Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Kirill Babin, Αρ. Υπόθεσης: 10418/2013, 14/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B84 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10418/2013 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. Kirill Babin Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 14.10.13 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού Για Κατηγορούμενο: κα Μ. Παπαδημήτρη Κατηγορούμενος 2: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στην κατηγορία της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (πρώτη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, στις 12.08.13 στο λιμανάκι της Κάτω Πάφου ο κατηγορούμενος έκλεψε ένα τσαντάκι το οποίο περιείχε το χρηματικό ποσό των €750,00, περιουσία της Gillian Alison Lawson από τη Σκωτία. Επίσης, ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στην κατηγορία της μεταφοράς μάχαιρας απολήγουσα σε αιχμηρό άκρο κατά παράβαση των άρθρων 82
(2), 85 και 86 του Κεφ.
- Με βάση τις λεπτομέρειες αδικήματος, την ίδια με πιο πάνω ημερομηνία και τόπο ο κατηγορούμενος μετέφερε εκτός της οικίας του μαχαίρι που είχε αιχμηρό άκρο. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, είναι τα ακόλουθα: Η παραπονούμενη, Gillian Alison Lawson από τη Σκωτία, καθόταν στο τραπεζάκι της κοντά στο λιμανάκι στην Πάφο όπου πουλούσε εισιτήρια για εκδρομές με σκάφη αναψυχής όπου ξαφνικά είδε τον κατηγορούμενο να της παίρνει το τσαντάκι της που βρισκόταν πάνω σε μια ομπρέλα κοντά στο τραπεζάκι της και άρχισε να τρέχει. Στο τσαντάκι υπήρχε το ποσό των €
- Άτομο που εργαζόταν δίπλα από την παραπονούμενη και αντιλήφθηκε το περιστατικό, έπιασε τον κατηγορούμενο ο οποίος είχε πετάξει το τσαντάκι στο έδαφος. Αμέσως το πρόσωπο αυτό παρέλαβε το τσαντάκι και αφού οδήγησε τον κατηγορούμενο πίσω στο περίπτερο το παρέδωσε στην παραπονούμενη, η οποία το έλεγξε και διαπίστωσε ότι εντός αυτού υπήρχε όλο το χρηματικό ποσό. Ειδοποιήθηκε η αστυνομία όπου κατέφθασε ο αστυφύλακας 4128 Π. Ιορδάνους, ο οποίος μετά από έρευνα εντόπισε στην κατοχή του κατηγορουμένου και συγκεκριμένα στο τσαντάκι του ένα μαχαίρι που μετατρεπόταν σε σταθερή λεπίδα τύπου μπρελόκ. Ο εν λόγω αστυφύλακας ζήτησε και έλαβε τα στοιχεία του κατηγορουμένου, ο οποίος του είπε ότι κατάγεται από τη Ρωσία. Ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς, παραδέχτηκε ενοχή και ανάφερε ότι το έκανε πάνω στην απόγνωση του ενώ για το μαχαίρι είπε ότι δεν γνώριζε ότι η μεταφορά του απαγορεύεται. Καταλήγοντας ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη και συγκεκριμένα ότι έχει καταδικαστεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στο αδίκημα της διάρρηξης στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 8891/13 για το οποίο του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 12 μηνών με αναστολή τριών ετών. Παράλληλα, ο κύριος Συμεού σημείωσε ότι υπάρχουν €75,00 έξοδα σε σχέση με την υπόθεση αυτή. Η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης κατ' αρχήν συμφώνησε με την προηγούμενη καταδίκη του πελάτη της και αποδέχτηκε το ύψος των εξόδων που δημιουργήθηκαν αναφορικά με την υπόθεση αυτή. Ακολούθως, χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, η κυρία Παπαδημήτρη, αφού εξέφρασε την απολογία του κατηγορουμένου, επισήμανε ότι υπήρξε άμεση παραδοχή στην δεύτερη κατηγορία ενώ για την πρώτη κατηγορία έγινε παραδοχή πριν από την ακρόαση και σε τέτοιο στάδιο που θα μπορούσε και αυτή να εκληφθεί ως άμεση. Αναφερόμενη στο αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας η εν λόγω συνήγορος ανάφερε ότι πρόκειται για ένα μικρό μαχαίρι που δεν μπορούσε να επιφέρει τον τρόμο. Οι δε συνθήκες διάπραξης του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας συνδέονται με τις προσωπικές περιστάσεις, για τις οποίες υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε κατόπιν σχετικών οδηγιών του Δικαστηρίου. Συμπληρωματικά η κυρία Παπαδημήτρη ανάφερε ότι ο θάνατος του αδελφού του κατηγορουμένου με καρδιακό επεισόδιο επέφερε αποσυντονισμό και αποπροσανατολισμό στον πελάτη της με αποτέλεσμα αυτός να κάνει χρήση ουσιών που τον οδήγησαν τελικά στη διάπραξη πράξεων για τις οποίες σήμερα ντρέπεται. Περαιτέρω, η ευπαίδευτη συνήγορος δήλωσε ότι η μητέρα του κατηγορουμένου είναι συντετριμμένη αλλά είναι πρόθεση της να μεταφέρει τον κατηγορούμενο σε κατάλληλο κέντρο απεξάρτησης από τα ναρκωτικά καθώς και σε ειδικούς για να του παρέχουν ψυχολογική υποστήριξη. Όπως επίσης η εν λόγω συνήγορος είπε, η παράνομη δραστηριότητα του κατηγορουμένου δεν είχε μεγάλη διάρκεια ενώ όλο το ποσό και το πορτοφόλι που κλάπηκαν επιστράφηκαν στην παραπονούμενη. Ακόμη η κυρία Παπαδημήτρη κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του ότι ο κατηγορούμενος βρίσκεται υπό κράτηση από τις 12.08.13 που συνελήφθηκε από την αστυνομία καθώς επίσης το ότι η μέχρι σήμερα παραμονή του στη φυλακή ενδεχομένως να είναι αρκετή σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή φυλάκισης. Παράλληλα, η εν λόγω συνήγορος ευσεβάστως εισηγήθηκε πως σε τέτοια περίπτωση συντρέχουν οι προϋποθέσεις για να ασκήσει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια του και να την αναστείλει. Σε σχέση με την προηγούμενη καταδίκη του πελάτη της για την οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 12 μηνών με αναστολή, η κυρία Παπαδημήτρη ζήτησε όπως το Δικαστήριο μην ασκήσει τη διακριτική εξουσία του και ενεργοποιήσει την εν λόγω ποινή: (α) επειδή αφορά άλλο αδίκημα, (β) ενόψει των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου και (γ) λόγω του νεαρού της ηλικίας του. Στη βάση των πιο πάνω, η ευπαίδευτη συνήγορος ζήτησε από το Δικαστήριο να δώσει μία τελευταία ευκαιρία στον κατηγορούμενο για να μπορέσει αυτός να βοηθηθεί από ειδικούς διορθώνοντας έτσι τη ζωή του και παράλληλα για να δημιουργήσει τη δική του οικογένεια. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να διευκρινίσω ότι το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για ετοιμασία κοινωνικοοικονομικής έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής στον κατηγορούμενο. Σύμφωνα με την εν λόγω έκθεση, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 20 ετών, άγαμος, άνεργος, κατάγεται από τη Ρωσία και προέρχεται από διασπασμένη οικογένεια μέτριας οικονομικής κατάστασης. Οι γονείς του χώρισαν όταν ο κατηγορούμενος ήταν σε ηλικία 5 ετών με αποτέλεσμα η μητέρα του να αναλάβει τη φροντίδα και φύλαξη του ιδίου και του μεγαλύτερου αδελφού του σε αντίθεση με τον πατέρα του που δεν επέδειξε οποιοδήποτε ενδιαφέρον τόσο σε συναισθηματικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο. Εξαιτίας του διαζυγίου των γονέων του έζησε δύσκολα παιδικά και εφηβικά χρόνια. Η απουσία του πατέρα του τον επηρέασε αρνητικά ενώ ταυτόχρονα αισθάνεται ότι η μητέρα του ήταν το άτομο που του παρείχε συναισθηματική, ηθική και οικονομική στήριξη. Τον Ιούνιο 2013 ο αδελφός του κατηγορούμενου απεβίωσε μετά από καρδιακό επεισόδιο. Ο κατηγορούμενος είναι απόφοιτος λυκείου και πτυχιούχος στον κλάδο μαγειρικής, πλην όμως όταν ήλθε στην Κύπρο τον Μάρτιο 2013 εγκαταστάθηκε στην Πάφο και ανέλαβε εργασία στην οικοδομική βιομηχανία. Η αποπεράτωση των δραστηριοτήτων της εργοληπτικής εταιρείας στην οποία εργαζόταν τον οδηγεί στην απόλυση χωρίς να λάβει ολόκληρο το ποσό των εισοδημάτων του, γεγονός που του δημιούργησε σοβαρές οικονομικές δυσκολίες. Στη συνέχεια οι προσπάθειες του για εξεύρεση μόνιμης εργασίας απέβησαν άκαρπες. Πριν από τη σύλληψη του έκανε χρήση κοκαΐνης για ψυχαγωγικούς σκοπούς, ωστόσο δεν εντάχθηκε σε οποιοδήποτε θεραπευτικό πρόγραμμα επειδή δεν αναγνώρισε τέτοια ανάγκη. Επίσης, πριν από τη σύλληψη του διέμενε σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα στην Πάφο μαζί με άλλο άτομο έναντι του μηνιαίου ενοικίου των €300,00 με τις συνθήκες διαβίωσης του να περιγράφονται ικανοποιητικές. Ο κατηγορούμενος δεν έχει περιουσιακά στοιχεία, ούτε εισοδήματα αλλά ούτε και χρέη ενώ προέβηκε στη διάπραξη των αδικημάτων του παρόντος κατηγορητηρίου για οικονομικούς λόγους. Αναμφίβολα τα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Ενδεικτική δε της σοβαρότητας των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ενοχή είναι κατ' αρχήν οι προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Συγκεκριμένα, το αδίκημα της κλοπής επισύρει, με βάση το άρθρο 262 του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης 3 ετών εκτός αν λόγω των περιστάσεων της κλοπής ή της φύσης του πράγματος που κλάπηκε προβλέπεται κάποια άλλη ποινή. Το δε αδίκημα της μεταφοράς μαχαιριού εκτός κατοικίας ή αυλής που καταλήγει σε αιχμηρό άκρο τιμωρείται, δυνάμει του άρθρου 82
(2)του Κεφ.154, με ποινή φυλάκισης κατωτάτου ορίου των 6 μηνών, εκτός αν το Δικαστήριο, λάβει υπόψη, κατά την επιμέτρηση της ποινής, τα περιστατικά της υπόθεσης, περιλαμβανομένων της δοκιμασίας την οποία θα υποστεί ο καταδικασθείς και παρόμοιων ελαφρυντικών περιστατικών που σχετίζονται προσωπικά με τον καταδικασθέντα, ήθελε κρίνει σκόπιμο να επιβάλει μικρότερη ποινή ή να εκδώσει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα. Το αδίκημα της κλοπής θεωρείται σοβαρό για τον επιπλέον λόγο ότι παρουσιάζει έξαρση στην Κύπρο και μαζί με άλλα ομοειδή αδικήματα βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας. Τέτοιου είδους αδικήματα προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη (Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104). Ιδιαίτερα πρόσφατα στην επαρχία Πάφου η ραγδαία αύξηση της συχνότητας διάπραξης του αδικήματος της κλοπής καθώς και άλλων ομοειδών αδικημάτων έλαβε πολύ ανησυχητικές διαστάσεις, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου (Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος v. Ασυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565). Τα Δικαστήρια, μέσα από επισημάνσεις και υποδείξεις της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αντιμετωπίζουν τέτοιας φύσης αδικήματα με αυστηρότητα μέσω της επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε μια προσπάθεια αναχαίτισης τους και προστασίας της κοινωνίας (Παναγιώτου (Αντάρτης) v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ. 194, Dirazo ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 113, AI - Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 160). Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Φραντζίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 77 είναι επιτακτική ανάγκη αυτού του είδους η εγκληματικότητα να ανακοπεί γιατί έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Η αυστηρότητα των ποινών είναι ένας τρόπος πάταξης του φαινομένου. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Cham & άλλων
(1993)2 A.A.Δ. 129 τονίστηκε ότι αδικήματα διάρρηξης και κλοπής χαρακτηρίζονται ως μάστιγα για την κυπριακή κοινωνία, η οποία όμως δεν μπορεί να αφεθεί ανέλεγκτη. Θεώρηση της νομολογίας καταδεικνύει ότι για το αδίκημα της κλοπής συνήθως επιβάλλεται ποινή φυλάκισης (Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381). Στην υπόθεση Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381 επιβλήθηκε κατ' έφεση ποινή φυλάκισης δύο μηνών σε φοιτητή, πολύ νεαρής ηλικίας με λευκό ποινικό μητρώο που διαδραμάτισε ρόλο ήσσονος σημασίας στη διάπραξη του αδικήματος με άμεση παραδοχή και συνδρομή στη διαλεύκανση του αδικήματος και ιδιάζοντες προσωπικές περιστάσεις. Επίσης, στην υπόθεση Κκούτα v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 331 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2,5 μηνών αφού λήφθηκαν υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του εφεσείοντα και τα περιστατικά της υπόθεσης καθώς και 4 προηγούμενες καταδίκες. Περαιτέρω, στην υπόθεση Χασσάν v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 78 ποινή φυλάκισης 15 μηνών που επιβλήθηκε για το αδίκημα κλοπής αντικειμένων αξίας Λ.Κ.£3.005,80 όπου μέρος αυτών είχε ανευρεθεί, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επιπλέον, στην υπόθεση Ψύλλας v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430 επικυρώθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 μηνών για κλοπή ποσών Λ.Κ.£350,00 και Λ.Κ.£20,00. Ακόμη στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 222 το Ανώτατο Δικαστήριο επέβαλε ποινή φυλάκισης 3 μηνών σε άτομο που έκλεψε από σταθμευμένο αυτοκίνητο ραδιομαγνητόφωνο αξίας Λ.Κ.£350,00 μαζί με τον άλλο συγκατηγορούμενο του, το οποίο εγκατέστησε στο αυτοκίνητο του. Όταν συνελήφθηκε ομολόγησε αμέσως την πράξη του. Παραδέχθηκε ενοχή και στην επιμέτρηση της ποινής λήφθηκε υπόψη και άλλη παρόμοια υπόθεση. Στη δε υπόθεση Lungu κ.α. v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 545 το Ανώτατο Δικαστήριο μειώνοντας την ποινή του πρωτόδικου δικαστηρίου επέβαλε ποινή φυλάκισης 4 μηνών για αδικήματα της διάρρηξης και κλοπής σε κάθε εφεσείοντα που ήταν άτομα νεαρής ηλικίας 22, 20 και 20 ετών αντιστοίχως, χωρίς προηγούμενες καταδίκες, οι οποίοι συνεργάστηκαν με την αστυνομία για τη διαλεύκανση της υπόθεσης και παραδέχθηκαν ενοχή. Η αξία της κλαπείσας περιουσίας ήταν Λ.Κ.£280, της οποίας μεγάλο μέρος ανευρέθη και θα επιστρέφετο στον ιδιοκτήτη. Στην επιμέτρηση της ποινής λήφθηκε υπόψη απουσία ιδιαίτερου προσχεδιασμού καθώς επίσης δύσκολες προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες. Ανάλογη αυστηρής αντιμετώπισης τυγχάνει και το αδίκημα της μεταφοράς μαχαιριού που καταλήγει σε αιχμηρό άκρο, το οποίο ο κατηγορούμενος επίσης παραδέχτηκε ότι διέπραξε. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής του κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου ως επιβαρυντικό στοιχείο τη σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή προκύπτει μέσα από τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη τους αλλά και η συχνότητα διάπραξης τους. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου η αξία της κλαπείσας περιουσίας. Επίσης, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ενώ ο κατηγορούμενος ήλθε στην Κύπρο τον Μάρτιο του έτους 2013 στις 31.07.13 κρίθηκε ένοχος στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 8891/13 για το αδίκημα της διάρρηξης στην οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 12 μηνών με αναστολή τριών ετών. Το ολίσθημα αυτό φαίνεται δεν συνέφερε τον κατηγορούμενο με αποτέλεσμα μετά πάροδο 12 ημερών να διαπράξει τα αδικήματα του παρόντος κατηγορητηρίου. Διευκρινίζεται ότι το Δικαστήριο δεν θεωρεί την προηγούμενη καταδίκη του κατηγορουμένου ως επιβαρυντικό παράγοντα στην παρούσα περίπτωση αλλά απλώς η ύπαρξη της στερεί από τον κατηγορούμενο του πλεονεκτήματος που θα τύγχανε αν θεωρείτο ότι είχε λευκό ποινικό μητρώο. Ως ελαφρυντικό παράγοντα λαμβάνω υπόψη μου την παραδοχή του κατηγορουμένου, η οποία είναι άμεση για τη δεύτερη κατηγορία αφού έγινε με την πρώτη εμφάνιση του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο. Σε σχέση με την πρώτη κατηγορία, παρόλο ότι η παραδοχή αυτής έγινε σε μεταγενέστερο στάδιο από αυτή της δεύτερης κατηγορίας, εντούτοις όταν πραγματοποιήθηκε δεν είχε ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία εξοικονομώντας έτσι πολύτιμο χρόνο του Δικαστηρίου, γεγονός που πιστώνεται στον κατηγορούμενο. Επανερχόμενος στα γεγονότα της υπόθεσης αυτής λαμβάνω υπόψη μου τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος της κλοπής και ειδικότερα το ότι προέβηκε στη διάπραξη του για οικονομικούς λόγους. Αυτό αντικρίζεται ως μετριαστικός παράγοντας σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, είναι άνεργος και χωρίς οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματα. Με αυτά τα δεδομένα εκλαμβάνεται ότι ο κατηγορούμενος ενέργησε υπό το καθεστώς οικονομικής απόγνωσης. Αναφορικά με τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος της μεταφοράς μαχαιριού που καταλήγει σε αιχμηρό άκρο, λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι κατά την επίδικη ημέρα το μαχαίρι είχε μεταφερθεί χωρίς χρήση του από τον ίδιο με οποιοδήποτε τρόπο. Ωστόσο η θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου του κατηγορουμένου ότι το μαχαίρι που ο πελάτης της κουβαλούσε δεν είναι μεγάλο ώστε να μπορούσε να επιφέρει τον τρόμο ουδεμία σημασία έχει αφού από την ερμηνεία των άρθρων 82 έως 86 του Κεφ.154 η αξιόποινη πράξη έγκειται στην επικινδυνότητα που έχει η μεταφορά ενός μαχαιριού με τα χαρακτηριστικά που προδιαγράφονται μέσα από τα άρθρα αυτά. Ένας άλλος μετριαστικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη είναι η επιστροφή του κλαπέντος πορτοφολιού καθώς και ολόκληρου του κλοπιμαίου ποσού των €750,00 στην παραπονούμενη, πράγμα που φανερώνει ότι ο κατηγορούμενος τελικά δεν αποκόμισε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος μέσα από τη διάπραξη των αδικημάτων. Αντίθετα, η θέση της κυρίας Παπαδημήτρη ότι η παράνομη δραστηριότητα του κατηγορουμένου μέσα από τη διάπραξη των αδικημάτων δεν είχε μεγάλη διάρκεια κανένα ελαφρυντικό ρόλο μπορεί να διαδραματίσει στην προκειμένη περίπτωση και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Ένας άλλος παράγοντας που λαμβάνω υπόψη μου είναι το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση σε σχέση με την υπόθεση αυτή από τις 13.08.13 όταν τότε για πρώτη φορά εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και διατάχτηκε η κράτηση του. Στρεφόμενος στις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του κατηγορουμένου, λαμβάνεται υπόψη το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, περιλαμβανομένου: · Του νεαρού της ηλικίας του κατηγορουμένου αφού είναι μόλις 20 ετών. · Της προέλευσης του από διασπασμένη οικογένεια μέτριας οικονομικής κατάστασης. · Οι γονείς του χώρισαν όταν ο κατηγορούμενος ήταν σε ηλικία 5 ετών με αποτέλεσμα η μητέρα του να αναλάβει τη φροντίδα και φύλαξη του ιδίου και του μεγαλύτερου αδελφού του σε αντίθεση με τον πατέρα του που δεν επέδειξε οποιοδήποτε ενδιαφέρον τόσο σε συναισθηματικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο. · Εξαιτίας του διαζυγίου των γονέων του έζησε δύσκολα παιδικά και εφηβικά χρόνια ενώ η απουσία του πατέρα του τον επηρέασε αρνητικά. · Της απόλυσης του από εργοληπτική εταιρεία στην Κύπρο χωρίς να λάβει ολόκληρο το ποσό των εισοδημάτων του, γεγονός που του δημιούργησε σοβαρές οικονομικές δυσκολίες. · Του θανάτου του αδελφού του κατηγορουμένου τον Ιούνιο 2013 μετά από καρδιακό επεισόδιο. Επίσης, το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει τη δήλωση της συνηγόρου υπεράσπισης ότι η μητέρα του κατηγορουμένου προτίθεται να μεταφέρει τον κατηγορούμενο σε κατάλληλο κέντρο απεξάρτησης από τα ναρκωτικά καθώς και σε ειδικούς για να του παρέχουν ψυχολογική υποστήριξη. Πρόκειται όμως για μία γενική και αόριστη δήλωση απογυμνωμένη από όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες που θα την καθιστούσαν ως ένα σίγουρο γεγονός. Ειδικότερα, ουδεμία αναφορά έγινε που, πότε και πως θα υλοποιηθεί η πιο πάνω πρόθεση της μητέρας του κατηγορουμένου και ουδέν πιστοποιητικό από τέτοιο εξειδικευμένο κέντρο έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Ούτε και έχει λεχθεί ότι ο κατηγορούμενος είναι εξαρτημένος από συχνή χρήση ναρκωτικών ουσιών. Από την άλλη, δεν είναι βέβαιο κατά πόσο ή όχι ο κατηγορούμενος ασπάζεται την πρόθεση αυτή της μητέρας του και συνεπώς συγκατατίθεται σε κάτι τέτοιο, με δεδομένο ότι μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι δεν εντάχθηκε σε οποιοδήποτε θεραπευτικό πρόγραμμα επειδή δεν αναγνώρισε τέτοια ανάγκη. Συνεπώς, η δήλωση αυτή της κυρίας Παπαδημήτρη δεν μπορεί να έχει τη σημασία που της αποδίδει, χωρίς όμως να σημαίνει ότι το Δικαστήριο την αγνοεί. Αναφορικά με τη χρήση ναρκωτικών ουσιών, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι δεν σχετίζεται με τη διάπραξη των αδικημάτων του παρόντος κατηγορητηρίου καθότι όπως ο ίδιος ο κατηγορούμενος ανάφερε μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας προέβηκε στην πράξη αυτή για ψυχαγωγικούς λόγους. Βέβαια το θέμα χρήσης ναρκωτικών ουσιών λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο ως μέρος των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου. Καθοδηγούμενος από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων σε συνδυασμό με την ανησυχητική έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη τους και με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας και συχνότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλεται στον κατηγορούμενο οι εξής ποινές: Πρώτη κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3 μήνες Δεύτερη κατηγορία - ποινή φυλάκισης 15 ημερών. Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν η ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου, κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ή παράγοντας που να δικαιολογεί την έκδοση διαταγής για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Παρόλα αυτά, όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες λήφθηκαν υπόψη για τη δραστική μείωση της ποινής που του επιβλήθηκε (βλέπε άρθρο 3
(2)του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09, Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663). Περαιτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της συνολικότητας των ποινών που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο το ύψος των οποίων κρίνονται, σε συνδυασμό με τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης και στη βάση των επιβαρυντικών αλλά και ελαφρυντικών παραγόντων που σημειώθηκαν πιο πάνω, ανάλογες των αδικημάτων που αυτός διέπραξε, δεν θα ασκήσει τη διακριτική εξουσία του να ενεργοποιήσει είτε μέρος είτε ολόκληρη την ανασταλείσα για 3 έτη ποινή φυλάκισης των 12 μηνών στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 8891/13 (Σωτηριάδου v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 356 και Χριστοδούλου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 80/2013, ημερομηνίας 23.09.13). Η έκτιση της ποινής του κατηγορουμένου θα αρχίσει από τις 13.08.13, δηλαδή από την ημερομηνία που τελεί υπό κράτηση για την παρούσα υπόθεση. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, τα έξοδα της κατηγορούσας αρχής που ανέρχονται στο ποσό των €75,00 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Κλοπή - Μεταφορά μαχαιριού που καταλήγει σε αιχμηρή άκρη/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο