Δημοκρατία ν. Αντρέα Παντελή, Αρ. Υπόθεσης: 9656/13, 31/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2013:15 ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Λ. Μάρκου, Α.Ε.Δ. Μ. Δρουσιώτης, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9656/13 Δημοκρατία ν. Αντρέα Παντελή Κατηγορούμενου - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - Ημερομηνία: 31 Οκτωβρίου, 2013 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα. Ξ. Ξενοφώντος με κ. Μ. Μάγου Για Κατηγορούμενο: κ. Μ. Πική Κατηγορούμενος παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τέσσερεις
(4)κατηγορίες συνιστώσες ισάριθμα αδικήματα κατά παράβαση του περί ναρκωτικών φαρμάκων και ψυχοτρόπων ουσιών Νόμου 29/77. Αντιμετωπίζει επίσης κατηγορία συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα . Ειδικότερα κατηγορείται για: Παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, ήτοι 12 φυτά κάνναβης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6
(1)
(2), πρώτο Πίνακας Μέρος 11, 30, 31, 31Α και τρίτος Πίνακας. Καλλιέργεια φυτών κάνναβης κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 7
(1)(α)
(2)Πρώτος Πίνακας Μέρος ΙΙ, 30, 31, 31Α και τρίτος Πίνακας. Κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, πρώτος πίνακας, Μέρος ΙΙ, 6
(3), 30, 30Α, 31, 31Α και τρίτος Πίνακας. Παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, ήτοι κάνναβη βάρους 0.7522 γραμμαρίων, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6
(1)
(2), πρώτο Πίνακας Μέρος 11, 30, 31, 31Α και τρίτος Πίνακας. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή υποβλήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη του ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία. Επικαλούμενος σχετική νομολογία εισηγήθηκε πως δεν απεδείχθησαν οι τέσσερις πρώτες κατηγορίες για τους λόγους τους οποίους αναφερόμαστε και εξηγούμε κατωτέρω. Το δικαίωμα του Κατηγορουμένου να υποβάλει και προτείνει ότι δεν αποδεικνύεται εκ πρώτης όψεως υπόθεση μετά την ολοκλήρωση της υπόθεση από την Κατηγορούσα Αρχή καθιερώνεται από το άρθρο 74 (β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και απόρροια του Συνταγματικού δικαιώματος της αθωότητας. Στο στάδιο αυτό η απαλλαγή ενός Κατηγορούμενου και η αθώωση του από το Δικαστήριο δικαιολογείται αφού διαπιστωθεί πως : (α) Δεν στοιχειοθετείται εξ΄αντικειμένου η υπόθεση λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του εγκλήματος και, (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ΄αυτή την καταδίκη του Κατηγορουμένου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νίκου Π. Κλεάνθους κ.α.
