Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χριστάκης Λουκά κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11798/2013, 8/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B77 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11798/2013 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.
- Χριστάκης Λουκά
- Adnan Al Khsharfa
- Mohammad Alloush
- Balraj Singh Ημερομηνία: 08.10.13 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Κατηγορούμενοι 2, 3 και 4: παρόντες και εμφανίζονται αυτοπροσώπως ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος 2 βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στην κατηγορία της παράνομης απασχόλησης κατά παράβαση των άρθρων 2, 19
(1)(κ) και 20 του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ.105 μετά των συναφών τροποποιήσεων (τέταρτη κατηγορία). Με βάση τις λεπτομέρειες αδικήματος, στις 12.09.13 στην επαρχία Πάφου ο δεύτερος κατηγορούμενος, ενώ είναι αλλοδαπός από τη Συρία, εργαζόταν παράνομα σε αμπέλι χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Ο κατηγορούμενος 3 βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, επίσης στην κατηγορία της παράνομης απασχόλησης κατά παράβαση των άρθρων 2, 19
(1)(κ) και 20 του Κεφ.105 (πέμπτη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, κατά τον ίδιο με πιο πάνω τόπο και χρόνο ο τρίτος κατηγορούμενος, ενώ είναι αλλοδαπός από τη Συρία, εργαζόταν παράνομα στο ίδιο αμπέλι που εργαζόταν και ο δεύτερος κατηγορούμενος χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Ο δε κατηγορούμενος 4 βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στις κατηγορίες της παράνομης απασχόλησης και παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά παράβαση των άρθρων 2, 19
(1)(κ), 19
(1)(λ) και 20 του Κεφ.105 αντίστοιχα (έκτη και έβδομη κατηγορία). Με βάση τις λεπτομέρειες αδικημάτων, στον ίδιο προαναφερόμενο τόπο και χρόνο ο τέταρτος κατηγορούμενος, ενώ είναι αλλοδαπός από την Ινδία και βρισκόταν στην Κύπρο με άδεια παραμονής και εργασίας στον Δημήτρη Αναστασίου στην Καλλέπεια και στις 17.01.11 του παραχωρήθηκε επιστολή αποδέσμευσης για να εξεύρει νέο εργοδότη, δεν το έπραξε με αποτέλεσμα να παραμείνει παράνομα στην Κύπρο, χωρίς να εξασφαλίσει άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Μετανάστευσης. Περαιτέρω, ο εν λόγω κατηγορούμενος στις 12.09.13 στην επαρχία Πάφου εργαζόταν παράνομα στο ίδιο αμπέλι που εργάζονταν κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και οι κατηγορούμενοι 2 και 3, επίσης χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής παρέπεμψε στις λεπτομέρειες της τέταρτης, πέμπτης, έκτης και έβδομης κατηγορίας, στο περιεχόμενο των οποίων έχει ήδη γίνει αναφορά πιο πάνω. Συμπληρωματικά, η κυρία Παπαλαζάρου ανάφερε τα εξής: Μετά από παρακολούθηση άνδρες της Υ.Α.Μ. επισκέφτηκαν αγροτικό τεμάχιο, ήτοι αμπέλι, στην επαρχία Πάφου και εντόπισαν τους κατηγορουμένους 2, 3 και 4 να τρυγούν. Ο αστυφύλακας 3202 Δ. Δημητρίου τους αποκάλυψε ότι ήταν αστυνομικός και τους ζήτησε να του παρουσιάσουν τα στοιχεία και τις άδειες εργασίας τους. Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 είπαν ότι κατάγονται από τη Συρία και δεν έχουν άδεια για να εργάζονται. Ακολούθως, έγινε διαβατηριακός έλεγχος και διαπιστώθηκε ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 είχαν υποβάλει αιτήσεις πολιτικού ασύλου, η εξέταση των οποίων μέχρι σήμερα εκκρεμεί. Αφού τους επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο, αυτοί απάντησαν 'Εντάξει'. Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 4, του ζητήθηκε να παρουσιάσει άδεια εργασίας, πλην όμως ο ίδιος απάντησε ότι δεν έχει. Κατόπιν διαβατηριακού ελέγχου που έγινε στη συνέχεια διαπιστώθηκε ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος ήλθε στην Κύπρο το έτος 2009 και βρισκόταν με άδεια παραμονής και εργασίας σε κάποιο Δημήτρη Αναστασίου από την Καλλέπεια. Ωστόσο από τις 17.1.11 δόθηκε στον κατηγορούμενο 4 επιστολή αποδέσμευσης για να εξεύρει νέο εργοδότη χωρίς όμως να το πράξει με αποτέλεσμα τα στοιχεία του να καταχωρηθούν στον κατάλογο των αναζητουμένων προσώπων. Αφού ο εν λόγω κατηγορούμενος πληροφορήθηκε ότι παράνομα απασχολείται και παράνομα διαμένει στην Κύπρο, αυτός απάντησε 'Εντάξει'. Ακολούθως, οι κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 έδωσαν καταθέσεις στις οποίες ανάφεραν που εργάζονται και όταν κατηγορήθηκαν γραπτώς απάντησαν σε όλες τις κατηγορίες που τους αναλογούν 'Παραδέχομαι'. Καταλήγοντας, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι όλοι οι κατηγορούμενοι είναι λευκού ποινικού μητρώου ενώ παράλληλα δήλωσε ότι δεν υπάρχουν οποιαδήποτε έξοδα σε σχέση με την υπόθεση αυτή. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο κατηγορούμενος 2 απολογήθηκε στο Δικαστήριο δήλωσε ότι, ως αιτητής πολιτικού ασύλου, δεν γνώριζε ότι απαγορευόταν να εργάζεται στο χωράφι. Επίσης, ο εν λόγω κατηγορούμενος ανάφερε ότι αναγκάστηκε να εργαστεί επειδή δεν λάμβανε οποιοδήποτε επίδομα. Ούτε ο κατηγορούμενος 3 αμφισβήτησε επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής. Ο εν λόγω κατηγορούμενος, αφού συμφώνησε με αυτά που ο κατηγορούμενος 2 είπε και απολογήθηκε στο Δικαστήριο, ανάφερε ότι δεν γνώριζε ότι ήταν παράνομο αυτό που διέπραξε. Ούτε ο κατηγορούμενος 4 αμφισβήτησε επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο οποίος περιορίστηκε στο να απολογηθεί γι' αυτό που έγινε. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο αυτό, το Δικαστήριο διέταξε την ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο στα πλαίσια επιβολής ποινής στον εν λόγω κατηγορούμενο. Αναμφίβολα τα αδικήματα που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι είναι σοβαρά. Ενδεικτική δε της σοβαρότητας τους είναι οι προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Τόσο το αδίκημα της απασχόλησης αλλοδαπού χωρίς την εξασφάλιση άδειας από τον Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης όσο και το αδίκημα της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας τιμωρούνται, δυνάμει των άρθρου 19
(1)(κ) και 19
(1)(λ) του Κεφ.105, με ποινή φυλάκισης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες ή σε πρόστιμο μέχρι €1.708,60 (ισότιμο σε Λ.Κ.£1.000,00) ή και τις δύο αυτές ποινές. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων, κατά κύριο λόγο, αντανακλάται στις επιπτώσεις που προκαλούν στην κυπριακή κοινωνία και οικονομία, σε συνδυασμό με την ιδιαίτερα ανησυχητική έξαρση που παρουσιάζουν τα αδικήματα αυτής της μορφής στον τόπο μας, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Η σοβαρότητα των αδικημάτων αυτών έγκειται ακόμη στο ότι υπονομεύουν το σεβασμό που πρέπει να επιδεικνύεται στους νόμους και κανονισμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας. Είναι γι' αυτό το λόγο που τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοιου είδους υποθέσεις με την ανάλογη και δέουσα αυστηρότητα. Αδικήματα όπως αυτά της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και της παράνομης απασχόλησης στρέφονται ευθέως