λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο. Δεν μπορούν ακόμη να παραγνωριστούν οι προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτίθενται μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε, το περιεχόμενο της οποίας αποκαλύπτει ότι ο κατηγορούμενος έζησε την παιδική και εφηβική του ηλικία σε δυσλειτουργικό οικογενειακό περιβάλλον. Παράλληλα, η ίδια έκθεση φανερώνει ότι τα οικονομικά προβλήματα που η οικογένεια του αντιμετώπιζε όταν αυτός μεγάλωνε συνεχίζει σήμερα ο ίδιος να τα βιώνει, θα έλεγα σε δυσκολότερο βαθμό, με τη δική του οικογένεια. Τα προαναφερόμενα δείχνουν άτομο που όχι μόνο ταλαιπωρήθηκε οικογενειακά και οικονομικά με αποκορύφωμα τη στέρηση στοιχειώδης μόρφωσης αλλά και συνεχίζει να ταλαιπωρείται μέχρι σήμερα. Συγκεκριμένα, λαμβάνονται υπόψη τα πιο κάτω ελαφρυντικά στοιχεία: · Προέρχεται από διασπασμένη και διαζευγμένη πολυμελή οικογένεια χαμηλής εισοδηματικής κατάστασης. · Είναι υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές. · Έχει ακόμη 4 αδέλφια, ένας εκ των οποίων ηλικίας 18 ετών είναι επίσης υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές ενώ οι υπόλοιποι είναι μαθητές και διαμένουν με τη μητέρα του, η οποία σήμερα είναι άνεργη. · Υπήρξε θύμα αλλά και μάρτυρας άσκησης σωματικής κακοποίησης των μελών της οικογένειας του από τον πατέρα του, ο οποίος παρουσίαζε σοβαρό πρόβλημα αλκοολισμού. · Η απουσία σταθερού τόπου διαμονής αλλά και κοινωνικού περίγυρου κατά την διάρκεια της παιδικής και εφηβικής ηλικίας του τον επηρέασε αρνητικά. · Είναι απόφοιτος δημοτικού σχολείου αλλά υποχρεώθηκε να διακόψει την περαιτέρω μόρφωση του για να εργαστεί και να συνεισφέρει στα έξοδα της οικογένειας του. · Σήμερα οι σχέσεις του με τον πατέρα του είναι ανύπαρκτες ενώ διατηρούσε και συνεχίζει να διατηρεί καλές σχέσεις με τη μητέρα και τα αδέλφια του. · Από το 2008 είναι αρραβωνιασμένος με τη μνηστή του να είναι ανίκανη για εργασία έπειτα από εμπλοκή της σε τροχαίο ατύχημα. · Η αρραβωνιαστικιά του κατηγορουμένου, η οποία επίσης προέρχεται από φτωχή και πολυμελή οικογένεια, είναι απόφοιτη δημοτικού και διαζευγμένη μητέρα δύο ανήλικων τέκνων 10 και 12 ετών αντίστοιχα, τα οποία διαμένουν μαζί με τη μητέρα τους και κατ' επέκταση με τον κατηγορούμενο. · Ο ίδιος έχει τρία ανήλικα τέκνα με την αρραβωνιαστικιά του ηλικίας 4 και 10 μηνών αντίστοιχα. · Αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα. · Διαμένει σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα στην Κάτω Πάφο με τις συνθήκες διαβίωσης να έχουν κριθεί μη ικανοποιητικές λόγω στενότητας χώρου και εξαιτίας του ότι η οικία δεν βρίσκεται σε καλή κατάσταση. · Δεν έχει εισοδήματα, ούτε αποταμιεύσεις και δεν διαθέτει κινητή και ακίνητη περιουσία. Η αρραβωνιαστικιά του διαθέτει ένα αυτοκίνητο μάρκας Mazda. · Έχει χρέος €6.000,00 στην Τράπεζα Κύπρου το οποίο αφορά την αγορά αυτοκινήτου μάρκας Honda, πλην όμως η μηνιαία δόση δεν καταβάλλεται, το δε όχημα καταστράφηκε έπειτα από τροχαίο ατύχημα. · Τα τελευταία δύο χρόνια είναι άνεργος και συντηρείται από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας. Γενικά, λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί ή τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για τον κατηγορούμενο. Ένας άλλος μετριαστικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη προς όφελος του κατηγορουμένου είναι και ο χρόνος που διέρρευσε από τη διάπραξη αδικημάτων του κατηγορητηρίου μέχρι την καταχώρηση του. Είναι γνωστό ότι η διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου και ακολούθως η εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης του εντός εύλογου χρονικού διαστήματος αποτελεί ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα του κατηγορουμένου που κατοχυρώνεται συνταγματικά μέσω του άρθρου 30.2 του Συντάγματος, το οποίο ταυτίζεται με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης που η Κυπριακή Δημοκρατία κύρωσε με το Νόμο 39/62. Σκοπός της συνταγματικής πρόνοιας είναι η προστασία του κατηγορουμένου από τις υπερβολικές καθυστερήσεις. Δεν είναι δυνατό ένας κατηγορούμενος να τελεί σε μακροχρόνια κατάσταση αβεβαιότητας για τη διάγνωση της ποινικής του ευθύνης. Η πιο πάνω συνταγματική επιταγή αποτέλεσε διαχρονικά αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία κυπριακών αποφάσεων μέσα από τις οποίες τονίστηκε ότι το Δικαστήριο έχει πρωταρχική ευθύνη να τη διασφαλίσει (βλέπε Γαβριηλίδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 A.A.Δ. 405). Η επί του προκειμένου κυπριακή νομολογία είναι ταυτόσημη με εκείνη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, οι οποίες εκτιμούν το δικαίωμα για δίκη εντός εύλογου χρόνου ως εξαιρετικής σημασίας για την ορθή, αποτελεσματική και αξιόπιστη απονομή της δικαιοσύνης. Ευθύνη προς τούτο φέρει το κράτος που είναι υπεύθυνο για την καλή οργάνωση του δικαστικού συστήματος ούτως ώστε να επιτυγχάνεται η εκδίκαση τόσο των πολιτικών υποθέσεων και ιδιαίτερα των ποινικών υποθέσεων μέσα σε εύλογο χρόνο (βλέπε König v. Germany [1978] 2 E.H.R.R. 170 και Sussman v. Germany [1998] 25 E.H.R.R. 64). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Πεγειώτη και άλλης (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617 υποδείκτηκε ότι η δίωξη του παραβάτη ευθύς ως έρχεται στο φως η αξιόποινη πράξη του αποτελεί αρχή συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης και τη δίκαιη δίκη. Τυχόν καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης με την καταχώρηση της υπόθεσης λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής και ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Επίσης, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Πότση
(2000)2 Α.Α.Δ. 252 το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την ανάγκη για αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο στον κατηγορούμενο. Στην δε υπόθεση Γενικού Εισαγγελέα v. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355 υποδείχθηκε πως η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, δηλαδή αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο, είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινή φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Στην προκειμένη περίπτωση παρατηρώ ότι τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει διαπράχτηκαν στις 08.02.09 με το κατηγορητήριο ωστόσο να επανακαταχωρείται στις 12.03.13, δηλαδή μετά από πέραν των 4 ετών από τη διάπραξη τους. Παράλληλα, δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι σήμερα που καλείται να επιβάλει ποινή στον κατηγορούμενο έχει διαρρεύσει χρόνος σχεδόν 4 ετών και 8 μηνών από την ημέρα διάπραξης τους. Η παρούσα περίπτωση πρόκειται για υπόθεση από την οποία απουσιάζει το στοιχείο της πολυπλοκότητας και συνεπώς η διερεύνηση της και προσαγωγή του κατηγορουμένου ενώπιον της δικαιοσύνης αποτελεί εύκολο έργο για την κατηγορούσα αρχή. Παρόλα αυτά διαπιστώνεται καθυστέρηση και κατ' επέκταση ολιγωρία από μέρους της κατηγορούσας αρχής ως προς την προώθηση της υπόθεσης αυτής στο Δικαστήριο. Για την καθυστέρηση αυτή η κατηγορούσα αρχή ουδεμία λογική και πειστική εξήγηση έδωσε. Από την άλλη, κατά το χρόνο της καθυστέρησης υπήρξαν αλλαγές στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου αφού ο κατηγορούμενος απέκτησε τρία παιδιά, βρέθηκε στην ανεργία, βρίσκεται υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές καθώς επίσης τα τελευταία δύο χρόνια συντηρείται από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας. Καθοδηγούμενος από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη χωρίς να παραγνωρίζω τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων, θεωρώ ότι η παρούσα υπόθεση διακρίνεται από τις περιπτώσεις στις οποίες επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης. Θεωρώ ότι η υπόθεση αυτή θα μπορούσε να προσεγγιστεί με ευνοϊκότερο φακό από ότι οι προαναφερόμενες περιπτώσεις καθότι τα περιστατικά και οι ελαφρυντικοί παράγοντες που υπάρχουν είναι τέτοια που επιτρέπουν κάτι τέτοιο. Συνεπώς, κρίνω ότι η αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο, η οποία να λαμβάνει υπόψη τους επιβαρυντικούς παράγοντες από τη μια και όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία από την άλλη ενώ ταυτόχρονα να μην παραγνωρίζει τη σοβαρή οικονομική δυσχέρεια του κατηγορουμένου είναι αυτή της προσωπικής υπογραφής εγγύησης. Πιστεύω πως ο κατηγορούμενος δικαιούται μία δεύτερη ευκαιρία και ελπίζω να την αδράξει προς όφελος του ιδίου και της οικογένειας του. Καταληκτικά, ο κατηγορούμενος στην πρώτη κατηγορία να υπογράψει εγγύηση ύψους €1.000,00 για να τηρεί την τάξη, τους νόμους και κανονισμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας για περίοδο 2 ετών. Σε σχέση με τη δεύτερη κατηγορία, δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή καθότι η κατηγορία αυτή είναι στενά συνυφασμένη με την πρώτη κατηγορία επί της οποίας ήδη επιβλήθηκε ποινή. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Επίθεση κατά αστυνομικού και Κοινή Επίθεση/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.