(1999)2 ΑΑΔ, σελ. 320, και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133). Αναφορικά με την 1η κατηγορία αυτή της συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος, αποτελεί τη θέση και εισήγηση του κ. Πική πως δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι ο Κατηγορούμενος συνωμότησε με άλλο πρόσωπο για τη διάπραξη των υπό κατηγορία αδικημάτων. Υπέδειξε βέβαια, πως σύμφωνα με την νομολογία στην οποία παρέπεμψε (Gani ν. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ σελ. 134 και Λαζάρου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ σελ. 633) προϋποθέτει συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ατόμων για τη διάπραξη αδικήματος ή την επίτευξη νόμιμου σκοπού με παράνομα μέσα . Πρόσθεσε δε πως «για την συμπλήρωση του αδικήματος της συνομωσίας δεν είναι αναγκαίο να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα της συμφωνίας». Περιγράφοντας τη μαρτυρία η οποία έχει δοθεί εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής και στην οποία όπως υπολογίζει θα στηριχθεί η κατηγορία την χαρακτήρισε ακροσφαλή για να στηριχθεί το Δικαστήριο ακόμα και σε αυτό το στάδιο για να καλέσει τον Κατηγορούμενο σε απολογία. Για το ίδιο θέμα αγορεύοντας η κα. Ξενοφώντος, αφού συμφώνησε με τις παρατεθείσες από τον κ. Πική αρχές και νομολογία υπέδειξε πως υπάρχει ικανή μαρτυρία, την οποία και σχολίασε, ώστε ο Κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία. Συμφωνούμε με τις παρατεθείσες αρχές και νομολογία οι οποίες έχουν αναφερθεί εκ μέρους των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Επισημαίνουμε πως το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος είναι αυτοτελές αδίκημα και εξετάζεται έστω και αν δεν αποδειχθεί το αδίκημα που τα άτομα συνωμότησαν να διαπράξουν. Απαιτεί δε τη συνομολόγηση συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ατόμων. Στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice 39η έκδοση παρ. 4051 τονίζεται ότι: «The crime of conspiracy is completely committed the moment two or more have agreed that they will do, at once or at some future time, certain things. .......................... The conspirators may repent and stop, or may have no opportunity, or may be prevented, or may fail. Nevertheless the crime is complete: it was completed when they agreed» Σε ελεύθερη μετάφραση: « Το έγκλημα της συνωμοσίας θεωρείται συντελεσθέν τη στιγμή που δύο ή περισσότερα άτομα συμφώνησαν να διαπράξουν αμέσως ή σε μεταγενέστερο χρόνο κάποιες συγκεκριμένες πράξεις. .......................... Οι συνωμότες μπορεί να μετανιώσουν και να σταματήσουν ή μπορεί να μην έχουν την ευκαιρία ή να εμποδίσθηκαν ή απέτυχαν να πράξουν αυτό που συμφώνησαν. Παρ΄όλα αυτά το έγκλημα συντελέσθηκε. Συντελείται όταν συμφωνείται.» Στο ίδιο σύγγραμμα αναφέρεται πως η απόδειξη ύπαρξης συμφωνίας συνάγεται από τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπόθεση, τα γεγονότα και τα ιδιαίτερα περιστατικά. «The agreement may be proved in the usual way or by proving circumstances from which the jury may presume it» Έχουμε μελετήσει την δοθείσα μαρτυρία και τα τεκμήρια τα οποία έχουν δοθεί. Με δεδομένο πως στο στάδιο τούτο [Χριστοδούλου (ανωτέρω)] δεν αξιολογείται η δοθείσα μαρτυρία θεωρούμε πως δεν είναι επιτρεπτό σ΄αυτό το στάδιο να αποφασίσουμε για τούτο το θέμα καθ΄όσον μόνο μετά από αξιολόγηση της μαρτυρίας μπορεί να αποφασιστεί η εν λόγω εισήγηση. Το εγχείρημα τούτο παραμένει για το τέλος της ακροαματικής διαδικασίας. Σε σχέση με τη 2η κατηγορία η εισήγηση του κ. Πική είναι πως δεν αποδεικνύεται ότι τα ανευρεθέντα φυτά, πλην ενός, περιλαμβάνονται στον ορισμό της κάνναβης. Εξήγησε, τη σκέψη του αυτή ως εξής: Ο ορισμός του όρου «κάνναβης» όπως δίδεται από τον νόμο σημαίνει τις ανθισμένες ή καρποφόρες κορυφές. Η φράση που τίθεται στον ίδιο ορισμό «και περιλαμβάνει τα φύλλα και το στέλεχος οιουδήποτε τοιούτου φυτού» εισηγείται, ότι αναφέρεται σαφώς σε φυτό το οποίο έχει ήδη ανθισμένες ή καρποφόρες κορυφές. Δεν μπορεί, συνεχίζει η εισήγηση, να αναφέρεται σε φυτό του γένους κάνναβης ανεξαρτήτως αν έχει ή δεν έχει ανθισμένες ή καρποφόρες κορυφές. Η χρήση του όρου, «περιλαμβάνει», συνεχίζει η εισήγηση του κ. Πική, διευρύνει τον ορισμό της κάνναβης στα φύλλα και στο στέλεχος παντός φυτού κάνναβης το οποίο έχει ανθισμένες ή καρποφόρες κορυφές αλλά δεν αποσυναρτά το ένα από το άλλο ποινικοποιώντας δηλαδή την κατοχή φύλλων και στελέχους φυτού κάνναβης το οποίο όμως φυτό δεν είχε ανθισμένες ή καρποφόρες κορυφές. Συνέχισε περαιτέρω ο συνήγορος πως: «Εάν ο νομοθέτης δεν στόχευε στο να περιορίσει την ποινικοποίηση της κάνναβης σε φυτό το οποίο έχει ανθισμένες ή καρποφόρες κορυφές θα παρέλειπε είναι η ταπεινή μας εισήγηση τη φράση σε εισαγωγικά ανθισμένες ή καρποφόρους κορυφές και θα έλεγε για παράδειγμα κάνναβης σημαίνει παν φυτό του γένους κάνναβης που δεν έχει αφαιρεθεί η ρητίνη και περιλαμβάνει τα φύλλα και το στέλεχος οιουδήποτε τοιούτου φυτού». Στήριξε ο συνήγορος, το συμπέρασμα του αυτό στην αρχή που εφαρμόζεται για την ερμηνεία των νόμων ότι ο νομοθέτης δεν χρησιμοποιεί λέξεις αχρείαστα και ότι σε περίπτωση που προκύπτει αμφιβολία για την ερμηνεία ενός νόμου αυτή ερμηνεύεται πάντοτε υπέρ του Κατηγορουμένου. Προς ενίσχυση των θέσεων του ιδιαίτερη αναφορά και μνεία έκανε ο συνήγορος στον Αγγλικό Νόμο Περί Ναρκωτικών, Misuse of Drugs 1971 και στο άρθρο 37 αυτού πριν την τροποποίηση του ως και σε αποφάσεις οι οποίες είχαν ερμηνεύσει τον ορισμό της λέξεως «κάνναβης». Στην απόφαση R. v. Goodchild
(1977)All ER 161 είχε τεθεί νομικό ερώτημα σε σχέση με τον ορισμό της κάνναβης και αποφασίστηκε ότι στον ορισμό αυτό δεν περιλαμβάνονταν τα φύλλα και το στέλεχος. Παρόμοια απάντηση δόθηκε και στην υπόθεση D.P.P v. Goodchild
(1978)2 All ER 161 HL δίδοντας μια αυστηρή ερμηνεία στον ποινικό νόμο και εφαρμόζοντας αυτόν υπέρ του Κατηγορούμενου. Υπέδειξε, βέβαια ο συνήγορος πως ο ορισμός της λέξεως «κάνναβις» τον οποίο έδιδε το άρθρο 37 του αγγλικού νόμου τροποποιήθηκε το 1977, με αποτέλεσμα την διεύρυνση του όρου ώστε σε αυτό να περιλαμβάνονται τα φύλλα, στέλεχος και οποιοδήποτε άλλο μέρος του φυτού κάνναβης και την απάλειψη της φράσεως «ανθοφόρες ή καρποφόρες κορυφές». Εν κατακλείδι είναι η εισήγηση του συνηγόρου πως τα φύλλα και στέλεχος του φυτού κάνναβης συναρτάται με φυτό κάνναβης το οποίο έχει ανθοφόρες ή καρποφόρες κορυφές. Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία καθιστά αχρείαστη και άνευ σημασία τη χρήση της περιοριστικής φράσης ανθοφόρες ή καρποφόρες κορυφές που έχουν χαρακτηριστεί ως "Word of limitation" στην απόφαση R v. Goodchild
(1977). Εν κατακλείδι, ήταν η θέση του κ. Πική πως μόνο ένα φυτό, εκείνο το οποίο ήταν ανθισμένο εμπίπτει στον ορισμό του όρου «κάνναβις». Επί του ιδίου θέματος αγόρευσε επί μακρόν και η κα. Ξενοφώντος. Αφού σχολίασε τις αναφορές του κ. Πική για το αγγλικό νομοθέτημα υπέδειξε πως μετά από μελέτη του αγγλικού νόμου διαπιστώνεται η διαφορετικότητα εκείνου του νόμου με το Ν29/77, ο οποίος στον ορισμό του όρου «κάνναβις» περιλαμβάνει και τα φύλλα και το στέλεχος. Ήταν η θέση της πως ο νομοθέτης μας προνόησε μετά από όσα συνέβησαν στην Αγγλία ώστε να περιλάβει στον σχετικό ορισμό και άλλα μέρη του φυτού κάνναβης. Αυτό το νόμο καλείται το Δικαστήριο να εφαρμόσει, υπέδειξε η συνήγορος, γι΄αυτό και οι αγγλικές αποφάσεις δεν έχουν βαρύτητα αλλά αποτελούν αντικείμενο ακαδημαϊκής συζήτησης. Με αναφορά στον Ν29/77 υπογράμμισε πως τα φυτά κάνναβης εντάσσονται στον όρο ελεγχόμενο φάρμακο όπως αυτός ερμηνεύεται στο άρθρο 3 του Νόμου. Περιέχουν δε, τα εν λόγω φυτά κάνναβης αντικείμενο της κατηγορίας τις απαγορευμένες από το νόμο ουσίες όπως η ΜΚ10, Μ. Αυξεντίου ανέφερε. Τελειώνοντας η συνήγορος, υπογράμμισε τη θέση πως δεν είναι δυνατό να δεχθούμε πως μόνο φύλλα που προέρχονται από ανθισμένο φυτό εντάσσονται στην κατηγορία της κάνναβης καθόσον δεν θα μπορούμε σε καμία περίπτωση, όταν πρόκειται για ξηρή φυτική ύλη να γνωρίζουμε από ποια φυτά προέρχονται. ΄Εχουμε εξετάσει με προσοχή τις ανωτέρω εισηγήσεις και παρατηρούμε τα πιο κάτω: Η ανεύρεση της πρόθεσης του Νομοθέτη αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την ορθή ερμηνεία του Νόμου. Όπου δε, υπάρχει αμφιβολία και ύπαρξη δύο ερμηνειών πρέπει να δίνεται η ερμηνεία η οποία συνάδει με τη λογική. Αυτό το έργο ανήκει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Θα πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι η ερμηνεία με αναφορά στο σκοπό του νομοθετήματος έχει εδραιωθεί ενώ η αυστηρή γραμματική ερμηνεία ανήκει στο παρελθόν. (Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1998)3ΑΑΔ σελ. 348). Γι΄αυτό και η τελολογική μέθοδος ερμηνείας είναι επιτρεπτή οποτεδήποτε το κείμενο της νομοθεσίας παρέχει την ευχέρεια, για την απόδοση της ερμηνείας εκείνης που αποτελεσματικότερα προωθεί την ευόδωση των κατά τα άλλα έκδηλων σκοπών του Νομοθέτη (Chalanos Distributors Ltd ν. Βασιλείου
(1999)1 ΑΑΔ 1556, Maxwell on the Interpretation of Statutes, 10η έκδοση σελ. 2). Πέραν τούτου θα πρέπει να τονισθεί ιδιαίτερα πως οι ποινικοί νόμοι, περιλαμβανομένων εκείνων που αφορούν τη δικαιοδοσία και τη δικονομία, ερμηνεύονται αυστηρά. Εάν υπάρχει οποιαδήποτε ασάφεια ή αμφιβολία αποφασίζεται υπέρ του Κατηγορουμένου. Αυτό γίνεται έστω και αν οδηγεί στην απαλλαγή του Κατηγορουμένου για τεχνικούς λόγους [βλ. Maxwell (ανωτέρω) σελ. 238 και 245 και Χριστοδούλου & άλλος ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 443, Γενικός Εισαγγελέας ν. Π" Λαζάρου
(1995)2ΑΑΔ 128]. Απαραίτητη επομένως είναι η παράθεση του σχετικού ορισμού όπως προδιαγράφεται από τον Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο (29/1977): "Κάνναβις" (εκτός οσάκις χρησιμοποιείται εν τω όρω "ρητίνη καννάβεως") σημαίνει τας ηνθισμένας ή καρποφόρους κορυφάς παντός φυτού του γένους Cannabis εξ ων δεν αφηρέθη η ρητίνη, υφ΄οιανδήποτε ονομασίαν και εάν αύται φέρωνται και περιλαμβάνει τα φύλλα και το στέλεχος οιουδήποτε τοιούτου φυτού». Ο αντίστοιχος ορισμός του όρου Κάνναβις στο αγγλικό νομοθέτημα Misuse of Drugs Αct 1971 άρθρο 37 αναφέρει τα εξής: «Cannabis» (except in the expression "cannabis" resin» ) means the flowering or fruiting tops of any plant of the genus Cannabis from which the resin has not been extracted, by whatever name they may be designated»; Ο ίδιος ακριβώς ορισμός με τον ανωτέρω αγγλικό νομοθέτημα παρείχετο και με τον καταργηθέντα Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων Νόμο του 1967: «Κάνναβις» (εκτός οσάκις χρησιμοποιείται εν τω όρω «ρητίνη καννάβεως» σημαίνει τα ηνθισμένας ή καρποφόρους κορυφάς παντός φυτού του γένους Cannabis εξ ων δεν αφηρέθη η ρητίνη, υφ' οιανδήποτε ονομασίαν και εάν αυταί φέρωνται» Στις αποφάσεις R. v. Goodchild (ανωτέρω) στις οποίες ο κ. Πικης προσέδωσε ιδιαίτερη σημασία, το Δικαστήριο πραγματευόταν τον ορισμό του όρου «κάνναβις» όπως παρεχόταν με το αγγλικό νομοθέτημα του 1971 στο οποίο η κάνναβις περιλάμβανε μόνο τις ανθισμένες ή καρποφόρες κορυφές του φυτού. Σε εκείνες τις αποφάσεις ο Κατηγορούμενος είχε συλληφθεί να κατέχει μεταξύ άλλων φύλλα και στέλεχος φυτού κάνναβης γι΄αυτό είχε τεθεί σχετικό ερώτημα στο Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο αποφάσισε όπως ανωτέρω έχει καταγραφεί. Ακολούθησε η τροποποίηση του αγγλικού νομοθετήματος με το άρθρο 52 του Criminal Justice Act το οποίο διεύρυνε τον ορισμό της λέξης «κάνναβις», περιλαμβάνοντας σε αυτό ολόκληρο το φυτό, πλην κάποιων εξαιρέσεων. Τονίσθηκε δε από τον L. Diplock στην D. P. P. v. Coodchild του
(1978)πως παρόμοιο θέμα δεν θα απασχολούσε ξανά το Δικαστήριο, αφού πλέον είχε τροποποιηθεί το άρθρο 37 και ο ορισμός της «κάνναβις». Πιστεύουμε και κρίνουμε πως, οι αποφάσεις εκείνες δεν εφαρμόζονται και δεν βοηθούν την κρινόμενη περίπτωση. Η ειδοποιός διαφορά του ορισμού της λέξης κάνναβις του αγγλικού νομοθετήματος με το Κυπριακό αποτελεί η προσθήκη της φράσης «και περιλαμβάνει τα φύλλα και το στέλεχος οιουδήποτε τοιούτου φυτού» (Η έμφαση είναι του Δικαστηρίου). Ο τιθέμενος σε εφαρμογή νόμος του 1977 ο οποίος κατήργησε το νόμο του 1967 στόχευε και σκόπευε ακριβώς να συμπεριλάβει στον ορισμό της λέξης κάνναβις όχι μόνο τις ανθισμένες ή καρποφόρες κορυφές αλλά και τα φύλλα και το στέλεχος του φυτού. Παρατηρούμε συναφώς, πως η χρήση της λέξης «περιλαμβάνει» στο ίδιο άρθρο του εν λόγω νόμου (29/77), διευρύνει, όπου χρησιμοποιείται τη σημασία ορισμένων εννοιών και ούτε τις περιορίζει αλλά ούτε τις συναρτά με άλλες. Π.χ. η χρήση της λέξεως «περιλαμβάνει» έγινε και στην ερμηνεία της έννοιας «Υπουργός», της έννοιας «προμηθεύειν» και της έννοιας «παρασκευασμένο όπιον». Εάν ο νομοθέτης ήθελε να εξαρτήσει και να συσχετίσει τα φύλλα και το στέλεχος οιουδήποτε φυτού με το γεγονός της ανθοφορίας ή της καρποφορίας του θα το έκανε ξεκάθαρο. Πιστεύουμε πως, η βούληση και πρόθεση του νομοθέτη είναι σαφής και πασίδηλη. Η ερμηνεία η οποία δίδεται από τον συνήγορο και η συσχέτιση των φύλλων με την ανθοφορία θα οδηγούσε σε παράδοξα αποτελέσματα. Θα πρόσθετε δε, φράσεις και λέξεις στο νόμο, πράγμα ανεπίτρεπτο, και θα αλλοίωνε την πρόθεση του. Δεν μπορούμε να αντιληφθούμε πως φύλλα κάνναβης από το ίδιο φυτό καθίστανται ελεγχόμενη και απαγορευμένη ουσία μόνο όταν το φυτό είναι ανθισμένο ή καρποφόρο ενώ τα ίδια φυτά με τα ίδια συστατικά και τις ίδιες ουσίες χάνουν την ιδιότητα τους αυτή όταν το φυτό δεν πρόλαβε να ανθίσει. Συνεπώς κρίνουμε πως δεν μπορούμε να αποδεχθούμε την εισήγηση αυτή του συνηγόρου του Κατηγορουμένου. Αναφορικά με την ίδια κατηγορία, εξέτασης χρήζει ο όρος «κατοχή», τον οποίο και πάλιν ο συνήγορος ανέλυσε ισχυριζόμενος ότι δεν αποδείχθηκε στην παρούσα υπόθεση, το οποίο αποτελεί συστατικό στοιχείο και της 4ης κατηγορίας. Για επεξήγηση του όρου «κατοχή» ο συνήγορος παρέπεμψε σε αγγλική νομολογία. (DPP v. Brooks
(1974)2 All ER 840, PC, Warner v. Metropolitan Police Comr
(1968)2 All ER 356, HL). Αναγνώρισε, περαιτέρω ο συνήγορος πως η έννοια της κατοχής όπως προδιαγράφηκε και στην Κυπριακή νομολογία έχει τέτοια ευθύτητα ώστε να καλύπτει και τις περιπτώσεις φύλαξης ναρκωτικών ακόμα και σε υποστατικά τρίτου εφόσον ο Κατηγορούμενος διατηρεί τον φυσικό έλεγχο τους. Με δεδομένο πως αλληλένδετο στοιχείο της κατοχής είναι και το στοιχείο της γνώσης υπέδειξε ο συνήγορος, πως στην κρινόμενη περίπτωση δεν υπάρχει μαρτυρία πως ο Κατηγορούμενος είχε την απαραίτητη γνώση αφού σε καμία πράξη ή ενέργεια προέβη η οποία να υποδηλεί τη γνώση ή από την οποία εύλογα να συνάγεται το συμπέρασμα του στοιχείου της γνώσης. Τις ίδιες αποφάσεις αποδέχθηκε και η κα. Ξενοφώντος, η οποία προχώρησε σε παράθεση και ανάλυση της προσφερθείσας μαρτυρίας για να καταδείξει την πλήρωση του όρου «κατοχή». Όπως επεξηγήθηκε στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)1 ΑΑΔ 211, σε περίπτωση ισχυριζόμενης παράνομης κατοχής ναρκωτικών ουσιών, ο όρος «κατοχή» μέσα στην έννοια του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977 σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόχρονη γνώση της φύσεως του αντικειμένου της κατοχής. Σε άλλη απόφαση του, το Εφετείο στην υπόθεση Queiss v. Republic
(1987)2 CLR 49 at 61, εξήγησε ότι η «κατοχή» εμπεριέχει το στοιχείο της γνώσης και κάποιου βαθμού έλεγχο επί του απαγορευμένου φαρμάκου. Όπως πρόσθεσε το Εφετείο, άμεση μαρτυρία περί γνώσης, σπάνια ενυπάρχει. Πιο συχνά, αυτή εξάγεται συμπερασματικά από τα περιστατικά της υπόθεσης και ιδιαίτερα από τη σύνδεση τους με τις ενέργειες του Κατηγορούμενου σε σχέση με τις απαγορευμένες ουσίες. (Βλ. επίσης Blackstones Criminal Practice
(2009)σελ. 947, παρ. Β 19 και επόμενα). Συνεπώς για να μπορέσει το Δικαστήριο να αποφασίσει περί του στοιχείου της κατοχής θα πρέπει να αξιολογήσει τη δοθείσα στο Δικαστήριο μαρτυρία εκ μέρους των μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής έργο το οποίο δεν επιτελείται σε τούτο το στάδιο αλλά κατά το τέλος της υπόθεσης (Κουννίδης ν. Γενικός Εισαγγελέας
(1993)2 ΑΑΔ 82). Ένα άλλο θέμα που ετέθη για την 4η κατηγορία είναι το εξής: Η κατηγορία αυτή καταλογίζει στον Κατηγορούμενο την κατοχή των φυτών με σκοπό την προμήθεια. Η κατηγορία στηρίζεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 30 Α του νόμου. Το άρθρο αυτό σύμφωνα με τον συνήγορο, αναφέρεται σε δύο περιπτώσεις: Της καλλιέργειας φυτών και της κατοχής απαγορευμένων ουσιών. Επομένως στην κρινόμενη περίπτωση όπου ο Κατηγορούμενος δεν αντιμετωπίζει κατηγορία για καλλιέργεια φυτών κάνναβης με σκοπό την προμήθεια αλλά κατοχή των φυτών κάνναβης με σκοπό την προμήθεια τότε θα έπρεπε να καθορίζεται η ποσότητα αυτών των φυτών πράγμα που δεν συμβαίνει. Πουθενά δεν προσδιορίζεται η ποσότητα κάνναβης ενός εκάστου φυτού ούτε γίνεται οιανδήποτε αναφορά στο βάρος των φυτών αυτών, ούτε στην έκθεση του κρατικού Χημείου, ούτε στις λεπτομέρειες του αδικήματος, ούτε στη μαρτυρία. Ως εκ τούτου εισηγείται ότι δεν υπάρχει μαρτυρία για τη στοιχειοθέτηση των συστατικών στοιχείων της 4ης κατηγορίας. Σχολιάζοντας και αναφερόμενη στην 4η κατηγορία η κα. Ξενοφώντος υιοθέτησε τα όσα ανέφερε για την 2η υποδεικνύοντας πως αποδεικνύεται η πρόθεση για εμπορία δεδομένου πως τα ανευρεθέντα φυτά μπορούν άνετα να χαρακτηρισθούν δέντρα κάνναβης. Σε σχέση με την εισήγηση τούτη παρατηρούμε τα εξής: το αδίκημα της 4ης κατηγορίας, δηλαδή η κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια προδιαγράφεται και προνοείται από το άρθρο 6
(3)του Νόμου. Αυτό είναι το άρθρο το οποίο σχετίζεται με το αδίκημα. Το άρθρο 30 Α εισήγαγε, κατόπιν τροποποίησης που έγινε το 2003 τεκμήριο για την πρόθεση κάποιου να προμηθεύσει σε τρίτο πρόσωπο ελεγχόμενο φάρμακο βασιζόμενο στην ποσότητα ή την καλλιέργεια. Συνεπώς, το Δικαστήριο παραμένει πάντοτε αρμόδιο να αποφασίσει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης την ποσότητα και το είδος του ελεγχόμενου φαρμάκου και εάν μ΄αυτή αποδεικνύεται ο σκοπός της προμήθειας. Έργο το οποίο βεβαίως επιτελείται στο τέλος της υπόθεσης. Η ίδια παρατήρηση μπορεί να γίνει και για την κατηγορία της καλλιέργειας φυτών κάνναβης. Έχουμε προσεκτικά μελετήσει τις εισηγήσεις του συνηγόρου του Κατηγορουμένου. Εισηγήθηκε μεταξύ άλλων ο συνήγορος πως δεν έχει προσφερθεί μαρτυρία η οποία να συνδέει τον Κατηγορούμενο με την καλλιέργεια των φυτών. Η ύπαρξη και η ανεύρεση ενός ψαλιδιού στην τσέπη του δεν μπορεί να οδηγήσει σε απόδειξη ενασχόλησης του Κατηγορουμένου με την καλλιέργεια των φυτών. Παρέπεμψε δε ο συνήγορος για τον όρο «καλλιέργεια» στην αντίστοιχη ερμηνεία που δίδεται από το λεξικό του Γ. Μπαμπινιώτη. Στο ίδιο λεξικό και στην ίδια ερμηνεία προσέτρεξε και η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής η οποία περαιτέρω σημείωσε πως η εκεί παρουσία του κατηγορούμενου και η καλλιέργεια των φυτών δεν περιοριζόταν μόνο σε μια ημέρα αλλά σε μεγάλο χρονικό διάστημα, το οποίο ήταν αρκετό για να βοηθήσει την ανάπτυξη των φυτών. Παρατηρούμε πως ο όρος «καλλιέργεια» δεν έχει ασφαλώς την στενή έννοια της ανάσκαψης γης, αλλά την ευρεία έννοια του φυτέματος φυτών ή σπόρων μέσα στη γη και την περιποίηση τους ώστε να μεγαλώσουν. Όπως αναφέρει και το Μείζον Ελληνικό Λεξικό των Τεγόπουλου - Φυτράκη, ο όρος «καλλιέργεια» περιλαμβάνει και το σύνολο των εργασιών που απαιτούνται για να καρποφορήσει η γη καθώς επίσης και την ειδική φροντίδα για την ανάπτυξη φυτών. Σύμφωνα με το λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη δίδονται και οι πιο κάτω ορισμοί : "Καλλιέργεια. «Το σύνολο των εργασιών με τις οποίες προετοιμάζεται το έδαφος για να δεχθεί τον σπόρο και να αποδώσει την καλύτερη δυνατή συγκομιδή - το σύνολο των φροντίδων προκειμένου ορισμένο είδος φυτού να αποδώσει προϊόντα.»". "Καλλιεργώ. «Δουλεύω (έκταση γης), εκτελώ τις απαραίτητες γεωργικές εργασίες, ώστε το χώμα να γίνει εύφορο και να καρποφορήσει - ακολουθώ συγκεκριμένη γεωργική διαδικασία για την ανάπτυξη και καρποφορία (φυτού) .»". Έχουμε υπόψη τη νομολογία η οποία έχει παρατεθεί από αμφότερους τους συνηγόρους αναφορικά με την καλλιέργεια των φυτών κάνναβης. Η απόδειξη ή όχι της καλλιέργειας και η ταύτιση του Κατηγορουμένου με αυτή συναρτάται και εξαρτάται από τις περιβάλλουσες συνθήκες περιστάσεις και τις εν γένει ενέργειες του εμπλεκομένου προσώπου. Συνακόλουθα κρίνουμε πως και αυτή η κατηγορία η οποία αφορά την καλλιέργεια δεν μπορεί να αποφασισθεί σε αυτό το στάδιο χωρίς την αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας. Συνακόλουθα έχοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω κρίνουμε πως υπάρχει εκ πρώτη όψεως υπόθεση ώστε ο Κατηγορούμενος να κληθεί και καλείται σε απολογία σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ)............. Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. (Υπ)............. Λ. Μάρκου, Α.Ε.Δ. (Υπ)............. Μ. Δρουσιώτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΧΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο