← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. Πολύδωρος Χαραλάμπους κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4895/12, 8/10/2013

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. Πολύδωρος Χαραλάμπους κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4895/12, 8/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B78 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4895/12 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ Κατηγορούσα αρχή εναντίον Πολύδωρος Χαραλάμπους Θουκής Χαραλάμπους Κατηγορουμένων ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 8/10/2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κος Νεοκλής Νεοκλέους Για τους κατηγορούμενους: κος Νικόλας Νικολάου Κατηγορούμενοι: παρόντες ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενης 1 αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορά την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς άδεια οδηγήσεως κατά παράβαση των άρθρων 2, 8

(1)(α), 54 και 59 του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου 94
(1)/2001 όπως τροποποιήθηκε από τον νόμο 60
(1)/2004, 34
(1)/2010 και τις Κ.Δ.Π. 359/2004 και 312/07. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, ο 1ος κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών 27/4/2011 και 28/4/2011 στην Πάφο, οδηγούσε το μοτοποδήλατο με αριθμούς εγγραφής ΚΑΧ 656 χωρίς να κατέχει άδεια οδήγησης. Η δεύτερη κατηγορία αφορά το αδίκημα της χρήσης μηχανοκίνητου οχήματος άνευ ασφαλείας έναντι κινδύνου τρίτου μέρους, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)(α)
(3)
(4)
(5)
(6)
(7)
(8)και 40 του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων Νόμου (Ασφάλισης Ευθύνης Εναντι Τρίτου) Νόμος 96
(1)/2000, όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 92
(1)/2010 και της Κ.Δ.Π. 312/2007. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, ο 1ος κατηγορούμενος κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, οδηγούσε το μοτοποδήλατο με αριθμούς εγγραφής ΚΑΧ 656 χωρίς να υπάρχει ασφάλεια κατά των κινδύνων υπέρ τρίτου γι΄ αυτόν που χρησιμοποιεί το πιο πάνω όχημα. Η τρίτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πινακίδες αριθμών εγγραφής, κατά παράβαση των κανονισμών 2, 6, 16
(1)και 72 και του Δεύτερου Παραρτήματος των περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, Κ.Δ.Π. 66/84 που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2 και 5 του Ν.86/72 όπως τροποποιήθηκαν από την Κ.Δ.Π. 189/00, τον Ν.166/87 και την Κ.Δ.Π. 312/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της τρίτης κατηγορίας, ο 1ος κατηγορούμενος κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, οδηγούσε το μοτοποδήλατο με αριθμούς εγγραφής ΚΑΧ 656 χωρίς πινακίδες αριθμών εγγραφής. Ο δεύτερος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες και πιο συγκεκριμένα τις κατηγορίες 4 και
  2. Η τέταρτη κατηγορία αφορά στο ότι επέτρεψε την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς ισχύουσα άδεια οδηγήσεως, κατά παράβαση των άρθρων 2, 8
(3), 49
(1)(γ) και 54 του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου 94
(1)/2001 όπως τροποποιήθηκε από τον νόμο 60
(1)/2004, 34
(1)/2010 και τις Κ.Δ.Π. 359/2004 και 312/07. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της τέταρτης κατηγορίας, ο 2ος κατηγορούμενος κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, ενώ ήταν ο ιδιοκτήτης του μοτοποδηλάτου με αριθμούς εγγραφής ΚΑΧ 656, επέτρεψε στον πρώτο κατηγορούμενο να το οδηγήσει χωρίς άδεια οδήγησης. Η πέμπτη κατηγορία αφορά στο ότι επέτρεψε την χρήση μηχανοκίνητου οχήματος άνευ ασφαλείας έναντι κινδύνου τρίτου μέρους, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)(β)
(3)
(4)
(5)
(6)
(7)
(8)και 40 του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων Νόμου (Ασφάλισης Ευθύνης Εναντι Τρίτου) Νόμος 96
(1)/2000, όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 92
(1)/2010 και της Κ.Δ.Π. 312/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πέμπτης κατηγορίας, ο 2ος κατηγορούμενος κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, ενώ ήταν ο ιδιοκτήτης του μοτοποδηλάτου με αριθμούς εγγραφής ΚΑΧ 656, επέτρεψε στον πρώτο κατηγορούμενο να το οδηγήσει χωρίς να υπάρχει ασφάλεια κατά των κινδύνων υπέρ τρίτου για αυτόν που χρησιμοποιεί το πιο πάνω όχημα. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε ο αστ. 3070 κ. Ανδρέας Τσεκούρας. Ανέφερε ότι υπηρετεί στο Τ.Α.Ε Πάφου και κατέθεσε και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση του - τεκμήριο
  2. Σύμφωνα με την κατάθεση του, στις 28/4/2011 και περί ώρα 00:10 ενώ βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία μαζί με τον αστ. 3281 Χ. Ιωάννου στην Λεωφόρο Ευαγόρα Παλληκαρίδη στην Πάφο με νότια κατεύθυνση, είδαν δύο νεαρά πρόσωπα να περπατούν μπροστά από το πρατήριο καυσίμων PETROLINA με βόρεια κατεύθυνση και ο ένας εξ΄ αυτών να σπρώχνει ένα μοτοποδήλατο το οποίο δεν έφερε διακριτικά σημεία της ταυτότητας του. Αμέσως έθεσαν τους νεαρούς υπό παρακολούθηση οι οποίοι αφού τους αντιλήφθηκαν, εγκατέλειψαν το μοτοποδήλατο σε παρακείμενο γκαράζ οικίας και συνέχισαν να περπατούν με βόρεια κατεύθυνση. Τότε τους πλησίασαν και αφού τους υπόδειξαν τις αστυνομικές τους ταυτότητες τους ζήτησαν να τους παρουσιάσουν τα έγγραφα που να αποδεικνύουν την ταυτότητα τους. Ο νεαρός που έσπρωχνε το μοτοποδήλατο ήταν ο κατηγορούμενος 1 αλλά δεν έφερε μαζί του οποιαδήποτε έγγραφα και ο μάρτυρας τον ρώτησε να του πει σε ποιον ανήκει το μοτοποδήλατο και αφού του επέστησε την προσοχή του στον νόμο απάντησε ΄΄ Εν του τζιηρού μου τζαι έμεινε που πεζίνα δαμέ πιο κάτω΄΄. Ο άλλος νεαρός ήταν το πρόσωπο που έδωσε κατάθεση στην αστυνομία - τεκμήριο 7, τον οποίο ο μάρτυρας τον ρώτησε να του πει σε ποιον ανήκει το μοτοποδήλατο που έσπρωχνε ο κατηγορούμενος 1 και αφού του επέστησε την προσοχή του στον νόμο απάντησε ΄΄είναι δική του΄΄. Τότε οδήγησαν τους νεαρούς στο σημείο όπου εγκατέλειψαν το μοτοποδήλατο και στην παρουσία τους αυτό φορτώθηκε σε αστυνομικό όχημα και τόσο οι νεαροί, όσο και το όχημα μεταφέρθηκαν στον κεντρικό αστυνομικό σταθμό Πάφου. Εκεί από εξετάσεις που έγιναν διαπιστώθηκε ότι τα στοιχεία που έδωσαν οι νεαροί ήταν αληθινά, ως διαπιστώθηκαν επίσης και τα στοιχεία του οχήματος και το ότι ιδιοκτήτης αυτού ήταν ο κατηγορούμενος 2 ο οποίος είναι ο πατέρας του κατηγορούμενου
  3. Ανακρινόμενος προφορικά ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε ότι η μαθητική άδεια οδήγησης του του έχει στερηθεί από το Ε.Δ. Πάφου και ότι οδηγούσε το όχημα αμέσως πριν τελειώσει η βενζίνη σε αυτό. Πληροφορήθηκε για τα τροχαία αδικήματα που διέπραξε και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στον νόμο απάντησε ΄΄Εννά με σκοτώσει ο τζιήρης μου΄΄. Ο κατηγορούμενος 2 κλήθηκε και προσήλθε στον κεντρικό αστυνομικό σταθμό Πάφου όπου παρέλαβε τον κατηγορούμενο 1 και κλήθηκε όπως προσέλθει την επόμενη μέρα στην τροχαία Πάφου για ανάκριση και των δύο σχετικά με τα τροχαία αδικήματα που προέκυπταν και το πιο πάνω όχημα μεταφέρθηκε στην τροχαία Πάφου όπου τέθηκε υπό φύλαξη. Στην συνέχεια της κύριας εξέτασης του αναγνώρισε τους κατηγορούμενους, αναφέρθηκε στο ακριβές σημείο όπου εντόπισε τον κατηγορούμενο 1 να σπρώχνει το όχημα και γενικά επανέλαβε τα όσα ανέφερε στην κατάθεση του και στις ενέργειες που έκαναν λόγω των υπονοιών που υπήρχαν ότι το όχημα ήταν κλοπιμαίο επειδή δεν έφερε και πινακίδες με αριθμούς εγγραφής. Δεν είδε τον κατηγορούμενο 1 να οδηγεί το εν λόγω όχημα παρά μόνο τον είδε να το σπρώχνει, όμως ο κατηγορούμενος 1 του ανέφερε ότι ενώ το οδηγούσε προηγουμένως έμεινε από καύσιμα και γι΄ αυτό το έσπρωχνε για να το πάρει στο σπίτι του. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι αυτό που έχει αντιληφθεί είναι ότι έχει πάρει το όχημα κρυφά από τον πατέρα του λόγω του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν στερημένος της άδειας και δεν τον άφηνε ο πατέρας του να πάρει το όχημα και επίσης ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν του είπε κάτι ο κατηγορούμενος 1 σε σχέση με τον πατέρα του και την εργασία του και αν του το έχει παραδώσει το όχημα. Ανέφερε επίσης ο μάρτυρας συγκεκριμένους τρόπους με το οποίο μπορεί να εκκινήσει ένα όχημα, τον κατηγορούμενο 1 τον είδε για πρώτη φορά εκείνο το βράδυ, τον κατηγορούμενο 2 τον γνώριζε φυσιογνωμικώς ο οποίος φαινόταν θυμωμένος με τον γιο του και δεν έχει συζητήσει ο μάρτυρας με τον κατηγορούμενο 2 κάτι σχετικό και δεν έχει διαμαρτυρηθεί για την σύλληψη του γιου του. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν θυμόταν εάν έχει βρει τα κλειδιά του οχήματος ή αν τα είχε ο κατηγορούμενος 1 και δεν θυμόταν εάν υπήρχε οποιαδήποτε παραβίαση της κλειδαριάς με οποιοδήποτε όργανο και δεν κοίταξε εάν υπήρχε παραβίαση των καλωδίων του οχήματος. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι είναι αδύνατο να εννοούσε ο κατηγορούμενος 1 ότι οδηγούσε το όχημα παλαιότερα και ότι αυτό που εννοούσε είναι ότι το οδηγούσε λίγη ώρα προηγουμένως και την έσπρωχνε για να την πάρει στο σπίτι επειδή έμεινε από βενζίνη. Επίσης ο μάρτυρας αντεξεταζόμενος κατέθεσε την κατάθεση της Μ.Κ. 2 ως τεκμήριο 2 και δεν ήταν σε θέση να πει στο Δικαστήριο οτιδήποτε για αυτήν την κατάθεση αναφορικά με το ζήτημα της παραδοχής του κατηγορούμενου 1 ότι οδηγούσε το όχημα. Δεν απέκλεισε ο μάρτυρας να πέρασε χειροπέδες στον κατηγορούμενο 1, ο κατηγορούμενος 1 δεν του έχει αναφέρει ότι ήταν αναβάτης στο όχημα με κάποιο άλλο άτομο, το άλλο άτομο που ήταν μαζί του δεν του έχει αναφέρει κάτι ως προς το θέμα της οδήγησης του οχήματος από τον κατηγορούμενο παρά μόνο ότι το όχημα ήταν του κατηγορούμενου
  4. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν έλεγξε εάν το όχημα είχε καύσιμα ή όχι και δεν έχει δοκιμάσει να εκκινήσει το όχημα. Ως Μ.Κ. 2 κατέθεσε η αστ. 1934 Ηράκλεια Ηρακλέους. Ανέφερε ότι υπηρετεί στην τροχαία Πάφου και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την κατάθεση της - τεκμήριο
  5. Στην κατάθεση της κάνει αναφορά στην λήψη των ανακριτικών καταθέσεων από τους κατηγορούμενους και την λήψη της κατάθεσης - τεκμήριο 7, ως επίσης και την απαγγελία των κατηγοριών στους κατηγορουμένους και τις απαντήσεις που αυτοί έδωσαν. Κατέθεσε επίσης η μάρτυρας ως τεκμήριο 3 την έκθεση γεγονότων την οποία και υιοθέτησε, ως επίσης και το ημερολόγια ενεργείας - τεκμήριο
  6. Κατέθεσε επίσης η μάρτυρας ως τεκμήρια 5 και 6 τις καταθέσεις των κατηγορουμένων 2 και 1 αντίστοιχα, ως τεκμήριο 7 την κατάθεση του Ευστάθιου Μελικίδη (ο οποίος δεν κατέθεσε ως μάρτυρας) και ως τεκμήρια 8 και 9 τις γραπτές κατηγορίες που απαγγέλθηκαν στους κατηγορουμένους 2 και 1 αντίστοιχα. Στην έκθεση γεγονότων η μάρτυρας ουσιαστικά επαναλαμβάνει τα όσα καταγράφει ο Μ.Κ. 1 στην κατάθεση του αλλά και τα όσα ανέφερε προφορικά, ως επίσης και τα όσα λέχθηκαν από τους κατηγορούμενους και τον Ευστάθιο Μελικκίδη ο οποίος δεν έχει κλητευθεί ως μάρτυρας. Συγκεκριμένα καταγράφεται η εκδοχή που έδωσε ο κατηγορούμενος 2 σύμφωνα με την οποία έδωσε οδηγίες στον γιο του να σπρώξει το όχημα από το γραφείο ταξί που δούλευε ο ίδιος μέχρι το σπίτι τους, αφού προηγουμένως ο κατηγορούμενος 2 οδηγούσε το όχημα αυτό και έμεινε από καύσιμα και έσπρωξε το όχημα μέχρι το γραφείο ταξί. Ο γιος του πήγε εκεί με ένα φίλο του αλλά δεν του έχει δώσει τα κλειδιά του οχήματος και στην κατάθεση του ο κατηγορούμενος 1 αναφέρει το όλο περιστατικό όπως αυτό έχει εκτιληχθεί που σε μεγάλο βαθμό είναι όμοια με αυτά που ανέφερε ο Μ.Κ. 1, με εξαίρεση την ισχυριζόμενη προφορική ομολογία του κατηγορουμένου 1 ότι οδηγούσε το όχημα, αφού έδωσε την εκδοχή ότι έσπρωχνε το όχημα μετά από οδηγίες του πατέρα του και με την βοήθεια του Ευστάθιου Μελικκίδη μετά από οδηγίες που του έδωσε ο κατηγορούμενος
  7. Ο Ευστάθιος Μελικκίδης στην κατάθεση του ουσιαστικά αναφέρει την ίδια εκδοχή με αυτήν του κατηγορούμενου 1, με εξαίρεση το ότι βρήκε τον κατηγορούμενο 1 στον δρόμο να σπρώχνει το όχημα ενώ ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε ότι του τηλεφώνησε. Επίσης γίνεται αναφορά ότι ο κατηγορούμενος 1 άφησε για άγνωστο λόγο το όχημα σε γκαράζ παρακείμενης κατοικίας. Επίσης στην έκθεση των γεγονότων η μάρτυρας αναφέρει τα δικά της συμπεράσματα ως προς την στοιχειοθέτηση των επίδικων κατηγοριών και προβαίνει σε σχολιασμό των καταθέσεων των κατηγορουμένων και του Ευστάθιου Μελικκίδη τις οποίες χαρακτήρισε ως αντιφατικές και ως επίσης χαρακτήρισε τους κατηγορουμένους κατά την διάρκεια των καταθέσεων ως αμήχανους, οξύθυμους και νευρικούς. Στο ημερολόγιο ενεργείας καταγράφονται πολύ συνοπτικά και με λιγότερη λεπτομέρεια τα ισχυριζόμενα επίδικα γεγονότα. Στην συνέχεια της κύριας εξέτασης της, ανέφερε ότι έχει βασιστεί για να κατηγορήσει τον κατηγορούμενο 1 στην μαρτυρία του Μ.Κ. 1 σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε στον μάρτυρα ότι οδηγούσε το όχημα πριν μείνει από βενζίνη, αλλά και στην αντιφατική μαρτυρία όπως την χαρακτήρισε σύμφωνα με την οποία ο Ευστάθιος Μελικκίδης είπε ότι βρήκε τυχαία τον κατηγορούμενο 1 να σπρώχνει το όχημα ενώ ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε ότι τηλεφώνησε σε αυτόν και ως επίσης στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 2 θα μπορούσε να προμηθευτεί εύκολα βενζίνη στο μέρος όπου ισχυρίζεται ότι έμεινε το όχημα από καύσιμα παρά να τηλεφωνήσει στον γιο του. Κατέθεσε επίσης η μάρτυρας ως τεκμήριο 10 το αντίγραφο της άδειας οδηγού που της προσκόμισε ο κατηγορούμενος 2 ο οποίος της έχει προσκομίσει επίσης και αντίγραφο του πιστοποιητικού ασφάλισης. Ο κατηγορούμενος 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ληγμένη η μαθητική του άδεια και δεν ήταν κάτοχος κανονικής άδειας. Επανέλαβε η μάρτυρας προφορικά την όλη εκδοχή που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή, λέγοντας επίσης ότι με τα λεγόμενα του κατηγορούμενου 1 αντιλήφθηκε ότι έχει δημιουργηθεί μια φοβία και ότι επιπλέον με την ισχυριζόμενη προφορική παραδοχή του κατηγορουμένου 1 η οποία έχει καταγραφεί στα τεκμήρια 3 και 4, εξάγεται το συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος 1 οδηγούσε το όχημα. Αντεξεταζόμενη έκανε αναφορά στις ενέργειες που προέβηκε στο να καταγραφούν τα επίδικα γεγονότα και στην πηγή της πληροφόρησης της για αυτά, ως επίσης και στις ενέργειες που προέβηκε η ίδια κατά την διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης, όπως π.χ. η λήψη των καταθέσεων, η απαγγελία των κατηγοριών κλπ. Αναφορικά με τα κλειδιά του οχήματος ανέφερε ότι το επίδικο βράδυ δεν έχουν βρεθεί και αυτά θα έπρεπε να βρεθούν από τον Μ.Κ. 1 και δεν είχε σημασία πλέον η ύπαρξη τους την ημέρα όπου ελάμβανε τις καταθέσεις. Στην έκθεση γεγονότων η μάρτυρας ανέφερε ότι καταγράφεται περιληπτικά η μαρτυρία που έχει συλλεχθεί και για την οποία έκανε μια σύντομη αναφορά, ως επίσης και τα δικά της συμπεράσματα. Ως Μ.Κ. 3 κατέθεσε ο κ. Αλέξης Ονουφρίου. Ανέφερε ότι εργάζεται στο τμήμα οδικών μεταφορών Πάφου και κατέθεσε ως τεκμήρια 11 και 12 στα οποία φαίνονται ότι οι κατηγορούμενοι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν ήταν κάτοχοι κανονικής άδειας που να καλύπτει το επίδικο όχημα. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του πιο πάνω μάρτυρα, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων και αφού τους έχουν επεξηγηθεί τα δικαιώματα τους δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, οι κατηγορούμενοι επέλεξαν όπως ασκήσουν το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσαν μάρτυρες υπεράσπισης. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Το Δικαστήριο έχει διεξέλθει με πάρα πολλή προσοχή την τεθείσα ενώπιον του μαρτυρία και θέσεις αμφοτέρων των πλευρών και κρίνει ότι αυτά που αποτελούν κρίσιμα και αμφισβητούμενα γεγονότα τα οποία αποτελούν ταυτόχρονα και συστατικά στοιχεία των αδικημάτων, είναι για τον μεν κατηγορούμενο 1 η οδήγηση του επίδικου οχήματος από αυτόν και κατά πόσο ο κατηγορούμενος 2 επέτρεψε στον κατηγορούμενο 1 να το οδηγήσει και καθίσταται ολοφάνερο ότι για να στοιχειοθετηθεί υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 2, θα πρέπει όχι μόνο να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος 1 οδηγούσε το επίδικο όχημα, αλλά θα πρέπει να αποδειχθεί και η υποκειμενική υπόσταση (mens rea) από τον κατηγορούμενο 2, ότι δηλαδή με θετική γνώση και πράξη επέτρεψε στον κατηγορούμενο 1 να οδηγήσει αυτό το όχημα. Οι καταθέσεις προσώπων οι οποίοι δεν έχουν κληθεί για να καταθέσουν, όπως π.χ. ο Ευστάθιος Μελικκίδης, αλλά και των κατηγορουμένων δεν δύνανται να έχουν καμία αποδεικτική αξία, αφού αυτά τα άτομα δεν κατέθεσαν προφορικά για να υποστηρίξουν τις καταθέσεις τους αλλά και να αντεξεταστούν επί αυτών και ούτε βεβαίως μπορούν να εξαχθούν όποια ευρήματα και συμπεράσματα από αυτές και σίγουρα το Δικαστήριο δεν ενστερνίζεται τις απόψεις και συμπεράσματα των Μ.Κ. 1 και 2 που εξέφρασαν επικαλούμενοι τις γραπτές καταθέσεις των εν λόγω ατόμων. Η μη ύπαρξη άδειας οδήγησης εκ μέρους του κατηγορούμενου 1 δεν έχει αμφισβητηθεί άλλωστε μέσα από την όλη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και ιδίως του Μ.Κ. 3 και ούτως ή άλλως η ύπαρξη της βαρύνε αποκλειστικά τον κατηγορούμενο 1 με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, πράγμα βεβαίως που δεν απέδειξε. Συνακόλουθα η μη ύπαρξη άδειας οδήγησης αναπόφευκτα, αναγκαία και συνακόλουθα οδηγεί και στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν καλυπτόταν με έγκυρο πιστοποιητικής ασφάλισης εν τη εννοία του νόμου και συνεπώς αποτελούν ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης και πιστοποιητικού ασφάλισης που να κάλυπτε το επίδικο όχημα. Επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί και αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι το επίδικο όχημα δεν έφερε πινακίδες με αριθμούς εγγραφής εν τη εννοία του νόμου και κανονισμού ως αυτά αναγράφονται στην νομική βάση της τρίτης κατηγορίας. Πάνω λοιπόν σε αυτά τα αμφισβητούμενα γεγονότα και σε αυτόν τον άξονα το Δικαστήριο θα αξιολογήσει την τεθείσα ενώπιον του μαρτυρία για να εξάξει τα αναγκαία ευρήματα και συμπεράσματα για να κρίνει εάν η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση της. Επίσης δεν αμφισβητήθηκε και αποτελεί επίσης εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι το επίδικο όχημα είναι μηχανοκίνητο όχημα εν τη εννοία του νόμου και ότι το όλο συμβάν έχει συμβεί σε δημόσιο δρόμο και γενικά σε δημόσιο μέρος εν τη εννοία του νόμου. Αναφορικά με το πρόσωπο του κατηγορουμένου 2, δεν υπάρχει καμία απολύτως αμφιβολία ότι δεν έχει επιτρέψει στον κατηγορούμενο 1 να οδηγήσει το επίδικο όχημα. Όχι μόνο δεν ύπαρχει άμεση ή περιστατική μαρτυρία περί τούτου, αλλά και επειδή ο ίδιος ο Μ.Κ. 1 εξέφρασε την άποψη ότι ο κατηγορούμενος 1 πήρε κρυφά το όχημα από τον κατηγορούμενο 2 και συνακόλουθα ελλείπει παντελώς το στοιχείο της θετικής γνώσης και πράξης της επίτρεψης από τον κατηγορούμενο 2 στο να οδηγήσει ο κατηγορούμενος 1 το επίδικο όχημα και αναπόφευκτα ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, διότι δεν έχει αποδειχθεί αυτό το συστατικό στοιχείο των αδικημάτων που αντιμετωπίζει όπως αυτό έχει αναφερθεί πιο πάνω. Βεβαίως ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και για τον λόγο ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος 1 οδηγούσε το επίδικο όχημα για τους λόγους που θα επεξηγηθούν εκτενώς πιο κάτω. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία που να συνδέει τον κατηγορούμενο 1 με την οδήγηση του επίδικου οχήματος, διότι ο Μ.Κ. 1 δεν έχει δει τον κατηγορούμενο 1 να οδηγεί το όχημα παρά μόνο να το σπρώχνει και που αναμφίβολα δεν αποτελεί οδήγηση ως συστατικό στοιχείο των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 1. Η όλη προσπάθεια της κατηγορούσας αρχής να συνδέσει τον κατηγορούμενο 1 με την οδήγηση του επίδικου οχήματος, είναι η ισχυριζόμενη προφορική ομολογία του κατηγορούμενου 1 προς τον Μ.Κ. 1 ως πιο πάνω έχει αναφερθεί. Όμως αυτή η προσπάθεια και εκδοχή και η ισχυριζόμενη παραδοχή του κατηγορουμένου 1 δεν έχει πείσει το Δικαστήριο για τους εξής λόγους: Το Δικαστήριο κρίνει ότι ακόμα και να έχει λεχθεί αυτή ο παραδοχή από τον κατηγορούμενο 1, είναι εξαιρετικά παρακινδυνευμένο να καταδικαστεί ένας κατηγορούμενος και στην συγκεκριμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος 1 με μια προφορική παραδοχή η οποία δεν έχει υιοθετηθεί από την γραπτή του κατάθεση και δεν συνδέεται με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να τείνει να επιβεβαιώνει αυτήν και μάλιστα από την στιγμή που δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη άμεση ή περιστατική μαρτυρία που να συνδέει τον κατηγορούμενο 1 με την οδήγηση του επίδικου οχήματος. Επιπλέον αυτή η θέση του Μ.Κ. 1 περί προφορικής ομολογίας του κατηγορουμένου 1 δεν έχει πεπειστεί για την αλήθεια αυτού του ισχυρισμού, διότι στην γραπτή του κατάθεση ο μάρτυρας αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος 1 ανακρινόμενος προφορικά παραδέχθηκε ότι οδηγούσε το όχημα αμέσως πριν τελειώσει η βενζίνη σε αυτό χωρίς να γίνεται οποιοσδήποτε χρονικός προσδιορισμός και διασύνδεση της οδήγησης, ενώ προφορικά ο μάρτυρας προσπάθησε να εμπλουτίσει αυτήν την θέση προσπαθώντας να διασυνδέσει χρονικά την οδήγηση του οχήματος από τον κατηγορούμενο 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο, μια προσπάθεια δηλαδή εκ μέρους του Μ.Κ. 1 η οποία δεν έχει πείσει. Αυτό για το οποίο ο Μ.Κ. 1 έχει πείσει το Δικαστήριο, είναι η καλή του προσπαθεια και πίστη να διερευνήσει κατά πόσο το επίδικο όχημα αποτελούσε προιόν κλοπής, αλλά δεν έχει πείσει για την προσπάθεια και καλή του πίστη στην διερεύνηση των επιδίκων αδικημάτων και συνεπώς έχουν δημιουργηθεί σοβαρές αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου αναφορικά με το συστατικό στοιχείο της οδήγησης του οχήματος, διότι δεν έχει διερευνηθεί επαρκώς και ορθά κατά πόσο ο κατηγορούμενος 1 κατείχε τα κλειδιά του επίδικου οχήματος ή εάν έχει παραβιάσει την κλειδαριά αυτού, κατά πόσο το όχημα ήταν ζεστό λόγω οδήγησης και κατά πόσο είχε αυτό καύσιμα ή όχι, αφήνοντας πλέον όλα τα ενδεχόμενα ανοικτά, μη εξαιρουμένου και του ενδεχόμενου ο κατηγορούμενος 1 να μην οδηγούσε το επίδικο όχημα. Συνεπώς, τα μόνα ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα που δύνανται να εξαχθούν, είναι αυτά που έχουν εκτεθεί πιο πάνω και που συνίστανται στην μη ύπαρξη άδειας οδήγησης, ασφάλειας και πινακίδων και η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το συστατικό στοιχείο της οδήγησης εκ μέρους του κατηγορούμενου 1 αλλά και του συστατικού στοιχείου της επίτρεψης από τον κατηγορούμενο 2 όπως πιο πάνω αναφέρθηκε. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.