← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Σάββας Ιωάννου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1937/2013, 3/10/2013

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Σάββας Ιωάννου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1937/2013, 3/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B75 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1937/2013 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.

  1. Σάββας Ιωάννου
  2. Chandani Sepalika Abeysinghe Wijepal Mudiyanselage Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 03.10.13 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ Σ. Συμεού Για Κατηγορούμενη 2: κα Ν. Κωνσταντινίδου Κατηγορούμενη 2: παρούσα ΠΟΙΝΗ Η κατηγορούμενη 2 βρέθηκε ένοχη, κατόπιν δικής της παραδοχής, στην κατηγορία της παραβίασης των όρων άδειας εισόδου και παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία κατά παράβαση των άρθρου 19

(1)(κ) του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ.105 μετά των συναφών τροποποιήσεων (δεύτερη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος η κατηγορούμενη 2, ενώ είναι αλλοδαπή από τη Σρι Λάνκα και αφίχθηκε στην Κύπρο στις 21.06.12 με άδεια παραμονής και εργασίας ως οικιακή βοηθός σε εργοδότη στην επαρχία Πάφου μέχρι τις 21.06.16 μεταξύ των ημερομηνιών 24.06.12 μέχρι 16.10.12 εργαζόταν κατά παράβαση των όρων της άδειας της για λογαριασμό του εν λόγω εργοδότη της. Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής παρέπεμψε στις λεπτομέρειες της δεύτερης κατηγορίας, στο περιεχόμενο των οποίων έχει ήδη γίνει αναφορά πιο πάνω. Περαιτέρω, ο κύριος Συμεού σημείωσε ότι η κατηγορούμενη 2, η οποία βρίσκεται νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία, προέβηκε σε καταγγελία ότι εργαζόταν στα περιβόλια του εργοδότη της ενώ η άδεια της ήταν να εργάζεται ως οικιακή βοηθός. Καταλήγοντας, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής δήλωσε ότι η εν λόγω κατηγορούμενη είναι λευκού ποινικού μητρώου ενώ παράλληλα δήλωσε ότι δεν υπάρχουν οποιαδήποτε έξοδα σε σχέση με την υπόθεση αυτή. Συμφωνώντας με τα γεγονότα που εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορουμένης 2, αφού συμφώνησε ότι τέτοιου είδους αδικήματα βρίσκονται σε έξαρση, επισήμανε στο Δικαστήριο ότι η πελάτιδα της βρίσκεται νόμιμα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Περαιτέρω, η εν λόγω συνήγορος έκανε αναφορά στο λευκό ποινικό μητρώο της κατηγορουμένης 2, στη φτωχή οικονομική κατάσταση της, στη μεταμέλεια της και στην άψογη συνεργασία που είχε με την αστυνομία. Στη βάση αυτών η κυρία Κωνσταντινίδου ζήτησε την επιείκεια του Δικαστηρίου κατά την επιβολή ποινής στην πελάτιδα της. Αναμφίβολα το αδίκημα που διέπραξε η κατηγορούμενη είναι σοβαρό. Ενδεικτική δε της σοβαρότητας του είναι η προβλεπόμενη από το νόμο ποινή. Το αδίκημα της παράνομης απασχόλησης επισύρει με βάση το άρθρο 19
(1)του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ.105 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ποινή φυλάκισης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις €1.708,60 ή και στις δύο αυτές ποινές. Η σοβαρότητα του αδικήματος έγκειται επίσης και στο γεγονός ότι η διάπραξη του βρίσκεται σε ραγδαία ανάπτυξη στην Κύπρο, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Το γεγονός της ανησυχητικής έξαρσης στη διάπραξη τέτοιων αδικημάτων αναγνωρίστηκε και από την ευπαίδευτη συνήγορο της κατηγορουμένης 2. Η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος έγκειται ακόμη στο ότι στρέφεται κατά της αρμοδιότητας των αρμοδίων αρχών του κράτους για άσκηση αποτελεσματικού ελέγχου και παράλληλα υπονομεύει το σεβασμό που πρέπει να επιδεικνύεται στους νόμους και κανονισμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας. Είναι γι' αυτό το λόγο που τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοιου είδους υποθέσεις με την ανάλογη και δέουσα αυστηρότητα. Θεώρηση της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου επιβεβαιώνει μια σταθερή προσέγγιση σε υποθέσεις παράνομης εργοδότησης και κατ' επέκταση απασχόλησης αλλοδαπών οι οποίοι βρίσκονται παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία κατά τον χρόνο εργοδότησης τους, είτε εισήλθαν παράνομα στο έδαφος της Δημοκρατίας είτε νόμιμα και ακολούθως κατέστησαν παράνομοι με την επιβολή ποινών φυλάκισης. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Μιχαήλ
(2001)2 Α.Α.Δ. 74, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Άριστου Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ. 283, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Αθανασίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 311, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Γιώργου Γραμματικού
(2001)2 Α.Α.Δ. 467, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζαννέττου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μονιάτη
(2000)2 Α.Α.Δ. 553, Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 243, Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 421, Ali Riza Mohamet v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 295, Nazari ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 231, Mohamed El Feky και άλλοι ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 166 και Al Jibouri κ.ά v. Αστυνομίας
(1992)2 A.A.Δ. 143. Πιο πρόσφατη νομολογία έδειξε μια διαφοροποίηση στις περιπτώσεις παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών οι οποίοι βρίσκονται νόμιμα στην Κύπρο, είτε ως φοιτητές είτε ως αιτητές πολιτικού ασύλου. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Lin Qinlong κ.ά. v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 501 αφήνεται να εννοηθεί ότι η περιστασιακή απασχόληση αλλοδαπών φοιτητών στις ελεύθερες ώρες τους δεν θα πρέπει να αντικρίζεται με την ίδια αυστηρότητα που πρέπει να επιδεικνύεται σε άλλες υποθέσεις παράνομης εργοδότησης και απασχόλησης στις οποίες ο αλλοδαπός βρίσκεται παράνομα στην Κύπρο. Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Νίκου Νικολάου
(2006)2 Α.Α.Δ. 488 χρηματική ποινή Λ.Κ.£300,00 που επιβλήθηκε σε εργοδότη λευκού ποινικού μητρώου για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού που βρισκόταν νόμιμα στην Κύπρο ως αιτητής πολιτικού ασύλου, όταν ο Κύπριος εργοδοτούμενος του εγκατέλειψε την εργασία του, επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στην ίδια υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε ότι με γνώμονα ότι χορηγείται άδεια εργασίας σε αιτητές ασύλου σε ορισμένους τομείς ακριβώς για να αυτοσυντηρούνται και να μη χρειάζεται παρεμβολή της πολιτείας σε αυτό τον τομέα οι προεκτάσεις της μη ένταξης αιτητών πολιτικού ασύλου στο σύστημα εργασίας, δεν είναι τόσο αποφασιστικής σημασίας έτσι ώστε να δικαιολογείται η αντιμετώπισή τους με την αυστηρότητα που επιδεικνύεται σε άλλες υποθέσεις παράνομης εργοδότησης. Επίσης, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Μαυρικίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 494 επιβλήθηκε χρηματική ποινή ύψους Λ.Κ.£400,00 σε διευθυντή εταιρείας που εργοδότησε χωρίς τη σχετική άδεια αιτητή πολιτικού ασύλου, ο οποίος βρισκόταν νόμιμα στην Κύπρο. Θεωρώ ότι η παρούσα υπόθεση θα μπορούσε να προσεγγιστεί με ευνοϊκότερο φακό από ότι οι προαναφερόμενες περιπτώσεις. Τα περιστατικά είναι τέτοια που επιτρέπουν κάτι τέτοιο. Μπορεί το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται και παραδέχτηκε ενοχή η κατηγορούμενη 2 να αναφέρεται σε παράνομη απασχόληση αλλά δεν είναι η περίπτωση όπου βρίσκεται παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και παράνομα εργάζεται. Ούτε είναι η περίπτωση όπου δεν έχει άδεια εργασίας αλλά παράνομα εργάζεται. Είναι η περίπτωση όπου η κατηγορούμενη εισέρχεται και διαμένει νόμιμα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας καθώς επίσης διαθέτει άδεια εργασίας αλλά για διαφορετικό δηλωμένο επάγγελμα. Τα γεγονότα ουσιαστικά παραπέμπουν σε παραβίαση των όρων εργοδότησης, στη βάση των οποίων εξασφαλίστηκε άδεια εισόδου, παραμονής και εργασίας στην κατηγορούμενη 2 στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Κάποιος θα μπορούσε να χαρακτηρίσει την διάπραξη του αδικήματος αυτού ως τυπική. Σύμφωνα με τη νομολογία κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής της κατηγορουμένης 2 στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου ως επιβαρυντικό στοιχείο τη σοβαρότητα του αδικήματος, όπως αυτή έχει σημειωθεί πιο πάνω αλλά και από τη συχνότητα και ευκολία με την οποία αυτό διαπράττεται. Προς όφελος της κατηγορουμένης 2 για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την παραδοχή της έστω και αν αυτή έγινε στο στάδιο αυτό. (β) Το λευκό ποινικό μητρώο της. (γ) Την πλήρη συνεργασία που είχε με τις αστυνομικές αρχές, γεγονός που δείχνει την έμπρακτη μεταμέλεια της. (δ) Το γεγονός ότι η ίδια προέβηκε σε καταγγελία του εργοδότη της ότι εργαζόταν στα περιβόλια του, στοιχείο που δείχνει ότι η κατηγορούμενη 2 δεν είχε το κίνητρο να εξασφαλίσει οποιοδήποτε κέρδος επιπρόσθετα από την νόμιμη εργασία της ως οικιακή βοηθός του εργοδότη της. (ε) Την άσχημη οικονομική κατάσταση της. Γενικά, λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί ή τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για την κατηγορούμενη 2. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη του αδικήματος, κρίνω ότι η αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στην κατηγορούμενη 2 και θα αντανακλά όλα τα πιο πάνω χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζει την οικονομική δυσχέρεια που αυτή αντιμετωπίζει, είναι αυτή της παροχής εγγύησης. Καταληκτικά, η κατηγορούμενη 2 για την δεύτερη κατηγορία να υπογράψει προσωπική εγγύηση ύψους €400,00 για την τήρηση της τάξης και τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας για περίοδο δύο ετών. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Παράνομη απασχόληση/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.