Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Τάσος Κουρίδης κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11347/2013, 25/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B94 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11347/2013 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.
- Τάσος Κουρίδης
- Susanthe Sandaruwan Randombage
- Rasika Sampath Kumar Nawalagoda Hewage Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 25.10.13 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού (για να ακούσει απόφαση η κα. Παπαλαζάρου) Για Κατηγορούμενο 1: κος Π. Κουρίδης Κατηγορούμενος 1: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος 1 βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στην κατηγορία της παράνομης εργοδότησης δύο αλλοδαπών κατά παράβαση του άρθρου 14Β του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ.105 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, στις 31.08.13 ο κατηγορούμενος 1 εργοδοτούσε παράνομα τον δεύτερο και τρίτο κατηγορούμενο στο πρατήριο καυσίμων με την ονομασία "ESSO" που βρίσκεται στη λεωφόρο Ευαγόρα Παλλικαρίδη στην Πάφο χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης (πρώτη και δεύτερη κατηγορία). Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 αντιμετώπιζαν κατηγορίες για το αδίκημα της διεξαγωγής επαγγέλματος και παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, στις οποίες και οι 2 κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν ενοχή και τους έχει ήδη επιβληθεί ποινή. Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής παρέπεμψε στις λεπτομέρειες της πρώτης και δεύτερης κατηγορίας, στο περιεχόμενο των οποίων έχει ήδη γίνει αναφορά πιο πάνω. Συμπληρωματικά ο κύριος Συμεού δήλωσε τα εξής: Στις 31.08.13 μέλη της Υ.Α.Μ. Πάφου μετέβησαν στο πρατήριο βενζίνης με την ονομασία "ESSO" ιδιοκτησίας του πρώτου κατηγορουμένου όπου εκεί εργοδοτούνταν παράνομα αλλοδαποί. Φθάνοντας στο μέρος εντόπισαν 2 αλλοδαπούς να ασχολούνται με το πλύσιμο και το καθάρισμα οχημάτων. Αφού πληροφορήθηκαν για το αδίκημα που διέπρατταν οι εν λόγω αλλοδαποί απάντησαν "Εντάξει". Ακολούθως, διενεργήθηκε έλεγχος των στοιχείων των δύο αλλοδαπών και διαπιστώθηκε ότι ο μεν κατηγορούμενος 2 βρισκόταν με άδεια εργασίας στην εταιρεία "Kourides Bros Ltd" στην Πάφο με την άδεια του να ίσχυε μέχρι τις 31.03.13 και έκτοτε να διαμένει παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενώ ο δε κατηγορούμενος 3 βρισκόταν με άδεια παραμονής και εργασίας στην ίδια εταιρεία μέχρι τις 22.08.
- Στη συνέχεια και συγκεκριμένα στις 09.01.06 υπέβαλε αίτηση για πολιτικό άσυλο, η οποία αφού εξετάστηκε απορρίφτηκε. Ακολούθως, καταχωρήθηκε έφεση στην αρμόδια αρχή, η οποία αφού εξετάστηκε επίσης απορρίφτηκε στις 11.11.
- Έκτοτε ο κατηγορούμενος 3 διαμένει παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στη συνέχεια λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος είπε ότι δεν γνώριζε ότι οι εν λόγω αλλοδαποί διέμεναν παράνομα και ότι τους προσέλαβε το πρωί της ίδιας ημέρας για εργασία και ότι κατά τη διάρκεια της ημέρας θα προέβαινε σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για να εξακριβώσει κατά πόσο οι κατηγορούμενοι 2 και 3 βρίσκονταν νόμιμα στην Κύπρο. Επίσης, στην ανακριτική κατάθεση του ο κατηγορούμενος 1 ανάφερε ότι αν γνώριζε ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 διέμεναν παράνομα στο νησί δεν θα τους εργοδοτούσε. Καταλήγοντας, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος 1 είναι λευκού ποινικού μητρώου ενώ παράλληλα δήλωσε ότι δεν υπάρχουν οποιαδήποτε έξοδα σε σχέση με την υπόθεση αυτή. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου 1, αφού ανάφερε ότι ο πελάτης του είναι λευκού ποινικού μητρώου και απολογείται που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου για τέτοιας μορφής αδίκημα, επισήμανε ότι αμέσως ο κατηγορούμενος 1 συνεργάστηκε πλήρως με την αστυνομία δηλώνοντας παραδοχή στην εργοδότηση των δύο αλλοδαπών τη συγκεκριμένη ημέρα. Στρεφόμενος στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, ο εν λόγω συνήγορος ανάφερε ότι τη συγκεκριμένη ημέρα που ήταν Σάββατο υπήρχε στο πρατήριο καυσίμων αρκετή εργασία με το καθάρισμα αυτοκινήτων. Επειδή εκείνη την ημέρα δύο από τους υπαλλήλους του πρατηρίου δεν προσήλθαν για εργασία λόγω ασθενείας και οι κατηγορούμενοι 2 και 3 είχαν αποταθεί από τις 07:00 στον κατηγορούμενο 1 για το ενδεχόμενο εργοδότησης τους και του υποσχέθηκαν ότι θα του προσκόμιζαν όλα τα απαιτούμενα έγγραφα, ο κατηγορούμενος 1, λόγω της γνωριμίας του με τους εν λόγω αλλοδαπούς αφού και οι δύο εργάζονταν στο παρελθόν στο συγκεκριμένο πρατήριο καυσίμων, δέχτηκε να τους εργοδοτήσει. Όπως ο κύριος Κουρίδης είπε, πρόκειται για μια στιγμιαία και απερίσκεπτη πράξη του κατηγορουμένου 1, οι τυχόν συνέπειες της οποίας δεν είχαν προηγουμένως εκτιμηθεί, χωρίς όμως η ενέργεια αυτή να διακατέχεται από κίνητρο στοχευμένης οικονομικής εκμετάλλευσης των πιο πάνω αλλοδαπών. Σύμφωνα με τον εν λόγω συνήγορο, η παρούσα υπόθεση δεν αφορά συνεχή παράνομη εργοδότηση αλλά μια εργοδότηση για κάποιες μόνο ώρες που έγινε τη δεδομένη στιγμή της συγκεκριμένης ημέρας διευκρινίζοντας ότι οι πιο πάνω αλλοδαποί είχαν εντοπιστεί στο πρατήριο του από μέλη της Υ.Α.Μ. Πάφου περί ώρα 08:00 της ίδιας ημέρας. Αναφερόμενος στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του πελάτη του, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης δήλωσε πως ο κατηγορούμενος 1 είναι διαζευγμένος πατέρας ενός παιδιού ηλικίας 22 ετών, το οποίο φοιτάει στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Επιπλέον, ο κατηγορούμενος 1 είναι ιδιοκτήτης εταιρείας στην οποία και εργάζεται με μηνιαίο μισθό ύψους €1.500,00, το οποίο είναι και το μοναδικό εισόδημα που διαθέτει. Δεν έχει ακίνητη περιουσία εγγεγραμμένη στο όνομα του αλλά διαθέτει ένα αυτοκίνητο. Ο κατηγορούμενος 1 διαμένει σε ιδιόκτητη κατοικία η οποία είναι υποθηκευμένη σε τραπεζικό οργανισμό για την απόκτηση δανείου ενώ παράλληλα έχει προσωπικές εγγυήσεις ύψους €150.000,00 σε υφιστάμενα χρέη της εταιρείας στην οποία είναι ιδιοκτήτης. Ακόμη, όπως ο εν λόγω συνήγορος υπεράσπισης υποστήριξε, ο πελάτης του έχει σάκχαρο που ελέγχεται με ιατρική παρακολούθηση. Επιπρόσθετα, ο κατηγορούμενος 1 στηρίζει οικονομικά και άλλως πως τη μητέρα του, η οποία διαμένει στη Χλώρακα, αν και έχει άλλα τρία αδέλφια που επίσης διαμένουν και εργάζονται στην Πάφο. Αναμφίβολα τα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος 1 είναι σοβαρά. Ενδεικτική δε της σοβαρότητας τους είναι, κατ' αρχήν, η προβλεπόμενη από το νόμο ποινή. Συγκεκριμένα, το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας επισύρει, με βάση το άρθρο 14Β του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ.105 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ποινή φυλάκισης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα 3 έτη ή πρόστιμο μέχρι €8.543,01 (ισότιμο σε Λ.Κ.£5.000,00) ή και τις δύο αυτές ποινές. Επιπλέον η σοβαρότητα του αδικήματος της παράνομης εργοδότησης έγκειται στις αλυσιδωτές επιπτώσεις που η διάπραξη του προκαλεί στην κυπριακή οικονομία και γενικότερα στην κοινωνία της Κύπρου, σε συνδυασμό με την ιδιαίτερα ανησυχητική έξαρση που το αδίκημα αυτής της μορφής παρουσιάζει στον τόπο μας, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι γι' αυτό το λόγο που τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοιου είδους υποθέσεις με την ανάλογη και δέουσα αυστηρότητα. Θεώρηση της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου επιβεβαιώνει μια σταθερή προσέγγιση σε υποθέσεις παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών οι οποίοι βρίσκονται παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία κατά τον χρόνο εργοδότησης τους, είτε αυτοί εισήλθαν παράνομα στο έδαφος της Δημοκρατίας είτε νόμιμα και ακολούθως κατέστησαν παράνομοι, με την επιβολή συνήθως ποινών φυλάκισης. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Μιχαήλ
(2001)2 Α.Α.Δ. 74, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Άριστου Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ. 283, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Αθανασίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 311, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Γιώργου Γραμματικού
(2001)2 Α.Α.Δ. 467, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζαννέττου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μονιάτη
(2000)2 Α.Α.Δ. 553, Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 243, Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 421, Ali Riza Mohamet v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 295, Nazari ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 231, Mohamed El Feky και άλλοι ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 166 και Al Jibouri κ.ά v. Αστυνομίας
(1992)2 A.A.Δ. 143. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Άριστου Ευαγόρου (αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 285 χρηματική ποινή που το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού παραμερίστηκε από το Εφετείο και αντικαταστάθηκε με ποινή άμεσης φυλάκισης 2 μηνών. Αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα πιο κάτω στην σελίδα 297: « Η ανησυχητική έξαρση στη διάπραξη του αδικήματος με όλες τις σοβαρές συνέπειες τις οποίες συνεπάγεται στην αγορά εργασίας και στην οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου υπαγορεύει την αυστηρή αντιμετώπιση του. Προβάλλει λοιπόν επιτακτική η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Η μαζική παράνομη κάθοδος αλλοδαπών στην Κύπρο πρέπει να οφείλεται και στην προσδοκία εργοδότησης τους. Αυτή η προσδοκία βέβαια καλλιεργείται από εργοδότες όπως τον εφεσίβλητο. Η απροθυμία των Κυπρίων εργοδοτών να εργοδοτήσουν παράνομα αλλοδαπούς θα αποτελούσε παράγοντα ανασταλτικό της παράνομης καθόδου τους στην Κύπρο. Θα προσθέταμε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις είναι προφανής ο οικονομικός στόχος και πρέπει όλοι να έχουν υπόψη ότι δεν είναι ανεκτός ο προσπορισμός οικονομικού οφέλους δια της παρανομίας. Χρηματική ποινή όχι μόνο δεν ενεργεί ως αποτρεπτική, όχι μόνο δεν αποτελεί επαρκή τιμωρία, αλλά και στέλλει και λανθασμένα μηνύματα στους επίδοξους παραβάτες.» Επίσης, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γιώργου Γραμματικού
(2001)2 Α.Α.Δ. 467 γίνεται εκτενής αναφορά στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών. Τονίζεται επίσης ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης για τον εργοδοτούμενο θα πρέπει να συνοδεύεται κατά κανόνα με ανάλογη ποινή για τον εργοδότη, έχοντας υπόψη ότι η προβλεπόμενη ποινή για τον εργοδότη είναι πιο αυστηρή από εκείνη που προβλέπεται για τον εργοδοτούμενο. Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρύσανθου Μονιάτη
(2000)2 ΑΑΔ 553 το ακόλουθο χαρακτηριστικό απόσπασμα ομιλεί από μόνο του: «Η πρόβλεψη για την περίπτωση των εργοδοτών ποινής αισθητά αυστηρότερης σε σύγκριση με ανάλογα αδικήματα των αλλοδαπών εργοδοτουμένων, είναι εξ αρχής προσδιοριστική της εντονότερης αποδοκιμασίας της δικής τους συμμετοχής στην ανησυχητική κατάσταση που δημιουργεί η μεγάλη συχνότητα με την οποία εμφανίζονται αυτά τα κρούσματα. Δικαίως, θα λέγαμε, αν συνυπολογίσουμε πως δεν έχουμε να κάμουμε στην περίπτωση αυτή με τον κατά τεκμήριο οικονομικά αδύνατο που αναζητά πόρους για επιβίωση. Αυτό το πλήγμα, η μαζική, όπως διαπιστώθηκε, παράνομη είσοδος αλλοδαπών, για την οποία κατ' επανάληψη κρίθηκε αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικών ποινών, δεν μπορεί παρά να συνδεθεί με την προσδοκία που τέτοια στάση των εργοδοτών δικαιολογεί, για εξασφάλιση, κάτω από συνθήκες δύσκολα εξακριβώσιμες, κρυφής απασχόλησης. Χρειάζεται, λοιπόν, για πρόσθετους λόγους αποτρεπτική ποινή για αδίκημα αυτής της φύσης και πράγματι, κάτω από τέτοιες συνθήκες, δεν ήταν ορθή η πρόσδοση τόσο αποφασιστικής σημασίας στο γεγονός ότι ο εφεσίβλητος δεν βαρυνόταν με προηγούμενες καταδίκες.» Στην δε υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Μιχαήλ
(2001)2 Α.Α.Δ. 74 το πρωτόδικο δικαστήριο για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης επέβαλε σε κατηγορούμενο εστιάτορα, που παραδέχθηκε ενοχή και είχε λευκό ποινικό μητρώο, ποινή προστίμου Λ.Κ.£350,00. Στην έφεση που ασκήθηκε, το πρόστιμο παραμερίστηκε και η φυλάκιση κρίθηκε αναπόφευκτη. Επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Το ίδιο συνέβη και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Νικόλα Πάγκαλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 304 όπου σε κάτοχο μπυραρίας, ο οποίος ήταν πατέρας ενός ανήλικου παιδιού, είχε παραδεχθεί ενοχή, ήταν λευκού ποινικού μητρώου, χρηματική ποινή Λ.Κ.£400,00 που επιβλήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, παραμερίστηκε και αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Επιπλέον, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανος Αθανασίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 311 χρηματική ποινή ύψους Λ.Κ.£500,00 που επιβλήθηκε πρωτόδικα σε κατηγορούμενο που εργοδότησε αλλοδαπό και παραδέχθηκε ενοχή με καθαρό ποινικό μητρώο, αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Στην εν λόγω υπόθεση έγινε αναφορά ως χρήσιμης, στην ακόλουθη περιγραφή της κατάστασης που δημιουργείται από τη συχνότητα διάπραξης αδικημάτων αυτής της φύσης, ως έγινε από το πρωτόδικο Δικαστήριο: "Η εργοδότηση αλλοδαπών οι οποίοι είτε εισήλθαν νόμιμα είτε παράνομα χωρίς να κατέχουν τις απαιτούμενες άδειες από τις αρμόδιες αρχές είναι ένα αδίκημα σοβαρό που η σοβαρότητά του επιτείνεται ακόμα περισσότερο ένεκα της έξαρσης που παρουσιάζει. Καθημερινά πάρα πολλές υπηρεσίες του κράτους ασχολούνται με την πάταξη αυτού του είδους αδικήματος που όπως έχει χαρακτηριστεί και από αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει καταντήσει μάστιγα με αρνητικές επιπτώσεις τόσο κοινωνικές όσο και οικονομικές. Και οι επιπτώσεις αυτές οι δυσάρεστες, έχουν ήδη αρχίσει να εκδηλώνονται. Είναι γνωστό ότι κατά κύματα αλλοδαποί εισέρχονται ή προσπαθούν να εισέλθουν στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας με σκοπό, χωρίς να είναι και ο αποκλειστικός σκοπός αυτός, η εξεύρεση εργασίας. Εάν και οι εργοδότες εδώ τηρούσαν το νόμο και τους κανονισμούς και λειτουργούσαν τις επιχειρήσεις τους σύμφωνα με την κειμένη νομοθεσία αυτό το φαινόμενο δεν θα είχε την έξαρση που παρουσιάζει σήμερα. Είναι με τη συμμετοχή και συνενοχή όλων των εργοδοτών που οδηγήθηκε αυτό το φαινόμενο στα επίπεδα που είναι σήμερα. Το μέγεθος της δημόσιας βλάβης που προκαλείται είναι τέτοιο που επιβάλλεται αυστηρή αντιμετώπιση από την οποία να εκπέμπεται το καθαρό μήνυμα πως κάθε ένας πρέπει να έχει στο μυαλό του πρώτα τον Νόμο και πως η αντίληψη ότι ενδεχομένως ένας μπορεί να δει πρώτα το συμφέρον της δουλειάς του, δεν είναι δυνατό να γίνει ανεκτή." Παρόμοια προσέγγιση υιοθετήθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζαννέττου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438 όπου χρηματική ποινή Λ.Κ.£400,00 αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Να αναφερθεί εδώ ότι στην υπόθεση αυτή το Ανώτατο Δικαστήριο ήταν ιδιαίτερα επικριτικό κατά της πρωτόδικης απόφασης χαρακτηρίζοντας την πρωτόδικη ποινή ανεξήγητη και αντινομική και ότι ήταν μεγάλο σφάλμα αρχής. Η δικαιολογία δε που είχε αναφέρει το πρωτόδικο Δικαστήριο όταν επέβαλλε χρηματική ποινή Λ.Κ.£400,00 ότι ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή, είχε καθαρό ποινικό μητρώο και ήταν πατέρας τριών παιδιών, χαρακτηρίστηκε ως ισχνή. Σημαντικό είναι να λεχθεί ότι στην υπόθεση αυτή, ο κατηγορούμενος πρόβαλε και ισχυρισμό ότι έπασχε από διαβήτη. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γιώργου Γραμματικού
(2001)2 Α.Α.Δ. 467 χρηματική ποινή ύψους Λ.Κ.£500,00 που επιβλήθηκε σε εργολάβο που παραδέχθηκε ενοχή και ήταν χωρίς εγκληματικό παρελθόν και που είχε εργοδοτήσει μόνο για λίγες μέρες ένα αλλοδαπό και μάλιστα κατόπιν παράκλησης του αλλοδαπού, αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Ακόμη στην υπόθεση Gaby Toufic Atallah
(1992)2 Α.Α.Δ. 94 τονίστηκε ότι «οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορούμενων όσο και αν, όπως σε κάθε περίπτωση, είναι παράγοντες σχετικοί με την επιμέτρηση της ποινής, είναι περιορισμένης σημασίας και σίγουρα δεν μπορούν να αφεθούν να οδηγήσουν σε αναποτελεσματική εφαρμογή του νόμου σε υποθέσεις όπως η παρούσα, στις οποίες οι ποινές είναι αναγκαίο να είναι αποτρεπτικές». Είναι πρόδηλο από τις νομικές αρχές που παρατίθενται μέσα από την προαναφερόμενη νομολογία ότι εκείνο που τιμωρείται τόσο στην περίπτωση του εργοδότη όσο και του αλλοδαπού είναι η αξιόποινη συμπεριφορά τους μέσα από την ίδια την πράξη ανεξάρτητα από τη χρονική διάρκεια της εργοδότησης ή των άλλων παραμέτρων αυτής, όπως η αμοιβή, οι ώρες εργασίας, βαθμός και έκταση καθηκόντων, οι όροι και συνθήκες εργοδότησης. Σημειώνω ακόμη ότι είναι η ανοχή, συνενοχή και η ανευθυνότητα των εργοδοτών που οδήγησε το φαινόμενο αυτό σε έξαρση. Πιο πρόσφατη νομολογία έδειξε μια διαφοροποίηση στις περιπτώσεις παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών οι οποίοι βρίσκονται νόμιμα στην Κύπρο, είτε ως φοιτητές είτε ως αιτητές πολιτικού ασύλου. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Lin Qinlong κ.ά. v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 501 αφήνεται να εννοηθεί ότι η περιστασιακή απασχόληση αλλοδαπών φοιτητών στις ελεύθερες ώρες τους δεν θα πρέπει να αντικρίζεται με την ίδια αυστηρότητα που πρέπει να επιδεικνύεται σε άλλες υποθέσεις παράνομης εργοδότησης και απασχόλησης στις οποίες ο αλλοδαπός βρίσκεται παράνομα στην Κύπρο. Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Νίκου Νικολάου
(2006)2 Α.Α.Δ. 488 χρηματική ποινή Λ.Κ.£300,00 που επιβλήθηκε σε εργοδότη λευκού ποινικού μητρώου για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού που βρισκόταν νόμιμα στην Κύπρο ως αιτητής ασύλου, όταν ο Κύπριος εργοδοτούμενος του εγκατέλειψε την εργασία του, επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στην ίδια υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε ότι με γνώμονα ότι χορηγείται άδεια εργασίας σε αιτητές ασύλου σε ορισμένους τομείς ακριβώς για να αυτοσυντηρούνται και να μη χρειάζεται παρεμβολή της πολιτείας σε αυτό τον τομέα οι προεκτάσεις της μη ένταξης αιτητών πολιτικού ασύλου στο σύστημα εργασίας, δεν είναι τόσο αποφασιστικής σημασίας έτσι ώστε να δικαιολογείται η αντιμετώπισή τους με την αυστηρότητα που επιδεικνύεται σε άλλες υποθέσεις παράνομης εργοδότησης. Επίσης, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Μαυρικίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 494 επιβλήθηκε χρηματική ποινή ύψους Λ.Κ.£400,00 σε διευθυντή εταιρείας που εργοδότησε χωρίς τη σχετική άδεια αιτητή πολιτικού ασύλου, ο οποίος βρισκόταν νόμιμα στην Κύπρο. Ωστόσο θεωρώ ότι η παρούσα περίπτωση δεν εμπίπτει στη δεύτερη κατηγορία καθότι και οι δύο κατηγορούμενοι που εργοδοτούνταν από τον κατηγορούμενο 1 χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης διέμεναν παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ειδικότερα, η άδεια παραμονής και εργασίας του πρώτου αλλοδαπού έληξε από τις 31.03.13 και έκτοτε διέμενε παράνομα στην Κύπρο ενώ από τις 11.11.08 διέμενε παράνομα στο νησί και ο δεύτερος αλλοδαπός ως αιτητής πολιτικού ασύλου καθότι η έφεση που καταχώρησε στην Αναθεωρητική Αρχή είχε από τότε απορριφθεί. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονούν το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας των αδικημάτων ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής του κατηγορουμένου 1 στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα που επιβαρύνουν τη θέση του: (α) Τη σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή διαφαίνεται από τα πιο πάνω καθώς και από τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη τους αλλά και από τη συχνότητα και ευκολία με την οποία αυτά διαπράττονται καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας. (β) Το ότι ο κατηγορούμενος 1 προχώρησε στην παράνομη εργοδότηση δύο αλλοδαπών που και οι δύο ήδη διέμεναν παράνομα στο νησί. Προς όφελος του κατηγορουμένου 1 για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την άμεση παραδοχή του. (β) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (γ) Την απολογία του όπως αυτή εκφράστηκε δια του συνηγόρου του. (δ) Την άμεση παραδοχή του στην αστυνομία και τη συνεργασία του με τις ανακριτικές αρχές, στοιχεία που φανερώνουν έμπρακτη μεταμέλεια. (ε) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου 1, όπως αυτές εκτέθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης και ειδικότερα ότι: · Είναι ιδιοκτήτης του πρατηρίου καυσίμων που γίνεται αναφορά στις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας στο οποίο εργάζεται με μηνιαίο μισθό ύψους €1.500,00 που είναι και η μοναδική πηγή εισοδήματος του. · Είναι διαζευγμένος και πατέρας ενός παιδιού ηλικίας 22 ετών, το οποίο φοιτάει στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. · Προέρχεται από πολύτεκνη οικογένεια έχοντας άλλα 4 αδέλφια, τρία εκ των οποίων διαμένουν και εργάζονται στην Πάφο και μία αδελφή η οποία διαμένει στο εξωτερικό. · Δεν έχει ακίνητη περιουσία εγγεγραμμένη στο όνομα του αλλά διαθέτει ένα αυτοκίνητο. · Διαμένει σε ιδιόκτητη κατοικία η οποία είναι υποθηκευμένη σε τραπεζικό οργανισμό για την απόκτηση δανείου. · Έχει προσωπικές εγγυήσεις ύψους €150.000,00 σε υφιστάμενα χρέη της εταιρείας στην οποία είναι ιδιοκτήτης. · Αντιμετωπίζει πρόβλημα σακχάρου. · Στηρίζει οικονομικά και άλλως πως τη μητέρα του, η οποία διαμένει στη Χλώρακα. Ερχόμενος στη θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης με την οποία ισχυρίστηκε ότι η παρούσα υπόθεση δεν αφορά συνεχή παράνομη εργοδότηση αλλά μια εργοδότηση για κάποιες μόνο ώρες που έγινε τη δεδομένη στιγμή της συγκεκριμένης ημέρας με τους δύο αλλοδαπούς να είχαν αποταθεί για εργασία στο εν λόγω πρατήριο καυσίμων η ώρα 07:00 και να είχαν εντοπιστεί από μέλη της Υ.Α.Μ. Πάφου περί ώρα 08:00 της ίδιας ημέρας. Επ' αυτού λαμβάνω υπόψη μου τον περιορισμένο χρόνο διάρκειας απασχόλησης των αλλοδαπών, όμως ταυτόχρονα δεν παραγνωρίζω ότι η εργοδότηση και των δύο αλλοδαπών τερματίστηκε μόνο μετά την παρουσία μελών της αστυνομίας στο συγκεκριμένο χώρο εργασίας, οι οποίοι μετέβησαν στο συγκεκριμένο πρατήριο καυσίμων προφανώς μετά από πληροφορίες που είχαν. Ο κύριος Κουρίδης περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο πελάτης του προχώρησε στην εργοδότηση των δύο αλλοδαπών εφόσον αυτοί του υποσχέθηκαν ότι θα του προσκόμιζαν τα αναγκαία έγγραφα και λόγω της προγενέστερης γνωριμίας που είχε μαζί τους. Αυτό όμως σε καμία περίπτωση δεν μειώνει τη σοβαρότητα που χαρακτηρίζει το αδίκημα που ο κατηγορούμενος 1 διέπραξε. Πέραν όμως αυτού, ακριβώς επειδή ο ένας εκ των δύο αλλοδαπών εργαζόταν στην εταιρεία του κατηγορουμένου 1 μέχρι τη λήξη της άδειας παραμονής και εργασίας του ήταν ένας επιπρόσθετος λόγος για τον ίδιο τον κατηγορούμενο 1 να ελέγξει το καθεστώς παραμονής και εργασίας του αλλοδαπού στο νησί και συγκεκριμένα κατά πόσο ανανέωσε την άδεια του προτού αποφασίσει να τον εργοδοτήσει και όχι απλά και χωρίς προβληματισμό να βασιστεί στην υπόσχεση του. Το ίδιο σκεπτικό ισχύει και για το δεύτερο αλλοδαπό που εργαζόταν στην εταιρεία του κατηγορουμένου 1 το 2005, γεγονός που αποτελεί ένα επιπλέον λόγο γιατί ο πελάτης του ευπαιδεύτου συνηγόρου θα έπρεπε να είχε ελέγξει εάν το έτος 2013 ο συγκεκριμένος αλλοδαπός είχε άδεια να διαμένει και να εργάζεται στην Κύπρο προτού επιλέξει να του προσφέρει εργασία και όχι ανεύθυνα και χωρίς δεύτερη σκέψη να τον εργοδοτήσει. Το ότι η ημέρα που εντοπίστηκαν οι αλλοδαποί να εργάζονται στο πρατήριο καυσίμων του κατηγορουμένου 1 ήταν Σάββατο και υπήρχε αρκετή εργασία στο τμήμα καθαρισμού οχημάτων δεν αποτελεί μετριαστικό παράγοντα για να προχωρήσει κάποιος στην παράνομη εργοδότηση δύο αλλοδαπών εις αντικατάσταση άλλων δύο που ασθενούσαν. Αντίθετα, ο κατηγορούμενος 1 θα έπρεπε, αν έκρινε ότι ήταν απαραίτητο, να αναπληρώσει τις απουσίες με το υφιστάμενο προσωπικό περιλαμβανομένου και του εαυτού του ή εναλλακτικά να εργοδοτήσει άτομα που μπορούσαν εκείνη τη στιγμή να τον πείσουν για τη νομιμότητα τους να διαμένουν και να εργάζονται στην Κύπρο. Εξάλλου το γεγονός ότι οι αλλοδαποί θα προσκόμιζαν μεταγενέστερα τα απαιτούμενα έγγραφα για εργοδότηση τους φανερώνει ότι η πρόσληψη τους δεν έγινε απλά για να αναπληρωθεί εκείνη μόνο την ημέρα το κενό που άφησε η απουσία των δύο άλλων υπαλλήλων αλλά ότι αποτελούσαν επιπρόσθετες προσθήκες προσωπικού του κατηγορουμένου 1 στο συγκεκριμένο πρατήριο καυσίμων. Η δε θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι δεν υπήρξε στοχευμένη οικονομική εκμετάλλευση των αλλοδαπών λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο. Από την άλλη όμως, αυτό που παράλληλα δημιουργήθηκε μέσα από τη στάση του κατηγορουμένου 1 είναι η καλλιέργεια προσδοκίας στους δύο αλλοδαπούς για εργοδότηση τους, η οποία έλαβε σάρκα και οστά με την απόφαση του κατηγορουμένου 1 να τους παρέχει εργασία, όπου μέσα από την χρήση των υπηρεσιών των εν λόγω αλλοδαπών, έστω στο βαθμό και την χρονική έκταση που αυτοί εργάστηκαν, ο κατηγορούμενος 1 προσπορίστηκε οικονομικό όφελος, με την εργοδότηση των αλλοδαπών να τερματίζεται μόνο με την παρέμβαση μελών της αστυνομίας. Γενικά, λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί ή τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για τον κατηγορούμενο 1. Καθοδηγούμενος από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο 1 είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής λόγω της αυξανόμενης συχνότητας και ευκολίας διάπραξης τους, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο 1 ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου λόγω του στοιχείου της σοβαρότητας που το αδίκημα αυτό ενέχει, της ανησυχητικά αυξητικής τάσης που αυτό παρουσιάζει καθώς και του βαθμού ευκολίας διάπραξης του αδικήματος, όπως τα έχω περιγράψει πιο πάνω αλλά και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλεται στον κατηγορούμενο 1 οι εξής ποινές: Πρώτη κατηγορία - ποινή φυλάκισης 2 μηνών Δεύτερη κατηγορία - ποινή φυλάκισης 2 μηνών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο 1 συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν η ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο 1 θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Εξάλλου αυτό ήταν και αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου 1, κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ή παράγοντας που να δικαιολογεί την έκδοση διαταγής για αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Ειδικότερα έχω λάβει υπόψη μου τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων σε συνάρτηση με τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου 1 μαζί με το πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει και δεν έχω ικανοποιηθεί ότι αυτά είναι τέτοια που θα έκλιναν την πλάστιγγα προς την κατεύθυνση της αναστολής εκτέλεσης των ποινών. Παρόλα αυτά, όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες λήφθηκαν υπόψη για τη δραστική μείωση της ποινής που του επιβλήθηκε (βλέπε άρθρο 3
(2)του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09, Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663). Έπεται ότι το αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης απορρίπτεται. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Παράνομη εργοδότηση/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο