Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ευθύμιος Κυριάκου, Αρ. Υπόθεσης: 16457/2012, 3/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B76 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16457/2012 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. Ευθύμιος Κυριάκου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 03.10.13 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού Κατηγορούμενος: παρών και εμφανίζεται αυτοπροσώπως ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στην κατηγορία της κοινής επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος στις 17.11.11 στην οδό Αγίου Θεοδώρου στην Πάφο ο κατηγορούμενος παράνομα επιτέθηκε εναντίον του Άγγελου Αγγελή από την Πάφο. Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής παρέπεμψε στις λεπτομέρειες της κατηγορίας, στο περιεχόμενο των οποίων έχει ήδη γίνει αναφορά πιο πάνω. Συμπληρωματικά ο κύριος Συμεού διευκρίνισε ότι το επίδικο περιστατικό περιλαμβάνει ένα σπρώξιμο στον παραπονούμενο από τον κατηγορούμενο. Ο κύριος Συμεού κάλεσε το Δικαστήριο να θεωρήσει το εν λόγω επεισόδιο μεμονωμένο και ταυτόχρονα να λάβει υπόψη του ότι ο παραπονούμενος έχει συμφιλιωθεί με τον κατηγορούμενο από τον οποίο δεν έχει κανένα παράπονο. Τη θέση αυτή επιβεβαίωσε και ο παραπονούμενος με σχετική δήλωση που προέβηκε στο Δικαστήριο. Καταλήγοντας, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου ενώ παράλληλα ανάφερε ότι έχουν δημιουργηθεί €30,00 έξοδα σε σχέση με την υπόθεση αυτή. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι είναι η πρώτη φορά που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου και για το λόγο αυτό λυπάται πραγματικά. Στρεφόμενος στις προσωπικές, οικονομικές και οικογενειακές συνθήκες του, ο εν λόγω κατηγορούμενος επισήμανε ότι είναι νυμφευμένος και πατέρας τριών ενήλικων παιδιών, πρώην μέλος της αστυνομικής δύναμης Κύπρου με υπηρεσία στο σώμα αυτό για περίοδο 28 ετών και νυν μέλος ιδιωτικής ασφάλειας με μηνιαία εισοδήματα ύψους €800,00. Σύμφωνα με το άρθρο 242 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, διάπραξη του ποινικού αδικήματος της κοινής επίθεσης επισύρει ποινή φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €1.708,60 ή και τις δύο αυτές ποινές. Το αδίκημα αυτό θεωρείται σοβαρό επειδή ενέχει πράξεις που δημιουργούν αίσθημα φόβου και ανασφάλειας στο κοινό. Στρέφεται ενάντια στην προσωπικότητα, καταρρακώνουν την αξιοπρέπεια του ατόμου και πλήττουν το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας (Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Το στοιχείο της σοβαρότητας δημιουργείται ακόμη από την παρατηρούμενη έξαρση διάπραξης τέτοιων αδικημάτων. Τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοια περιστατικά με τη δέουσα σοβαρότητα και αυστηρότητα σε μια προσπάθεια να διαβιβάσουν το μήνυμα στους παραβάτες ότι τέτοιου είδους συμπεριφορές δεν είναι ανεκτές και δεν έχουν χώρο στην κυπριακή κοινωνία. Σίγουρα οι παλικαρισμοί δεν εξυπηρετούν κανένα λογικό σκοπό και ο νόμος οπωσδήποτε δεν τους αποδέχεται. Ουδείς έχει το δικαίωμα, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, να παίρνει το νόμο στα χέρια του και να επιτίθεται σε άλλο συνάνθρωπο του αλλά να επιδεικνύει αυτοσυγκράτηση και να εφαρμόζει μηχανισμό αυτοελέγχου έστω και αν προκαλείται ή εξωθείται για κάτι τέτοιο. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95 επισημαίνονται τα εξής, σε συνάφεια με αδικήματα που περικλείουν το στοιχείο της χρήσης βίας: «Η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας. πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το Άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπειά του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωσή της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς.» Το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε στην υπόθεση Χριστοφή v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 504. Θεώρηση της νομολογίας επισημαίνει ότι η ποινή που επιβάλλεται είναι ανάλογη της σοβαρότητας που χαρακτηρίζει την κάθε υπόθεση ξεχωριστά στη βάση των γεγονότων και περιστατικών που την περιβάλουν. Ο βαθμός της σοβαρότητας αυξάνεται όταν η επίθεση είναι σφοδρή ή διεξαχθεί σε δημόσιο χώρο και στην παρουσία άλλων προσώπων ή στην παρουσία άλλων μελών της οικογένειας. Σε τέτοιες περιπτώσεις ενδεικνυόμενη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Στην υπόθεση Γεώργιος Βασιλειάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 409 επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο που διέπραξε το αδίκημα της κοινής επίθεσης ποινή φυλάκισης 3 μηνών, η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επίσης, στην υπόθεση Αιμίλιος Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 327 όπου το ίδιο αδίκημα διαπράχτηκε σε δημόσιο χώρο και στην παρουσία άλλων παρευρισκομένων επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, μετά από παραδοχή, με λευκό ποινικό μητρώο και κατόπιν συμφιλίωσης με τον παραπονούμενο, ποινή φυλάκισης ενός μηνός. Ωστόσο, όπως έχει λεχθεί πιο πάνω, δεν επιβάλλεται ποινή φυλάκισης σε κάθε περίπτωση επίθεσης. Εξαρτάται πάντοτε από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, την ένταση της επίθεσης και τις επιπτώσεις στο θύμα. Σε τέτοια περίπτωση η χρηματική ποινή εμφανίζεται ως καταλληλότερη από αυτή της στερητικής της ελευθερίας. Στην υπόθεση Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575 όπου η επίθεση δεν κρίθηκε ιδιαίτερα σφοδρή, δεν συνέβη στην παρουσία άλλων μελών της οικογένειας και ιδιαίτερα των παιδιών ούτε και στην παρουσία άλλων ατόμων, με το στοιχείο της μεταμέλειας και της αποκατάστασης των σχέσεων κατηγορουμένου και παραπονούμενου, με τον κατηγορούμενο να είναι λευκού ποινικού μητρώου και χωρίς να υπάρχει προσχεδιασμός, ποινή φυλάκισης των 45 ημερών που επιβλήθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο σε δύο κατηγορουμένους αντικαταστάθηκε σε χρηματική ποινή ύψους €700 από το Ανώτατο Δικαστήριο. Περαιτέρω, στην υπόθεση Yeates και άλλος v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 320 ποινή φυλάκισης ενός μηνός από το πρωτόδικο δικαστήριο παραμερίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο και αντικαταστάθηκε με χρηματική ποινή ύψους Λ.Κ.£250,00 με το σκεπτικό ότι η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στους κατηγορουμένους δημιουργούσε δυσανάλογες δυσμενείς επιπτώσεις στην επαγγελματική σταδιοδρομία τους. Ακόμη στην υπόθεση Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας v. Αδαμίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 155/2011, ημερομηνίας 17.10.12, χρηματική ποινή ύψους €200,00 που επιβλήθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο επικυρώθηκε κατ' έφεση. Από τα ενώπιον μου δεδομένα και στοιχεία, εκτιμώ ότι η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στη δεύτερη περίπτωση όπου αντιμετωπίζεται με ευνοϊκότερο φακό καθότι δεν ήταν έντονη ή σφοδρή και χωρίς αυτή να έχει διεξαχθεί στην παρουσία τρίτων προσώπων περιορίστηκε σ' ένα απλό σπρώξιμο του κατηγορουμένου προς τον παραπονούμενο. Αυτό όμως δεν μειώνει την εξ' αντικειμένου σοβαρότητα που το αδίκημα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε, ενέχει. Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής του κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου ως επιβαρυντικό στοιχείο τη σοβαρότητα του αδικήματος, όπως αυτή έχει σημειωθεί πιο πάνω αλλά και από τη συχνότητα και ευκολία με την οποία αυτό διαπράττεται, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις ενώπιον μου υποθέσεις. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την παραδοχή του έστω και αν αυτή έγινε σ' αυτό το στάδιο. (β) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (γ) Την συμφιλίωση που είχε με τον παραπονούμενο, ο οποίος έχει δηλώσει ότι δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο, γεγονός που δείχνει την έμπρακτη μεταμέλεια του. (δ) Το ότι το όλο περιστατικό δεν κρίνεται σφοδρό ή να χαρακτηρίζεται από ένταση καθότι περιορίζεται σε σπρώξιμο του κατηγορουμένου προς τον παραπονούμενο. (ε) Το ότι δεν προκύπτει από τα ενώπιον μου γεγονότα το περιστατικό να διεξήχθηκε σε δημόσιο χώρο και στην παρουσία τρίτων προσώπων. (στ) Χωρίς να υπάρχει το στοιχείο του προσχεδιασμού, το περιστατικό εκλαμβάνεται ως μεμονωμένο και αποδίδεται σε στιγμιαία απώλεια της ψυχραιμίας του κατηγορουμένου. (ζ) Την προσφορά του στο αστυνομικό σώμα για περίοδο 28 ετών. (η) Το ότι είναι νυμφευμένος, πατέρας 3 ενηλίκων παιδιών και εργάζεται ως μέλος ιδιωτικής ασφάλειας με καθαρό μηνιαίο εισόδημα που ανέρχεται στο ποσό των €800,00. Γενικά, λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί ή τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για τον κατηγορούμενο. Καθοδηγούμενος από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της χρηματικής, το ύψος της οποίας αντανακλά όλα τα πιο πάνω περιλαμβανομένου των ελαφρυντικών παραγόντων. Καταληκτικά επιβάλλεται στον κατηγορούμενο χρηματική ποινή ύψους €350,00. Επιπλέον, ο κατηγορούμενος να καταβάλει το ποσό των €30,00 ως έξοδα που δημιουργήθηκαν σε σχέση με την υπόθεση αυτή. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Κοινή επίθεση/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο