← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Νεόφυτος Χαραλάμπους, Αρ. Υπόθεσης: 11854/2010, 31/10/2013

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Νεόφυτος Χαραλάμπους, Αρ. Υπόθεσης: 11854/2010, 31/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B100 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11854/2010 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. Νεόφυτος Χαραλάμπους Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 31.10.13 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (ο κος Σ. Συμεού για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο: κος Α. Παπαχαραλάμπους Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στην κατηγορία της δημόσιας βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 115 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, στις 04.05.10 ο κατηγορούμενος σε γραπτή κατάθεση που έδωσε στην ΥΚΑΝ Πάφου παραδέχτηκε ότι στις 20.04.10 είχε καταγγείλει στην αστυνομία ότι ο Χρυσόστομος Χριστοδούλου από τη Στενή πωλούσε ναρκωτικά σε σχολείο στην Πόλυ Χρυσοχούς της επαρχίας Πάφου ενώ γνώριζε ότι η καταγγελία του ήταν ψευδής. Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής παρέπεμψε στις λεπτομέρειες της κατηγορίας, στο περιεχόμενο της οποίας έχει ήδη γίνει αναφορά πιο πάνω. Συμπληρωματικά η κυρία Παπαλαζάρου ανάφερε ότι λήφθηκε πληροφορία μέσω ανώνυμου τηλεφωνήματος στη γραμμή πολίτη ότι ο Χρυσόστομος Χριστοδούλου πωλούσε ναρκωτικά, η οποία διαβιβάστηκε στον αστυφύλακα 1833 Ι. Χριστοδούλου για διερεύνηση. Στα πλαίσια διερεύνησης της πιο πάνω πληροφορίας και αφού έγιναν εξετάσεις και λήφθηκε κατάθεση από τον Χρυσόστομο Χριστοδούλου διαφάνηκε ότι η πληροφορία προήλθε από τον κατηγορούμενο. Ακολούθως ο αστυφύλακας 1833 Ι. Χριστοδούλου κάλεσε τον κατηγορούμενο για γραπτή κατάθεση, ο οποίος μέσα από αυτή, μεταξύ άλλων, ανάφερε ότι ήταν αυτός που τηλεφώνησε ανώνυμα στη γραμμή του πολίτη και έδωσε την πιο πάνω πληροφορία και παραδέκτηκε ότι δεν ανταποκρινόταν στην αλήθεια. Είπε ακόμη ότι αυτό που έκανε ήταν λάθος του. Μέσα από η διερεύνηση της υπόθεσης αυτής διαφάνηκε ότι ο λόγος που ο κατηγορούμενος προέβηκε στην ψευδής καταγγελία ήταν οι κακές προσωπικές σχέσεις που είχε με τον παραπονούμενο. Ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς και απάντησε "Παραδέχομαι. Ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο." Καταλήγοντας η κυρία Παπαλαζάρου δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες ενώ παράλληλα ανάφερε ότι έχουν δημιουργηθεί έξοδα ύψους €120,00 σε σχέση με την υπόθεση αυτή. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης επισήμανε ότι ο κατηγορούμενος απολογείται στο Δικαστήριο για την αξιόποινη συμπεριφορά του. Σχολιάζοντας τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος ο εν λόγω συνήγορος ανάφερε ότι μεταξύ του πελάτη του και του παραπονούμενου δημιουργήθηκε παρεξήγηση, συνεπεία φραστικής επίθεσης που ο πρώτος δέχτηκε από το δεύτερο στην παρουσία τρίτων προσώπων και για την οποία ο κατηγορούμενος ένιωσε έντονα προσβεβλημένος. Όπως ο κύριος Παπαχαραλάμπους εξήγησε, κάτω από έντονη συναισθηματική φόρτιση ο κατηγορούμενος ενέργησε μετά από 1-2 ημέρες απερίσκεπτα και επιπόλαια προβαίνοντας σε καταγγελία μέσω τηλεφώνου, χωρίς όμως να υπάρχει πρόθεση και εγκληματικός σχεδιασμός από μέρους του και δίχως να αποκομίσει οποιοδήποτε όφελος. Όπως περαιτέρω ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης δήλωσε, ο κατηγορούμενος μετάνιωσε και μεταμέλησε για την πράξη του δηλώνοντας παραδοχή λίγες ημέρες μετά στην αστυνομία, στοιχείο που δείχνει εμπράκτως την μεταμέλεια του. Σύμφωνα με τον κύριο Παπαχαραλάμπους, ο κατηγορούμενος αντιλαμβάνεται την ταλαιπωρία και αναστάτωση που προκάλεσε τόσο στον κατηγορούμενο και στην οικογένεια του όσο και στις διωκτικές αρχές. Επιπλέον, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ανάφερε ότι ο πελάτης του συμφιλιώθηκε με τον παραπονούμενο και με τον οποίο δεν έχει πλέον οποιεσδήποτε διαφορές. Η δε έλλειψη προηγούμενων καταδικών επιτρέπει, κατά τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης, στο Δικαστήριο να εκλάβει το συγκεκριμένο περιστατικό ως μεμονωμένο. Στρεφόμενος στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του πελάτη του, ο κύριος Παπαχαραλάμπους δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος είναι νυμφευμένος και πατέρας 2 παιδιών και συγκεκριμένα ενός αγοριού ηλικίας 18 ετών και ενός κοριτσιού ηλικίας 20 ετών που είναι φοιτήτρια. Ο υιός του κατηγορουμένου αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα υγείας και ειδικότερα ταλαιπωρείται από λέμφωμα για το οποίο υπεβλήθηκε σε 2 χειρουργικές επεμβάσεις. Η σημερινή κατάσταση της υγείας του υιού του έχει χειροτερέψει με αποτέλεσμα να αναγκάζεται πλέον να παραμένει κατά διαστήματα για νοσηλεία στο νοσοκομείο και να παρακολουθείται από το θεράπον ιατρό του. Ενδέχεται δε να μεταβεί στο εξωτερικό για περαιτέρω εξετάσεις και νοσηλεία. Εξαιτίας των προβλημάτων υγείας του ο υιός του κατηγορουμένου απαλλάχτηκε από την υποχρέωση του να υπηρετήσει την Εθνική Φρουρά. Επίσης, η σύζυγος του κατηγορουμένου δεν εργάζεται όπως δεν εργάζεται ούτε ο κατηγορούμενος λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει. Επ' αυτού ο κύριος Παπαχαραλάμπους κατάθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1 ιατρική βεβαίωση ημερομηνίας 07.08.13 του χειρούργου Δρ. Σίμου Κυριακίδη με την οποία πιστοποιείται ότι ο κατηγορούμενος λόγω παχυσαρκίας, αφού ζυγίζει 216 κιλά έχοντας ύψος 1,75 μέτρα, δυσκολεύεται στην αναπνοή, στο βάδισμα, στο ανέβασμα σκαλών και στη μετακίνηση του. Ως αναγκαία λύση του προβλήματος του προβάλλει η χειρουργική επέμβαση. Σύμφωνα με τον εν λόγω ιατρό, ο κατηγορούμενος έχει ύψιστο κίνδυνο για καρδιακή προσβολή, πνευμονική εμβολή και αιφνίδιο θάνατο. Λόγω των προβλημάτων υγείας του ο κατηγορούμενος έχει κριθεί ανίκανος για εργασία και τα τελευταία 6-7 χρόνια λαμβάνει μηνιαίως σχετικό επίδομα ύψους €713,00. Αυτό είναι και το μοναδικό εισόδημα που ο κατηγορούμενος έχει για την κάλυψη των εξόδων συντήρησης της τετραμελής οικογένειας του αλλά και των εξόδων που απαιτούνται για τη θεραπεία του υιού του. Είναι ακόμη η θέση του κυρίου Παπαχαραλάμπους ότι κατά την επιμέτρηση της ποινής το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του το μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την ημέρα διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα στο οποίο η κατάσταση της υγείας τόσο του πελάτη του όσο και του υιού του κατηγορουμένου έχουν επιβαρυνθεί. Τέλος ο εν λόγω συνήγορος ευσεβάστως εισηγήθηκε πως σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή φυλάκισης συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την αναστολή της. Αναμφίβολα το αδίκημα που διέπραξε ο κατηγορούμενος είναι σοβαρό. Ενδεικτική δε της σοβαρότητας του αδικήματος που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ενοχή είναι κατ' αρχήν η προβλεπόμενη από το νόμο ποινή. Συγκεκριμένα, το αδίκημα της δημόσιας βλάβης επισύρει, με βάση το άρθρο 115 του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης ενός έτους ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €1.708,60. Το αδίκημα της δημόσιας βλάβης θεωρείται σοβαρό για τον επιπλέον λόγο ότι αποσπά την προσοχή των ανακριτικών αρχών από τα σοβαρά τους καθήκοντα, εκθέτει σε κίνδυνο αθώους και σε τελική ανάλυση δεν είναι ασύνδετο προς τους ευρύτερους μηχανισμούς που απολήγουν στην απονομή της δικαιοσύνης (Γρηγορίου και άλλος v. Αστυνομίας

(2000)2 Α.Α.Δ. 688). Θεώρηση της νομολογίας καταδεικνύει ότι τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοιας φύσης αδικήματα με την επιβολή αυστηρών ποινών σε μια προσπάθεια να μεταφέρουν το μήνυμα στην κοινωνία ότι το έργο και η αποστολή των αστυνομικών αρχών δεν θα πρέπει να τυγχάνει εκμετάλλευσης από επιτήδειους για την επίτευξη εκδικητικών σκοπών ή εξυπηρέτηση αλλότριων συμφερόντων τους εις βάρος αθώων πολιτών με τη συνήθης ποινή που επιβάλλεται σε φυσικό πρόσωπο να είναι αυτή της στερητικής της ελευθερίας του, χωρίς βέβαια να αποκλείεται οποιοδήποτε άλλο είδος ποινής αναλόγως της περίπτωσης. Οποιαδήποτε αντίθετη προσέγγιση θα έθετε την αποστολή των ανακριτικών αρχών, ενός από τους κυριότερους μηχανισμούς που οδηγεί στην απονομή της δικαιοσύνης, στον κίνδυνο συχνών ορέξεων ατόμων που στοχεύουν στην πρόκληση ταλαιπωρίας σε συνανθρώπους τους όποτε αυτοί το επιθυμούν γνωρίζοντας ότι η τιμωρία δεν είναι τέτοια που να τους υποχρεώνει σε αποτροπή. Στην υπόθεση Γρηγορίου και άλλος v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 688 ποινή φυλάκισης 45 ημερών που επιβλήθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο σε δύο άτομα λευκού ποινικού μητρώου με οικονομικά προβλήματα και προβλήματα υγείας και δίχως να αποκομίσουν οποιοδήποτε όφελος, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επίσης, στην υπόθεση Ducay και άλλες v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 125 ποινή φυλάκισης 2 μηνών που επιβλήθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο στις εφεσείουσες επειδή έδωσαν ψευδή κατάθεση στην αστυνομία σχετικά με φανταστικό αδίκημα επικυρώθηκε κατ' έφεση. Ωστόσο σύμφωνα με τη νομολογία αλλά και όπως έχω ήδη αναφέρει προηγουμένως, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι το υπό εκδίκαση αδίκημα είναι σοβαρό δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575), χωρίς όμως η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής να συνεπάγεται εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος. Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής του κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση δεν αγνοώ την εξ' αντικειμένου σοβαρότητα που το αδίκημα αυτό ενέχει. Ο δε βαθμός σοβαρότητας του αδικήματος αυτού προκύπτει μέσα από τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη του, κάτι που εκλαμβάνω ως επιβαρυντικό παράγοντα. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου αποκαλύφτηκε μόνο όταν μέσα από τη διερεύνηση της υπόθεσης από την αστυνομία διαφάνηκε ότι η ανώνυμη ψευδής καταγγελία στην γραμμή πολίτη προερχόταν από τον κατηγορούμενο. Παράλληλα, η ενέργεια του κατηγορουμένου να δράσει με τον τρόπο που έπραξε 1-2 ημέρες μετά το περιστατικό που επικαλείται και αφορούσε παρεξήγηση που δημιουργήθηκε με τον παραπονούμενο συνεπεία προσβολής του τελευταίου προς τον πρώτο στην παρουσία τρίτων φανερώνει προμελέτη και κατάστρωση συγκεκριμένου σχεδίου με πρόθεση να προκαλέσει ζημιά στον παραπονούμενο οχυρωμένη πίσω από ανώνυμο τηλεφώνημα στη γραμμή του πολίτη και όχι απλά μια ενστικτωδώς συναισθηματική αντίδραση, παράγοντες που χαρακτηρίζουν την συμπεριφορά του κατηγορουμένου και σαφώς θεωρούνται επιβαρυντικά για τη θέση του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει ανώνυμα μια διαδικασία προκειμένου να ικανοποιήσει τα εκδικητικά συναισθήματα που έτρεφε απέναντι στον παραπονούμενο προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να τον πλήξει και να τον ταπεινώσει στα μάτια της κοινωνίας. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου το στοιχείο της ταλαιπωρίας και αναστάτωσης που προκλήθηκε τόσο στον παραπονούμενο και την οικογένεια του όσο και στις ανακριτικές αρχές αναφορικά με το διασυρμό του παραπονουμένου εξαιτίας της ανώνυμης καταγγελίας που ο κατηγορούμενος προέβηκε εις βάρος του συμπολίτη του εν γνώσει του ότι αυτή ήταν ψευδής, καθώς επίσης και το χρονικό διάστημα που αυτά διήρκεσαν. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες το οποίο εκλαμβάνω ως λευκό ποινικό μητρώο καθώς και την παραδοχή του στο Δικαστήριο, έστω και αν αυτή έγινε σ' αυτό το καθυστερημένο στάδιο. Ακόμη λαμβάνω υπόψη μου ως μετριαστικό παράγοντα την απολογία του κατηγορουμένου, όπως αυτή εκφράστηκε στο Δικαστήριο μέσω του συνηγόρου του. Αντίθετα, η συμφιλίωση του με τον παραπονούμενο, αν και καλοδεχούμενη, εντούτοις είναι άνευ μετριαστικής σημασίας με δεδομένη την εκμετάλλευση της διαδικασίας των ανακριτικών αρχών, η οποία ευτυχώς τερματίστηκε μέσω της διαπίστωσης από μέρους της αστυνομίας ότι η υπό διερεύνηση καταγγελία ήταν ψευδής. Όσον αφορά την παραδοχή του κατηγορουμένου στις αστυνομικές αρχές για το ότι προέβηκε σε ψευδής καταγγελία εναντίον του παραπονούμενου, πιστώνεται στον κατηγορούμενο όχι όμως στο βαθμό και τη σημασία που ο συνήγορος υπεράσπισης επιθυμεί να της αποδοθεί καθότι από την άλλη δεν αγνοώ το γεγονός ότι η παραδοχή αυτή ήλθε μετά που διαφάνηκε ότι η καταγγελία που είχε γίνει ήταν ψευδής και προερχόταν από μέρους του και είχε κληθεί από την αστυνομία για να δώσει εξηγήσεις μέσα από γραπτή κατάθεση. Σαφώς η παραδοχή του κατηγορουμένου στις ανακριτικές αρχές με τον τρόπο που περιγράφηκε πιο πάνω και κάτω από τις προαναφερόμενες συνθήκες δεν αποτελεί, υπό τις περιστάσεις, έμπρακτη μεταμέλεια, όπως ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε. Βέβαια προς όφελος του κατηγορουμένου λαμβάνω υπόψη ότι μέσα από την αξιόποινη συμπεριφορά του ο κατηγορούμενος δεν αποκόμισε οποιοδήποτε όφελος. Στρεφόμενος στις προσωπικές, οικονομικές και οικογενειακές συνθήκες του κατηγορουμένου, λαμβάνω υπόψη μου ότι: (α) Ο κατηγορούμενος είναι νυμφευμένος και πατέρας δύο παιδιών, ήτοι ενός υιού ηλικίας 18 ετών και μίας θυγατέρας ηλικίας 20 ετών που είναι φοιτήτρια. (β) Ο υιός του κατηγορουμένου αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας για τα οποία απαλλάχτηκε της υποχρεωτικής θητείας του στην Εθνική Φρουρά. Ειδικότερα ταλαιπωρείται από λέμφωμα με τη σημερινή κατάσταση του να έχει επιδεινωθεί, συνεπεία της οποίας να αναγκάζεται να παραμένει κατά διαστήματα για νοσηλεία στο νοσοκομείο και να παρακολουθείται από το θεράπον ιατρό του και με ενδεχόμενο να μεταβεί στο εξωτερικό για περαιτέρω εξετάσεις και νοσηλεία και αφού έχει ήδη υποβληθεί σε δύο χειρουργικές επεμβάσεις. (γ) Η σύζυγος του δεν εργάζεται. (δ) Ο κατηγορούμενος δεν εργάζεται καθότι τα τελευταία 6-7 χρόνια έχει κριθεί ανίκανος για εργασία με αποτέλεσμα να λαμβάνει σχετικό επίδομα ύψους €713,00 που είναι και το μοναδικό εισόδημα που έχει για την κάλυψη των εξόδων συντήρησης της τετραμελής οικογένειας του αλλά και των εξόδων που απαιτούνται για τη θεραπεία του υιού του αλλά και των δικών του προβλημάτων υγείας. (ε) Το πρόβλημα παχυσαρκίας που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και συγκεκριμένα τα 216 κιλά που ζυγίζει σε συνδυασμό με το 1,75 μέτρα ύψος που έχει τον δυσκολεύει στην αναπνοή, στο βάδισμα, στο ανέβασμα σκαλών και στη μετακίνηση του με αποτέλεσμα να προβάλει, βάση της ιατρικής βεβαίωσης ημερομηνίας 07.08.13 του χειρούργου Δρ. Σίμου Κυριακίδη (Τεκμήριο 1), ως αναγκαία λύση του προβλήματος η χειρουργική επέμβαση του αφού ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει ύψιστο κίνδυνο για καρδιακή προσβολή, πνευμονική εμβολή και αιφνίδιο θάνατο. Γενικά, λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί ή τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για τον κατηγορούμενο. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι κατά την αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης επικαλείται μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος μέχρι σήμερα. Είναι γνωστό ότι η διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου και ακολούθως η εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης του εντός εύλογου χρονικού διαστήματος αποτελεί ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα του κατηγορουμένου που κατοχυρώνεται συνταγματικά μέσω του άρθρου 30.2 του Συντάγματος, το οποίο ταυτίζεται με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης που η Κυπριακή Δημοκρατία κύρωσε με το Νόμο 39/62. Σκοπός της συνταγματικής πρόνοιας είναι η προστασία του κατηγορουμένου από τις υπερβολικές καθυστερήσεις. Δεν είναι δυνατό ένας κατηγορούμενος να τελεί σε μακροχρόνια κατάσταση αβεβαιότητας για τη διάγνωση της ποινικής του ευθύνης. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Πεγειώτη και άλλης (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617 υποδείκτηκε ότι η δίωξη του παραβάτη ευθύς ως έρχεται στο φως η αξιόποινη πράξη του αποτελεί αρχή συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης και τη δίκαιη δίκη. Τυχόν καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης με την καταχώρηση της υπόθεσης λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής και ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Επίσης, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Πότση
(2000)2 Α.Α.Δ. 252 το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την ανάγκη για αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο στον κατηγορούμενο. Στην δε υπόθεση Γενικού Εισαγγελέα v. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355 υποδείχθηκε πως η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, δηλαδή αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο, είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινή φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Ωστόσο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223 τονίστηκε ότι η συμβολή κατηγορουμένου στην καθυστέρηση μετρά εναντίον του. Στην προκειμένη περίπτωση παρατηρώ ότι το αδίκημα διαπράχτηκε στις 20.04.10 και το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 29.09.10. Η χρονική περίοδος των 5 μηνών περίπου που διέρρευσε δεν κρίνεται, υπό τις περιστάσεις, υπέρμετρη που να οδηγεί έτσι σε αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Ακολούθως, κατόπιν μελέτης των πρακτικών του Δικαστηρίου, διαπιστώνω ότι για την παρέλευση του χρονικού διαστήματος από την καταχώρηση του κατηγορητηρίου μέχρι και σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή ο κατηγορούμενος είναι συνυπεύθυνος και δεν δικαιούται να ζητεί να του πιστωθεί κάτι τέτοιο καθότι αναλώθηκε χρόνος στο να προγραμματίζεται αλλεπάλληλα η υπόθεση για ακρόαση όταν σε διάφορες ημερομηνίες που αυτή είχε οριστεί για ακρόαση η εκδίκαση της δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί λόγω 2 δικαιολογημένων περιπτώσεων που ο κατηγορούμενος ήταν απών από το Δικαστήριο και είχαν εκδοθεί αντίστοιχα εντάλματα σύλληψης εναντίον του, 2 φορές που είχε εγκριθεί αίτημα αναβολής στην ακρόαση της υπόθεσης του, μία φορά που ζητήθηκε από κοινού με την κατηγορούσα αρχή αίτημα αναβολής της εκδίκασης της υπόθεσης αυτής και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, όταν ακόμη διόρισε νέο δικηγόρο εις αντικατάσταση του αρχικού με αποτέλεσμα να σπαταληθεί περισσότερος χρόνος για να ενημερωθεί και να προετοιμαστεί ο νέος συνήγορος υπεράσπισης αλλά και για να προβεί ο κατηγορούμενος σε αλλαγή απάντησης από μη παραδοχή σε παραδοχή (Γεώργιος Τσιόλης v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 154 και Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223). Εν πάσει όμως περιπτώσει, παρά τα πιο πάνω, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του το γεγονός ότι καλείται σήμερα να επιβάλει στον κατηγορούμενο μετά πάροδο 3,5 ετών περίπου από την καταχώρηση του παρόντος κατηγορητηρίου και ότι στο μεσοδιάστημα τα προβλήματα υγείας τόσο του κατηγορουμένου όσο και του υιού του έχουν επιδεινωθεί. Καθοδηγούμενος από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αυστηρής ποινής, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας του αδικήματος όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 2 μηνών στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν η ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Εξάλλου αυτό ήταν και αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος είναι άτομο λευκού ποινικού μητρώου. Έχει συμφιλιωθεί και αποκαταστήσει τις σχέσεις του με τον παραπονούμενο. Η παραδοχή του τόσο στις αστυνομικές αρχές όσο και στο Δικαστήριο μεταγενέστερα δείχνουν άτομο που έχει αντιληφθεί τη σοβαρότητα του αδικήματος που διέπραξε. Σε σχέση με την διάπραξη του αδικήματος, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ο κατηγορούμενος μέσα από την αξιόποινη συμπεριφορά του δεν αποκόμισε οποιοδήποτε όφελος. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου ότι έχει διαρρεύσει χρονικό διάστημα 3,5 ετών περίπου από την διάπραξη του αδικήματος και των 3 ετών και 1 μηνός από την καταχώρηση του παρόντος κατηγορητηρίου μέχρι σήμερα. Παράλληλα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραγνωρίσει ότι ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας στη βάση των οποίων η ζωή του διατρέχει άμεσο κίνδυνο και γι' αυτό επιβάλλεται ως αναγκαία λύση ουσιαστικά της επιβίωσης του να ακολουθήσει το συντομότερο δυνατό συγκεκριμένη θεραπεία που ο θεράπον ιατρός του εισηγείται. Περαιτέρω, τα προβλήματα υγείας του κατηγορουμένου αλλά και του υιού του επιδεινώθηκαν πρόσφατα και ενόσω η παρούσα υπόθεση του κατηγορουμένου εκκρεμεί στο Δικαστήριο, με αποτέλεσμα ο υιός του κατηγορούμενου να αναγκάζεται πλέον να παραμένει κατά διαστήματα για νοσηλεία στο νοσοκομείο και να παρακολουθείται από το θεράπον ιατρό του και με ενδεχόμενο να μεταβεί στο εξωτερικό για περαιτέρω εξετάσεις και νοσηλεία. Η σοβαρή κατάσταση της υγείας του υιού του απαιτεί, μεταξύ άλλων, τη συνοδεία του αλλά και συνεχή στήριξη, προσοχή και πατρική φροντίδα από τον κατηγορούμενο. Με βάση τα πιο πάνω συντρέχουν τέτοιες προϋποθέσεις που συνηγορούν στην αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου, διατάσσεται όπως η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ανασταλεί για περίοδο τριών ετών από σήμερα. (Εξηγείται στον κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής της ποινής φυλάκισης). Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος να καταβάλει έξοδα ύψους €120,00. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Δημόσια Βλάβη/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.