Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΡΕΣΤΗ, Αρ. Υπόθεσης: 12373/13, 31/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B101 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12373/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Κατηγορούσας Αρχής v. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΡΕΣΤΗ Κατηγορουμένου ----------------------- Ημερομηνία: 31/10/
- Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρύσω Περγαντή. Για τον Κατηγορούμενο : κα Άρτεμις Σαββίδου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει σύμφωνα με το κατηγορητήριο τρεις κατηγορίες, αυτή της απείθειας κατά νόμιμων διαταγών κατά παράβαση του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία 1) και δύο κατηγορίες απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91 Α του πιο πάνω Κώδικα (κατηγορίες 2 και 3). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, αυτός στις 29/09/2013 παρέλειψε να υπακούσει σε διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου Πάφου ημερομηνίας 22/11/2012, σύμφωνα με το οποίο απαγορευόταν στον κατηγορούμενο να εισέρχεται και/ή με οποιονδήποτε τρόπο να χρησιμοποιεί την κατοικία της Κλεοπάτρας Φιλίππου από την Πενταλιά. Επίσης, κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο χρόνο προκάλεσε τρόμο στο πιο πάνω πρόσωπο που είναι η εν διαστάσει σύζυγος του απειλώντας της με τις φράσεις «Θα σε σκοτώσω και μετά θα αυτοκτονήσω και δεν με νοιάζει τι θα γίνει το μωρό» και «Τις 13 του Νιόβρη όταν θα πάμε Δικαστήριο, αν μπω φυλακή θα έρτουν να σε έβρουν άλλοι, τζιαι επειδή θα είμαι μέσα στη φυλακή εμένα έθα με υποψιαστούν». Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε όλες τις πιο πάνω κατηγορίες και η υπόθεση προχώρησε σε ακροαματική διαδικασία. Η κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε τρείς μάρτυρες, τον Αστ. 3583 Μάριο Φιλίππου (Μ.Κ.1), την κα Κλεοπάτρα Φιλίππου (Μ.Κ.2) και την κα Χρύσω Κάϊζερ (Μ.Κ.3). Επίσης, δηλώθηκε και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ως παραδεκτό γεγονός η κατάθεση του Α/Αστ. 407 Α. Κανάρη (τεκμήριο Α) και το ένταλμα σύλληψης με βάση το οποίο συνελήφθηκε ο κατηγορούμενος στις 03/10/2013 και ώρα 07:50 (τεκμήριο Β). Ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι είναι ο εξεταστής της υπόθεσης. Ανέφερε επίσης, ότι στις 02/10/2013 καταγγέλθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Παναγιάς από την παραπονούμενη ότι στις 27/09/2013 ο εν διαστάσει σύζυγος της Κωνσταντίνος Αρέστη εισήλθε εντός της οικίας της και την απείλησε ότι θα την σκοτώσει. Στις 03/10/2013 πήρε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
- Σε αυτήν μεταξύ άλλων, ο κατηγορούμενος αρνείται τη διάπραξη των αδικημάτων που του καταλογίζονται και αναφέρει ότι την εν λόγω ημερομηνία αυτός βρισκόταν στην Κερύνεια. Πέραν τούτου, ο μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο και γραπτή κατηγορία του κατηγορουμένου για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει (τεκμήριο στην οποία απάντησε ότι δεν παραδέχεται. Aντεξεταζόμενος ο μάρτυρας είπε ότι δεν ρώτησε ούτε γνωρίζει γιατί η παραπονούμενη κατάγγειλε το κατ' ισχυρισμό επεισόδιο στις 02/10/2013 αντί την ίδια μέρα αφού η ίδια ένοιωθε τόσο φοβισμένη και φοβόταν για τη ζωή της. Επίσης, ανέφερε ότι δεν διερεύνησε τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι στις 27/09/2013, όπως ήταν αρχικά η καταγγελία της παραπονούμενης, βρισκόταν στη Κερύνεια και ότι δεν είχε επισκεφθεί την οικία της παραπονούμενης την εν λόγω ημερομηνία. Περαιτέρω, υποδείχθηκε στο μάρτυρα ένα έγγραφο το οποίο όπως ανέφερε είναι αυτό που δίδεται στα οδοφράγματα όταν μεταβείς στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου (βλ. τεκμήριο προς αναγνώριση Α). Η Μ.Κ.2 ήταν η παραπονούμενη η οποία αφού αναγνώρισε τις καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία (τεκμήρια 4 και 5) και τις υιοθέτησε ως ορθές και αληθείς, τις κατέθεσε στο Δικαστήριο και αποτέλεσαν μέρος της κυρίως της εξέτασης. Στο τεκμήριο 4 αναφέρει ότι παντρεύτηκε με τον κατηγορούμενο το 2003 και μέχρι τις 19/09/2012, οπότε και χώρισαν ζούσαν μαζί. Επίσης, αναφέρει ότι στις 22/11/2012 εκδόθηκε διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου στην αίτηση αρ. 30/12 με το οποίο απαγορευόταν στον κατηγορούμενο να πλησιάζει το σπίτι που μένει. Περαιτέρω, αναφέρει ότι με τον κατηγορούμενο απέκτησαν και ένα παιδί ηλικίας σήμερα 10 χρονών ο οποίος διαμένει μαζί της. Πιο κάτω στην εν λόγω κατάθεση της αναφέρει ότι στις 27/09/2013, ημερομηνία την οποία άλλαξε στο Δικαστήριο κατά την ανάγνωση της κατάθεσης της και είπε ότι η ορθή ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων είναι η 29η Σεπτεμβρίου και έγινε σχετική τροποποίηση του κατηγορητηρίου κατόπιν αιτήματος της κατηγορούσας αρχής, ο κατηγορούμενος πήγε στο σπίτι της για να φέρει πράγματα στο γιό τους και επέμενε να μπει στο σπίτι της πράγμα που δεν επέτρεψε. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος ήθελε να μιλήσουν με σκοπό να τα βρουν και αφού αυτή αρνείτο, ο κατηγορούμενος νευρίασε και της είπε ότι αν πιάσει χαρτί από το Δικαστήριο για το διαζύγιο, θα την σκοτώσει και μετά θα αυτοκτονήσει και δεν τον νοιάζει τι θα γίνει το μωρό. Στη συνέχεια του είπε να φύγει και αυτός της είπε ότι «τις 13 του Νιόβρη όταν θα πάμε Δικαστήριο, αν μπω φυλακή θα έρτουν να σε έβρουν άλλοι, τζιαι επειδή θα είμαι μέσα φυλακή εμένα εν θα με υποψιαστούν. Τότε του ανέφερε ότι θα καλέσει Αστυνομία αν δεν φύγει και της είπε ότι θα πιάσει το μωρό και θα φύγει και εν θα τον ξαναδείς. Περαιτέρω, ανέφερε ότι φοβάται για τη ζωή της εν όψει του ότι σύντομα ο κατηγορούμενος θα πάρει αίτηση διαζυγίου. Στη συμπληρωματική της κατάθεση ημερομηνίας 3/10/2013 αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος τη συγκεκριμένη ημερομηνία πέρασε μέσα από τη πόρτα του σπιτιού της και μπήκε στο σαλόνι, πράγμα το οποίο κάνει συχνά και όταν του αναφέρει ότι θα ειδοποιήσει την Αστυνομία φεύγει. Σε περαιτέρω εξέταση της ανέφερε ότι ο λόγος που δεν έκανε την καταγγελία την ίδια ημέρα είναι διότι όποτε να πάει να κάνει καταγγελία έρχεται πίσω της με το αυτοκίνητο και αυτή φοβόταν να το πράξει την ίδια μέρα. Επίσης, ανέφερε ότι ποτέ δεν του επέτρεπε να μπαίνει στο σπίτι και πάντοτε το έκανε από μόνος του. Η Μ.Κ.3 ήταν η Πρωτοκολλητής του Ε.Δ.Πάφου η οποία κατέθεσε το διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου καθώς επίσης και την επίδοση αυτού προς τον κατηγορούμενο (βλ. τεκμήρια 6 και 7 αντίστοιχα). Ο κατηγορούμενος, μετά που κρίθηκε ένοχος εκ πρώτης όψεως με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση λέγοντας τα ακόλουθα: « Δεν παραδέχομαι που λέει 27 και 29 πήγα στο σπίτι. Πήγα στις 28/09/2013 και πήρα κάποια πράγματα για το σπίτι και έδωσα και λεφτά για το μωρό μας και δεν είχαμε καμία συζήτηση. Δεν είχαμε πρόβλημα όταν πήγα στις 28/09/
- Απλά εγώ πήγαινα όταν ήμασταν εξηγημένοι γιατί έχω ένα μωρό μαζί της και πήγαινα για το βλέπω και να το βοηθώ οικονομικά και ό,τι χρειαζόταν. Δεν ξέρω τι συνέβηκε μετά και με κατάγγειλε. Υπήρχε αυτό το διάταγμα και ήταν αυτό που ήταν το βασικό της στοιχείο για να πηγαίνει να μου ανοίγει υπόθεση με το παραμικρό. Ποτέ μου δεν ήθελα να της κάνω κακό απλά επειδή είχαμε ένα μωρό δεν ήθελα να φτάσουμε εδώ που είμαστε». Πέραν της πιο πάνω ανώμοτης δήλωσης δεν κατέθεσε οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας για τον κατηγορούμενο. Δηλώθηκε μόνο ως παραδεκτό γεγονός και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ότι «Η Κλεοπάτρα Φιλίππου έχει καταχωρήσει την υπ' αριθμό 182/13 αίτηση διαζυγίου εναντίον του κατηγορούμενου στις 08/10/13.» Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως ο εξεταστής της υπόθεσης και ανέφερε τις ενέργειες που έκανε κατά τη διερεύνηση της καταγγελίας της παραπονουμένης και τις καταθέσεις που έλαβε. Δεν έχω διαπιστώσει ότι ο μάρτυρας αυτός ήρθε στο Δικαστήριο για να πει ψέματα. Επίσης, η αντεξέταση του όπως διαφάνηκε είχε διευκρινιστικό χαρακτήρα σε σχέση με τις ενέργειες που έκανε μετά την καταγγελία. Έχω δειξέλθει της μαρτυρίας του και κρίνω ότι μπορώ να την αποδεκτώ. Θα πρέπει να αναφερθεί όμως, ότι από τις αναφορές του φάνηκε να υπάρχει ελλιπή διερεύνηση της υπόθεσης αφού δεν εξέτασε τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου που έδωσε στην ανακριτική του κατάθεση σε σχέση με τη παρουσία του στην Πάφο κατά τις 27/09/2013, ημερομηνία που διερευνούσε τη κατ' ισχυρισμό διάπραξη των αδικημάτων με βάση τη καταγγελία της παραπονουμένης, αλλά ούτε και ρώτησε τη παραπονούμενη τους λόγους που την ώθησαν να μην καταγγείλει την υπόθεση στην Αστυνομία την ίδια ημερομηνία που κατ' ισχυρισμό διαπράχθηκαν τα αδικήματα εν όψει και της θέση της ότι φοβόταν για τη ζωή της. Η αναφορά του ότι στις 27/09/2013 η παραπονούμενη κατάγγειλε τηλεφωνικώς το επεισόδιο στον Αστυνομικό Σταθμό Παναγιάς δεν έχει τεκμηριωθεί και φάνηκε ότι ο ίδιος δεν είχε προσωπική γνώση για ένα τέτοιο γεγονός. Παρόλο που προέβηκε σε αυτήν την αναφορά, εντούτοις ανέφερε ότι δεν ήταν στον ίδιο που έγινε το εν λόγω τηλεφώνημα και ότι ο ίδιος δεν διαπίστωσε να υπήρχε καταγραμμένο ένα τέτοιο γεγονός στο ημερολόγιο ενεργείας. Επίσης, πουθενά δεν αναφέρει πώς γνωρίζει αυτό το γεγονός και η θέση του αυτή εκφράστηκε κατά γενικό και αόριστο τρόπο. Κρίνω ότι δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στην αναφορά του αυτή. Παρά τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι τα πιο πάνω δεν επηρεάζουν την αξιοπιστία του μάρτυρα σε σχέση με τις ενέργειες που έκανε κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης και κρίνω ότι μπορώ να αποδεκτώ τη μαρτυρία του. Πέραν των ενεργειών του δηλαδή τη λήψη καταθέσεων από την παραπονούμενη και τον κατηγορούμενο και τις γραπτές κατηγορίες που του πρόσαψε, αποδέχομαι και τη θέση του ότι δεν ρώτησε τη παραπονούμενη το λόγο που δεν προέβηκε στη καταγγελία την ίδια ημέρα του επεισοδίου και όπως προκύπτει και το γεγονός ότι δεν του αναφέρθηκε οτιδήποτε σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Η Μ.Κ.2 ήταν η παραπονούμενη. Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή της μαρτυρίας της και έλαβα υπόψη μου το περιεχόμενο αυτής αλλά και την εντύπωση που απεκόμισα από αυτήν κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα. Κρίνω ότι η μαρτυρία της παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες, ανακρίβειες και αντιφάσεις και οι εξηγήσεις που έδωσε για τα διάφορα ζητήματα για τα οποία έτυχε αντεξέτασης δεν είναι πειστικές αλλά συγκρούονται και με άλλη μαρτυρία την οποία το Δικαστήριο έκανε αποδεκτή και συγκεκριμένα του Μ.Κ.
- Επίσης, σε ορισμένα σημεία της η μαρτυρία της ήταν γενική και αναφερόταν γενικά στη συμπεριφορά του κατηγορούμενου που επιδεικνύει όταν επισκέπτεται το σπίτι της για να δει το ανήλικο τέκνο τους αντί να επικεντρωθεί στο συγκεκριμένο επεισόδιο το οποίο κατάγγειλε και να δώσει σαφή και ξεκάθαρη εικόνα στο Δικαστήριο σε σχέση με το τι συνέβηκε την ημερομηνία εκείνη. Συγκεκριμένα, ενώ υιοθέτησε τη κατάθεση της στην Αστυνομία (τεκμήριο 4) ως ορθή και αληθή στην πορεία κατά την ανάγνωση της διαφοροποίησε την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων και ενώ αναφερόταν σε αυτήν στις 27/09/2013 την μετέτρεψε σε 29/09/
- Η πιο πάνω διαφοροποίηση, παρά το ότι δεν θεωρώ ότι από μόνη της μπορεί να πλήξει την αξιοπιστία της μάρτυρος εντούτοις θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι λόγοι που το έπραξε και αν τελικά πρόκειται περί λάθους. Αυτή ανέφερε ότι έκανε λάθος την ημερομηνία, το οποίο διαπίστωσε 1 - 2 μέρες μετά που έκανε την καταγγελία και επικοινώνησε με το Μ.Κ.1 και του το ανέφερε αλλά αυτός της είπε ότι δεν μπορεί τώρα να αλλάξει την ημερομηνία διότι η κατάθεση της είναι στο Δικαστήριο. Η θέση της αυτή όμως δεν υποστηρίζεται από τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 η οποία έγινε αποδεκτή ή τουλάχιστον ουδεμία αναφορά γίνεται από το μάρτυρα αυτό για ένα τέτοιο συμβάν. Επίσης, ο μάρτυρας αυτός όταν αντεξετάστηκε για το χρόνο που μεσολάβησε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι τη καταγγελία και κατά πόσο εξέτασε αυτή τη καθυστέρηση στη καταγγελία, ανέφερε ότι δεν ρώτησε και δεν του ανέφερε οτιδήποτε η παραπονούμενη και ουδέποτε ανέφερε ότι μετέπειτα του είπε ότι η ημερομηνία διάπραξης δεν ήταν εν τέλει η 27η Σεπτεμβρίου αλλά η 29η Σεπτεμβρίου. Επίσης, σε σχέση με την ημερομηνία, η μάρτυρας είπε ότι όταν έδωσε την κατάθεση της τη διάβασε και την υπέγραψε ως ορθή. Περαιτέρω, έξω από το Δικαστήριο είπε ότι τη διάβασε ξανά και εντόπισε το λάθος το οποίο ανέφερε στη συνήγορο της κατηγορούσας αρχής η οποία της είπε να το αναφέρει στο Δικαστήριο και να ζητήσει τροποποίηση. Ακόμη και έτσι να είναι, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτή υιοθέτησε τη κατάθεση της ως ορθή εκ νέου και την κατέθεσε ως μέρος της κυρίως της εξέταση και αργότερα κατά την ανάγνωση της διαφοροποίησε τη θέση της σε σχέση με την ημερομηνία της κατ' ισχυρισμών διάπραξης των αδικημάτων αντί αμέσως να το αναφέρει στο Δικαστήριο και πριν καταθέσει την εν λόγω κατάθεση της. Παρόλο που η ημερομηνία διάπραξης των εν λόγω αδικημάτων δεν μπορεί να είναι ουσιώδες ζήτημα αφού δεν αποτελεί μέρος των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων εντούτοις το ζήτημα αυτό άπτεται της αξιοπιστίας της μάρτυρος. Να σημειωθεί ότι ο Μ.Κ.1 εξέτασε την καταγγελία στη βάση της ημερομηνίας 27/09/2013 και κατά την αντεξέταση του ο κατηγορούμενος ακολούθησε μεταξύ άλλων και τη γραμμή υπεράσπισης ότι την εν λόγω ημερομηνία βρισκόταν στα κατεχόμενα. Μετά το μάρτυρα αυτό ακολούθησε η παραπονούμενη η οποία διαφοροποίησε την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων με τον τρόπο που το έπραξε και οι εξηγήσεις που έδωσε γι αυτό δεν είναι πειστικές και ούτε μπορεί να γίνουν αποδεκτές καθότι δεν συνάδουν με άλλη αποδεκτή μαρτυρία και επίσης από μόνες τους συγκρούονται. Ουσιαστικά δεν έχει πειστεί το Δικαστήριο κατά πόσο η αλλαγή αυτή της ημερομηνίας έγινε λόγω λάθους στην αρχική αναφορά ή κακόπιστα εν όψει και της προηγούμενης μαρτυρίας που δόθηκε στο Δικαστήριο εν όψει πάντοτε των εξηγήσεων που έδωσε η παραπονούμενη για το ζήτημα αυτό. Πέραν των πιο πάνω και επί της ουσίας της υπόθεσης, η μάρτυρας είπε στην κυρίως της εξέταση ότι η ίδια ουδέποτε επέτρεπε στον κατηγορούμενο να εισέρχεται στην κατοικία της και αυτός από μόνος του το έπραττε και κάθε φορά προκαλούσε ένταση. Παρά την πιο πάνω θέση της, κατά την αντεξέταση, της τέθηκε δική της δήλωση σε άλλη κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία ημερομηνίας 26/6/2013 με την οποία αναφέρει ότι επέτρεπε στον κατηγορούμενο να εισέρχεται στην κατοικία της και όταν του έλεγε να φύγει έφευγε, με την οποία συμφώνησε. Η πιο πάνω θέση της συγκρούεται με την αρχική της που ανέφερε στην κυρίως της εξέταση και συγκεκριμένα ότι ουδέποτε του επέτρεπε να εισέρχεται στην οικία. Πιο κάτω ερωτούμενη από πότε αυτή δεν επέτρεπε στον κατηγορούμενο να εισέρχεται στην κατοικία της είπε δεν θυμάται ακριβώς και ότι χρονολογικά ήταν το έτος
- Όταν της υποδείχθηκε εκ νέου ότι την πιο πάνω δήλωση την έκανε τον 6ον του 2013, είπε ότι σταμάτησε να του επιτρέπει όταν ο κατηγορούμενος δημιουργούσε ένταση και εκτόξευε απειλές και ότι δεν θυμάται πότε συγκεκριμένα αλλά μετά την πιο πάνω δήλωση της. Επίσης, δεν έχει δοθεί οποιοσδήποτε λόγος που επέτρεπε στον κατηγορούμενο να εισέρχεται στην οικία πριν την λόγω ημερομηνία αφού η ίδια είχε εξασφαλίσει σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου πολύ πιο πριν με το οποίο απαγόρευε στον κατηγορούμενο η είσοδος στην εν λόγω οικία. Περαιτέρω, ερωτηματικό εγείρεται από το γεγονός ότι ενώ το πιο πάνω διάταγμα, όπως θα φανεί κατωτέρω, εκδόθηκε στις 22/11/2012 και συντάχτηκε στις 06/12/2012, αυτό επιδόθηκε 6 μήνες μετά στο κατηγορούμενο και συγκεκριμένα στις 6/6/
- Περαιτέρω, αντεξεταζόμενη της ζητήθηκε να αναφέρει τι ο κατηγορούμενος της ανέφερε την ημερομηνία που ισχυρίζεται ότι διαπράχθηκαν τα αδικήματα και με ποιες λέξεις την απείλησε κάτι το οποίο διαφάνηκε ότι δεν μπορούσε να πράξει παρά την αναφορά της σε κάποιες φράσεις. Στη συνέχεια είπε ότι δεν θυμάται ακριβώς τι της είπε και ισχύουν αυτά που είπε στην κατάθεση της. Θεωρώ ότι η κατηγορούμενη θα έπρεπε να θυμάται και να αναφέρει στο Δικαστήριο αυτά που ισχυρίζεται ότι ο κατηγορούμενος της ανέφερε και την απείλησε, πρώτον διότι αυτά έλαβαν χώρα σε λιγότερο από ένα μήνα από την ημέρα που κατέθετε στο Δικαστήριο και δεύτερον διότι σύμφωνα με τις αναφορές της οι απειλές του κατηγορούμενου τη φόβισαν τόσο πολύ για τη ζωή της. Η αδυναμία αυτή της παραπονουμένης εγείρει εύλογες αμφιβολίες για το βάσιμο των θέσεων και ισχυρισμών της σε βαθμό που να είναι επικίνδυνο για το Δικαστήριο να βασιστεί σε αυτούς και να προβεί σε ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Περαιτέρω, οι εξηγήσεις που έδωσε στο Δικαστήριο για την ημερομηνία που έκανε την καταγγελία δεν είναι πειστικές. Ενώ η ίδια ανέφερε ότι μετά τις απειλές που δέκτηκε από τον κατηγορούμενο για τη ζωή της αυτή φοβόταν και μάλιστα γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος είχε και όπλο στο σπίτι του, εντούτοις δεν προέβηκε σε άμεση καταγγελία αλλά περίμενε να περάσουν τρεις ή έξι μέρες, ανάλογα τελικά με το πότε έλαβε χώρα το κατ' ισχυρισμό περιστατικό. Η θέση της ότι ο κατηγορούμενος θα την ακολουθούσε με το όχημα του, όπως έκανε συνήθως και φοβόταν διότι θα αναγκαζόταν να τρέχει και θα κινδύνευε η ζωή της αλλά και του ανήλικου τέκνου της, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ακόμη όμως και να ισχύει αυτός ο λόγος που έδωσε θα μπορούσε να πάει αργότερα την ίδια μέρα ή την επομένη όταν θα είχε ήδη φύγει ο κατηγορούμενος. Επίσης, η ίδια σε άλλο μέρος της μαρτυρίας της είπε ότι και στις άλλες φορές που πήγαινε στην οικία της ο κατηγορούμενος, όταν του έλεγε ότι θα έπαιρνε την Αστυνομία τηλέφωνο τότε αυτός έφευγε. Αφού έτσι γινόταν γιατί δεν κατάγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία τηλεφωνικώς; Ποιος την εμπόδιζε να το πράξει και έτσι δεν θα διέτρεχε και οποιοδήποτε κίνδυνο όπως η ίδια τον είχε περιγράψει. Δεν έχει προκύψει να έχει γίνει κάτι τέτοιο τη συγκεκριμένη ημέρα από την ίδια έχοντας υπόψη και τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 επί του σημείου. Πέραν τούτου, έχει δημιουργηθεί η εικόνα στο Δικαστήριο ότι γενικά, παραπονούμενη και κατηγορούμενος βρίσκονται σε μια συνεχή διαμάχη μετά το χωρισμό τους αλλά δεν έχει τεκμηριωθεί με σαφή και ξεκάθαρη μαρτυρία από την ίδια την παραπονούμενη ενώπιον του Δικαστηρίου ότι τη συγκεκριμένη ημερομηνία για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος έλαβαν χώρα τα όσα η παραπονούμενη ανέφερε. Επίσης, η μαρτυρία της είναι αντιφατική σε ουσιαστικά ζητήματα, όπως οι αναφορές της κατά πόσο επέτρεπε στον κατηγορούμενο να εισέρχεται στην οικία της μετά το διάταγμα ή όχι και αδύνατη και ασαφής αναφορικά με τις κατ' ισχυρισμό απειλές που εκτοξεύθηκαν από τον κατηγορούμενο τη συγκεκριμένη ημέρα που ισχυρίζεται ότι έλαβαν χώρα αυτά που είπε. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω αλλά και το σύνολο της μαρτυρίας της παραπονούμενης κρίνω ότι είναι ακροσφαλές και επικίνδυνο να βασιστώ σε αυτή και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων και ως εκ τούτου αυτή απορρίπτεται στην ολότητα της. Η Μ.Κ.3 ήταν η Πρωτοκολλητής του Οικογενειακού Δικαστηρίου η οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο το διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου ημερομηνίας 22/11/2012 (τεκμήριο 6) και την επίδοση αυτού προς τον κατηγορούμενο στις 6/6/2010 (τεκμήριο 7). Η μάρτυρας αυτή ήταν τυπική και δεν έτυχε αντεξέτασης. Επίσης, δεν διαπιστώνω κάτι μεμπτό στη μαρτυρία της και ως εκ τούτου την αποδέχομαι στην ολότητα της καθώς επίσης και τα τεκμήρια που κατέθεσε. Από την αντίπερα όχθη ο κατηγορούμενος προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση. Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβηκε ο Κατηγορούμενος λαμβάνεται υπ' όψιν ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369). Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει καμία αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπ' όψιν ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή του Κατηγορουμένου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Να σημειωθεί επίσης, ότι η ανώμοτη δήλωση δεν υπέχει θέση ένορκης μαρτυρίας και δεν μπορεί να αντικρούσει άλλη μαρτυρία η οποία δόθηκε ενόρκως και κρίθηκε αξιόπιστη. Γενικά, η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου έχει πειστική παρά αποδεικτική σημασία ή αξία. Περαιτέρω, ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει και η ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου. Όσον αφορά τη γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σ' αυτήν. Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου και να απορρίψει άλλο ασχέτως αν αυτό αποτελεί άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Είναι φυσικό να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως, ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359). Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, από την ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου μπορώ να λάβω υπόψη μου τη θέση του ότι πήγαινε στο σπίτι στη Πενταλιά με σκοπό να βλέπει το ανήλικο τέκνο του. Η πιο πάνω θέση δεν συγκρούεται με άλλη αποδεκτή μαρτυρία και τείνει να δώσει μια άλλη υφή στα γεγονότα και παρέχει εξήγηση από τον ίδιο τον κατηγορούμενο για το λόγο που επισκεπτόταν το σπίτι της παραπονουμένης. Παρόλα αυτά όμως, η θέση του αυτή και συγκεκριμένα ότι επισκεπτόταν το σπίτι της παραπονουμένης δεν μπορεί να θεωρηθεί ρητή και ξεκάθαρη παραδοχή του αδικήματος που αντιμετωπίζει με την 1ην κατηγορία. Η δήλωση του αυτή είναι ασαφές και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι όταν επισκεπτόταν την εν λόγω οικία, εισερχόταν σε αυτήν και ηθελημένα παράκουε το διάταγμα του Δικαστηρίου. Πέραν των πιο πάνω, δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στις υπόλοιπες αναφορές του τόσο στην ανώμοτη δήλωση όσο και στην γραπτή του κατάθεση καθότι αποτελούν εξηγήσεις για εγκληματική δραστηριότητα, δεν δόθηκαν ενόρκως και δεν συνάδουν με άλλη αποδεκτή μαρτυρία έτσι ώστε να μπορεί να ελεχθεί η ορθότητα τους. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τα παραδεκτά γεγονότα και την μαρτυρία η οποία αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων και/ή παρέμεινε αναντίλεκτη, τα πιο κάτω αποτελούν τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης: Ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη παντρεύτηκαν το 2003 και περί τις 19/09/2012 χώρισαν. Στις 22/11/2012 εκδόθηκε τελικό διάταγμα του Δικαστηρίου στην αίτηση αρ. 30/12 του Οικογενειακού Δικαστηρίου με το οποίο παραχωρήθηκε στην παραπονούμενη η αποκλειστική χρήση της κατοικίας η οποία βρίσκεται στη Πενταλιά της επαρχίας Πάφου και περαιτέρω, διατασσόταν ο κατηγορούμενος να μην εισέρχεται και/ή με οποιονδήποτε τρόπο χρησιμοποιεί την πιο πάνω κατοικία και/ή εμποδίζει την παραπονούμενη και το ανήλικο τέκνο τους από την ελεύθερη χρήση τους. Το εν λόγω διάταγμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο προσωπικά στις 6/6/2013. Ο κατηγορούμενος επισκεπτόταν την πιο πάνω οικία της παραπονουμένης για να βλέπει το ανήλικο τέκνο του. Στις 08/10/2013 η παραπονούμενη καταχώρισε την αίτηση διαζυγίου με αρ. 182/2013 εναντίον του κατηγορούμενου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος ανυπακούει σε διάταγμα, ένταλμα, ή διαταγή που εκδόθηκε από Δικαστήριο, λειτουργό ή πρόσωπο που ενεργεί με οποιαδήποτε επίσημη ιδιότητα και κανονικά εξουσιοδοτημένο γι αυτό, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων, εκτός αν καθορίζεται ρητά κάποια άλλη ποινή ή διαδικασία σε συνάφεια με τέτοια ανυπακοή.» Σύμφωνα με τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου αλλά τη νομολογία που αφορά απείθεια ή καταφρόνηση δικαστικών διαταγμάτων, για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα απαιτείται η απόδειξη ηθελημένης ανυπακοής του καθ' ού η αίτηση προς την απόφαση του Δικαστηρίου δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το διάταγμα του Δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ' αυτού δεν αρκεί, πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του Δικαστηρίου (βλ. Mouzouris v Xylofagou Plantation Ltd
(1997)1 C.L.R. 287, Παπαχρυσοστόμου v. Σιδερά
(1993)1 (Ε) Α.Α.Δ. 750, Έπαρχος Πάφου v. Χρύσω Κωνσταντίνου
(2009)2 Α.Α.Δ. 594). Επίσης, το διάταγμα του Δικαστηρίου θα πρέπει να είναι σαφές και να εξειδικεύει ποιες πράξεις απαγορεύονται και υπό ποια ιδιότητα και πρέπει η πράξη αυτή για την οποία ζητείται η τιμωρία να εμπίπτει με σαφήνεια εντός των ρητών και αναμφισβήτητων προδιαγραφών που το λεκτικό του διατάγματος καταγράφει (βλ. Ιberian Trust Ltd v. Founders Trust and Investment Co Ltd
(1932)1 All E.R. 176, P.A. Thomas & Co and Others v. Mould and Others
(1968)1 All E.R. 963, όπως και επίσης και στο σύγγραμμα Βorie & Lowe: The Law of Contempt, σελ. 315). Πέραν των πιο πάνω, ο κατηγορούμενος θα πρέπει να έχει γνώση για το εν λόγω διάταγμα. Σε ποινικές υποθέσεις δεν απαιτείται η γνώση να λαμβάνεται με συγκεκριμένο τρόπο επίδοσης όπως καθορίζεται στα πλαίσια της αστικής καταφρόνησης. Στην υπόθεση Αστυνομία v. Γ. Κυριακίδη
(1988)2 C.L.R. 172, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι δεν ήταν απαραίτητη η επίδοση στον κατηγορούμενο του εκδοθέντος διατάγματος καθότι δεν υπάρχει κάποια ειδική πρόνοια (general provision) για επίδοση διατάγματος σε ποινικές υποθέσεις. Επίσης, τονίσθηκε ότι υπάρχει αντιδιαστολή στα όσα εφαρμόζονται σε περιπτώσεις παρακοής δικαστικών διαταγμάτων σε αστικές υποθέσεις από τα όσα έχουν εφαρμογή σε ποινικές υποθέσεις. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να λεχθεί ότι το άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα στρέφεται εναντίον οποιουδήποτε απειθεί σε διάταγμα, ένταλμα ή διαταγή εκδοθείσα από οποιοδήποτε Δικαστήριο. Η λειτουργία του άρθρου 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60τείνει καθαρά προς αποκατάσταση και γίνεται επ΄ ωφελεία του παραπονούμενου. Η ποινική καταφρόνηση έχει τιμωρητικό χαρακτήρα και σκοπό έχει την αναστύλωση του κύρους και της εξουσίας του δικαστηρίου. Τα πιο πάνω λέχθηκαν στην Ελισάβετ Θεοφάνους v. 1. CCC LAUNDRIES (PAPHOS) LTD
(2009)2 Α.Α.Δ. 634. Στην εν λόγω απόφαση επίσης, λέχθηκε ότι οι δύο δικαιοδοσίες, δηλαδή αυτή για αστική απείθεια και αυτή για ποινική απείθεια μπορούν να συνυπάρχουν. Η δικαιοδοσία σε σχέση με την αστική καταφρόνηση είναι χωριστή από την ποινική δικαιοδοσία οποιουδήποτε άλλου Δικαστηρίου. Περαιτέρω, το άρθρο 91Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: «91 Α. Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη.» Όπως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, για να αποδειχθεί το εν λόγω αδίκημα θα πρέπει να υπάρχει συγκεκριμένη απειλή για βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη και η οποία να προκαλεί στον άλλον τρόμο ή ανησυχία. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές αλλά και τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων, κρίνω ότι ουδεμία κατηγορία έχει αποδειχθεί από την κατηγορούσα αρχή στον απαιτούμενο βαθμό. Σε σχέση με την 1ην κατηγορία δεν έχει προκύψει αξιόπιστη μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος στις 29/09/2013 παραβίασε το διάταγμα του οικογενειακού Δικαστηρίου και ακόμη περισσότερο ότι αυτή η παραβίαση ήταν ηθελημένη. Η αναφορά του ότι επισκεπτόταν το σπίτι της παραπονουμένης με σκοπό να βλέπει το ανήλικο τέκνο του δεν είναι ικανή από μόνη της να τεκμηριώσει το αδίκημα της 1ης κατηγορίας όπως έχει αναφερθεί και ανωτέρω κατά την αξιολόγηση. Δεν αποτελεί σαφή και ξεκάθαρη παραδοχή του αδικήματος, ούτε διευκρινίζει με ποιο τρόπο επισκεπτόταν το σπίτι, κατά πόσο εισερχόταν σε αυτό και κάτω από ποιες περιστάσεις. Ακόμη όμως και να μπορούσε η πιο πάνω αναφορά του να θεωρηθεί ότι αποτελεί σαφή παραδοχή του για το αδίκημα αυτό, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε καταδίκη βασιζόμενο αποκλειστικά και μόνο στην αναφορά του αυτή χωρίς οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να την επιβεβαιώνει, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πάντοτε είναι αναγκαίο αυτό. Είναι ορθότερο όμως, να αναζητείται τέτοιου είδους μαρτυρία προκειμένου η καταδίκη να ακολουθεί πάντοτε τη διαπίστωση από το Δικαστήριο πως η ενοχή αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας από το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας. (βλ. Μιχαλάκης Ιακωβίδης ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 110, Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 166, 172, Μιχάλης Αναξαγόρα Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2ΑΑΔ 330 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τάσου Γεωργίου
(2006)2ΑΑΔ 217). Αναφορικά με τις κατηγορίες 2 και 3, δεν υπάρχουν ευρήματα για το κατά πόσο ο κατηγορούμενος απείλησε και με ποιες συγκεκριμένες φράσεις το έπραξε και περαιτέρω κατά πόσο οι απειλές αυτές προκάλεσαν το τρόμο στην παραπονούμενη. Η απόρριψη της μαρτυρίας της παραπονούμενης, αφήνει μετέωρες και έκθετες σε απόρριψη και τις κατηγορίες αυτές. Εν όψει των πιο πάνω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της στον απαιτούμενο βαθμό και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται και από τις τρείς κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.)........... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο