← Κύπρος

ΕVGENIOS PANAGIOTOU SAFETYLINE AUTOSEVICES LIMITED ν. XΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 13962/12, 31/11/2013

ΕVGENIOS PANAGIOTOU SAFETYLINE AUTOSEVICES LIMITED ν. XΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 13962/12, 31/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B125 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13962/12 ΕVGENIOS PANAGIOTOU SAFETYLINE AUTOSEVICES LIMITED v XΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ Κατηγορουμένου ----------------------- Ημερομηνία: 31/10/2013. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Λεωνίδας Νεοφύτου για κ.κ. Χάρης Καλογήρου & Σια ΔΕΠΕ. Για τον κατηγορούμενο: κα Σοφία Χ΄΄Νεοφύτου. Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία, αυτή της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής κατά παράβαση των άρθρων 305 Α

(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατά ή περί την 01ην/10/2012 στην Πάφο της Επαρχίας Πάφου εξέδωσε στους ΕVGENIOS PANAGIOTOU SAFETYLINE AUTOSEVICES LIMITED την επιταγή με αριθμό 36488079 του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Αστυνομικών Κύπρου Λτδ για το ποσό των €500 εξαργυρωτέα την 01/10/2012, η οποία παρουσιάστηκε κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε και δεν εξοφλήθηκε για το λόγο ότι ο εκδότης της άνευ ευλόγου αιτίας προκάλεσε με δική του ενέργεια τη μη εξόφληση της (Stop payment). O κατηγορούμενος αρνήθηκε την κατηγορία και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Η κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε τρεις μάρτυρες, τον κ. Ευγένιο Παναγιώτου (Μ.Κ.1), τον κ. Έντουαρτ Αλιχανίδη (Μ.Κ.2) και την κα Γαλάτεια Βασιλείου (Μ.Κ.3). O κατηγορούμενος, μετά που κρίθηκε ένοχος εκ πρώτης όψεως με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν παρουσίασε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Πέραν των πιο πάνω, κατατέθηκαν από τους διαδίκους εξ συμφώνου κατάλογος παραδεκτών γεγονότων (τεκμήριο Α), τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και έχουν ως ακολούθως: H εταιρεία ΕVGENIOS PANAGIOTOU SAFETYLINE AUTOSEVICES LIMITED έχει συσταθεί με βάση τον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με αριθμό ΗΕ
  2. Ο Ευγένιος Παναγιώτου είναι και ήτο διευθυντής της εταιρείας ΕVGENIOS PANAGIOTOU SAFETYLINE AUTOSEVICES LIMITED και ασχολείται μεταξύ άλλων με επισκευές αυτοκινήτων, οδική βοήθεια, πωλήσεις ανταλλακτικών αυτοκινήτων και αγοραπωλησίες αυτοκινήτων. Η επίδικη επιταγή παρουσιάστηκε από τον Διευθυντή της εταιρείας ΕVGENIOS PANAGIOTOU SAFETYLINE AUTOSEVICES LIMITED, ήτοι τον κ. Ευγένιο Παναγιώτου στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ προς κατάθεση στις 02/10/
  3. Η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ έστειλε την επίδικη επιταγή για εξαργύρωση στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αστυνομικών Κύπρου Λτδ και αυτό την επέστρεψε απλήρωτη με ένδειξη "stop payment". Tα μόλις πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα καθίστανται και ευρήματα του Δικαστηρίου. Πέραν των πιο πάνω, ολόκληρη η μαρτυρία που έχει προσφερθεί στο Δικαστήριο έχει καταγραφεί στο πρακτικά, λαμβάνεται υπόψη και δεν κρίνω απαραίτητο να την επαναλάβω αυτολεξεί για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Θα αναφερθώ κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της στα κυριότερα μέρη αυτής για να διαφανούν και οι εκδοχές των διαδίκων. Εκείνο που προκύπτει όμως, από την ενώπιον του Δικαστηρίου προσαχθείσα μαρτυρία είναι ότι η εκδοχή της παραπονούμενης είναι ότι κατά ή περί το Σεπτέμβριο του 2012, μετά από έντονες πιέσεις του κατηγορούμενου, η παραπονούμενη μέσω του διευθυντή τους, αποδέχθηκε να παραλάβει και να επιδιορθώσει το όχημα του κατηγορουμένου με αρ. εγγραφής ΕΗP
  4. Aφού το παρέλαβε και διαπίστωσε ποιο ήταν το πρόβλημα και ενημέρωσε σχετικά τον κατηγορούμενο, αυτός τους έδωσε οδηγίες όπως το επιδιορθώσουν κάτι το οποίο έπραξαν. Το σύνολο του κόστους επιδιόρθωσης ανήλθε σε €1,291.68 σεντ συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. και προς τούτο εκδόθηκε σχετικό τιμολόγιο. Ο κατηγορούμενος, επισκέφθηκε το γκαράζ των παραπονουμένων όπου εκεί βρισκόταν ο γιος του διευθυντή τους και αφού παρέλαβε το αυτοκίνητο του, εξέδωσε προς όφελος των παραπονουμένων την επίδικη επιταγή ύψους €500 και του ανέφερε ότι το υπόλοιπο ποσό θα το διευθετούσε αργότερα με τον πατέρα του και διευθυντή της παραπονουμένης εταιρείας. Πέραν τούτου, προκύπτει ότι το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου επιδιορθώθηκε πλήρως, σύμφωνα με την εκδοχή των παραπονουμένων και κυκλοφορούσε κανονικά. Όταν επιχειρήθηκε η εξαργύρωση της επίδικης επιταγής και αυτή επιστράφηκε με την ένδειξη "stop payment" o διευθυντής της παραπονούμενη επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο και ζήτησε εξηγήσεις και αυτός του ανέφερε ότι δεν είχε ο λογαριασμός του χρήματα και γι αυτό προκάλεσε την μη εξόφληση της και ότι θα τον κανόνιζε αργότερα. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του διευθυντή της παραπονουμένης η εν λόγω επιταγή δεν εξοφλήθηκε μέχρι σήμερα. Αντίθετη ήταν η εκδοχή του κατηγορουμένου, ο οποίος ανέφερε στο Δικαστήριο ότι η συμφωνία του με τους παραπονούμενους και τον διευθυντή τους τον κ. Ευγένιο Παναγιώτου ήταν να γίνει αλλαγή της μηχανής του οχήματος και όχι να επιδιορθωθεί, εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος. Αφού παρήλθε αυτό το χρονικό διάστημα και οι παραπονούμενοι δεν είχαν προβεί στην εργασία αυτή, προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον διευθυντή τους για να μάθει τι γινόταν χωρίς αυτός να ανταποκρίνεται. Επισκέφθηκε το γκαράζ για να δει τι γινόταν και ο ίδιος διαπίστωσε ότι δεν είχε γίνει οποιαδήποτε εργασία στο όχημα του. Την επόμενη μέρα ειδοποιήθηκε ότι είναι έτοιμο το όχημα του και πήγε εκ νέου για να το παραλάβει. Εκεί ήταν ο γιός του διευθυντή της εταιρείας του οποίου παρέδωσε την επίδικη επιταγή για πλήρη εξόφληση του τιμήματος. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι η συμφωνία τους ήταν να γίνει η αλλαγή της μηχανής και το κόστος συμφωνήθηκε σε €350 για την αγορά της εν λόγω μηχανής και €150 για τα εργατικά. Ακολούθως, μόλις πήρε το όχημα και το οδήγησε για περίπου 20 μέτρα διαπίστωσε ότι ακουγόταν θόρυβος και σε κάποιο σημείο δεν προχωρούσε. Ειδοποίησε πλατφόρμα η οποία το μετέφερε και στη συνέχεια το πήρε σε άλλους τεχνικούς για αλλαγή της μπαταρίας. Στην πορεία βεβαιώθηκε ότι δεν έγινε η εργασία η οποία είχε συμφωνηθεί και ούτε το όχημα του επιδιορθώθηκε καθοιονδήποτε τρόπο. Από την ημέρα παραλαβής του και μετά, αυτό δεν μπορούσε να κυκλοφορήσει και είναι σταματημένο έξω από το σπίτι του. Εν όψει των πιο πάνω και τη παράβαση της μεταξύ των διαδίκων σύμβαση προχώρησε στην ανάκληση της επιταγής. Από τα πιο πάνω αλλά και από την μαρτυρία που προσκομίστηκε, προκύπτει ότι το γεγονός ότι η επίδικη επιταγή (τεκμήριο 2) αποτελεί επιταγή εν τη έννοια του Νόμου, το ότι αυτή εκδόθηκε δεόντως προς όφελος των παραπονουμένων και ότι αυτή ανακλήθηκε από τον κατηγορούμενο πριν από την ημερομηνία που ήταν πληρωτέα, δεν έτυχαν αμφισβήτησης και/ή αποτέλεσαν κοινό έδαφος των διαδίκων. Εκείνο το οποίο αποτέλεσε σημείο αντιπαράθεσης των μερών, ήταν η συμφωνία που έλαβε χώρα μεταξύ τους, ποιο ήταν το περιεχόμενο της, κατά πόσο οι παραπονούμενοι την εκπλήρωσαν και κατ' επέκταση αν ο κατηγορούμενος ανακάλεσε την πληρωμή της επίδικης επιταγής με εύλογη αιτία. Ως εκ τούτου επιβάλλεται να προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας με σκοπό να καταλήξω σε συγκεκριμένα ευρήματα γεγονότων αναφορικά με τα πιο πάνω. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Έχω διεξέλθει της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 με πολλή προσοχή και έχοντας υπόψη μου το περιεχόμενο αυτής αλλά και την εντύπωση που απεκόμισα από τον μάρτυρα αυτόν από το εδώλιο του μάρτυρα κατά την ώρα που κατέθετε, κρίνω ότι αυτή γενικά είναι αξιόπιστη και μπορώ να βασιστώ σε αυτή και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων σε σχέση με τα πιο πάνω ουσιώδη σημεία αντιπαράθεσης. Ο μάρτυρας αυτός δεν έχει περιπέσει σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις σε σχέση με την εκδοχή του και ήταν σταθερός και απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν. Σε κάποια ζητήματα τα οποία δεν θυμόταν δεν δίσταζε να το αναφέρει και ούτε προσπαθούσε να αναφέρει γεγονότα κάνοντας εικασίες. Εξήγησε με σταθερότητα και ευκρίνεια το τι προηγήθηκε της συναλλαγής και ειδικότερα ανέφερε πώς τελικά αποδέκτηκε να επιδιορθώσει το όχημα του κατηγορουμένου. Επίσης, ανέφερε με λεπτομέρεια προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου όλες τις εργασίες τις οποίες έκανε στο όχημα του κατηγορουμένου και το κόστος αυτών, ανεξαρτήτως του τιμολογίου που κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
  1. Εκείνο το οποίο προκύπτει από τη μαρτυρία του σε σχέση με το τεκμήριο 1, είναι η θέση του ότι αυτό εκδόθηκε από τον ίδιο, πριν από την παραλαβή του οχήματος από τον κατηγορούμενο, και ότι αυτό παραδόθηκε στον κατηγορούμενο από τον γιό του όταν ο κατηγορούμενος παράλαβε το όχημα του. Η θέση του αυτή όμως, δεν μπορεί να ευσταθεί αφού στο εν λόγω τιμολόγιο περιλαμβάνεται και το ποσό της επίδικης επιταγής. Είναι προφανές ότι το τιμολόγιο δεν θα μπορούσε να είχε εκδοθεί πριν την παραλαβή του οχήματος και ταυτόχρονα να περιλαμβάνει και την εν λόγω επιταγή, δεδομένης και της θέσης του ότι είναι ο ίδιος που το εξέδωσε και ότι ο ίδιος απουσίαζε όταν παραδόθηκε το τιμολόγιο. Παρόλα αυτά όμως, η εν λόγω ανακρίβεια ή έστω αντίφαση σε σχέση με την ημερομηνία έκδοσης του τιμολογίου και η παράδοση του προς τον κατηγορούμενο, είναι επουσιώδης και δεν μπορεί να πλήξει την αξιοπιστία του μάρτυρα επί των ουσιωδών σημείων που είναι το περιεχόμενο της συμφωνίας των μερών και η εκτέλεση της. Η έκδοση αυτή καθεαυτή και η παράδοση ενός τιμολογίου δεν αποτελεί τη νόμιμη αιτία για την έκδοση της επίδικης επιταγής, αλλά η προσφορά των εργασιών που περιγράφονται στο τιμολόγιο και το αν αυτές πράγματι εκτελέστηκαν. Θεωρώ ότι δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στις πιο πάνω αναφορές του μάρτυρα σε σχέση με το χρόνο έκδοσης και παράδοσης του τιμολογίου και το πιο πάνω μέρος της μαρτυρίας του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Το γεγονός αυτό και μόνο όμως, κρίνω ότι δεν είναι ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία του μάρτυρα και να παρασύρει και την υπόλοιπη μαρτυρία του σε σχέση με τα ουσιώδη επίδικα ζητήματα στα οποία ήταν σταθερός, σαφής και ξεκάθαρος. Ήταν σταθερός και κατηγορηματικός στη θέση του αναφορικά με το περιεχόμενο της συμφωνίας που είχε συναφθεί με τον κατηγορούμενο και ότι αυτή ήταν η επιδιόρθωση του οχήματος και σε καμία περίπτωση συμφωνήθηκε η αλλαγή της μηχανής αυτού. Επίσης, αρνήθηκε κατηγορηματικά τη θέση που του υποβλήθηκε για την αξία των εργασιών αλλαγής της μηχανής και σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του διαφάνηκε ότι διαμείφθηκε κάτι τέτοιο με τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, εξήγησε πώς ο κατηγορούμενος κατάφερε και έλαβε κατοχή του οχήματος του χωρίς να καταβάλει ολόκληρο το τίμημα καθώς επίσης και το γεγονός ότι το όχημα επιδιορθώθηκε πλήρως και ήταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση. Επιπρόσθετα, ανέφερε τις ενέργειες που έκανε με σκοπό την είσπραξη της επίδικης επιταγής καθώς επίσης και τις απαντήσεις που πήρε από τον κατηγορούμενο. Σε κανένα στάδιο προηγουμένως ο κατηγορούμενος του ανέφερε οτιδήποτε σε σχέση με τη μηχανική κατάσταση του οχήματος και ούτε ότι ο λόγος ανάκλησης της επιταγής ήταν η οποιαδήποτε παραβίαση της συμφωνίας μεταξύ τους. Κρίνω ότι ο μάρτυρας αυτός είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια και μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του γι αυτό την αποδέχομαι με τις πιο πάνω διευκρινήσεις που ανέφερα. Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε ως ο ηλεκτρολόγος στον οποίο η παραπονούμενη εταιρεία μετέφερε το όχημα του κατηγορουμένου για σκοπούς ηλεκτρολογικών επιδιορθώσεων. Χωρίς να αμφισβητείται το γεγονός αυτό, αφού προκύπτει και από τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 την οποία το Δικαστήριο αποδέκτηκε, εντούτοις η όλη εντύπωση που απεκόμισα από τον εν λόγω μάρτυρα ήταν ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει την εκδοχή των παραπονουμένων και δεν με έχει πείσει ότι πράγματι θυμόταν το περιστατικό αυτό και τι ακριβώς έλαβε χώρα. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι δεν μπορώ να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα. Η Μ.Κ.3 ήταν η υπάλληλος της Τράπεζας επί της οποίας εκδόθηκε η επίδικη επιταγή και ανέφερε τις ενέργειες που η ίδια έκανε καθώς και αυτές που περιήλθαν στην αντίληψη της σε σχέση με την ανάκληση της επίδικης επιταγής. Ανέφερε ότι στις 27/09/2012 ήρθε στα κατάστημα που εργαζόταν ο κατηγορούμενος, συμπλήρωσε το έντυπο που δίνεται στις περιπτώσεις ανάκλησης επιταγής (τεκμήριο 3) και προχώρησε στην ανάκληση της εν λόγω επιταγής. Ο κατηγορούμενος δεν της ανέφερε οτιδήποτε άλλο σε σχέση με το λόγο ανάκλησης παρά μόνο αυτό που αναφέρεται στο τεκμήριο 3, ότι δηλαδή υπήρχε παράβαση συμφωνίας. Η μάρτυρας αυτή κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να αναφέρει τα γεγονότα τα οποία η ίδια γνώριζε και να το βοηθήσει να καταλήξει στο δικά του συμπεράσματα. Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της διέκρινα ότι έλεγε ψέματα ή ανακρίβειες. Επίσης, η αντεξέταση της ήταν περιορισμένη και διευκρινιστικής φύσεως. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να αποδεκτώ τη μαρτυρία της στην ολότητα της και την αποδέχομαι. Από την αντίπερα όχθη, ο κατηγορούμενoς κατέθεσε ενόρκως. Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή της μαρτυρίας του και έλαβα υπόψη μου το περιεχόμενο της καθώς επίσης και την εντύπωση που απεκόμισα από αυτόν κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα. Γενικά κρίνω ότι η μαρτυρία αυτή παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες, ανακρίβειες και αντιφάσεις καθώς επίσης και δεν συνάδει με τη λογική σε βαθμό που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Εκείνο που έχω διαπιστώσει είναι μια προσπάθεια εκ μέρους του κατηγορούμενου να αντικρούσει ένα προς ένα τους ισχυρισμούς του Μ.Κ.1 και διευθυντή της παραπονουμένης παρουσιάζοντας μια εντελώς διαφορετική εκδοχή και ερμηνεία των γεγονότων που έλαβαν χώρα από την αρχή της συμφωνίας των μερών και ακόμη και πριν από αυτή αλλά και κατά τη διάρκεια που το όχημα βρισκόταν στα γκαράζ για επιδιόρθωση και μετά από την παραλαβή αυτού. Ο κατηγορούμενος προσπάθησε να παρουσιάσει τη θέση ότι οι παραπονούμενοι παρέβηκαν την μεταξύ τους συμφωνία, αφού αυτή ήταν η αλλαγή της μηχανής του οχήματος του και όχι η επιδιόρθωση του και παράλληλα να πείσει το Δικαστήριο ότι ακόμη και στην περίπτωση της επιδιόρθωσης το αντάλλαγμα απέτυχε πλήρως αφού το όχημα του δεν επιδιορθώθηκε και οι παραπονούμενοι δεν έκαναν τίποτε σε αυτό. Με σκοπό να πείσει για τα πιο πάνω ο κατηγορούμενος αναφέρθηκε και σε λεπτομέρειες σε σχέση με μηχανικά ζητήματα χωρίς αυτός να είναι ειδικός και χωρίς να τα γνωρίζει από οποιοδήποτε ειδικό αφού ουδέποτε πήρε το αυτοκίνητο σε ένα τέτοιο ειδικό μετά την παραλαβή του. Θα αναφερθώ κατωτέρω σε κάποια μέρη της μαρτυρίας του τα οποία επιβεβαιώνουν τα όσα ανέφερα ανωτέρω. Συγκεκριμένα, είπε ότι, μετά την παραλαβή του αυτοκινήτου του από τον διευθυντή της παραπονούμενης, ουδεμία επικοινωνία είχε μαζί του, καθυστερούσε στην εκτέλεση της εργασίας σε αυτό και δεν ανταποκρινόταν στα τηλεφωνήματα που του έκανε. Επίσης, ανέφερε ότι δεν ήξερε πού ήταν το γκαράζ του και ότι όταν αποφάσισε να πάει εκεί και να δει τι γίνεται με το όχημα του, ρώτησε τρίτα πρόσωπα και έμαθε πού ήταν το γκαράζ και όταν πήγε εκεί δεν είχε κανένα εκτός από ένα αλλοδαπό που εργαζόταν και ο οποίος δεν γνώριζε τι γινόταν με το όχημα του. Ο κατηγορούμενος με αυτές τις αναφορές του προσπάθησε να καταδείξει ότι ο διευθυντής των παραπονουμένων ήταν ένας άγνωστος ο οποίος πήρε το όχημα του για να του αλλάξει τη μηχανή του και τελικά δεν το έπραξε. Αυτό έρχεται σε σύγκρουση ή δεν συνάδει με άλλες αναφορές του. Να υπενθυμίσω ότι είναι ο ίδιος ο κατηγορούμενος που πίεζε και ρωτούσε συχνά το εν λόγω πρόσωπο αν βρήκε μηχανή για να του επιδιορθώσει το όχημα του και δεν είναι ο Μ.Κ.1 που τον προσέγγισε για να κάνει αυτή την εργασία. Πιο κάτω στη μαρτυρία του και ερωτούμενος γιατί τελικά παράδωσε την επίδική επιταγή, είπε ότι εμπιστευόταν τον Μ.Κ.1 και θεώρησε ότι έκανε αυτό που συμφώνησαν. Αφού όπως ο ίδιος ανέφερε και προσπάθησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο, ότι δηλαδή ο Μ.Κ.1 δεν του απαντούσε τα τηλέφωνα, ότι καθυστερούσε στην επιδιόρθωση του οχήματος του, ότι ο ίδιος αναγκάστηκε να ψάξει από μόνος του για να βρει το γκαράζ του και γενικά ότι δεν ήταν σωστός σε αυτά που συμφώνησαν, πώς είναι δυνατό να ισχυρίζεται μετά ότι παράδωσε την εν λόγω επιταγή διότι τον εμπιστευόταν. Πιο κάτω στη μαρτυρία του, αναφέρει ότι όταν πήγε για να παραλάβει το αυτοκίνητο, το καπώ ήταν ανοικτό και είδε ότι η μηχανή είχε ακαθαρσίες και δεν φαινόταν να είναι αλλαγμένη. Επίσης, ανέφερε ότι αυτό δεν ξεκινούσε γιατί από τον καιρό που παρέμεινε στο γκαράζ χάλασε η μπαταρία και έτσι αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν μασιές για να το ξεκινήσουν. Περαιτέρω, ανέφερε ότι την προηγούμενη μέρα που επισκέφθηκε το γκαράζ των παραπονουμένων διαπίστωσε ότι δεν έγινε οποιαδήποτε εργασία στο όχημα του. Παρά τα πιο πάνω που ανέφερε όμως, αυτός παρέλαβε το όχημα του και παρέδωσε την επίδικη επιταγή διότι θεώρησε ότι αυτό επιδιορθώθηκε. Οι εν λόγω θέσεις δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτές. Στη συνέχεια, είπε ότι μόλις ξεκίνησε για να φύγει από το γκαράζ άκουγε ένα θόρυβο, κάτι να κτυπούσε και θεώρησε ότι είναι κάτι γύρω από τη μηχανή και ότι επειδή αυτή ήταν καινούργια. Στα 20 μέτρα η μηχανή έσβησε και το όχημα δεν προχωρούσε. Τότε κάλεσε τη οδική του βοήθεια και ήρθε και το ξεκίνησαν αλλά ο θόρυβος συνέχισε να ακούγεται. Αφού ήταν έτσι τα γεγονότα γιατί ο ίδιος δεν επέστρεψε πίσω στο γκαράζ των παραπονουμένων και να αναφέρει το γεγονός αυτό αλλά και να ζητήσει βοήθεια από αυτούς; Αυτό θα ήταν το λογικό και αυτό θα έπρεπε να πράξει και όχι να αναφέρει ότι ζήτησε βοήθεια από την οδική ασφάλεια. Έστω και έτσι να έγινε όμως, γιατί δεν προσπάθησε να επικοινωνήσει με τους παραπονούμενους και να τους αναφέρει ότι το όχημα εξακολουθεί να έχει πρόβλημα; Αντί αυτού, συνεχίζει και αναφέρει ότι πήγε σε άλλο συνεργείο για να βάλει καινούργια μπαταρία στο όχημα του και αφού εξακολουθούσε να ακούγεται εκκωφαντικός θόρυβος στο όχημα του, κάποιος μηχανικός εκεί, άγνωστος σε αυτόν του είπε ότι η μηχανή του οχήματος του κτυπά πιέλα δηλαδή ήταν άχρηστη και διαπίστωσε τότε ότι ήταν η ίδια παλιά μηχανή που είχε από προηγουμένως το όχημα του. Μετά από αυτό, πήγε σπίτι και πάρκαρε το όχημα του και έκτοτε δεν κυκλοφόρησε ξανά. Πώς είναι λογικό ο κατηγορούμενος να παρέλαβε το όχημα του από συνεργείο επιδιόρθωσης οχημάτων, να διαπίστωσε ότι ήταν σε αυτή τη κατάσταση και αντί να επιστρέψει πίσω ή να αναφέρει στο εν λόγω συνεργείο ότι έχει πρόβλημα, ζητά βοήθεια από τρίτους, ξεκινά εκ νέου το όχημα του και συνεχίζει και κατευθύνεται προς άλλο συνεργείο για να αλλάξει μπαταρία; Αυτά δεν συνάδουν με τη λογική και δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτά από το Δικαστήριο. Επιπρόσθετα, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι μετά που σταμάτησε την επιταγή συνέχισε να βλέπει το διευθυντή των παραπονουμένων, στο κέντρο του πεθερού του που διατηρεί στην παραλία όπου ο ίδιος επισκέπτεται και ντρεπόταν διότι ο Μ.Κ.1 τον κοροϊδευσε. Αν τον κοροϊδευσε όμως ο Μ.Κ.1, αυτός θα έπρεπε λογικά να ντρεπόταν και όχι ο κατηγορούμενος. Η αναφορά του αυτή εγείρει ερωτηματικά γιατί τελικά ο ίδιος ντρεπόταν που έβλεπε τον Μ.Κ.
  2. Περαιτέρω, σε άλλο στάδιο της μαρτυρίας του, ο ίδιος προβαίνει σε εικασίες αναφορικά με τις εργασίες που οι παραπονούμενοι προέβηκαν στο όχημα του λέγοντας ότι άνοιξαν τη κοιλιά της μηχανής και το πάνω μέρος της και την έπλυνα με ζεστό νερό, τη καθάρισαν, την έκλεισαν και της έβαλαν λάδι μέσα. Τα πιο πάνω είναι φανερό ότι αναφέρθηκαν σε μια προσπάθεια του κατηγορουμένου να καταδείξει ότι οι παραπονούμενοι ουδεμία εργασία εκτέλεσαν στο όχημα του χωρίς όμως ο ίδιος να είναι σε θέση να γνωρίζει αυτά τα γεγονότα και χωρίς να είναι ειδικός και ούτε να έχει εξεταστεί το όχημα του από οποιοδήποτε άλλο ειδικό. Τέλος, ερωτούμενος γιατί εξέδωσε την επιταγή αφού το όχημα του δεν επιδιορθώθηκε, είπε ότι αυτή την είχε γραμμένη από το σπίτι γιατί πίστευε ότι θα κρατούσαν το λόγο τους. Ούτε αυτή η θέση του μπορεί να γίνει αποδεκτή με τα όσα ανέφερε προηγουμένως σε σχέση με τη προηγούμενη συμπεριφορά του Μ.Κ.1 αλλά και τα όσα ο ίδιος διαπίστωσε την προηγούμενη μέρα της παραλαβής του οχήματος του αλλά και την ίδια μέρα πριν καν το παραλάβει. Έχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω καθώς επίσης και το σύνολο της μαρτυρίας του κατηγορούμενου και την εντύπωση που απεκόμισα από αυτόν από το εδώλιο του μάρτυρα, κρίνω ότι η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται στην ολότητα της. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τα παραδεκτά γεγονότα και την μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Η παραπονούμενη είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, η οποία έχει συσταθεί με βάση τον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 και φέρει αριθμό ΗΕ
  3. Μεταξύ άλλων ασχολείται με επισκευές αυτοκινήτων, οδική βοήθεια, πωλήσεις ανταλλακτικών και αγοραπωλησίες αυτοκινήτων. Ο κατηγορούμενος είναι συνταξιούχος Αστυνομικός και σύχναζε στην παραλία όπου ο πεθερός του διευθυντή της παραπονουμένης διατηρεί κέντρο με την ονομασία «RICCOS BEACH» και το εν λόγω πρόσωπο γνώριζε τον κατηγορούμενο. Κατά την Αύγουστο του 2012, ο κατηγορούμενος ζήτησε από τον διευθυντή των παραπονουμένων όπως του επιδιορθώσουν το όχημα του με αρ. εγγραφής ΕHP 200 το οποίο είχε πρόβλημα και δεν ξεκινούσε. Ο διευθυντής των παραπονουμένων, απέφευγε να το πράξει και μετά από επαναλαμβανόμενες πιέσεις του κατηγορούμενου, περί τον Σεπτέμβριο του 2012 αποδέκτηκε και παράλαβε το εν λόγω όχημα με πλατφόρμα από το σπίτι του κατηγορούμενου και το μετέφερε στο γκαράζ των παραπονουμένων. Αφού το εξέτασε διαπίστωσε ότι χρειαζόταν ένα καππάτζιη μηχανής, ένα σετ τζουβάδες, ένα κολάνι ταϊμ, μια πόμπα του νερού, ένα φίλτρο λαδιού, ένα φίλτρο αέρος και τέσσερα σπάρκ. Επίσης, χρειαζόταν και διάφορες ηλεκτρολογικές εργασίες. Αφού ειδοποίησε τον κατηγορούμενο για τις εργασίες αυτές και του ανέφερε και το κόστος αυτών, αυτός συμφώνησε να γίνουν οι εν λόγω επιδιορθώσεις. Η παραπονούμενη προέβηκε στις εν λόγω μηχανικές επιδιορθώσεις και παράλληλα μετέφερε το όχημα του κατηγορουμένου σε ηλεκτρολόγο για τις ηλεκτρολογικές εργασίες που χρειαζόταν. Μετά τις εν λόγω επιδιορθώσεις το όχημα του κατηγορουμένου ξεκινούσε και κινείτο κανονικά. Το συνολικό κόστος των εργασιών ανερχόταν σε €1,291.68 σεντ συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. Η παραπονούμενη, μέσω του διευθυντή της ειδοποίησε τον κατηγορούμενο για να έρθει να παραλάβει το όχημα του χωρίς να το πράξει. Τελικά, επισκέφθηκε το γκαράζ της παραπονουμένης, μια μέρα που ο διευθυντή της απουσίαζε και στο χώρο βρισκόταν ο γιος του και παράλαβε το όχημα του. Την ίδια μέρα ο κατηγορούμενος εξέδωσε προς όφελος της παραπονουμένης την επιταγή με αρ. 36488079 του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Αστυνομικών Κύπρου Λτδ για το ποσό των €500 έναντι της εκτελεσθείσας εργασίας η οποία ήταν πληρωτέα σε μεταγενέστερη ημερομηνία, δηλαδή την 01ην/10/
  4. Μόλις πληροφορήθηκε ο διευθυντής της παραπονουμένης την πιο πάνω εξέλιξη και το γεγονός ότι η επιταγή ήταν πληρωτέα τέσσερις μέρες μετά από την έκδοση της, πήρε τηλέφωνο τον κατηγορούμενο και τον ρώτησε τόσο γι αυτό αλλά και τι θα γίνει με το υπόλοιπο και αυτός του απάντησε ότι, την έβαλε την ημερομηνία εκείνη για να μπορεί να αλλαχτεί αφού θα είχε χρήματα ο λογαριασμός του την ημέρα εκείνη ενώ για το υπόλοιπο του είπε να περιμένει στο τέλος του μήνα όταν θα πάρει τη σύνταξη του. Η επίδικη επιταγή παρουσιάστηκε από το διευθυντή της παραπονουμένης εταιρείας στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ προς κατάθεση στις 02/10/2012, η οποία την απέστειλε για εξαργύρωση στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αστυνομικών Κύπρου Λτδ, το οποίο την επέστρεψε με την ένδειξη «stop payment». Η εν λόγω επιταγή ανακλήθηκε από τον κατηγορούμενο στις 27/09/
  5. Μετά από αυτό, η παραπονούμενη μέσω του διευθυντή της επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο ο οποίος του ανέφερε ότι ανακάλεσε την πληρωμή της διότι δεν είχε χρήματα ο λογαριασμός του και ότι θα τα κανόνιζε. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του διευθυντή της παραπονουμένης, η επίδικη επιταγή παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτη. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το άρθρο 305 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.» Έχοντας υπόψη το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι α) η έκδοση επιταγής, β) Η πρόκληση μη εξόφλησης της από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του και γ) η πράξη του εκδότη να γίνει καθ' οιονδήποτε χρόνο πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα (βλ. Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142). Στην περίπτωση που αποδειχθούν τα πιο πάνω, τότε το βάρος απόδειξης μεταφέρεται στον κατηγορούμενο να αποδείξει την υπεράσπιση που προνοείται στο πιο πάνω άρθρο, αυτή της εύλογης αιτίας. Σε τέτοια περίπτωση το βάρος απόδειξης που επιφορτίζεται ο κατηγορούμενος είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μακρής
(1984)2 Α.Α.Δ. 332 και G.P. Ergatides Motors Ltd v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 182). Το τι συνιστά 'εύλογη αιτία' στα πλαίσια της υπεράσπισης που καθιερώνει το άρθρο 305Α
(2)του Κεφ.154 έχει ερμηνευθεί στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Χρήστου Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση αυτή έγινε αναφορά στην Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374 όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης και αναφέρθηκε ότι η ίδια φράση έχει στην αγγλική νομολογία συσχετισθεί και με την έννοια δίκαιη αιτία ενώ σχετικά έγινε αναφορά και στη φράση bona fide (καλή τη πίστη) που στην αγγλική ορολογία θεωρήθηκε ταυτόσημη με τη λέξη "honesty" (ειλικρίνεια). Με βάση την πιο πάνω ερμηνεία το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστή αναφορικά με την υπεράσπιση του εδαφίου
(2), ότι δηλαδή πρέπει ο κατηγορούμενος να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και επιπρόσθετα ότι η πεποίθησή του αυτή ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις (κάτι που εξετάζεται αντικειμενικά), έγινε μέσα στο πνεύμα των παραπάνω αποφάσεων. Με βάση αυτά το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η ενέργεια του εφεσίβλητου ήταν ειλικρινής και υπαγορεύθηκε από εύλογη αιτία. Τέλος στην ίδια υπόθεση κρίθηκε ότι η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο
(2), χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις γιατί σε αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχαν περιθώρια επίκλησης της υπεράσπισης που παρέχει το εδάφιο 2 και θα καθιερωνόταν έτσι η αντίθετη θεωρία, του μη ανακλητού της επιταγής. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας υπόψη μου τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων και τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η παραπονούμενη έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το πρώτο συστατικό στοιχείο του πιο πάνω αδικήματος, είναι η έκδοση επιταγής. Το ότι το τεκμήριο 2 είναι επιταγή εντός της έννοιας του Νόμου, δεν έτυχε αμφισβήτησης από τα μέρη. Εξάλλου, εξετάζοντας το έγγραφο αυτό, κρίνω ότι συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά και ουσιώδη γνωρίσματα που θα πρέπει να διαθέτει ένα έγγραφο για να θεωρείται επιταγή σύμφωνα με το άρθρο 74 Γ
(6)του Κεφ. 262 καθότι υπάρχει σε αυτό ο αύξων αριθμός επιταγής, το όνομα του πιστωτικού οργανισμού που διαθέτει το λογαριασμό στον οποίο χρεωνόταν και επί του οποίου σύρεται η επιταγή, ο αριθμός λογαριασμού του κατηγορουμένου καθώς και το ποσό της επιταγής που έχει αναγραφεί από τον κατηγορούμενο. Προκύπτει επίσης, από τις θέσεις των μερών ότι ο κατηγορούμενος υπέγραψε την εν λόγω επιταγή και την παρέδωσε προς όφελος της παραπονουμένης έναντι του κόστους των εργασιών επιδιόρθωσης του οχήματος του και κατά συνέπεια η παραπονουμένη, πέραν του ότι είναι δικαιούχος, είναι και νομιμοποιημένος κομιστής της εν λόγω επιταγής. Πέραν τούτου, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η εν λόγω επιταγή είναι μεταχρονολογημένη, αφού αυτή ήταν πληρωτέα με βάση τις αναφορές του διευθυντή της παραπονουμένης τέσσερις μέρες μετά από την έκδοση και παράδοση της. Αυτό όμως, δεν αναιρεί το γεγονός ότι η επίδικη επιταγή είναι επιταγή εντός της έννοιας του Νόμου αφού με τον ορισμό της επιταγής όπως εισήχθηκε στον Ποινικό Κώδικα με το Νόμο 164(Ι)/03, καλύπτει τώρα και τις μεταχρονολογημένες επιταγές (βλ. άρθρο 4 του Κεφ. 154 και Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29). Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, καταλήγω ότι το πρώτο συστατικό στοιχείο του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154 πληρείται. Σε σχέση με το δεύτερο και τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, αυτό της ανάκλησης της επιταγής από τον εκδότη της καθ' οιονδήποτε χρόνο πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα, κρίνω ότι και αυτά έχουν αποδειχθεί αφού πέραν του ότι αποτέλεσαν κοινή θέση των διαδίκων και παραδεκτό γεγονός, αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου ότι στις 27/09/2012 ο κατηγορούμενος ανακάλεσε την πληρωμή της επίδικης επιταγής, αυτή επιστράφηκε πίσω με την ένδειξη «stop payment» και δεν τιμήθηκε. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Παρόλα αυτά το ζήτημα δεν τελειώνει μέχρι εδώ αφού ουσιαστικά ο κατηγορούμενος επικαλέστηκε την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας και ως εκ τούτου θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο πέτυχε να την αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό. Είναι προφανές ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει οποιοδήποτε εύρημα αναφορικά με κάποιο λόγο μη πληρωμής της επιταγής έτσι ώστε να εξεταστεί κατά πόσο αυτός συνιστά εύλογη αιτία. Εν όψει της απόρριψης της μαρτυρίας του κατηγορουμένου, για τους λόγους που αναφέρονται αναλυτικά ανωτέρω κατά την αξιολόγηση αυτής, το Δικαστήριο δεν έχει οποιαδήποτε βάση γεγονότων επί των οποίων θα εξετάσει την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Ως εκ τούτου κρίνεται ότι η ανάκληση πληρωμής της επιταγής δεν έγινε για κάποιο λόγο ο οποίος να συνιστά εύλογη αιτία. Συνεπώς, ο κατηγορούμενος δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης εύλογης αιτίας για την πρόκληση μη πληρωμής της επίδικης επιταγής. Συνοψίζοντας όλα τα ανωτέρω, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.