κατά του κράτους και της έννομης τάξης, ενώ ταυτόχρονα υπονομεύουν τη δυνατότητα των αρμοδίων αρχών για άσκηση αποτελεσματικού ελέγχου στην επικράτεια της, προκειμένου να γνωρίζουν ανά πάσα στιγμή ποιος παραμένει και ποιος εργάζεται στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και για ποιο λόγο, πέραν του γεγονότος ότι προκαλούνται προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως. Η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα και συνάμα συντεταγμένο κράτος το οποίο διέπεται από νόμους, οι οποίοι ρυθμίζουν τον τρόπο άσκησης των δικαιωμάτων τόσο των πολιτών της όσο και αυτών άλλων κρατών. Σε ότι αφορά τους τελευταίους, η παραμονή στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας επιτρέπεται, όχι όμως ανεξέλεγκτα, αλλά σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις που καθορίζει ο Νόμος. Παρόλο ότι τα Δικαστήρια δεν μπορούν παρά να εκφράζουν τη συμπάθεια τους σε πρόσωπα που εγκαταλείπουν τις χώρες καταγωγής τους αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον στη χώρα μας ή για να αγωνιστούν για την επιβίωση τους ή ακόμη προσπαθώντας να αποφύγουν κίνδυνο που διατρέχει η ζωή τους στη χώρα καταγωγής τους για οποιονδήποτε λόγο π.χ. θρησκευτικούς, φυλετικούς, ιδεολογικούς, πολιτικούς λόγους κ.λ.π., εντούτοις την ίδια στιγμή αναμένουν να γίνει απόλυτα κατανοητό ότι τα άτομα αυτά οφείλουν να σέβονται τους νόμους του κράτους στο οποίο επιζητούν φιλοξενία. Αδικήματα της παράνομης παραμονής, όπως έχει ήδη αναφερθεί, παρουσιάζουν έξαρση στον τόπο μας, αφού αποτελούν καθημερινό φαινόμενο με αλυσιδωτές επιπτώσεις. Δεν θα ήταν υπερβολή εάν έλεγα ότι το φαινόμενο αυτό προσλαμβάνει διαστάσεις επιδημίας στη χώρα μας. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια τα Δικαστήρια, επιτελώντας την αποστολή τους για εφαρμογή του Νόμου, οφείλουν να επιβάλουν αποτρεπτικές ποινές για την πάταξη του φαινομένου καθώς επίσης και για ευρύτερη προστασία της κυπριακής κοινωνίας από τις επιπτώσεις που παρατηρούνται. Στην υπόθεση Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 421 το ακόλουθο απόσπασμα επιβεβαιώνει την πιο πάνω θέση του Δικαστηρίου: "Αδικήματα που αφορούν την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. Έχει επισημανθεί στη σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα έχει φθάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης. Ακόμη ότι η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα αλλά ο καθένας που επιθυμεί να ζήσει εδώ οφείλει να συμμορφώνεται με τους Νόμους και Κανονισμούς της χώρας αυτής. Όπου ένα αδίκημα είναι από τη φύση του σοβαρό ή όπου διαπράττεται με μεγάλη συχνότητα δικαιολογείται η αντιμετώπιση του με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα έτσι που πέραν από την τιμωρία του κατηγορούμενου να εξυπηρετείται και ο στόχος της αποτροπής διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από άλλα πρόσωπα." Στην υπόθεση Ali Riza Mohamet v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 295 ο εφεσείοντας καταδικάστηκε κατόπιν δικής του παραδοχής στο αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του κατά παράβαση του άρθρου 19
(1)(λ) του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ.105 μετά των συναφών τροποποιήσεων, όπως στην παρούσα υπόθεση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο του επέβαλε ποινή φυλάκισης 5 μηνών. Ο εφεσείοντας ήταν Ιρανός, ηλικίας 31 ετών και πατέρας ενός ανήλικου τέκνου ηλικίας 3 ετών. Εισήλθε στην Κύπρο με άδεια παραμονής η οποία έληγε στις 24.01.
- Μετά παρέμεινε στην Κύπρο παράνομα. Αυτό διαπιστώθηκε από την Αστυνομία στις 10.10.
- Ο εφεσείων εφεσίβαλε την ποινή ως έκδηλα υπερβολική. Το Εφετείο τονίζοντας την αυξητική τάση που παρατηρείται στην παράνομη παραμονή στην Κύπρο αλλοδαπών που εισήλθαν νόμιμα, τις δυσμενείς επιπτώσεις που δημιουργούνται στον τόπο από τη διάπραξη του αδικήματος αυτού σε διάφορους τομείς, όπως οικονομικούς, κοινωνικούς και άλλους και ότι στην περίπτωση της Κύπρου θα πρέπει να γίνει καθολικά σεβαστό ότι συντρέχουν ιδιαίτερα ισχυροί λόγοι για την αυστηρή εφαρμογή της αρχής του διεθνούς δικαίου που επιτρέπει τον αποκλεισμό αλλοδαπών προς διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας έκρινε ότι δεν συνέτρεχε λόγος για επέμβαση. Επίσης, στην υπόθεση Nazari ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 231 τονίστηκε ότι η παράνομη παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο συνιστά δεσπόζον (prevalent) αδίκημα, γεγονός που δικαιολογεί την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Το ακόλουθο χαρακτηριστικό απόσπασμα από την ίδια υπόθεση αποτυπώνει την σοβαρότητα της κατάστασης: "Η Κύπρος, πρέπει να γίνει κατανοητό, είναι μια μικρή χώρα, με τεράστια προβλήματα. Η περιφρούρηση της Κυπριακής Επικράτειας αποτελεί θεμελιώδες καθήκον. Δεν υποτιμούμε την αγωνία των όπου γης ανθρώπων για την εξασφάλιση εργασίας και, γενικά, τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους. Όμως, στην περίπτωση της Κύπρου, πρέπει να γίνει καθολικά σεβαστό ότι συντρέχουν ιδιαίτερα ισχυροί λόγοι για την αυστηρή εφαρμογή της αρχής του διεθνούς δικαίου που επιτρέπει τον αποκλεισμό αλλοδαπών προς διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας. Η συχνότητα, με την οποία διαπράττονται αδικήματα αυτής της φύσης, και οι αρνητικές επιπτώσεις στο κοινωνικό σύνολο συνοψίζονται περιεκτικά στο απόσπασμα που ακολουθεί από την πρόσφατη απόφαση του Εφετείου. Mohamed και Άλλοι ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 166 που δόθηκε από το Νικήτα Δ.:- «Δυστυχώς το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκαν οι εφεσείοντες διαπράττεται τελευταία με εντεινόμενη συχνότητα. Ο πρωτόδικος δικαστής, εκφράζοντας τη βαθιά ανησυχία του για το φαινόμενο, το χαρακτήρισε ως επιδημία. Δε θα ήταν υπερβολικό να λεχθεί ότι από την άποψη αυτή η Κύπρος βρίσκεται σε κατάσταση πολιορκίας. Οι αρνητικές επιπτώσεις, κοινωνικές, οικονομικές και άλλες ήδη εκδηλώθηκαν και επηρεάζουν τη ζωή του τόπου. Η Κύπρος είναι χώρα φιλόξενη και ανεκτική. Ιστορικά υπήρξε και εξακολουθεί να είναι κόμβος συγκοινωνιακός, οικονομικός και πολιτιστικός. Όμως κάθε κράτος διατηρεί το δικαίωμα μη αποδοχής αλλοδαπών (βλέπε ανάπτυξη του καθηγητή J.G. Starke 'Introduction to International Law', 10η έκδοση στη σελ. 748 και επ.), το οποίο παραβιάζεται με διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων..»" Το στίγμα της υπόθεσης δίδεται ακόμη μέσα από το απόσπασμα της προαναφερόμενης υπόθεσης Ali Riza Mohamet v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 295: Έπειτα, το δικαστήριο εξήγησε ότι λόγω της παρατηρούμενης έξαρσης αυτών των αδικημάτων, με έκδηλες τις αρνητικές επιπτώσεις στη ζωή του τόπου, καθίστατο αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικών ποινών όπως άλλωστε τονίστηκε και στις πρόσφατες αποφάσεις του Εφετείου στις υποθέσεις Mohamed El Feky και άλλοι ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 166 και Nazari v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 231. Τελευταία η Κύπρος αντιμετωπίζει πράγματι οξύ πρόβλημα τόσο από την παράνομη είσοδο στην Κύπρο αλλοδαπών όσο και από την παράνομη παραμονή αλλοδαπών που εισήλθαν νόμιμα. Έχει σημειωθεί μια κατακόρυφη αυξητική τάση και ο αριθμός του συνόλου των ευρισκομένων στην Κύπρο παράνομα έχει φτάσει σε επίπεδο τόσο ψηλό ώστε αφενός να καθίσταται δύσκολη η αποτελεσματική αστυνόμευση και αφετέρου να δημιουργούνται δυσμενείς επιπτώσεις σε διάφορους τομείς,οικονομικούς, κοινωνικούς αλλά και γενικότερα." Περαιτέρω, στην υπόθεση Al Jibouri κ.ά v. Αστυνομίας
(1992)2 A.A.Δ. 143, στην οποία αλλοδαποί που παρέμειναν στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής τους καταδικάστηκαν σε ένα μήνα φυλάκιση έκαστος, το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά σε νομολογία, σημείωσε ότι οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων όσο και αν, όπως σε κάθε περίπτωση, είναι παράγοντες σχετικοί με την επιμέτρηση της ποινής, είναι περιορισμένης σημασίας και σίγουρα δεν μπορούν να αφεθούν να οδηγήσουν σε αναποτελεσματική εφαρμογή του νόμου σε υποθέσεις όπως η παρούσα, στις οποίες οι ποινές είναι αναγκαίο να είναι αποτρεπτικές. Επιπλέον, μέσα από την υπόθεση Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 243 προκύπτει ότι το γεγονός ότι ο αλλοδαπός είναι αιτητής πολιτικού ασύλου και επομένως διέμενε νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία μέχρι την απόρριψη της αίτησης του και έκτοτε παραμένει παράνομα δεν διαφοροποιεί την όλη κατάσταση γεγονότων, ούτε και μεταβάλλει την αυστηρότητα αντιμετώπισης τέτοιων αδικημάτων. Η προαναφερόμενη νομολογία, η οποία ας σημειωθεί είναι απόλυτα σχετική με τη δική μας περίπτωση αφού ο κατηγορούμενος 4 εισήλθε στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας με άδεια παραμονής και εργασίας σε κάποιο Δημήτρη Αναστασίου από την Καλλέπεια και στις 17.1.11 του παραχωρήθηκε επιστολή αποδέσμευσης για να εξεύρει νέο εργοδότη, πράγμα όμως που δεν έπραξε παραμένοντας και διαμένοντας έτσι παράνομα στο νησί, καταδεικνύει ότι για αδικήματα της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη ενδεδειγμένη. Σε σχέση με τα αδικήματα της παράνομης εργοδότησης και παράνομης απασχόλησης, θεώρηση της σχετικής επί του θέματος νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου επιβεβαιώνει μια σταθερή προσέγγιση σε περιπτώσεις όπου οι αλλοδαποί βρίσκονται παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία κατά τον χρόνο εργοδότησης τους, είτε εισήλθαν παράνομα στο έδαφος της Δημοκρατίας είτε νόμιμα και ακολούθως κατέστησαν παράνομοι, με την επιβολή ποινών φυλάκισης. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Μιχαήλ
(2001)2 Α.Α.Δ. 74, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Άριστου Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ. 283, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Αθανασίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 311, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Γιώργου Γραμματικού
(2001)2 Α.Α.Δ. 467, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζαννέττου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μονιάτη
(2000)2 Α.Α.Δ. 553, Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 243, Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 421, Ali Riza Mohamet v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 295, Nazari ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 231, Mohamed El Feky και άλλοι ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 166 και Al Jibouri κ.ά v. Αστυνομίας
(1992)2 A.A.Δ. 143. Πιο πρόσφατη νομολογία όμως έδειξε μια διαφοροποίηση στις περιπτώσεις παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών οι οποίοι βρίσκονται νόμιμα στην Κύπρο, είτε ως φοιτητές είτε ως αιτητές πολιτικού ασύλου. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Lin Qinlong κ.ά. v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 501 αφήνεται να εννοηθεί ότι η περιστασιακή απασχόληση αλλοδαπών φοιτητών στις ελεύθερες ώρες τους δεν θα πρέπει να αντικρίζεται με την ίδια αυστηρότητα που πρέπει να επιδεικνύεται σε άλλες υποθέσεις παράνομης εργοδότησης και απασχόλησης στις οποίες ο αλλοδαπός βρίσκεται παράνομα στην Κύπρο. Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Νίκου Νικολάου
(2006)2 Α.Α.Δ. 488 χρηματική ποινή Λ.Κ.£300,00 που επιβλήθηκε σε εργοδότη λευκού ποινικού μητρώου για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού που βρισκόταν νόμιμα στην Κύπρο ως αιτητής ασύλου, όταν ο Κύπριος εργοδοτούμενος του εγκατέλειψε την εργασία του, επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στην ίδια υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε ότι με γνώμονα ότι χορηγείται άδεια εργασίας σε αιτητές ασύλου σε ορισμένους τομείς ακριβώς για να αυτοσυντηρούνται και να μη χρειάζεται παρεμβολή της πολιτείας σε αυτό τον τομέα οι προεκτάσεις της μη ένταξης αιτητών πολιτικού ασύλου στο σύστημα εργασίας, δεν είναι τόσο αποφασιστικής σημασίας έτσι ώστε να δικαιολογείται η αντιμετώπισή τους με την αυστηρότητα που επιδεικνύεται σε άλλες υποθέσεις παράνομης εργοδότησης. Επίσης, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Μαυρικίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 494 επιβλήθηκε χρηματική ποινή ύψους Λ.Κ.£400,00 σε διευθυντή εταιρείας που εργοδότησε χωρίς τη σχετική άδεια αιτητή πολιτικού ασύλου, οποίος βρισκόταν νόμιμα στην Κύπρο. Θεωρώ ότι η παρούσα περίπτωση, καθ' όσον αφορά τους κατηγορουμένους 2 και 3 κατατάσσεται στη δεύτερη κατηγορία που περιλαμβάνει παράνομη απασχόληση αιτητή πολιτικού ασύλου, ο οποίος διαμένει νόμιμα στην Κύπρο. Ειδικότερα, οι κατηγορούμενοι 2 και 3 βρίσκονται στην Κύπρο ως αιτητές πολιτικού ασύλου υποβάλλοντας σχετικές αιτήσεις, η εξέταση των οποίων εκκρεμεί μέχρι σήμερα. Κατά συνέπεια, οι εν λόγω κατηγορούμενοι βρίσκονταν κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων του κατηγορητηρίου και εξακολουθούν να βρίσκονται νόμιμα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι αξιόποινες πράξεις τους περιορίζονται στην εξεύρεση απασχόλησης χωρίς την εξασφάλιση άδειας εργασίας από τον Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης σε τομέα που δίδεται σε αιτητή πολιτικού ασύλου. Οι συνθήκες αυτές επιτρέπουν στο Δικαστήριο να παρεκκλίνει από το επίπεδο αυστηρότητας το οποίο συνήθως επιδεικνύεται σε υποθέσεις παράνομης απασχόλησης αλλοδαπών που είτε εισήλθαν παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας είτε εισήλθαν νόμιμα και ακολούθως παρέμειναν παράνομα στην Κύπρο. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι τα αδικήματα που διαπράχτηκαν από τους κατηγορουμένους 2 και 3 δεν είναι σοβαρά. Η περίπτωση των κατηγορουμένων 2 και 3 διαφέρει από αυτή του κατηγορουμένου 4. Ενώ οι κατηγορούμενοι 2 και 3 κατά τη διάπραξη των αδικημάτων που παραδέχτηκαν ενοχή βρίσκονταν, όπως ήδη λέχθηκε πιο πάνω, νόμιμα στην Κύπρο, ο κατηγορούμενος 4 κατά τον ουσιώδη χρόνο διάπραξης των δικών του αδικημάτων που παραδέχτηκε ενοχή διέμενε παράνομα στο νησί. Είναι γι' αυτό το λόγο που οι ποινές που θα επιβληθούν στους κατηγορουμένους 2 και 3 θα διαφέρουν από αυτή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο 4, όπως εξάλλου επισημαίνει και η σχετική επί του θέματος νομολογία. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής των κατηγορουμένων 2 και 3 στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου ως επιβαρυντικό στοιχείο τη σοβαρότητα του αδικήματος, όπως αυτή έχει σημειωθεί πιο πάνω αλλά και από τη συχνότητα και ευκολία με την οποία αυτό διαπράττεται. Προς όφελος των κατηγορουμένων 2 και 3 για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την άμεση παραδοχή τους. (β) Το λευκό ποινικό μητρώο τους. (γ) Την απολογία τους όπως αυτή εκφράστηκε από τους ιδίους στο Δικαστήριο. Όσον αφορά τη θέση των κατηγορουμένων 2 και 3 ότι δεν γνώριζαν ότι το να εργάζονται απαγορεύεται δεν φαίνεται να ευσταθεί. Κατ' αρχήν δεν απαγορεύεται σε αιτητή πολιτικού ασύλου να εργάζεται. Μπορεί ένας αιτητής πολιτικού ασύλου, εφόσον εξασφαλίσει άδεια από τις αρμόδιες υπηρεσίες, να απασχοληθεί σε τομέα εργασίας που θα του εγκριθεί. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, η δήλωση του κατηγορουμένου 2, η οποία υιοθετήθηκε από τον κατηγορούμενο 3, ότι αναγκάστηκε να εργαστεί επειδή δεν έπαιρνε οποιοδήποτε επίδομα από το κυπριακό κράτος φανερώνει ότι στο μυαλό τους ήταν γνωστό ότι χρειάζονταν άδεια για να εργαστούν. Συνεπώς, ο ισχυρισμός τους αυτός δεν μπορεί να εκληφθεί ως ελαφρυντικό στοιχείο. Ούτε βέβαια εκλαμβάνεται ως επιβαρυντικός παράγοντας. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο αντιλαμβάνεται πλήρως ότι οι κατηγορούμενοι εργάζονταν ουσιαστικά για την επιβίωση τους, πλην όμως δεν μπορούν να ανατρέψουν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξαν. Αυτό που θα έπρεπε να είχε γίνει είναι οι μεν κατηγορούμενοι 2 και 3 θα έπρεπε να είχαν αποταθεί στις αρμόδιες κυβερνητικές αρχές να τις ενημερώσουν και να εξασφαλίσουν άδεια για εργασία, αν μη τι άλλο έτσι να δείξουν ότι τουλάχιστο προσπάθησαν, ενώ ο δε κατηγορούμενος 4 να μεριμνούσε και να διευθετούσε έγκαιρα τη νόμιμη παραμονή του στο νησί, επιδεικνύοντας έτσι όλοι τον απαιτούμενο σεβασμό στους νόμους, θεσμούς και κανονισμούς της χώρας, στο έδαφος της οποίας επιθυμούν να παραμείνουν. Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής του κατηγορουμένου 4 στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα που επιβαρύνουν τη θέση του: (α) Τη σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή διαφαίνεται από τα πιο πάνω αλλά και από τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη του καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας αλλά και λόγω του ότι τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. (β) Το μεγάλο χρονικό διάστημα που διήρκεσε η παράνομη παραμονή του εν λόγω κατηγορουμένου στην Κυπριακή Δημοκρατία. (γ) Το ότι ουσιαστικά ο εν λόγω κατηγορούμενος διέμενε παράνομα στην Κύπρο μέχρι που τελικά συνελήφθηκε από τις αστυνομικές αρχές. Προς όφελος του κατηγορουμένου 4 για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την άμεση παραδοχή του. (β) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (γ) Το ότι ο κατηγορούμενος βρίσκεται υπό κράτηση αναφορικά με την υπόθεση αυτή από τις 13.09.
- (δ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου 4, όπως αυτές αναφέρονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ειδικότερα ότι: · Προέρχεται από πολυμελή οικογένεια χαμηλής οικονομικής κατάστασης. · Το νεαρό της ηλικίας του αφού είναι μόλις 28 ετών Γενικά, λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί ή τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για τους κατηγορούμενους 2, 3 και
- Καθοδηγούμενος από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στους κατηγορουμένους 2 και 3 είναι αυτή της χρηματικής ενώ για τον κατηγορούμενο 4 αυτή της ποινής φυλάκισης. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 4, η σοβαρότητα των αδικημάτων σε συνδυασμό με την ανησυχητική έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη τους και με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο 4 ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, πάντοτε αναφορικά με τον κατηγορούμενο 4, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας και συχνότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλεται στους κατηγορουμένους οι εξής ποινές: Κατηγορούμενος 2 - Τέταρτη κατηγορία: χρηματική ποινή ύψους €450,00 και επιπλέον να παρέχει εγγύηση ύψους €500,00 για την τήρηση της τάξης και τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας για περίοδο ενός έτους. Κατηγορούμενος 3 - Πέμπτη κατηγορία: χρηματική ποινή ύψους €450,00 και επιπλέον να παρέχει εγγύηση ύψους €500,00 για την τήρηση της τάξης και τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας για περίοδο ενός έτους. Κατηγορούμενος 4 - Έκτη κατηγορία: ποινή φυλάκισης 2 μηνών - Έβδομη κατηγορία: ποινή φυλάκισης 2 μηνών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο 4 συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν η ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο 4 θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/
- Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου 4, κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ή παράγοντας που να δικαιολογεί την έκδοση διαταγής για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Παρόλα αυτά, όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες λήφθηκαν υπόψη για τη δραστική μείωση της ποινής που του επιβλήθηκε (βλέπε άρθρο 3
(2)του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09, Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663). Η έκτιση της ποινής του κατηγορουμένου 4 θα αρχίσει να μετρά από τις 13.09.13, δηλαδή από την ημερομηνία που τελεί υπό κράτηση για την παρούσα υπόθεση. Οι χρηματικές ποινές που επιβλήθηκαν στους κατηγορουμένους 2 και 3 να καταβληθούν αυθημερόν. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Παράνομη απασχόληση και παράνομη παραμονή αλλοδαπού/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο